Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Μάρθα Πατλάκουτζα απόσπασμα από το Ζαχάρα η Θύελλα της καρδιάς




Μάρθα Πατλάκουτζα
15/1/2014

Πάντα με συγκλόνιζε η εικόνα της Μάνας-Παναγιάς, που με αφοσίωση και αυταπάρνηση, με αγάπη ανεξάντλητη, αγωνίζεται μέχρι τέλους για τα παιδιά της. Θυσιάζει τον ίδιο της τον εαυτό εξαιτίας της αγάπης της για τα παιδιά της. Πολύ αργότερα, κατάλαβα πως αυτό ήταν και το στοιχείο που με συγκλόνιζε στο ρόλο της μάνας. Ήταν αυτή η προσωπική μου έλλειψη, η δίψα για μητρική στοργή που με παγίδευσαν σε μια ζωή, όπου οι δικές μου επιθυμίες είχαν θαφτεί μέσα στα βάθη της ύπαρξής μου, χωρίς όμως να έχουν πεθάνει. Υπήρχαν εκεί. Έσκαβαν ύπουλα και αθόρυβα δρόμους για να βγουν στην επιφάνεια. Ήθελαν να αναπνεύσουν.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να μας λέει για την πρώτη μέρα που πήγε τη μάνα μου νύφη στο σπίτι της πεθεράς της. Η γιαγιά μου γεμάτη τρυφερότητα την πήρε από το χέρι και την κατέβασε στο κελάρι του σπιτιού τους. Εκεί ζεσταίνοντας με τα χέρια και τα λόγια της την παγωμένη ατμόσφαιρα του υπογείου της είπε γλυκά: 
-Κόρη μου, εδώ είναι το λάδι, εδώ το κρασί, εδώ το σιτάρι, εδώ οι ελιές ( αυτή ήταν όλη τους η περιουσία τους). Από εδώ κι εμπρός εσύ θα είσαι η νοικοκυρά του σπιτιού.
Η αγάπη μπορεί να μαλακώσει τις ψυχές, να τις εξευμενίσει. Όμως, αλίμονο, μπορεί να τις κάνει ευάλωτες και ευαίσθητες στον πόνο και στη σκληρότητα.
Μάρθα Πατλάκουτζα απόσπασμα από το Ζαχάρα η Θύελλα της καρδιάς

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Ολόγραμμα – Eλένη Νανοπούλου

https://www.facebook.com/notes/eleni-nanopoulou/


"κάθε βράδυ γυρίζοντας

θ' ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες

να μην κλαιν

που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου

και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου"

ΙΙ

"τα χέρια μας τα χέρια μας

μ' όλα τα μάνταλα ανοιχτά

κι ερημιές να σβήνουν

κει που όρμοι των χειλιών

αγκυροβόλι πιάνουν

να' ρθεις εκείνο το ξημέρωμα στο λόφο της γιορτής

με τ' Αγρώνια ποτήρια κόκκινα

γεμάτα

γεφύρια παραδείσου με τα νυφιάτικα τραγούδια

να σε κυλάν από χαρά σ' άλλη χαρά

κι από γιορτή στου πόθου τις ορμήνειες

λινά ολόγυρα κορμιά

χνούδι σε στάχυ

μέσα ο καρπός

μικρή - μικρή εγώ στα χέρια σου

μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας"

IV

"τα μάτια μας τα μάτια μας

βροχή απ' τον αποσπερίτη

στα μάγουλα κουρνιάζουν αμμουδιές

ποτέ πάλι δεν θα σε ντύσουν χέρια

με τις γραμμώσεις των φλεβών γονατισμένα λάγγεμα

ποτέ πάλι ποτέ μ' ώμο γυμνό

το πορφυρό σου στέρνο δεν θα δεθεί των κίτρων τα μυρωδικά

σαν έλεγες σε άκουα σαν έγραφες σε σπούδαζα

σαν έκλαιες σε ξάνοιγα στην πέτρα τη λευκή

ως να λιαστεί διάφανη ψυχή αυγινή διάρκεια

στο γήλοφο του στήθους μου έχω ένα ραγισμένο όνομα

ένα κρουστό ιμάτιο απ' την Ηώ θηκάρι

μα γίνομαι αλήθεια

με λέξεις σχεδόν ελλειπτικές

σαν της ελιάς την κοίτη

είμαι μονάχα το δικό σου όνομα με τις χίλιες ελεύθερες λέξεις

η παραμάνα στους θηλασμούς

το νανούρισμα που εξιλεώνει το σκοτάδι

η μεστή γη που νανουρίζει τον κάματο σου

τα μάτια του αετού σαν έρχονται βαριές σκιές τη νύχτα μυροφόρες

κι η θάλασσα που κλείνει τις πλάνες σου στη μήτρα του βυθού της

μικρή - μικρή εγώ στα μάτια σου

μεγάλωσα"

