Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Διονύσης Μαρίνος




είμαι
όλος
ένα πλήθος
ποτέ μόνος, ποτέ αδιάβροχος

δώσε μου πάλι
ένα
σπίτι να κατοικηθώ
να ΄χω κι εγώ σε κάποιον
να κάνω έξωση






Δημήτρης Στεφανάκης Το Καβαφικό Αντάρτικο ( περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ. τ.5)





Το Καβαφικό Αντάρτικο
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο άνθρωπος που συνέδεσε το πεπρωμένο του με την πόλη της Αλεξάνδρειας αποτελεί ασφαλώς μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Σε μια επίδειξη ποιητικής ανταρσίας θεμελίωσε το δικαίωμά του στην αθανασία κινούμενος συχνά μεταξύ αφήγησης και διδακτισμού – αμαρτήματα θανάσιμα για ένα ποιητή του εικοστού αιώνα. Αν όμως αμφιταλαντεύεται κανείς μπροστά στο αίνιγμα της καβαφικής μεγαλοσύνης, δεν έχει παρά να σκεφτεί πώς ένας θρησκόληπτος, πανσλαβιστής συγγραφέας σαν τον Ντοστογιέφσκι κατάφερε αντίστοιχα παρά τις προσωπικές του εμμονές να οικοδομήσει το μεγαλύτερο μυθιστορηματικό κόσμο στην ιστορία της λογοτεχνίας.
Φαίνεται πως το ταλέντο, εκτός των άλλων, είναι και η ικανότητά μας να παρακάμπτουμε τις εγγενείς αδυναμίες μας τη στιγμή της δημιουργίας. Κι ο Καβάφης, πρέπει να το πούμε, αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ορθής διαχείρισης του ταλέντου. Η οικονομία των δημιουργικών δυνάμεων που έκανε μέχρι το τέλος της ζωής του, αποφεύγοντας τους περισπασμούς της κοινωνικής και πολιτικής επικαιρότητας, τον βοήθησε να συλλάβει και να διατυπώσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν.
Το καβαφικό αντάρτικο είναι εντέλει η προσφορά του έκκεντρου ελληνισμού στην νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο Αλεξανδρινός ποιητής δεν αμφισβήτησε το Σολωμικό «εμείς οι Έλληνες» τουλάχιστον στα λεγόμενα ιστορικά ποιήματά του. Όμως αντί να αποδυθεί σε διακηρύξεις νίκης και αναγέννησης, προτίμησε τη σημειωτική της ήττας και ενίοτε της παρακμής. Έτσι οι Θερμοπύλες γίνονται η καβαφική παντιέρα.
Ο Καβάφης εντρυφά με το έργο του στις ήττες του Ελληνισμού: οι Κυνός Κεφαλαί, η Μαγνησία, η Πύδνα, η Κόρινθος τον καιρό της Αχαϊκής Συμπολιτείας και κυρίως η ίδια η Αλεξάνδρεια. Το «εμείς» δεν παιανίζει την μέλλουσα δόξα του αναγεννημένου έθνους. Ταυτίζεται μάλλον με τον χορό των γερόντων της αρχαίας τραγωδίας που μηρυκάζει γοερά τα τραγικά σπέρματα του εθνικού παρελθόντος. Μέσα από αυτή την απαισιόδοξη στάση, ωστόσο, αναδύεται το διεθνικό θαύμα του ελληνικού πολιτισμού που διαχέεται στις τέσσερις άκρες της Μεσογείου. Το «εμείς οι Έλληνες», στην καβαφική ποίηση, δεν ορίζεται πλέον γεωγραφικά, αλλά ιστορικά. Είναι ένα μέγεθος που υπολογίζεται στη διάσταση του χρόνου και δεν έχει να κάνει με την κλειστοφοβική αντίληψη των ποιητών του Ελλαδικού χώρου που την ίδια εποχή επιζητούν να μονοπωλήσουν την προγονική δόξα. Ο Καβάφης είναι παιδί του κοσμοπολιτισμού που άκμασε στην Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, και η Αλεξάνδρεια είναι η πρωτεύουσα της φαντασίας του σε μια αγαστή σύνθεση δύσης και ανατολής.
Έχοντας στην κυριολεξία καταπιεί την Παλατινή Ανθολογία αισθάνεται αρκούντως ασφαλής προκειμένου να απαλλαγεί από την τυραννία του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας μέσα στην οποία ασφυκτιά. Με απόλυτη νηφαλιότητα σχεδιάζει σε πεζούς στίχους το «μυθιστόρημα της Αλεξάνδρειας». Τα καβαφικά επεισόδια συνιστούν μια νέα, ενδιαφέρουσα διαστρωμάτωση της ίδιας της Ιστορίας. Ο Αντώνιος είναι ο χαρακτηριστικός ήρωας της καβαφικής μυθολογίας. Η παρουσία του διαθλάται ακόμα και στο ποίημα Η Πόλις. «Αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις», αλλά «…καινούργιους τόπους δεν θα βρεις… έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ… σε όλη την γη την χάλασες». Ο ποιητής ειρωνεύεται τον υπερφίαλο ήρωά του, αλλά ταυτόχρονα θρηνεί γι αυτόν. «Τα έργα σου που απέτυχαν… τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες…» Τα σχέδια του Αντωνίου για μια νέα ελληνιστική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια ήταν μια πρόκληση για τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του και η ίδια η Ιστορία τον εκδικήθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Ο ποιητής συντάσσεται με τα ανέφικτα όνειρα των ανθρώπων.
Ο Καβάφης, δεν υπάρχει αμφιβολία, αγαπά την Ιστορία αλλά πάνω από όλα τον έρωτα και το κάλλος. Έλκεται από την νεότητα και τον μαγνητισμό των σωμάτων, εμπνέεται από τολμηρές φαντασιώσεις ενίοτε νοσηρές. Όποτε καλείται πάντως να απαντήσει στο δίλημμα Ιστορία ή έρωτας το κάνει με ξεκάθαρο τρόπο:

