Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Χλόη Κουτσουμπέλη ΜΙΑ ΟΧΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ


ΜΙΑ ΟΧΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ



Από το πρωί καίω τα μαύρα ρούχα στην αυλή.

Έβγαλα τα πανιά απ’ τους καθρέφτες.

επέδωσα το χαρτί της έξωσης στον άντρα

που μένει στο δενδρόσπιτο του κήπου.

Δεν υπάρχει γι αυτόν καθόλου χώρος

στο καινούργιο ποίημα που θα γράψω

για την μουχλιασμένη Άνοιξη

που απλώνω για να αεριστεί.

Πρέπει να αλλάξεις ρούχα πια, του λέω

οι στίχοι μου σου φάρδυναν

πλέουν πάνω από το όργανο που λείπει

στο αριστερό σου στήθος.

Ενώ όμως γίνονται αυτά

και ένα ίσως μπουμπούκι

σκάει βασανιστικά

μες στον οργασμό του

ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα

καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες.

Ξαναγυρνώ στο σπίτι.

Κλείνομαι στο δωμάτιο.

Και με μία ψαλιδιά

κόβω σύριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.



















photo: Nicoleta Tomas Caravia

δημοσιευμένο στo ηλεκτρονικό περιοδικό Bibliotheque

http://chloekoutsoumpeli.blogspot.gr/

Ελένη Ζάχαρη Ήθελα να λησμονήσω να σ' αγαπώ..


Ελένη Ζάχαρη

18/3/2014 ·
Ήθελα να λησμονήσω να σ' αγαπώ 
μα εσύ επίμονη παρουσία στο χρόνο 
Σκορπιζόμουν στις ερήμους χρόνος 
και μαζευόμουν στα χέρια σου άμμος 
Διάττων αστέρας βαφτίστηκα 
κι έπεφτα άγριος κεραυνός στις θύμησες 
Μ' εγκλωβίζουν οι λίμνες των ματιών σου 
ακέραιη μεταξύ έως πότε και γένοιτο 

Λαθραία υπάρχεις, υπάρχω, υπάρχουμε 
κάτω από άγρυπνα μάτια εωσφόρου ουρανού 
ανεκτίμητα μόνοι, ανένδοτοι γελάμε πικρά 
στη ροή μια περιδίνηση ανέμων 
Ακόμη μ' εγκλωβίζουν τα μάτια σου 
κι αφήνομαι..... 

Ε* 
©Λένη...

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Βαγγέλης Ραπτόπουλος για την Λούλα


― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;

― Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών». Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.

[Απόσπασμα Συνέντευξης στην Αργυρώ Μουντάκη, εφημ. «Θεσσαλία»]
Πηγή Βαγγέλης Ραπτόπουλος 14 Μαρτίου 2014

Όλη η συνέντευξη στην Αργυρώ Μουντάκη

(ένθετο «Διαδρομές», εφημερίδα «Θεσσαλία», Κυριακή 14 Μαρτίου 2014)

Πηγή http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.article&id=2903
Ακόμα γράφω!




― Κύριε Ραπτόπουλε η «Λούλα» γιατί παραμένει διαχρονική, ίσως και επίκαιρη δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά την πρώτη έκδοσή της;

Αν κάτι παραμένει διαχρονικό στη «Λούλα», αυτό είναι η εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, ειδικά της γυναικείας. Ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου αποτελεί μια κιβωτό πράξεων, σκέψεων και συναισθημάτων της δεκαετίας του ’90. Εάν κανείς θέλει να πραγματοποιήσει μια επίσκεψη στα ήθη της εν λόγω εποχής, η «Λούλα» ενδείκνυται απολύτως. Μια ηρωΐδα που αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό, όπως ακριβώς αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή και η κοινωνία γύρω της, έχοντας υποδουλωθεί ολοκληρωτικά στην εξουσία του χρήματος. Το βιβλίο μου ζωντανεύει αυτόν τον ατομικισμό-σε-παροξυσμό που άνθισε μες στην καρδιά της φούσκας και μας οδήγησε στην τωρινή κρίση.