ΙΙ

"Κατέβα εδώ

που εποχές των στεναγμών συντάσσουν νύχτα μεγάλη

καταμεσής στάζει το ένδυμα

τελευταία βουίζουν τα μέλη μου τελετουργικό το ξημέρωμα

στα ριγμένα σεντόνια οι θόρυβοι 'ραψαν εντός τις ανάσες

είχα ανάγκη ωκεανό

έρωτα φώναξες

δίχως γλώσσα χάραμα με ανηφόρισε

σονάτα είπες

Τσιγγάνικο βιολί ρουφώ το κεραυνό

πόση βροχή η πέτρα των ματιών να σκαρφαλώνει το παράθυρο

γδέρνω την αμμοβολισμένη πτώση

κρύβει σεισμούς

και είσαι πίσω ακίνητο κουπί

ακούγεται ο ήχος μόνο απ' τις εξαντλημένες άγκυρες

που μου ζητάν παλάμες

βάζω το δάκτυλο ανάμεσα στα μάτια

κατεβάζω σελίδα τα χέρια

αγκάλιασε με

δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες

κάποτε - κάποτε πλαγιάζω στην αυτοψία της αγάπης"

"αγαπηθήκαμε

σπουδάζοντας σιωπές

κι ανάβρυσμα ματιών"

" σε ακουμπώ

ετοίμασα τ' αθέλητα του κόσμου

χειρόγραφα ριχτάρια

ερωτευμένο γράφεται το ποίημα

ένα καράβι γεμάτο συγχώρεση

ήρθε κι άλλο με φινιστρίνια ανοιχτά

βγαίνω

με την αιώνια ψιχάλα του κορμιού σου"


Διαβάστε την κριτική της ποιητικής συλλογής "Ολόγραμμα" – Eλένης Νανοπούλου από την ποιήτρια Σοφία Στρέντζου : http://anagnoseispoiiton.blogspot.gr/2009/10/blog-post_18.html

Δείτε το βίντεο πατώντας το παρακάτω λινκ :

4-Σεπτεμβρίου-2010
Ποίηση: Ελένη Νανοπούλου
Μελοποίηση & Ερμηνεία: Γιάννης Νανόπουλος

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ:

Θεατρική ομάδα εφήβων: 3ος όροφος

Καλομοίρη Στεφανία
Κουτρούλης Κώνσταντίνος
Σταυρόπουλος Δημήτρης
Σταυρόπουλος Ορέστης
Φαραντόπουλος Στέφανος

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Συντονιστής:Γρηγόρης Χαλιακόπουλος(Συγγραφέας-δημοσιογράφος)
Παρουσιάζει:Κατερίνα Κατσίρη(Ποιήτρια)
Σκηνοθεσία-Δραματοποίηση:Ελένη Γεωργίου(Σκηνοθέτης)
Μελοποίηση στίχων & τραγούδι:Γιάννης Νανόπουλος
Επιμέλεια σκηνικών:Αρης Γεωργακόπουλος
Φωτισμοί:Γιάννης Λαζαρίδης
Ηχος:Νικήτας Κονταράτος
Βίντεο-μοντάζ-επεξεργασία:Χρήστος Καρακάσης

Δημήτρης Τσίτος Φονικό στην εκκλησιά


Δημήτρης Τσίτος
15 Ιανουαρίου
Φονικό στην εκκλησιά

Η εκκλησία ήταν ιστορική. Ο εφημέριος πιστός στις παραδόσεις και το τυπικό, γνώστης καλός της βυζαντινής μουσικής, ιερουργούσε με τρόπο ιεροπρεπή και άμεμπτο. Οι ψαλτάδες, κι αυτοί πιστοί στην παράδοση, πρόσφεραν ένα εξαιρετικά μυσταγωγικό περιβάλλον. Οι πιστοί ήταν μόνιμοι και διακριτοί από κάθε άποψη. Κάθε ακολουθία ήταν και μια υπέροχη εμπειρία.

