Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Τάσος Κουράκης, Γράμμα σε αδαή







Γράμμα σε αδαή

Να γνωρίζεις ότι όλοι είμαστε μέλη ενός θιάσου όπου σε κάθε παράσταση εναλλάσσονται οι ρόλοι.
Σήμερα είσαι το αφεντικό, την άλλη ο μάγειρας, την τρίτη ο ανήμπορος.
Καμιά θέση δεν είναι καπαρωμένη για πάντα.
Είναι τεράστια πλάνη να θεωρείς ότι σου δόθηκε άνωθεν και για πάντα η θέση που βρίσκεσαι τώρα, δηλαδή το κοινωνικό, σωματικό και πνευματικό επίπεδο, και ότι οι “άλλοι” επίσης είναι τοποθετημένοι -κι αυτοί άνωθεν,-κάπου αλλού, αμετακίνητοι, για πάντα.
Το πιο απλό παράδειγμα είναι η νεότητα και η σωματική ρώμη. Δεν την έχεις κατοχυρώσει για όλη σου τη ζωή. Ούτε οι γέροι ή οι αδύναμοι γεννήθηκαν έτσι. Ούτε η αρτιμέλεια είναι εφάπαξ δοσμένη για πάντα. Διαρκώς καραδοκεί ένα ατύχημα το επόμενο λεπτό, για να μεταπέσεις στην κατηγορία των ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ).
Αν δεν δεις το είδωλό σου στον Άλλον, τον μετανάστη, τον άνεργο, τον εξαρτημένο, τον φυλακισμένο, τον άστεγο, τότε δεν βλέπεις τον καθρέπτη αλλά την κορνίζα.
Η αντανάκλαση αυτή δεν καταγράφεται απλά ως ενσυναίσθηση, δηλαδή να θέτεις τον εαυτό σου στη διανοητική κατάσταση ενός άλλου προσώπου κατανοώντας τις συγκινήσεις και τα συναισθήματά του, αλλά ως πλήρη ταύτιση του δικού σου προσώπου με τα άλλα πρόσωπα.
Εσύ δεν είσαι εσύ, αν δεν γίνεις ο Άλλος. Τότε μόνον γίνεσαι Εσύ. Μόνο μέσα από την άρνησή σου ολοκληρώνεσαι. Μόνο μέσα από την ταύτιση και την ενδεχόμενη αλλά αναπόφευκτη εναλλαγή των ρόλων μπορείς να σταθείς ως κοινωνικό άτομο.
-Που δεν εκπλήσσεται αν δεις κάποια στιγμή να σου αλλάζουν τον ρόλο, από νοικοκυραίο λ.χ σε άστεγο και από εξουσιαστή σε εξουσιαζόμενο.
-Που δεν απορείς πώς εσύ που σήκωνες στα ουράνια το μικρό σου γιο, τώρα εξαρτάσαι πλήρως από τη στήριξή του.
-Που δεν το θεωρείς αδιανόητο εσύ ο βολεμένος, μια μέρα να ξενιτευτείς και να αναζητήσεις δουλειά και στέγη σε άλλη ανάδελφη χώρα, ως λευκός μετανάστης.

Και να θυμάσαι
Η εναλλαγή των ρόλων στο θέατρο της ζωής δεν γίνεται κατ’ εντολήν κανενός σκηνοθέτη. Αν εξαιρέσουμε τον αδυσώπητο και ανηλεή χρόνο και την απρόβλεπτη τύχη ή ατυχία, σκηνοθέτης είσαι εσύ ο ίδιος.
Και πρωταγωνιστής, Και κομπάρσος, Και σκηνοθέτης στο μικρό πέρασμά σου από τη ζωή

Τάσος Κουράκης

Foto: Ben Heine


tasos kourakis page

2 Μαΐου 2014 ·

Κώστας Βασιλάκος Σαν χθες


Ο Kostas Vassilakos κοινοποίησε μια φωτογραφία του χρήστη Επάλληλες και παράλληλες αντιδράσεις.
4 Μαΐου

https://www.facebook.com/kostas.vassilakos

Σαν χθες

Σαν χθες, οι ρίζες σου
φώλιασαν μέσα μου , 
κι η φυλλωσιά αγκάλιασε 
ως πάνω τον
ασβεστωμένο τοίχο.

Σαν χθες, ο ουρανός 
άδειαζε μια ποδιά γεμάτη
αστέρια στα σοκάκια,
κι οι ευωδιές σου
μεθούσαν τα φεγγάρια.