― Οι νέοι σύγχρονοι αναγνώστες της «Λούλας» πόσο διαφορετικά διαβάζουν το κείμενό σας από τους πρώτους παλιούς αναγνώστες; Βλέπετε διαφορετική υποδοχή του έργου σας τώρα από παλιότερα;

Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες σήμερα πια δεν σκανδαλίζονται, τουλάχιστον τόσο πολύ και με τον τρόπο που συνέβαινε κάτι ανάλογο, όταν το βιβλίο μου πρωτοεκδόθηκε. Είναι προφανές ότι στη δεκαπενταετία που μεσολάβησε, εθιστήκαμε όλοι μας πολύ περισσότερο στη γενικευμένη εκπόρνευση που μας περιβάλλει. Ή αλλιώς, είμαστε μια κοινωνία που έχει περιέλθει σε ακόμα πιο καταλυτική παρακμή.

― Η λαγνεία, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, παίζει στο έργο σας «Λούλα» καθοριστικό ρόλο. Αν η κατάληξη της «Λούλας» δεν είναι τιμωρητική, πώς εσείς ως συγγραφέας της θα προτιμούσατε να την αποκωδικοποιεί ο αναγνώστης;

«Λαγνεία» θα μπορούσε να είναι και εναλλακτικός τίτλος για τη «Λούλα». Αλλά η σύλληψη με τα θανάσιμα αμαρτήματα μάς είναι ξένη, προέρχεται από τον καθολικισμό. Για την ανατολίτικη πλευρά μας, όμως, δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα, είναι το κορυφαίο. Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο γεμάτο λαγνεία, για μια κοπέλα που τη στερείται. Η λαγνεία ως έμβλημα μιας κοινωνίας ανοργασμικής. Και πού αλλού θα μπορούσε να οδηγηθεί μια ηρωΐδα ανοργασμική, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμα της ηδονής μέσα στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς το σε τεράστιο γαμιστρώνα; Τι θα ήταν καταλληλότερο από έναν ένδοξο, πανηγυρικό, αποθεωτικό θάνατο-θυσία; Γι’ αυτό και, ως προς την κατάληξη του μυθιστόρηματος, ένα έχω να πω: έτυχε. Ή αλλιώς, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Η κατάληξη μιας ιστορίας δεν αποτελεί ένα είδος ερμηνείας της, όσο κι αν ταιριάζει κάτι τέτοιο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως έλεγε και ο παλιός εκείνος στίχος του Σαββόπουλου: «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει, τη δικιά σου μελαγχολία».

― Αν γράφατε τώρα τη «Λούλα», εν έτει 2014, τι θα αλλάζατε; Με την επανέκδοσή της μπήκατε στον πειρασμό να επιμεληθείτε ξανά το κείμενο;

Πιθανότατα δεν θα έγραφα καθόλου αυτό το μυθιστόρημα σήμερα, όπως και κανένα άλλο από τα προγενέστερα έργα μου. Με άλλα λόγια, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, και για μένα τον ίδιο, και για την πραγματικότητα γύρω μου. Όσο για την επανέκδοση, αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος. Μικροαλλαγές στη διατύπωση μπορεί να έκανα εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα σπουδαίο δεν άλλαξα εντέλει. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου (του χρόνου).

― Αν ζούσε η Λούλα το 2014, ποιο θα ήταν το προφίλ της στο facebook?

Ιδίως όταν το όνομα της πρωταγωνίστριας τυχαίνει να είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματός σου, το θέμα του facebook καταντάει παιχνιδάκι. «Λούλα» θα ήταν το προφίλ της, τι άλλο;

― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;

Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών»! Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.

― Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε μέσα από μια τόσο νεανική επιτυχία σας ως συγγραφέας, περίπου στα 20 σας χρόνια, δεδομένου ότι λίγοι καταφέρνουν να διατηρήσουν αλλά και να διαχειριστούν κάτι τέτοιο;

Και ποιος σας είπε ότι κατάφερα να ισορροπήσω; Αστειεύομαι. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Δεν υπάρχει συνταγή, αυτό εννοώ. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν θεώρησα τίποτε δεδομένο. Και ότι έριξα όλο μου το βάρος στη δουλειά, ανεξαρτήτως του πόσο επιτυχημένη μπορούσε να θεωρηθεί κάθε φορά. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, κι ακόμα γράφω!