Ήρθε να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά
Δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
Και τα παράτησε. Στον καναπέ
Μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία –
Αλλ’ είναι είκοσι τριών ετών κ’ είν’ όμορφος πολύ·
Και σήμερα τ’ απόγευμα πέρασ’ ο έρως…

Στα ερωτικά ποιήματα, εντέλει, συντάσσεται με τα δικά του ανέφικτα όνειρα. Το «εμείς» γίνεται ξαφνικά «εγώ», όμως η σημειωτική της ήττας και της παρακμής παραμένει αυτούσια. Την ερωτική μυθολογία του Καβάφη την διαπερνά μια απελπισμένη νοσταλγία. Όλα εκτυλίσσονται σε ένα απωθημένο παρελθόν, οι αναμνήσεις είναι θολές και απροσδιόριστες, οι τόποι και τα πρόσωπα ασαφή. Οι εκμυστηρεύσεις του ποιητή στον αναγνώστη του είναι τολμηρές και είναι στιγμές που ο τελευταίος αισθάνεται αμηχανία από την διεγερμένη συνείδηση του πρώτου. Κανένα εθνικό μεγαλείο εδώ, καμία παλικαριά, κανένα θάλλος. Ο ακρίτας του Παλαμά νικά τον χρόνο και τον Χάροντα. Ο «ανδρείος της ηδονής» του Καβάφη ηττάται οικτρά από το χρόνο, αρθρώνοντας μετά δυσκολίας τα αδόκιμα Ελληνικά του, για να περιγράψει το δράμα του.
Όμως ενώ ο πλούσιος Παλαμικός λόγος ρέει αβίαστα, ο Καβάφης μοιάζει να παρατάσσει τις λέξεις ακριβώς όπως ένας ικανότατος στρατηγός τους στρατιώτες του. Το πλεονέκτημα εκείνου που γράφει μια γλώσσα σαν να μην είναι η μητρική του, έγκειται στο γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μηχανικά τις λέξεις. Αφουγκράζεται τη μαγεία τους ακριβώς όπως ένα μικρό παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά στον κόσμο του λόγου. Αντιλαμβάνεται τη χρήση τους ως δομικών υλικών σε μια εύθραυστη σύνθεση η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει από καθετί περιττό και άσκοπο. Η γεωμετρική ακρίβεια των Καβαφικών στίχων μεταφέρει αυτούσιο τον ιδεολογικό της πυρήνα και προσφέρεται για αποστήθιση. Έτσι ο Αλεξανδρινός ποιητής γίνεται ο τρίτος μετά τον Σολωμό και τον Κάλβο, που μεγαλουργεί σε μια γλώσσα την οποία έγραφε σαν ξένη.
Η διαμάχη Παλαμά-Καβάφη ή Καβάφη-Παλαμά, αν προτιμάτε, και ως προς τα επί μέρους επεισόδια της αλλά και ως προς την έκβασή της, προσφέρεται προκειμένου να αντλήσει κανείς χρήσιμα συμπεράσματα. Η παλαμική μούσα εκκινεί με σαφές προβάδισμα έναντι της αντίστοιχης καβαφικής. Η εθνικά συντεταγμένη ποίηση της εποχής δύσκολα θα μπορούσε να δεχθεί τα «καινά δαιμόνια» και