Σαν χθες, οι ασπρόμαυρες 
μαντίλες κουβέντιαζαν 
της φτώχειας τα όνειρα ,
κι έλιωναν την ησυχία σου 
στην πέτρινη πεζούλα.

Τώρα, σ' ένα τσιμέντο 
γκρίζο, παλεύεις για να
κρατηθείς , αγιόκλημα μου,
και πονάω σαν κλαδεύω 
τις ξερές αναμνήσεις 
με τα μυστικά μας.
Από την ποιητική συλλογή
" 'Ανω τελεία "
Κώστας Βασιλάκος
23/04/2014 


Νανά Τσόγκα, Σκηνικό: χωρ ισμός








Είπανε να βρεθούν για τον Επίλογο

δεν γίνεται να βάλεις από μακριά τελεία

στα σεντόνια

τσαλακωμένα και νωπά

από ιδρώτες έρωτες που δεν μπορούν να σβήσουν.

Ρούχα χειμώνες πάνω σε κορμιά αδειανά

- αχ, πώς μισούν απόσταση

σε χιλιοστού αναπνοή και μετανιώνουν


(Πετάνε ακόμα πεταλούδες! – είναι σίγουρη

Το χρώμα των ματιών της θα ξεχάσω

- τις υποθήκες του στο χώμα εκείνος.)


με νοτισμένο βλέμμα κοιτάζουνε μαζί

αλλού

ο καθένας μόνος του

από αέρα σιωπηλό καμπύλη η κουρτίνα


- τέλος της επανάληψης, κλείνει η παρένθεση -


λουλούδια μαραμένα έχουν γεμίσει το δωμάτιο

χωρίς παραγγελία αφρός καταργημένος της γιορτής

φυτρώσανε κιόλας στον κήπο ανελέητα

ζιζάνια τυρανικά του πόθου.


Τώρα για χάδι η ψυχή έχει μόνο τον καπνό

τα δαχτυλίδια του ως το ταβάνι-ουρανό.


Βλέπει τον ύπνο άχρωμο

πλάτος τριάντα εκατοστά να πιάνει στο κρεβάτι


όπως μένει στην άσφαλτο σχέδιο με κιμωλία

σε τόπους αυτοψίας

όταν σηκώνουν το νεκρό για να τον μεταφέρουν

στο νεκροτομείο των υποθέσεων


ενώ στον κήπο στήνουνε χορό

οι φωτισμένες απουσίες

τη στιγμή

που δειλινό ηδυπαθές ρίχνει τα πέπλα

οι μουσικές φυλλορροούν των άστρων λυγμικές

και τα παρτέρια γίνονται νησιά

πρόθυμα στο φευγιό τους


εκείνη μαύρο τριαντάφυλλο θ’ αγγίξει για να βγει

αγκάθι-μνήμη αιμάτινο να πεθυμήσει ήλιο

κι όλα τα πέταλα έρωτα

με πάταγο στο πάτωμα θα πέσουν.


Πλησίστιο κατηφορίζοντας στην επικράτεια

της αθωότητας

μικρό πουλί τουφεκισμένο κάθε τόσο

πέφτοντας κόβει γιασεμιά

για τις πληγές του

πορτοκαλί αναπνοή για να ζηλέψει

ο ήλιος φρούτα του Σεζάν

και άλλα υποκατάστατα ονείρων.


Είναι η ζωή που απαιτεί

συνέχεια να τρέφεται

με βουλιμία θέλει

όλο και κάτι παραπάνω

απ’ την πραγματικότητα.





από τα “σημειΟμματα”, εκδόσεις Δωδώνη 2010 (εξαντλημένο)


©Νανά Τσόγκα


Image from ghazzog, used under Creative Commons license

http://books-of-poems.blogspot.gr/

Πηγή :  http://staxtes.com/2003/?p=3438

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Κώστας Καρυωτάκης Ολα τα πράγματά μου




Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.

Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται
μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,
σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.
Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί
στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,
αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.

Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,
σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,
κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
http://karyotakis.awardspace.com/poems/elegeia/pragmata.htm

Κώστας Βασιλάκος Το χρώμα της ελπίδας


Kostas Vassilakos
3 Μαΐου
Το χρώμα της ελπίδας

Επιμένει το ψιχάλισμα των ματιών
και το γαλάζιο χρώμα φαντάζει
ξεπλυμένο.
Εγώ σε σύγχυση, τη μια βουτάω
στ' άπατα της θάλασσας , 
την άλλη βυθίζομαι 
απ' το κενό τ' ουρανού.
Θέλω τώρα , στα δύσκολα ,
να κρατήσω το χρώμα της ελπίδας,
να βάψω το μέλλον με ζωή.