― Φαντάζομαι θέλει θάρρος και όραμα ώστε να αποφασίσει κάποιος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ότι το επάγγελμά του, αυτό που θα τον συντηρήσει βιοποριστικά, θα είναι αυτό του συγγραφέα. Υπήρξαν άνθρωποι που προσπάθησαν να σας αποτρέψουν;

Μπορεί να θέλει απλώς πείσμα... Οι γονείς μου εναντιώθηκαν σ’ αυτή την επιλογή μου, όταν ήμουν νέος, κι όπως το κρίνω σήμερα, πολύ καλά έκαναν. Όμως, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι μπαίναμε στην εποχή της πλασματικής ευημερίας, όπου οι συγγραφείς όχι μόνο δεν θα πέθαιναν στην ψάθα όπως παλιά, αλλά επιπλέον μπορούσαν να βιοπορίζονται από το γράψιμο. Το αμείλικτο ερώτημα είναι: τι γίνεται από δω και πέρα, που η φτώχεια καλπάζει;

― Η φαντασία ή η λογική υπερτερούν όταν γράφετε ένα μυθιστόρημα; Ο ρεαλισμός τι ρόλο παίζει;

― Εξαρτάται από το μυθιστόρημα κάθε φορά. Αν και μαντεύω πως όταν υπερτερεί μία όψη των πραγμάτων («λογική και φαντασία» επιλέγετε εσείς, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες), τότε κάτι αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει σε βάρος των υπολοίπων. Καλό είναι να ισορροπούν, λοιπόν, και να μην υπερτερεί καμία πλευρά. Όσο για το ρεαλισμό, είναι το παν. Ακόμα κι όταν αφηγείσαι την ιστορία κάποιου που ξυπνάει μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα, οφείλεις να το κάνεις όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται.

― Όταν γράφετε σκέφτεστε καθόλου πώς θα ευχαριστήσετε τους αναγνώστες σας; Όταν σχεδιάζετε το τέλος των έργων σας;

Παρά τη διαδεδομένη άποψη περί του αντιθέτου, δεν πιστεύω ότι οι αναγνώστες αγκαλιάζουν ή αποστρέφονται ένα έργο μόνο και μόνο εξαιτίας του όποιου τέλους του. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σίγουρος τι ευχαριστεί και τι όχι τους αναγνώστες. Ο συγγραφέας αγωνίζεται να φτάσει στο τέλος της την ιστορία που αφηγείται, αγωνίζεται να ευχαριστήσει πρωτίστως τον εαυτό του και να μη νιώθει άβολα με ό,τι έγραψε. Αυτή η έγνοια του είναι αρκετή και με το παραπάνω, και για τον ίδιο και για τους αναγνώστες.

― Υπάρχει μια νέα τάση να βγαίνουν ελεύθερα στο διαδίκτυο λογοτεχνικά έργα. Πώς σας φαίνεται;

Μου φαίνεται αναπόφευκτο και φυσικό, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα. Το διαδίκτυο και η υψηλή τεχνολογία αλλάζουν τα πάντα.Τόσο ο ρόλος του εκδότη όσο και αυτός του κριτικού ή του δημοσιογράφου που ασχολείται με βιβλία, φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ύπαρξης στο μέλλον. Εύχομαι να μην ισχύει κάτι ανάλογο και για τους ίδιους τους συγγραφείς. Μακάρι η αλλαγή στον τρόπο διάδοσης του έργου, να μην αποβεί μοιραία και για το έργο.

― Η εμπειρία και η ζωή πώς νιώθετε ότι σας επηρεάζουν ως συγγραφέα;

Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ελπίζω. Γίνομαι όλο και λιγότερο παρορμητικός και ανυπόμονος, όλο και πιο ώριμος και υποψιασμένος.