η γλωσσική κοσμογονία του Παλαμά παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της. Η ποιητική ιδιοτροπία του Καβάφη μοιάζει καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο ίδιος αποφεύγει οποιαδήποτε μετωπική σύγκρουση με τον μεγάλο αντίζηλο και ετεροχρονίζει την επίλυση της διαφοράς τους, όταν φέρεται να λέει: «Είμαι ο ποιητής των επόμενων γενεών». Το μέλλον θα τον δικαιώσει απόλυτα.
Όμως η συνεισφορά του Καβάφη δεν εξαντλείται σε αυτό. Μετά το αρχικό μπινγκ-μπανγκ της ποιητικής του κοσμογονίας το καβαφικό σύμπαν μοιάζει να διαστέλλεται συνεχώς κερδίζοντας νέα ερείσματα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Σε όσους αναρωτιούνται ακόμα αν στο σύμπαν αυτό η επίσημη Ιστορία αποτελεί διάσταση του Έρωτα ή το αντίθετο δύσκολα θα μπορούσε κανείς να απαντήσει. Το σίγουρο είναι ότι τους στίχους του ποιητή διατρέχει ένας γνήσιος αλεξανδρινός αισθησιασμός.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, εντέλει, είναι ο άνθρωπος που σκηνογράφησε μια ολόκληρη πόλη στη λογική ενός κινηματογραφικού σκηνικού. Μετά τον Καβάφη η λέξη Αλεξάνδρεια είναι περισσότερο μια λογοτεχνική σύμβαση, μια Καβαφική επινόηση και λιγότερο μια πραγματική πολιτεία.

Δημήτρης Στεφανάκης

το κείμενο αναδημοσιεύεται από το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ. τ.5



Πηγή : http://algebrabspot.blogspot.gr/2014/04/blog-post.html?spref=fb

Τέσυ Μπάιλα : Κ.Π. Καβάφης- 151 χρόνια Ποίησης και Ιστορίας






ΛΟΓΟΥ ΧΑΡΗ
Κ.Π. Καβάφης: 151 χρόνια Ποίησης και Ιστορίας, της Τέσυς Μπάιλα

By Literature | Apr 29, 2014

Μέσα στην ιστορική νομοτέλεια ο Καβάφης νιώθει πρωτίστως ιστορικός ποιητής.

Ο ίδιος άλλωστε το δηλώνει λέγοντας: «αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορία». Τονίζει επίσης ότι είναι «ελληνικός» με την έννοια ότι νιώθει ως απόδημος Έλληνας τη νοσταλγία και την περηφάνια για μια ιδεατή πατρίδα αλλά ταυτόχρονα κρίνει και απωθείται από ό,τι η συνείδησή του δεν μπορεί να αποδεχτεί σ’ αυτήν, «κατανοώντας τη ματαιότητα των μεγαλείων». Κι αυτό που κατορθώνει στο έργο του είναι να εστιάσει σε διαχρονικές συμπεριφορές και αξίες, αναδεικνύοντας τη σχέση του ελληνισμού ως πολιτισμικού φορέα με τους άλλους λαούς. Είναι άλλωστε γνωστή η σχέση του Κ. Καβάφη με τον ελληνισμό, μια σχέση που έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών.