Από την ποιητική συλλογή
" Άνω τελεία "
Κώστας Βασιλάκος
03/05/2014


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, απορίες




απορίες 

οι μυρωδιές από μια παλιά 
μισοφορεμένη ήττα 
μάζευαν στην ανηφόρα ότι απόμεινε 
από τα ξέφτια του φθινοπώρου

η σκέψη καθόταν οκλαδόν 
πάνω στα σύννεφα μιας αδέσποτης επιθυμίας 

μέσα στα σαγόνια της αγωνίας 
βούλιαζε η μέρα του
μαζί και το κορμί του
βγήκε δεμένος στην κορδέλα
μιας λυπημένης φράσης 
κι αγκάλιασε το πρωινό 
και με τις δυο του δαγκάνες 
μέχρι που έτρεξαν από τις πλάτες του
απορίες και άφθονοι ξεχασμένοι φόνοι

στην απέναντι πλαγιά
πίσω από τα πυκνά σκοτάδια της αδιαφορίας 
έπλεε η πόλη βρεγμένη ως το κόκκαλο

κατέβηκε από το στενό καλντερίμι του αποχωρισμού 
και χάθηκε πίσω από τη σιδερένια πόρτα του αναπάντεχου
ερχόταν η νύχτα με το μονότονο τρίξιμο
κι έκοβε την αναμονή σε μικρούς κύβους παραίτησης 

πάτησε στο παλατύσκαλο των φόβων του 
κι έλαμψε γύρω του η θάλασσα
με τις γυμνόστηθες αναπολήσεις
και φάνηκαν στον ορίζοντα έτοιμα
τα τάγματα για τις αμέτρητες εφόδους

πισωπάτησε 
γιατί είναι επικίνδυνο 
στις πλαγιές της άγνοιας 
να φυτεύεις ήττες
και κρύφτηκε στα σκοτάδια
κάποιας παράκλησης 
3.5.14

Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο (μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)





Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο

(μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)




Απ’ την άνοιξι, που εγύρισε,




ουρανος και γης ευφράνθη,




με το χόρτο και με τ’ άνθι




παίζει ο ζέφυρος τερπνά.




[…]




Και το χόρτο πρασινίζει,




μόν’ ‘ς εμένα δε γυρίζει




της καρδιάς η σιγαλιά.




Ήλιου ακτίνα καθαρώτατη




του βουνού τα χιόνια λυώνει,




που το νέο του ξεφυτρώνει




πράσιν’ έντυμα λαμπρό.




Το σιγό το κυματάκι




εις τες άκρες του φλοισβίζει,




και το ανθοδροσοστολίζει




με τ’ ακοίμητα νερά.




Το ίσχυρό το δέντρο, που είδανε




σταθερό καιροί και χρόνοι,




τα κλωνάρια ξαλαφρωνει




απ’ τα χιόνια τα οκνηρά.




Παντού, ισού, ξυπνούν και τρέμουν




άνθια χίλια από το χώμα,




που είν’ απείραχτα εις το χρώμα




απ’ τ’ αλέτρια τα σκληρά.




Να, το χελιδόνι εγύρισε,




που το πέλαο περνάει,




κ’ εδώ πάλι οικοδομάει




τη γλυκειά του τη φωλιά•




κι’ εκεί που με τη φτερούγα




τρέχει ογλήγορα και λάμνει,




προσοχή καμμιά δεν κάμνει




εις οποίον τον κυνηγά.




Η βοσκούλα ερωτεμένη




πάει στο ρεύμα να κοιτάξη,




για να βάλη ωραία σε τάξι




τα ξανθά της τα μαλλιά.




Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα•




τωρα λέον δε μνέσκουν άλλοι,




η ψαράδες στ’ ακρογιάλι,




η διαβάτες στην οικιά.




Ως και ναύτης, που γυμνότατος




στην πατρίδα του εσυνάχθη,




γιατί ο μαύρος εταράχθη,




από φουσκοθαλασσιά,




βλέποντας σιγό το κύμα,




λύει το πλοίον, και δε φοβάται




και ουδέ πλέον ξαναθυμάται




πως εφούσκωσε φρικτά.