Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ελένη Ζάχαρη Καλή Ανάσταση......εκεί....



Ελένη Ζάχαρη
18/4/2014 ·


Τούτη την Άνοιξη σε καρτερούσα 

μέσα στις καμπάνες της θλίψης 
στις ραγισμένες ώρες εγκατάλειψης 
Τούτη την Άνοιξη σε περίμενα 
να νικήσουμε το χρόνο 
στην έκπληξη της Ανάστασης 
στο παρόν που γίνεται αεί 
ζητώντας μια από πριν δικαίωση 
Τούτη την Άνοιξη έγινα μικρή ικεσία 
στα βρεγμένα μάτια σου 
υπόσχεση κι ανταμοιβή δακρύων 
μέσα σε απέραντη ιεροπρεπή σιωπή 
αδυνατώντας ν' αρθρώσω 
λέξη ματωμένη ή πονεμένη 
Τούτη την Άνοιξη μεταμορφώθηκα 
σ' ό,τι είμαι κι αρνήθηκες 
προσδοκώντας την αλλοίωση 
μέσα απ' το Πάθος για το λάθος 
Τούτη την Άνοιξη ετελεύτησαν 
τα λόγια κι οι πίκρες των αντιδικιών 
μας πήραν τα χρόνια 
που δεν καταργήσαμε πάνω στο Ξύλο 
τώρα βαδίζουμε αμίλητοι κι άκαμπτοι 
συντριμμένοι κι αθώοι 
ζητιανεύοντας μια ιδέα Φωτός...


Ε* 
©Λένη....
Καλή Ανάσταση......εκεί....



Τζούτζη Μαντζουράνη, ΕΔΩ, ΕΚΕΙ, ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ...




Tzoutzi Mantzourani
18/4/2014  
Το ξέρεις...
Οπου και αν βρίσκεσαι το ξέρεις...
Κι' όμως, στα μάτια κοιταζόμαστε... εκείνη την ίδια στιγμή!
Η ανάσα σου, με την δική μου γίνονται ενα, τα στόματά μας ενώνονται, το σάλιο μου γλυκαίνει το στόμα σου, και ας είναι η ανάσα μου βαριά από τα τσιγάρα που έχω καπνίσει όλη νύχτα, και μεθυσμένη από τα ποτά που έχω πιεί.
Αυτό που με έχει ζαλίσει δεν είναι το ποτό, τα μάτια σου που μου γελάνε είναι.
Αυτό που κάνει την καρδιά μου να χτυπάει, δεν είναι το οινόπνευμα που κυλάει στις φλέβες μου, η ελλειψή σου είναι.
Αυτό που με πονάει στο κορμί μου, δεν περνάει με χάπια, η απουσία σου στο άδειο μου κρεβάτι είναι.
Ολη μου η ζωή, κλεισμένη μέσα στην παλάμη σου, που κρατάω την νύχτα, για να μην φοβάμαι...
Ολη μου η ζωή, κρατιέται, από αυτό το αόρατο χέρι, που δεν είναι εκεί, δεν το έχω, αλλά το σφίγγω δυνατά κάθε φορά που φοβάμαι πως δεν θα αντέξω άλλο, πως δεν θα τα καταφέρω ακόμα μια φορά, πως δεν θα τη βγάλω την νύχτα, την μέρα,τη ζωή...
Μέχρι να ξημερώσει.
Να πάρω ξανά ανάσα, να σε καλημερίσω, να ακούσω την φωνή σου,κάτω, από τον κήπο...να μου λέει..
"buongiorno principessa"... να δω τα μάτια σου να μου γελάνε, να πάρω στροφή, και να κοιμηθώ ξανά... μέχρι το μεσημέρι.
Και σύ, να είσαι κάπου, εδώ, εκεί, δίπλα μου και μακριά μου ταυτόχρονα.
Τ.Μ.

http://pitsiloti.blogspot.gr/2011/07/blog-post_28.html?spref=fb

Κικη Κτενοπούλου Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα...



Κικη Κτενοπούλου
18/4/2014 ·

Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα...γιατί πραγματικά δεν το προσπάθησα.
Και όλοι μαζί οι Φαρισαίοι την κλάψαμε.
Για πρώτη φορά το ομολογώ..ακόμα και στον εαυτό μου.
Αυτόν τον Επιτάφιο θυμάμαι κάθε Μεγάλη Παρασκευή...και ντρέπομαι.
Μεσημέριασε...