― Η απόκτηση παιδιού άλλαξε την κοσμοθεωρία σας;

Απολύτως. Σε γενικές γραμμές, αναγκάστηκα να είμαι λιγότερο εγωκεντρικός. Δεν γίνεται αλλιώς, εάν αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου απέναντι σ’ ένα πλάσμα που νιώθεις ταγμένος να προστατεύεις.



ΑΠΩΛΕΣΘΗ ΕΛΠΙΣ… Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ




Μάριον Μίντση
17 Μαρτίου
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΑΠΩΛΕΣΘΗ ΕΛΠΙΣ… Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Κι εκεί, στον πηγαιμό για την απόγνωση, στις μικρές αγγελίες έσκυψα, αρχίζοντας απελπισμένα να διαβάζω:

-Ζητείται όνειρο με τζάκι, νοερά να ζεσταθώ…
-Ζητείται σερβιτόρα ξενόγλωσση, με μάστερ κι ένα ντοκτορά, για 
πελατεία από την Τρόικα …
-Ζητείται κηπουρός να θερίζει μίζες σε παραθαλάσσια βίλα…
-Ζητείται παγκάκι συγκατοίκησης, με στέγη ουρανό…
μα πουθενά δεν εύρισκα το μνημονιακό αντίδοτο που αναζητούσα.
Και τότε, τη στιγμή που χαροπάλευε η τελευταία ανάσα της ελπίδας,
πήρα μολύβι και χαρτί κι έγραψα:

Aπωλέσθη ελπίς. Ο ευρών αμειφθήσεται.

Σε μια Πίστη που συχνά Νυχτώνει και σε μια Ελπίδα που Χαράζει, δεν στηρίζει ο άνθρωπος το δεκανίκι του, για το μοιροχάρτι που η ζήση του ορίζει;
Αλήθεια, τι θα γινόταν ο ανεμοδαρμένος απ΄τα τσουνάμια άνθρωπος, χωρίς το τελευταίο αραξοβόλι, όταν κοντοζυγώνει το ύστατο της απελπισιάς του το ναυάγιο;
Ο ανελέητα λαβωμένος από του ριζικού του τις σαϊτες, τους κλυδωνισμούς της ήττας του, αν δεν στήριζε την απαντοχή του στο ευεργετικό χαμογέλιο της ελπίδας;

Άλλωστε, στην υπέρτατη θαλπωρή της μουσικής της δεν στηρίζει ο κάθε ευσεβής, και της ψυχής του την αθανασία;
Γιατί τότε, τι νόημα θα είχε ο αγώνας του, αν η ζωή του, είχε ένα τέτοιο αξιοθρήνητο φινάλε; Από πού θα πήγαζε το κουράγιο, αν καθημερινά συνειδητοποιούσε την αδυσώπητη πραγματικότητα του τέλους, πριν η δημιουργία του ολοκληρώσει την τροχιά της;

Μα τι χαρά! Λίγο πριν του καντηλιού του η σπίθα τρεμοσβήσει , νοιώθει να φεγγίζει μέσα του ο μαγικός φάρος του ανέλπιστου. Σαν μια όαση που εμψυχώνει τα κλονισμένα του πιστεύω, που του βάζει φτερά στο μαδημένο σώμα, να αγγίζει την αυτοπεποίθησή του και στο όνειρό του να πετάξει!

Μια αύρα αισιοδοξίας, που τα πανιά της μέσα στα πέλαγα κρατούν, της βάρκας την ισορροπία!
Μα θα΄ναι η όαση που προσδοκά; Θα΄ναι η ανατολή εκείνη που προσμένει να τον αναπαύσει από την μαρτυρική του Οδύσσεια;
Μα ότι και νά'ναι, θα έχεις κερδίσει ψυχή μου!
Να εύχεσαι μόνο, όπως σου δίδαξε η ‘’Ιθάκη, να είναι ο δρόμος σου μακρύς’’
Μάζεψε, ότι γύρω σου θα βρεις. Πείρα κι ομορφιές και βάλε Εσύ τη Γνώση, με την ακαταμάχητη Δύναμη της Θέλησης.

Στείλε Εντολή στη Βούληση! Στην μόνη ιδιοκτησία που κατέχεις, στην δύσκολη περπατησιά της επιβίωσής σου.