Ο Καβάφης επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνιστική εποχή όχι τυχαία αλλά επειδή πρόκειται στην ουσία για μια περίοδο μεταβατική στην ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που κατορθώνει είναι να συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν και μέσα από αυτό τον συνδυασμό να βρει την ευκαιρία να καυτηριάσει σύγχρονες πρακτικές, επιλέγοντας κατάλληλα ιστορικά παραδείγματα. Η ιστορική διαστρωμάτωση συνδέει το γεγονός με τον παρόντα χρόνο και πολύ συχνά γίνεται απλώς η αφορμή για να περάσει ο Καβάφης μια ερωτική χροιά στο ποίημά του όπως χαρακτηριστικά κάνει στο ποίημά του Καισαρίων. Ο ποιητής ανατέμνει την ιστορική πραγματικότητα, μετατρέποντας μια ερωτική μνήμη σε ποίηση και το αντίστροφο, αφού όλα αυτά τα συνδυάζει με την προσωπική του ερωτική φύση για να δημιουργήσει τελικά τον διδακτικό του μύθο.

Ο Καβάφης χρησιμοποιεί στα ποιήματά του πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας ή δημιουργεί ο ίδιος ιστορικές φυσιογνωμίες που τις χρησιμοποιεί αποδίδοντάς τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η συγκρότηση της προσωπικής μυθολογίας που δημιουργεί γίνεται η αφορμή για μια μελέτη επάνω στη διαχρονική ανθρώπινη συμπεριφορά. Άλλωστε ο ποιητής, φύσει και θέση, συγκινείται από την αντιφατική αρμονία των ιδιότυπων εκείνων χαρακτηριστικών που μπορεί να ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, είτε πρόκειται για ένα ιστορικό πρόσωπο είτε για κάθε απλό άνθρωπο.

Ο ποιητής περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις με ένα εξαιρετικής αισθητικής γλωσσικό αμάλγαμα. Τόσο η καλλιτεχνική όσο και η ιδεολογική του αντίληψη διαφαίνονται με ευκρίνεια μέσα στο έργο του. Είναι εξαιρετικής σημασίας άλλωστε η μελέτη της καβαφικής γλώσσας και έχει αποτελέσει αντικείμενο επίσης σοβαρών μελετών. Οι δημοτικιστές της εποχής δεν κατάφεραν να δουν το μέγεθος της καινοφανούς καβαφικής γλώσσας και την αγνόησαν, καθώς διαφέρει σημαντικά από την αθηναϊκή δημοτική του Παλαμά αλλά και δεν σχετίζεται με την καθαρεύουσα.


Ο Καβάφης δεν γράφει στην καθιερωμένη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούν οι ποιητές της γενιάς του 1880. Ο δημοτικισμός που κατέχει κραταιά θέση στην ιδεολογική ποιητική προσέγγιση της εποχής δεν τον συγκινεί. Χρησιμοποιεί ελάχιστα επίθετα, ακρίβεια στην περιγραφή, διάφανο λυρισμό στην ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων, φραστικό ρεαλισμό στη διατύπωση και ευθυβολία στη χρήση των ρημάτων. Το έργο του βρίθει συμβόλων, έντονης μουσικότητας και ειρωνείας. Είναι πασίγνωστη η καβαφική ειρωνεία, ευρηματική και ταυτόχρονα συγκροτημένη και πολυδιάστατη, γίνεται το μέγιστο μέτρο της ταυτοποίησης της Ποίησης του Καβάφη. Διαχωρισμένη σε λεκτική ειρωνεία, στην αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στη λέξη που χρησιμοποιείται και στο νόημα που θέλει να αποδώσει και σε ειρωνεία των καταστάσεων που προκαλείται ανάμεσα στις προσδοκίες του αναγνώστη και στο τελικό γεγονός, η καβαφική ειρωνεία γίνεται ένας σπουδαίος παράγοντας αξιολόγησης του ποιητικού έργου.


