Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Τζούτζη Μαντζουράνη



Πού, μου αρνήθηκες,

μιαν αγκαλιά,

κι' έμεινε η χαρά

μισή στο χαμόγελο.

Και μ' ενα μολύβι
και δυό λέξεις
εγώ,
το άσπρο χαρτί
παλεύω
και το νικάω.
Μα το παράπονο,
μένει στην ψυχή
και αφήνει
σημάδι
που καμμιά γομολάστιχα
δεν μπορεί να σβήσει...


Τ.Μ. 15/9/2013.





Tzoutzi Mantzourani


30 Μαρτίου 2014


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος απολογισμός




Ελισσαίος Βγενόπουλος
29 Μαρτίου


απολογισμός 


γονάτισε κι αγκάλιασε τρυφερά 
μιαν απόδραση
πίσω από την πλάτη της
είδε ένα μακρύ δρόμο
να χάνεται στον ορίζοντα
με τις απαντήσεις

δεξιά κι αριστερά ορθώνονταν
ταξιδευτές που λιποψύχησαν
στάθηκαν να πάρουν μιαν ανάσα
και ρίζωσαν εκεί
έγιναν πανύψηλα δένδρα
και αιώνες τώρα περιμένουν τους ξυλοκόπους
με τα τσεκούρια της αλήθειας 

στον ουρανό ζωγραφιζόταν ένα αρπαχτικό
κι έτρωγε τις σκέψεις που εξείχαν
από το παλτό του αδιανόητου

άνοιξε την βαριά πόρτα μιας απόφασης
και βγήκε στο σκοτεινό πλατύσκαλο
ενός θανάσιμου αμαρτήματος
που είχε ξεθωριάσει
τα κόκκαλα του είχαν τριφτεί
και σερνόταν τώρα πια
σαν παχύρευστη μετάνοια
στις σχισμές του απολογισμού

γύρισε πίσω
έπεσε στα γόνατα της απόδρασης
κι αφουγκραζόταν την ανάσα της να σιγοσβήνει 
ανάμεσα στις φυλλωσιές 
και τα τσακισμένα οστά
των αφανισμένων σκέψεων

29.3.14

Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»







Γιώργος Σεφέρης

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο

Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.


Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό•
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι•
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς
βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα•
ποὺ δὲν εἶναι ποτὲς του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
καὶ γιὰ τὰ μεγάλα•
ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε
ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει•
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42
http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/seferis_gerontas.html

Χρήστος Υφαντής ΧΡΗΣΜΟΣ






Χρηστος Υφαντης
29 Μαρτίου


ΧΡΗΣΜΟΣ


Στην απειρόλουστη σμίξη
ουρανού και θάλασσας,
στην πεμπτουσία της σιωπής
ενδόστροφων διαθέσεων,
ασημένιες ανταύγειες
σε βαθύχρωμα νερά
μύχιες σκέψεις λικνίζουν.

Γαντζωμένες στ' άρματα των αστερισμών
πύλες αδύτων διασχίζουν,
ορθές πλοηγούν τις φελούκες των ουρανών
στα ζοφερά ποτάμια των πόθων
που κρύβει η Σελήνη στην αθέατη πλευρά Της.

Δέος αλλόκοσμων δυνάμεων
στις λόχμες της σύγκλισης.
Την εμπειρία παράλληλης γνώσης,
του τάζει η βαθύσκιωτη όψη Της.
Στη γέφυρα αμαρτίας και αρετής,
στο μεταίχμιο παραδείσου και κόλασης,
διακαώς ερεβοδιφεί
την αναφυόμενη κοσμοθεωρία,
τον προορισμό που όσοι προσέγγισαν,
γύρισαν αλλαγμένοι,
το λυτρωτικό απαγορευμένο
που θα καταλύσει μέτρα και συμβάσεις,
θα προεκτείνει πεδία και όρια.

Εξελικτικά άλματα
θα προσκυνούν το υπέρκοσμο,
θα θηρεύουν τη μεταρσίωση,
την πρώτη αρχή,
την έσχατη σημασία,
την παντοδυναμία της αυτογνωσίας,
το προνόμιο του αυτεξούσιου.

Σαν το ατσάλι στην πυρά
θα δοκιμάζεται η ψυχή,
σαν το χρυσό
θα καθαίρεται η προοπτική
στην αιθερική φωτιά των παθών

Υπερβατικές ροές ενώσεων
θα καθρεφτίζονται στο σελάγισμά Της,
θα φέγγουν σαν αρχαίες φρυκτωρίες.
Ορφικές υμνολογίες έκπτωτων αγγέλων
θα κατακλύζουν τις όχθες της τελείωσης.