Και μην ξεχνάς,
πως ‘’οι σοφοί τη ζωή τους πρέπει να περνούν, με διαρκείς ελπίδες’’
Γιατί, ζωή χωρίς Ελπιδοφόρα Αυθυποβολή, είναι πέρασμα χωρίς σκοπό. Αλλιώς, η ψυχή σου θα πνιγεί στην άρνηση, το μίσος και τον πανικό.

Στέριωσε λοιπόν την Πίστη σου, πάνω στο Φως του κεραυνού και με οδηγό το αναστημένο από την τέφρα σου κουράγιο, πορεύσου στην κατάκτηση του κόσμου, που την δημιουργία του σε Εσένα τη χρωστά!

Έλα, σήκωσε το λάβαρο της Αξιοσύνης σου ψηλά και κάνε δράση, τους στίχους του Πολέμη:

Μη φοβηθείς αυτόν που στήριξε
την πίστη, πάνω στην ελπίδα.
Τον είδα στη ζωή πάντα να μάχεται,
μα πάντα ανίκητο τον είδα!!!

Και τώρα, ελάτε παιδιά,
όλοι μαζί να ψαχουλέψουμε
μέσα στην λιγοψυχιά μας.
Εκεί θα βρούμε θρονιασμένη,

Την Αλάνθαστη Εφεύρεση,

που λέγεται, ΕΛΠΙΔΑ!!! -------------.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Α΄ / Άνοιξη μ.Χ.


Η τοιχογραφία της άνοιξης, 1613 π.Χ ( Λεπτομέρεια από τον βόρειο τοίχο. )
Fresco with motives of the spring from the bronze age excavations in Akrotiri on the greek island of Santorini Licence .Περισσότερα σε άρθρο μου εδώ http://tehneskaigrammata.blogspot.gr/2014/03/1613.html


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Α΄ /Άνοιξη μ.Χ.



Πάλι με την άνοιξη


φόρεσε χρώματα ανοιχτά

και με περπάτημα αλαφρύ

πάλι με την άνοιξη

πάλι το καλοκαίρι

χαμογελούσε.



Μέσα στους φρέσκους ροδαμούς

στήθος γυμνό ως τις φλέβες

πέρα απ' τη νύχτα τη στεγνή

πέρα απ' τους άσπρους γέροντες

πού συζητούσαν σιγανά

τι θα 'τανε καλύτερο

να παραδώσουν τα κλειδιά

ή να τραβήξουν το σκοινί

να κρεμαστούνε στη θηλιά

ν' αφήσουν άδεια σώματα

κει πού οι ψυχές δεν άντεχαν

εκεί πού ο νους δεν πρόφταινε

και λύγιζαν τα γόνατα.



Με τους καινούργιους ροδαμούς

οι γέροντες αστόχησαν

κι όλα τα παραδώσανε

αγγόνια και δισέγγονα

και τα χωράφια τα βαθιά

και τα βουνά τα πράσινα

και την αγάπη και το βιός

τη σπλάχνιση και τη σκεπή

και ποταμούς και θάλασσα

και φύγαν σαν αγάλματα

κι άφησαν πίσω τους σιγή

που δεν την έκοψε σπαθί

πού δεν την πήρε καλπασμός

μήτε η φωνή των άγουρων

κι ήρθε η μεγάλη μοναξιά

κι ήρθε η μεγάλη στέρηση

μαζί μ' αυτή την άνοιξη

και κάθισε κι απλώθηκε

ωσάν την πάχνη της αυγής

και πιάσ'τη απ' τ' αψηλά κλαδιά

μέσ' απ' τα δέντρα γλίστρησε

και την ψυχή μας τύλιξε.



Μα εκείνη χαμογέλασε

φορώντας χρώματα ανοιχτά

σαν ανθισμένη αμυγδαλιά

μέσα σε φλόγες κίτρινες

και περπατούσε ανάλαφρα

ανοίγοντας παράθυρα

στον ουρανό πού χαίρονταν

χωρίς εμάς τους άμοιρους.