Για τον Καβάφη, τη σχέση του με την Ελλάδα και την παγκόσμια εμβέλεια του έργου του έχουν διατυπωθεί πολλά. Το σημαντικό είναι ότι ο συγκεκριμένος ποιητής που δεν ευτύχησε στην εποχή του να γνωρίσει την αποδοχή από τους λογοτεχνικούς κύκλους– είναι γνωστό ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο Καβάφης κατόρθωσε να αναδειχθεί μόνο όταν οι ποιητές της γενιάς του 30 τον ανακάλυψαν— με το έργο του τόσο το φιλοσοφικό, όσο και με το πολιτικό αλλά αναμφίβολα με το ερωτικό, έγινε διαχρονικά μια εμβληματική μορφή στο παγκόσμιο πνευματικό στερέωμα. Άλλωστε, ελληνικός ή οικουμενικός δεν έχει καμιά σημασία, αφού αυτό που μετράει στην ποίησή του είναι η ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων και το ιδεολογικό της υπόβαθρο, η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέσεων, η σχέση της ιστορίας με την αισθητική, ο ιδιότυπος λυρισμός του, η διανοητική και συνένοχη σχέση του με τον αναγνώστη και τελικά ο πνευματικός διάλογος όλων μας με το καβαφικό έργο.

Πηγές :
  Λογοτεχνικό περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τ.4, Μάης 2013.
http://www.literature.gr/k-p-kavafis-150-chronia-piisis-ke-istorias-tis-tesis-baila/

Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα... θυμάσαι;;;)




Μαίρη Γκαζιάνη
28/4/2014 ·
Νύχτωσε πάλι! Μαζί ξαγρυπνάμε. Αδύνατον να μας επισκεφθεί ο ύπνος. Ο Μορφέας ξεχάστηκε κάπου στη διαδρομή του. Σου μιλάω... σου μιλάω... απάντηση καμία.... προσπαθώ να σκεφτώ με τη λογική, προσπαθώ να διακρίνω διέξοδο. Τίποτα δεν έχει αξία. Τίποτα δεν αγγίζει το συναίσθημά μου. Νέκρωσα, χαμένη στους ορίζοντες της αγκαλιάς σου που ακολουθούν αντίθετη πορεία. Πως ξεχάστηκα; Γιατί δεν μου επέστρεψες τις άυλες κλωστές που κέντησα στη καρδιά σου; Γιατί κράτησες δικές σου τις επιθυμίες μου; Γιατί κρατάς ανοιχτά τα κουρασμένα μάτια μου; Γιατί ξέχασες να σκουπίσεις τα δάκρυα της ψυχής που θρηνεί την ματαιότητα της ανταλλαγής; Γιατί ψυχή μου;;;
Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα... θυμάσαι;;;)

ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗ του Βασίλη Κιμούλη







Στην εταιρεία όλοι γαμιούνται με όλους. Κάποιοι το ευχαριστιούνται. Στις γιορτές γιορτάζουμε όλοι μαζί, σαν ίσοι. Ο διευθυντής μάς σφίγγει το χέρι και μας φιλάει. Ιδίως τις γυναίκες. Ο διευθυντής έχει πάντα κοιλιά. Κι άλλοι έχουν κοιλιά. Εκείνος όμως την έχει σφιχτή, περήφανη, κιμπάρικη.


Τον θαυμάζουμε. Ξέρει πολλά. Και ξέρει πώς να λέει πολλά. Το μέταλλο της φωνής του πάει γάντι με το πόστο του. Μπάσα φωνή, γεμάτη, σαν να κάθεται ένας βούβαλος. Ξέρει πώς να σε πείθει. Ακόμα κι αυτοί που απολύονται, φεύγουν με το χαμόγελο στα χείλη. Νιώθουν περήφανοι που είχαν την τύχη να εργαστούν για έναν τέτοιο διευθυντή. Είναι τύχη να σε γαμάει αυτός και όχι άλλος διευθυντής.