Μα μόνον σαν περπατήσει στη φεγγαροσυρμή
θα κατακτήσει τα μυστικά του «Όντως Ον».
Ένα υπερβατικό ταξίδι σκέψεων, απόψεων, βιωμάτων, συναισθημάτων,
με ικανό ξεναγό αποτέλεσε την αφορμή για τη συγγραφή του πονήματος που σας παρουσιάζω.
Χρόνος, οι μεσονύχτιες ώρες, όταν ο κάματος της μέρας αποδυναμώνει
τις αντιστάσεις μας και οι ενδόστροφες διαθέσεις αποκαλύπτουν μύχιες σκέψεις…
Ακολούθησε η παρότρυνση να αποτυπωθούν γραπτά και κωδικοποιημένα…
Αναλύοντας οπτικές, προεκτάθηκε η σκέψη μου και έγραψα πολλά
αλλά για λόγους τεχνικούς, δεοντολογικούς αλλά και για την...
οικονομία παρουσίασης, έχω την χαρά να κοινοποιήσω το τελικό οπτικοποιημένο πόνημα, αφού δημόσια ευχαριστήσω την αγαπημένη μου ξεναγό Despina Savidou που έντυσε με ιδιαίτερα ταιριαστή μουσική και συμβολική εικόνα τον λόγο μου.


Φερνάντο Πεσσόα η ώρα του διαβόλου εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑ σε ebook


Μπείτε στον παρακάτω σύνδεσμο να διαβάσετε το βιβλίο :
http://www.scribd.com/doc/135846833/%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%85

"Από την αρχή του κόσμου με υβρίζουν και με συκοφαντούν. [...] Αλλά εγώ δεν είμαι αυτός που νομίζουν. Οι Εκκλησίες με μισούν. Οι πιστοί τρέμουν στο όνομά μου. Αλλά, είτε το θέλουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο εξεγερμένος εναντίον του Θεού ούτε το πνεύμα που αρνείται. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας, απολωλώς γιατί δεν δημιουργώ".

Αν στην πορτογαλική παράδοση η ώρα του Διαβόλου σημαίνει την τρομερή εκείνη ώρα που ο Διάβολος σφραγίζει με τη δυσοίωνη παρουσία του τη μοίρα των ανθρώπων, για τον Φερνάντο Πεσσόα η εμφάνιση αυτή ουδόλως έχει μοιραία έκβαση, όλως αντιθέτως, η αιφνίδια εισβολή του στην καθημερινότητα μιας συνηθισμένης γυναίκας δεν επιβουλεύεται τη ζωή της, αλλά επιδαψιλεύει τη γνώση και προοιωνίζεται το ευτυχές συμβάν της γέννησης ενός ποιητή.

Στον παραληρηματικό αυτό μονόλογό του ο Διάβολος κατ' επίφαση μόνο συνομιλεί με τη Μαρία, οι συνομιλητές του είναι στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι ποιητές. Τους μιμείται άραγε διαβολικά ή μήπως αυτός είναι ο εμπνευστής όλων τους, ο Ποιητής; Στη σαγηνευτική του φωνή αναγνωρίζουμε διαδοχικά τη χροιά άλλων γνώριμων φωνών, διότι αν ο Πεσσόα πολλαπλασιάστηκε διά της ετερωνυμίας, ο Διάβολος χωρίς να καταργεί τη μοναδικότητα του κάθε ετερώνυμου ποιητή, επαναφέρει κατά κάποιον τρόπο τη μυστική Ενότητά τους.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ΔΕΝ ΕΞΑΛΕΙΦΕΤΑΙ






ΔΕΝ ΕΞΑΛΕΙΦΕΤΑΙ
Ακόμα σε ποθώ
κι ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Χαρισματική η έντονη προσωπικότητά σου,
πέρα από κάθε τι μέτριο και τετριμμένο.
Συνδύαζες εξωστρέφεια, δυναμισμό
και μια καίρια ευαισθησία.


Ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Το παρελθόν δεν εξαλείφεται,
ούτε χειραγωγείται.



Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Άγγελος Σικελιανός, Ιερά οδός

Ιερά οδός


O Άγγελος Σικελιανός απαγγέλει - Ιερά Οδός
5Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
10
βουλιάζει... Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον,
ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
15
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.
Τι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής... Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
 αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια,
20γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους...
Μα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κι έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
25 μιαν ησυχία βασίλεψε... Κι η πέτρα,
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μού φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. Κι έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
30αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο...

Μα να·στην ησυχία αυτή απ' το γύρο
τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,
35και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Και να·ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
40το ντέφι και, χτυπώντας το με το 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. Κι οι δυο αρκούδες τότε
 στα δυο τους σκώθηκαν βαριά... Η μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
45με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο να 'ταν
ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
50αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
 με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.
55Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κι εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος και την πίκρα
60της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρρά της που το κοίτααν μάτια!
Αλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
65στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαίνονταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
70 γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά...
Κι εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κι εικόνες·
75ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο...
Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
80μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
85ο φόρος της ψυχής... Τι ετούτη ακόμα
ήταν κι είναι στον Άδη...
     Και σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κι εγώ του κόσμου, μια δραχμή...
90       Μα ως, τέλος,
Ατσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
95του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κι η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:
«Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κι η ψυχή μου, που Μυημένη τήνε κράζω,
100θα γιορτάσουν μαζί;»
     Κι ως προχωρούσα,
κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
105το κύμα σε καράβι που ολοένα
ουλιάζει... Κι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
     κι έμοιαζ' έλεε:
         «Θά 'ρτει...»