Κι είδα το στήθος της γυμνό

τη μέση και το γόνατο

πώς βγαίνει από την παιδωμή

να πάει στα επουράνια

ο μάρτυρας ανέγγιχτος

ανέγγιχτος και καθαρός,

έξω απ' τα ψιθυρίσματα

του λαού τ' αξεδιάλυτα

στον τσίρκο τον απέραντο

έξω απ' το μαύρο μορφασμό

τον ιδρωμένο τράχηλο

του δήμιου π' αγανάχτησε

χτυπώντας ανωφέλευτα.



Έγινε λίμνη η μοναξιά

έγινε λίμνη η στέρηση

ανέγγιχτη κι αχάραχτη.



16 Μαρτ. '39



Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Αντώνης Περδικάρης, ΡΟΠΗ


ΡΟΠΗ
20 Δεκεμβρίου 2012 στις 12:19 μ.μ.


Μεγάλωσα πια,

και καθώς μεγαλώνω

όλο και περισσότερο

μου αρέσουν τα ταξίδια στο άπλετο φως.

Όλο και πιο πολύ φοβάμαι

την ερημιά, την ψύχρα, το σκοτάδι

...

Και τώρα πια φαντάζομαι τ’ αστέρια

στα πέριξ των λόφων, ενδιάμεσα στα δέντρα

αδιάκοπα ν' ανηφορίζουν προς τον ουρανό.

Γύρω τους φλογίζονται κάτωχρα βεγγαλικά,

στρατολογούνται αθρόα λαμπερές αχτίνες.

...

Και τώρα πια φαντάζομαι τ’ αστέρια

να μην σφαδάζουν σπασμωδικά

Και τώρα πια φαντάζομαι τ ’ αστέρια

ακίνητα, καρφωμένα-ANTONIS




Από την ποιητική συλλογή:

''Ονειρο-Κατασκευαστής'' , '' Ημερολόγιο Ποιημάτων ''






Γιώργης Γιατρομανωλάκης : «Πέτρινες Ρίμες» Δάντης





Στην κόλαση του έρωτα
Γράφει ο Γιατρομανωλάκης Γιώργης*

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τη «Θεία Κωμωδία». Διαβάζουμε τώρα τις «Πέτρινες Ρίμες»: σκοτεινό ποίημα, πολύπλοκη στιχουργία, μεγαλοφυής Δάντης


Dante Alighieri
Πέτρινες Ρίμες (Rime Petrose)
Μετάφραση - Επίμετρο Γιώργος Κοροπούλης,
Εισαγωγή Harold Bloom,
Εκδόσεις Αγρα, 2014,
σελ. 81

Οι Πέτρινες Ρίμες, συνθεμένες το 1296-97 από τον 30χρονο Δάντη, συνδέονται οργανικά/θεματικά τόσο με τη Νέα Ζωή που συγκροτείται λίγα χρόνια νωρίτερα (1292-94) όσο και με το maximum opus της δυτικής λογοτεχνίας, τη (Θεία) Κωμωδία(1308-21), με την οποία κλείνει και ο κύκλος της επίγειας ζωής του ποιητή.

Δεδομένου ότι η ποίηση του Δάντη, κατά δήλωσή του, αντιγράφεται από το μέγα βιβλίο της μνήμης (αντίθετα, ο Ομηρος ομολογεί ότι καταγράφει όσα του υπαγορεύει η Μούσα, άειδε, έννεπε), τότε και οι τρεις συνθέσεις συνιστούν τρία αλληλεξαρτώμενα «αντίγραφα», κρίσιμα ομοίως για τον όποιο σχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται η σκέψη και η ποίηση του Δάντη.

Μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις βραχείες Ρίμες (μόλις 260 12σύλλαβοι στίχοι) και στις δύο άλλες συνθέσεις είναι ότι εδώ το dolce stil nuovo (η νέου τύπου υφολογική ηδύτης) αντικαθίσταται από μια τραχιά γλώσσα που καταλήγει σε εκδικητική κραυγή («εκστατική βία») για έναν ανανταπόδοτο έρωτα: «Τραγούδι μου εσύ δράμε στη γυναίκα / που πήρε την καρδιά μου / και με χώρισε απ' ό,τι ο νους μου πόθησε· / πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·/ τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται».