Όλοι γαμιούνται με όλους. Δεν είναι σχήμα λόγου. Οι γραμματείς γαμιούνται με τους διευθυντές. Οι εργάτες γαμούνε τις εργάτριες. Οι υποδιευθυντές γαμιούνται κι αυτοί μεταξύ τους.


Η εταιρεία ανεπίσημα ενθαρρύνει αυτές τις σχέσεις. Όταν αγωνίζεσαι στο πλευρό του εραστή σου, γίνεστε ανίκητοι. Η εταιρεία ιδανικά θέλει όλους τους εργαζόμενους εραστές.


Αντί για γιορτές θα κάνουμε παρτούζες. Υπάρχουν κατάλληλοι χώροι στο εργοστάσιο, στην αποθήκη, στη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων. Άνετα γεμίζουν με χαλιά, μαξιλάρες, ανατομικά καθίσματα, καναπέδες, υπέρδιπλα στρώματα.


Θα παρουσιαζόμαστε με μάσκες. Για λόγους δημοκρατίας. Αλλιώς, ευνοούμε τις διακρίσεις. Γιατί εσύ μπορεί να είσαι πιο όμορφος. Το εταιρικό γαμήσι προϋποθέτει ίσες ευκαιρίες. Τα στελέχη ας κάνουν τη δική τους παρτούζα χωριστά. Ας πάνε σε ακριβά ξενοδοχεία, ας πάνε στην έπαυλη του διευθυντή, ας πάνε να γαμηθούν κι ας μας αφήσουν ήσυχους στην αποθήκη. Δίπλα στις κούτες, πλάι στα κλαρκ, κάτω από τα καφασωτά προκάτ γραφεία θα τη βρούμε μια χαρά.


Τα πιο kinky όργια θα γίνονται στο λογιστήριο. Χωρίς διείσδυση, μονάχα ξύλο, πολύ ξύλο. Βούρδουλας με βίτσα, μαστίγια με μια, δυο, τρεις, εννιά ουρές, νεροσωλήνες, μπουριά, μαδέρια, καλώδια, μεταξωτά σκοινιά, εσώρουχα λατέξ, βινίλ και δέρμα, κλιπς, αλυσίδες, περιλαίμια, τάπες, δονητές, κεριά, βύσματα, βίδες, φτερά κι ελάσματα – όλα τ' αξεσουάρ τακτοποιημένα πίσω από τα κλασέρ των περιοδικών δηλώσεων. Μέσα σε δευτερόλεπτα το σκηνικό αλλάζει. Ο αρχιλογιστής με δερμάτινη μάσκα κραδαίνει το τρομερό του μαστίγιο.


Το μεσημέρι θα θεσπιστεί διάλειμμα για το ψιλό γαμήσι. Το φαγητό του εστιατορίου θα προσαρμοστεί στις ενεργειακές ανάγκες των επιβητόρων. Βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, δημητριακά και φρούτα, οπωσδήποτε τζινσένγκ για τη διαύγεια (απαραίτητο στις οικονομικές υπηρεσίες), ίσως και κάποια παράνομη ουσία για σπιντάρισμα. Αλλιώς, πολλούς καφέδες και τσιγάρα.


Όλα κι όλα. Κόφτε τις μαλακίες με το κάπνισμα. Κάτω τα χέρια από τη νικοτίνη. Μην τα θέλετε όλα δικά σας. Ένα τσιγάρο μετά το σεξ είναι θεσμός σε κάθε αμερικανική ταινία αξιώσεων.


Οι πολυεθνικές του μέλλοντος θα γίνουν γαμιστρώνες.


Ο φίλος μου τους μούντζωσε, διευθυντές και άλλους πωρωμένους καριερίστες που φοβούνται να ξεμυτίσουν από το γραφείο τους πριν τις εννιά το βράδυ και φτύνουν αίμα σε σεμινάρια εταιρικής στρατηγικής και ομοψυχίας, γιατί είχε καλύτερα πράματα να κάνει.