Το μέρος όπου βρισκόταν ο ναός ήταν στο κέντρο της πόλης όπου την Κυριακή τα γύρω καφέ ήταν γεμάτα από κόσμο, όπως και τις πρωινές ώρες, στις καθημερινές, η κίνηση των περαστικών μεγάλη. Τα βράδια η μικρή πλατεία στην πλευρά του ναού ήταν γεμάτη από ναρκομανείς και άστεγους. Η τσίκνα ήταν αισθητή.

Τις Κυριακές ή τις γιορτές αραδιάζονταν από το πρωί οι ναρκομανείς, κυρίως, για επαιτεία μπροστά στην κεντρική είσοδο του ναού. Μετά την απόλυση πήγαιναν σε μια πλάγια πλευρά όπου είχε έξοδο ο γυναικωνίτης και κάθονταν στις σκάλες.
Ο εφημέριος είχε διαμορφώσει τον γυναικωνίτη σε τόπο συνεύρεσης των φιλακολούθων όπου έπιναν ένα ρόφημα και έτρωγαν κάποιο σάντουιτς ή κάποια κεράσματα που έφερναν από το σπίτι τους κάποιες κυρίες. Όλοι έριχναν ότι ήθελαν σε ένα κουτί για να χρησιμοποιηθεί για φιλανθρωπία.

Οι ναρκομανείς περίμεναν στα σκαλιά της εξόδου του γυναικωνίτη, είχε γίνει πλέον παράδοση, και τους πρόσφεραν ένα σακουλάκι από τα κεράσματα και ένα πλαστικό κύπελλο με καφέ.

Ξαφνικά, ακούστηκαν από τη σκάλα ουρλιαχτά από έναν τοξικομανή: «Ρε πο@στη, σκατά τα έκανες… κοίτα πως λέρωσες τη σκάλα με τον καφέ που έχυσες… καριόλη». Ένας ξεμαλλιασμένος άντρας ντυμένος με κουρέλια, κυρτωμένος αφύσικα, έβριζε κάποιον άλλο που ήταν στην ίδια κατάσταση. «Τι θες, καθήκι, και μη μου μιλάς εμένα έτσι γιατί θα σε γ…..». «Ποιόν, ρε; Εσύ εμένα;»

Η φασαρία συνεχίστηκε με ανταλλαγή ακόμη χειρότερων λέξεων και σε λίγο ο ένας κινήθηκε ενάντια στον άλλο. Τους είχαν περιτριγυρίσει και οι υπόλοιποι ναρκομανείς παρατηρώντας χωρίς σχόλια και χωρίς να κάνουν τίποτε. Από τα γύρω καφέ οι θαμώνες έκαναν χάζι.

Σε λίγο έφτασε η κορύφωση. Ο πρώτος που είχε αρχίσει την ιστορία πλησίασε τον άλλο και αφού τον έφτυσε έβγαλε ένα μαχαίρι και του έχωσε στην κοιλιά λέγοντας «να, ρε, για να μάθεις να σέβεσαι αυτούς που μας βοηθούν.» Ο άλλος ξαφνιασμένος και μέσα από τον πόνο του ψέλλισε «το είχε γεμίσει ξέχειλα και μου χύθηκε», και έσβησε.

Στο κεφάλι της σκάλας ήταν μια κοπελίτσα που παρακολουθούσε τη φασαρία από ώρα. Όταν είδε τον άνθρωπο να σωριάζεται ξέσπασε σε κλάματα λέγοντας «εγώ φταίω που ξεχείλισα το ποτήρι… εγώ σκότωσα τον άνθρωπο…»

Τάκης Τσαντήλας Ξημερώνει



Νίκος Ζούδιαρης Μια καλημέρα


Τώρα που έμαθα να ζω χωρίς εσένα
τώρα που οι μνήμες μου γυρνούν από τα ξένα
απ’ τη ζωή μου όταν περνάς, 
μια καλημέρα μη την ξεχνάς