Προφανώς δεν έχουμε έναν νέο ψογερό Αρχίλοχο, είναι όμως ενδιαφέρον πως ο ποιητής του Ιερού Ποιήματος που «κανονίζεται» με τη χάρη της pietosa donna μιλάει με τόσο ακονισμένη και απελευθερωμένη γλώσσα ώστε ο Ηarold Bloom να υποστηρίζει πως ακριβώς γι' αυτό οι μελετητές προσεγγίζουν «λαθραία» και «κρυφοκοιτάζουν» αμήχανοι τις Ρίμες. Την απάντηση τη δίδει ο Σεφέρης στη γνωστή και (κατά την άποψή μου) πολλαπλώς ενδιαφέρουσα δοκιμή του για τα 700 χρόνια του Δάντη (1966): «Ο Δάντης έχει μια τρομακτική ευαισθησία, είναι ένα σκεύος αγάπης (...) αλλά είναι συνάμα σκληρός και κοφτερός».

Η ανάλυση (και μάλιστα σε ένα βραχύ σημείωμα) ενός ποιήματος οργανωμένου πάνω σε μια τόσο πολύπλοκη στιχουργία και με διάνοια που εγγίζει τον αποκρυφισμό προφανώς δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, πιστεύω πως ποιήματα συνθεμένα από μεγαλοφυΐες, όσο σκοτεινά και αν είναι (ακόμη και η «Αλεξάνδρα» του Λυκόφρονος), παρέχουν, μέσα από το λεκτικό τους, λαβές ερμηνείας. Οθεν και η δική μου αποκοτιά.

Οι Ρίμες αναπτύσσονται σε τέσσερα μέρη: ένα πρώτο και ένα τελευταίο canzone (6 στροφές, 72 στίχοι και 7/83 αντιστοίχως) και ενδιαμέσως μια sestina και μια sestina doppia (7/39 και 6/66). Στο 1ο canzone ό,τι προβάλλεται είναι η ορμητική αυτοσύσταση ενός ερωτευμένου που μέλλει να γίνει «ένας άνδρας από μάρμαρο» καθώς η αγάπη του «έχει καρδιά από μάρμαρο». Στις πέντε πρώτες στροφές, σε αντιπαραβολή με τα συμβάντα σε ουράνιο ή γήινο επίπεδο, αυτό που τονίζεται είναι ο νους που πετρώνει από έρωτα και η ανυποχώρητη καρδιά του ερωτευμένου απέναντι στην πέτρινη καρδιά εκείνης. Η 6η στροφή (που παραλλαγμένη θα επαναληφθεί στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος) ορίζει με ποιον τρόπο θα λυθούν τα δεινά: η επώδυνη νίκη του ποιητή θα προκύψει μέσα από το τραγούδι του, την τέχνη του. Θέμα της sestina (του 2ου μέρους) είναι τώρα η παράξενη γυναίκα που «μένει ψυχρή σα χιόνι».

Η φυτική, φυσική εικονοποιία (λόφοι, ποταμοί, κλωνάρια, χορτάρια πράσινα, λουλούδια, βοτάνια κτλ.) συστήνει αυτή την πέτρινη γυναίκα, που «όταν φοράει στην κόμη το χορτάρι / διώχνει από τον νου μας κάθε άλλη γυναίκα». Ο πόθος του ποιητή ριζώνει εκεί στο χώμα και στην πέτρα, στη σκιά μιας γυναίκας/πέτρας. Με τη sestina doppia ο ποιητής στρέφεται προς τον κύριό του, τον κυρίαρχο Έρωτα, και του καταγγέλλει την πέτρινη καρδιά εκείνης που κάνει το αίμα του να πετρώνει. Παρακαλεί: «Δύναμη εσύ που ήσουν πριν από τον καιρό / (πριν από) την κίνηση και το αισθητό φως (sensibil luce) / λυπήσου με στον δύσκολο καιρό· / μπες στην καρδιά της σαν από καιρό, / γιατί στον τόπο εκείνο τον ψυχρό / ξοδεύω εγώ τον λίγο μου καιρό...».