Ο φίλος μου άφησε την πολυεθνική που του γαμούσε το μυαλό κι άνοιξε μπαρ στο Πεντάρφανο, παραθαλάσσιο χωριό στον Κορινθιακό. Να πίνεις μ' έναν φίλο είναι καλύτερο απ' το να πηδιέσαι για μιαν απρόσωπη εταιρεία με έδρα στο Τέξας.


Θυμάμαι ένα σεμινάριο όπου μας είχαν μαντρώσει σ' ένα ξενοδοχείο στον Μαραθώνα, μας χώρισαν σε ομάδες κι αφού μας πάστωσαν το κεφάλι με τον κοινό τρόπο σκέψης στους κόλπους της Οικογένειας, μας ξαμόλησαν να φαγωθούμε (βλέπε «case study»), για να βρούμε πώς μια φανταστική κωλοεταιρεία οδοντόκρεμας που παραπαίει θα καταφέρει να βγει λάδι σε μια φανταστική κωλοκατάσταση όπου όλα πάνε τελείως σκατά, αλλά εσύ κι άλλοι πενήντα μαλάκες με πίστη και γνώση (βλέπε «τεχνογνωσία») θα πετύχετε να αβγατίσει ο τζίρος, να πάρει φωτιά η μετοχή, να γυρίσει τούμπα ο ήλιος, το μαύρο να γίνει άσπρο και το νερό κρασί, και οι γρύλοι να χορέψουν με καλσόν τσα-τσα στον τάφο των ανταγωνιστών.


Το ξημέρωμα της τρίτης μέρας μαζευτήκαμε στην αίθουσα παρουσιάσεων. Είχε μπει το καλοκαίρι. Οι τουρίστες αλείβονταν με λάδια στον ήλιο. Το κυματάκι ανακάτευε απαλά την άμμο του Μαραθώνα. Ήμασταν ρετάλια. Ο διευθυντής ξυνόταν χαλαρά κοιτώντας το κενό. Εμείς τρέμαμε άυπνοι.


Η ομάδα μου κέρδισε το κρυστάλλινο κύπελλο. Φάγαμε brunch. Φύγαμε για τα σπίτια μας.


Έκλαιγα δυο μέρες. Ύστερα παραιτήθηκα.


Ο φίλος μου τους έχεσε πριν μπει το καλοκαίρι. Τον θυμάμαι να οργώνει το κέντρο της Αθήνας με μια θηριώδη βαλίτσα. Επισκεύαζε τα κωλομηχανήματά τους. Ανέπνεε τα σκατά των κωλομηχανημάτων τους. Ζούσε με στόχους. Δεν ήταν οι δικοί του στόχοι. Κάτι βλαχαδερά στις ΗΠΑ, που όταν δεν κάνουν κρουαζιέρα για να γλείψουν τον επόμενο πρόεδρο, λιάζουν τ' αρχίδια τους πετώντας καπάκια σε δρύινα βαρέλια, στέλνουν μέιλ και γαργαλούν τους νευρώνες των θυγατρικών με νέους στόχους.


Και οι συνεδριάσεις με τις διαφημιστικές: Οι άντρες ήταν μαλάκες. Οι γυναίκες ήταν σκύλες. Δεν ξέρω ποιος ήταν πιο φοβισμένος. Προετοιμαζόμασταν πυρετωδώς για μέρες, βδομάδες, μήνες. Τηλεφωνήματα για επιβεβαίωση, η απαραίτητη αναμονή να σπάσει ο τσαμπουκάς – και το μπαλέτο όλο επί σκηνής: Τριάντα τουλάχιστον στελέχια του διαφημιστικού υποκόσμου, καμιά δεκαριά στελέχια της εταιρείας, στη μέση ένα βουνό χρήματα.

Ποιος θα τα πάρει, παίδες;


Ο φίλος μου κρατάει το ποτήρι μου πάντα γεμάτο. Μουσική βάζει ο Γιάννης. «Είμαι μια αποτυχία, μωρό μου, γιατί δεν με σκοτώνεις;» Ο Τριαντάφυλλος μιλάει για το αδιέξοδο της ελληνικής επαρχίας. Τι κάνεις όταν όλα έχουν μοιραστεί; Σκοτώνεις κάνα-δυο χτηματάκια, όταν φύγει ο γέρος σου. Η ζωή κυλάει θες δε θες.