(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)
             ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ γράφτηκε το 1935 και είναι από τα πιο σημαντικά του ποιητή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ανθρωπιστικό θέμα, για την απολύτρωση δηλαδή του ανθρώπου από την καταπίεση και τον πόνο. Στο υποβλητικό ακόμη τότε σκηνικό τηςΙεράς Οδού, του δρόμου που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα και που ακολουθούσαν οι αρχαίες πομπές των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο ποιητής, μέσα από το «συμβολικό δρώμενο» που βλέπει και περιγράφει, αναπαρασταίνει καταστάσεις ανάλογες με αυτές που ζούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια. Μας δίνει δηλαδή την εικόνα του ξεπεσμού και της υποδούλωσης που οδήγησε τον άνθρωπο η αφροσύνη του να αλυσοδέσει και να υποτάξει τη Μάνα-Γη, σύμβολο της μητρότητας και της αγάπης, για να οραματιστεί τελικά τη μέρα της σωτηρίας και της λύτρωσης, όταν η ψυχή του ανθρώπου θα συμφιλιωθεί απόλυτα και θα ταυτιστεί με τους αιώνιους νόμους της ζωής και με τη φύση. Παρήγορο μήνυμα ανάστασης και θριάμβου της ζωής.

Ελευσίνα: παραλιακή πόλη της Αττικής, σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο στην αρχαιότητα. Εκεί τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια, μυστικές εορτές προς τιμήν της Δήμητρας που αρχικά απέβλεπαν στην καρποφορία του σιταριού. Η ιστορία όμως του σιταριού που κατά τη σπορά σκεπάζεται με χώμα για να βλαστήσει αργότερα πλούσιο στάχυ, έγινε το σύμβολο του θανάτου και της ζωής. Έτσι τα Ελευσίνια μυστήρια έγιναν μια παρήγορη αποκάλυψη σχετικά με τη μεταθανάτια μοίρα του ανθρώπου. Τις εορτές παρακολουθούσαν μόνο οι μυημένοι, οι οποίοι όμως δεν είχαν δικαίωμα να αποκαλύπτουν τίποτε.
δρόμος της Ψυχής: ο ποιητής εννοεί ότι αυτός ο δρόμος τον οδηγούσε στα άδυτα της ψυχής του, ήταν δηλαδή μια ώθηση για στοχασμό και περισυλλογή.
αβασκαντήρα: φυλαχτό για το μάτιασμα (περίαπτο).
ξόανο: πανάρχαιο ξύλινο άγαλμα που παράσταινε ανθρώπινο σώμα στις γενικές μόνο γραμμές του. Οι αρχαίοι λάτρευαν με μεγάλη ευλάβεια τα ξόανα, γιατί πίστευαν πως είχαν πέσει από τον ουρανό (διιπετή).
Δήμητρα: Θεά της γεωργίας, αλλά και της οικογένειας, της πολιτείας, της γέννας. Η λατρεία της αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Ελευσίνα, όπου κατά την παράδοση είχε φιλοξενηθεί από το βασιλιά Κελεό, όταν περιπλανιόταν εκεί αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη που την είχε αρπάξει ο Πλούτων.
Αλκμήνη: μυθ. μητέρα του Ηρακλή που υπέφερε κι αυτή από το τραγικό τέλος του παιδιού της. Όπως είναι γνωστό από τη Μυθολογία, ο Ηρακλής φορώντας το χιτώνα με το αίμα του κενταύρου Νέσσου καταλαμβάνεται από φριχτούς πόνους, ενώ στην προσπάθεια του να τον βγάλει ξεκολλάει μαζί και κομμάτια από το σώμα του. Μη μπορώντας να υποφέρει το μαρτύριο, ανάβει μια τεράστια φωτιά και ρίχνεται μέσα. 
ορχιέμαι
: χορεύω.
Μυημένη: εννοεί στα μυστήρια. Σε αρχαία κείμενα μακαρίζονται όσοι ήταν μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια και προδιαγράφεται ζοφερή η μοίρα εκείνων που πεθαίνουν αμύητοι. Ο ποιητής ονομάζοντας την ψυχή του «μυημένη» εννοεί ότι έχει συλλάβει τα μεγάλα νοήματα της ζωής, έχει ταυτιστεί με τη «συνολική ψυχή του κόσμου» σε μια καθολική ενότητα.