Όσα ανελέητα η μέρα μας τα παίρνει
η νύχτα στ’ όνειρο απρόσμενα τα φέρνει
όπου κι αν είσαι όταν ξυπνάς
μια καλημέρα μη την ξεχνάς

Λένε πως χάθηκες, 
δε σε συνάντησε κανείς ως σήμερα, 
σα να `σουν πρόσωπο που επινόησα, 
μάτια μου ανήμερα..
Λένε πως χάθηκες
μα ήσουνα εδώ όσο άλλο τίποτα
μα ήσουνα εγώ κι εγώ φοβόμουνα
μάτια μου ανύποπτα...

Είναι η σκέψη σου αόρατος καθρέφτης
στις δύσκολες στιγμές κοιτάζω αν με βλέπεις
απ’ τη ζωή μου όταν περνάς
μια καλημέρα μη την ξεχνάς

Σ’ ακούω να μιλάς φωνή μες στη φωνή μου
όπως μεγάλωνα μεγάλωνες μαζί μου
όπου κι αν είσαι όταν ξυπνάς
μια καλημέρα μη την ξεχνάς

Στίχοι:

Νίκος Ζούδιαρης

Μουσική:

Νίκος Ζούδιαρης


1. Νίκος Ζούδιαρης 
2. Μαργαρίτα Ζορμπαλά 

Πόπη Τρεμούλη Alter Ego




Πόπη Τρεμούλη
14 Ιανουαρίου

Σταλαχτίτες, καρφωμένοι αμετακίνητα στο υστέρημα του χρόνου, οι παγιωμένες αποφάσεις σου αυτομόλησαν στην επικράτεια της αναίρεσης, μάταια, προσπαθώντας ν’ ανασυνθέσουν αξίες. Ευπλόκαμες συγκινήσεις ξεπαγώνουν στο καυτό χνώτο σου – μια ανάσταση δίχως ψυχή, ασυνείδητη, ανάλγητη στο γόο της σιωπής σου.
Τίποτα δεν απαλύνει την κραυγή της πτώσης στη διάρκεια της ανίας, τίποτα δεν θεραπεύει τον έκπτωτο αποχωρισμό των φτερών της νόησης, καμιά αποδοχή δεν επαρκεί για την αποκομιδή του κορνιαχτού στην χοάνη του πεπρωμένου.
Προχώρησες λίγο πιο βαθιά στον λαβύρινθο, δίχως να συναντήσεις την Αριάδνη, και η επιστροφή μηνάει άρνηση στο ρίσκο σου.
Ψήλωσε τη θωριά σου και συνέχιζε να σπάζεις τους σταλαχτίτες ώσπου η σάρκα σου να λιώσει στα δάχτυλα, να τριφτούν σκόνη τα οστά σου κι άσε τη δύναμη της απόγνωσης να συνεχίσει το άσκοπο ξεκάρφωμα της ειμαρμένης, χωρίς προσμονή, μόνο και μόνο για να γευτείς την ήττα, ν’αδειάσεις ως τον πάτο τη ζωή σου.
Δική σου είναι.


Alter Ego



Έκτωρ Κακναβάτος – Σχέδιο για άλλοθι



Έκτωρ Κακναβάτος – Σχέδιο για άλλοθι



ΑΥΛΙΔΑ - ΣΧΟΛΙΟ

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως

σπουδαίας και τελείας...

Αριστοτέλης


Σου 'λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό


όπως η γόμωση οβίδας;

Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος

Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της

τον είπαν πετεινό

πού τη σφάξανε;



...κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι

βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα

το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε



στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες·

είπαν, η ψυχή της που έφευγε

Και τότες — χίλιοι ταύροι —

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

—Αχαιοί, στα πλοία...



Αν όχι τίποτ' άλλο

κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα

απ' τα καράβια

κι αν η Τροία

«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»

αν όλα πήγαν κατ' ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να είναι αλάθητος ο λόγος σου

να 'σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.



Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται

ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων.





ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα

κομμένο στα τέσσερα

μ' άλλους σακατεμένους κώδικες

λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο



έχω παιδιά να θρέψω

θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου

θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι

θέλουν τα ποντίκια μου τυρί

την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου



και βρέχει