Ο φίλος μου κερνάει σφηνάκια. Η μπάρα αστράφτει. Μοιάζει με κούρσα που πάει με χίλια. Ο Μενέλαος κάθεται στη γωνιά του. Πίνει ούζο. Βγαίνει να κατουρήσει – μπροστά στο μηχάνημα αυτόματης ανάληψης. Η τράπεζα απέναντι ανακαινίστηκε. Λέμε να τη ληστέψουμε.


Πίνουμε και λέμε κι άλλες μαλακίες. Πίνουμε όλο το βράδυ και όταν κλείσει το μπαρ, θα κατεβούμε στην παραλία. Αν έχει πανσέληνο, θα κάτσουμε στα βότσαλα.


Αν έχεις περάσει από πολυεθνική, μπορείς να επιβιώσεις σε κάθε εργασιακό περιβάλλον. Όπως αν έχεις οδηγήσει στο κέντρο της Αθήνας Παρασκευή μεσημέρι, μπορείς να κάνεις καριέρα ταξιτζή μέχρι και στο Κάιρο και στην Ιστανμπούλ.


Δεν δουλεύουμε σε πολυεθνικές, τους έχουμε χεσμένους.


Κοιτάμε τον μαύρο ουρανό και λέμε ιστορίες.

Πηγή http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/2472-poliethniki-kimoulis

Σωτήρης Σπηλιώτης Μάτια ιδανικά

έργο της ΕΛΕΝΑΣ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ Elena Katsantoni


Μάτια ιδανικά



Τι μάτια έχεις  ιδανικά, 


πόσο μ αγγίζουν  την καρδιά, 


αυτές οι στάλες στη βροχή, 


αυτό της ψυχής το κλάμα. 


Σαν θέατρο απ ΄την ζωή 


σαν ένα δράμα, 


πόσο απαλά χωρίς φωνές, 


με παρασερνουν οι στάλες αυτές , 


εσένα να αγκαλιάσω μην κλάψεις 


και σε χάσω . 


Τι μάτια έχεις 


ιδανικά... 


Σωτήρης Σπηλιώτης 


http://spiliotisotiri.blogspot.gr/2014/04/blog-post_29.html





Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Κάλλια Βούλη ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΜΟΝΑΞΙΑ


ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Κόσμος πολύς τριγύρω,

γνωστοί και άγνωστοι.

Τους ακούω, τους παρατηρώ.

Αποτιμούν τις ζωές τους 
διαρκώς και με όλους τους τρόπους
με λόγια,, με χειρονομίες, με μορφασμούς,
με υπαινιγμούς και με δηλώσεις.


Οι άνδρες και οι γυναίκες μαζί:


((Έχουμε, πήραμε, αγοράσαμε

κληρονομήσαμε

Πήγαμε, είδαμε, φάγαμε, ήπιαμε

θα ταξιδέψουμε, θα εκδράμουμε

θα πάμε κρουαζιέρα)).


Οι άνδρες, ανάβοντας πούρο

ή πίπα ή τσιγάρο

ρουφώντας με στυλ το ουίσκι τους:

((Οι γκόμενες, στις γκόμενες

με τις γκόμενες ))


Οι γυναίκες,νηστικές, στερημένες

γλαρές

λόγω αιώνιας δίαιτας....παντού:

((H λιποαναρρόφηση, το τράβηγμα

η κυτταρίτιδα, η χαμένη λίμπιντο))


Οι άνδρες και οι γυναίκες μαζί:

((Tα παιδιά μας, τα κολέγια , η καριέρα τους))


((Έπεσε και η οικοδομή

'Επεσε και το χρηματιστήριο

Δύσκολοι καιροί)).


Τέλειωσε η βραδιά

((η μεσαία τάξη πάσχει))

σκέφτομαι και αποχωρώ

τόσο μόνη και φτωχή

όσο ποτέ.

Kallia Vouli

28/4/2014 ·