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Προτροπή..


Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
18/4/2014
Προτροπή..

Επουράνια συγκατάβαση των ψυχών,
ανέλπιστο κάλλος στη προσμονή αυτή,
αφήνεται η σκέψη στη γιορτή των αχών
να τρέχει στο λογισμό σα βροχή καυτή.

Τα χέρια σου δώσε στο Θείο της κλέος,
κι αφήσου στα μονοπάτια σαν μια στάλα,
μπορεί ξανά να γίνεις και πάλι νέος
καθώς τα μάτια σου θα είναι μεγάλα…

Θανάσης Σεκλιζιώτης
"χαμένες μέρες"

Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ Β΄΄.. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ (Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ ) 1922



Β΄΄.. ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ 

Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος, 

Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης 

Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα 

Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας 

(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας) 

Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες 

Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ένώ 

Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει, 

Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές. 

Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί 

Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της, 

Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε 

Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα 

Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν 

Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών, 

Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια, 

Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι. 

Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι 

Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα, 

Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε. 

Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν 

Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή 

Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα 

Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τα’ αηδόνι 

Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή 

Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει, 

«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά. 

Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών 

Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα 

Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα. 

Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια. 

Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της 

Άπλωνε πύρινες ακίδες 

Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη. 


«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.

Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου. 

Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε. 

Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι; 

Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου». 



Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι 

Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους. 



«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;» 

Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα. 

«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;» 

Τίποτε πάλι τίποτε. 

«Δεν 

Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι 

Τίποτε ;» 



Θυμάμαι 

Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του. 

«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;» 

Αλλά 

Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ – 

Είναι κομψότατο 

Είναι ξυπνότατο 

«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;» 

«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους 

Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο; 

Τι θα κάνουμε πάντα;» 

Ζεστό νερό στις δέκα. 

Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις. 

Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι, 

Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα. 



Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω, 

Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, τής λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις, 

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ 

Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι. 

Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε 

Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί. 

Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα, 

Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω. 

Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη, 

Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση, 

Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω. 

Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω. 

Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια. 

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ 

Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω, 

Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις. 

Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει. 

Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία. 

(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.) 

Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε

Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω. 

(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.) 

Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν. 

Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω. 

Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, τής λέω, 

Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά; 

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ 

Λοιπόν, κείνη την Κεριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι

Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό – 

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ 

Καληνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα. 

Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα. 

Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα. 

Χλόη Κουτσουμπέλη


Χλόη Κουτσουμπέλη
17/4/2014

Κάτι κόκκινο και κάτι δανεικό και φέτος μέσα στην καρδιά της άνοιξης, η ίδια πληγή χαρακιά στο φύλο, ο Μυστικός Δείπνος θα πραγματοποιηθεί κρυφά στο παρεκκλήσι, Ιούδας και Χριστός θα τσουγκρίσουν τα ποτήρια, στο Όρος των Ελαιών θα παρατεθείσεμνή τελετή Προδοσίας, τα καρφιά στον Σταυρό ευγενική χορηγία και η Ανάληψη μετατίθεται στο μέλλον, σε στενό οικογενειακό περιβάλλον. Όσο για την Ανάσταση, αυτή την λαμπάδα που καίει τα πάντα στο πέρασμά της, την αναμένουμε και φέτος. Ήδη στο μπαλκόνι φύτρωσε το δέντρο με τα κόκκινα αυγά, Ελπίδα η αειθαλής λέγεται και είναι σαρκοφάγο. Καλό Πάσχα σε όλους!
φωτο: Μαρκ Σαγκαλ

Χλόη Κουτσουμπέλη


Χλόη Κουτσουμπέλη
18/4/2014
Κάποιος από τους δέκα τρεις την πρόδωσε, αλλά αυτός δεν ήταν ο Ιούδας. Γιατί από τότε υπήρχε κάτι μυρωμένο στο γιασεμί πάνω από το κρεβάτι. Και πολλές πεταλούδες νύμφες στα κορμιά τους. Και Αυτός εκ προοιμίου Άφαντος.
ο υπέροχος πίνακας είναι της  Μαργαρίτας Βασιλάκου — μαζί μεΜαργαρίτα Βασιλάκου.