Στο τελευταίο canzone ο κοσμογονικός Ερωτας (του Ησιόδου) ορίζεται τώρα ως έρωτας επίπονα αισθηματικός και αισθησιακός και αναπτύσσεται η παμπάλαια πολεμική εικονοποιία του Ερωτα με τρόπο ιδιοφυή: ο πληγωμένος ποιητής θέλει να οξύνει τα λόγια του προσπαθώντας να μιμηθεί τον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα/πέτρα «ομορφαίνει ολοένα και σκληραίνει». Η ωραία γυναίκα, η ντυμένη από ίασπι, είναι άτρωτη και ανελέητη. Οι σαΐτες της διαπερνούν κάθε ασπίδα. Ο ανυπεράσπιστος ποιητής, άσπρος, χωρίς αίμα (κατά το πρότυπο της Σαπφώς/Διδώς), διερωτάται: «Γιατί κι εκείνη να μη βρεθεί στην κόλαση του έρωτα και να ουρλιάζει μέσα στις φλόγες; Αμέσως θα τη συνέτρεχα, θα χάιδευα τα θεϊκά της μαλλιά και θα έπαιζα ερωτικά μαζί της: όχι αβρά αλλά ως ωμοφαγία, σαν την αρκούδα που παίζει και δαγκώνει». Έτσι θα γαλήνευε ο έρωτας του ποιητή. Αλλά αυτό δεν έγινε και ό,τι απομένει είναι το παρηγορικό, πλην εκδικητικό τραγούδι. Ο ματαιωμένος έρωτας οδηγεί στη λυτρωτική τέχνη. Το ένα ορίζει και διαιωνίζει το άλλο.

Συνιστώ τη χαριτωμένη έκδοση της Αγρας και την επίπονα και επικίνδυνα αρθρωμένη (γι' αυτό και κάποτε ελλειπτική) μετάφραση του Κοροπούλη. Η Εισαγωγή του Harold Bloom και το Επίμετρο του μεταφραστή θα βοηθήσουν την ανάγνωση. Προτείνω επίσης να αναγνωσθούν οι Ρίμες παράλληλα με τη Νέα Ζωή, έξοχα μεταφρασμένη και σχολιασμένη από τον Νίκο Κούρκουλο (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1996).

Να τελειώσω με το μεγάλο ζήτημα της μετάφρασης (όχι μόνο του Δάντη) σύμφωνα με τον Σεφέρη, ο οποίος, από «μωρία» του, όπως λέει, στερήθηκε για πολλά χρόνια τη γνώση της δαντικής ποίησης. Στη Δοκιμή του 1966 αναφέρει τη γνώμη του Δάντη για τη μετάφραση, όπως διατυπώνεται στο Συμπόσιό του: «Ας ξέρει λοιπόν ο καθένας πως τίποτε που έχει την αρμονία του μουσικού δεσμού δεν μπορεί να μεταφερθεί από τη δική του γλώσσα σε μιαν άλλη χωρίς να τσακιστεί όλη η γλυκύτητα και η αρμονία του». Ο Σεφέρης εύχεται να αποκτήσουμε τη δική μας Κωμωδία στην οποία το πρωτότυπο θα συνοδεύεται από μιαν ελληνική μετάφραση σε πεζό, για να μπορέσουμε να την εννοήσουμε σε βάθος. Για τις υπάρχουσες μεταφράσεις της Κωμωδίας έχει δίκιο. Για τη Νέα Ζωή και τις Ρίμες ίσως να άλλαζε γνώμη. Εκείνο πάντως που δεν θα μπορούσε να ανεχθεί (σε ενδογλωσσικό και διαγλωσσικό επίπεδο) είναι το εξής: υψηλά και ευγενικά κείμενα, συνθεμένα με γλυκύτητα και αρμονία, να αποδίδονται με τρόπο χυδαίο και ταπεινωτικό.

*Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Πίνακας του Χένρι Χόλιντεϊ «Δάντης και Βεατρίκη» (1883).
ANAΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ AΠΟ : http://www.tovima.gr/books-ideas/article/ 16/03/2014 05:45