Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο
(μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)
Απ’ την άνοιξι, που εγύρισε,
ουρανος και γης ευφράνθη,
με το χόρτο και με τ’ άνθι
παίζει ο ζέφυρος τερπνά.
[…]
Και το χόρτο πρασινίζει,
μόν’ ‘ς εμένα δε γυρίζει
της καρδιάς η σιγαλιά.
Ήλιου ακτίνα καθαρώτατη
του βουνού τα χιόνια λυώνει,
που το νέο του ξεφυτρώνει
πράσιν’ έντυμα λαμπρό.
Το σιγό το κυματάκι
εις τες άκρες του φλοισβίζει,
και το ανθοδροσοστολίζει
με τ’ ακοίμητα νερά.
Το ίσχυρό το δέντρο, που είδανε
σταθερό καιροί και χρόνοι,
τα κλωνάρια ξαλαφρωνει
απ’ τα χιόνια τα οκνηρά.
Παντού, ισού, ξυπνούν και τρέμουν
άνθια χίλια από το χώμα,
που είν’ απείραχτα εις το χρώμα
απ’ τ’ αλέτρια τα σκληρά.
Να, το χελιδόνι εγύρισε,
που το πέλαο περνάει,
κ’ εδώ πάλι οικοδομάει
τη γλυκειά του τη φωλιά•
κι’ εκεί που με τη φτερούγα
τρέχει ογλήγορα και λάμνει,
προσοχή καμμιά δεν κάμνει
εις οποίον τον κυνηγά.
Η βοσκούλα ερωτεμένη
πάει στο ρεύμα να κοιτάξη,
για να βάλη ωραία σε τάξι
τα ξανθά της τα μαλλιά.
Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα•
τωρα λέον δε μνέσκουν άλλοι,
η ψαράδες στ’ ακρογιάλι,
η διαβάτες στην οικιά.
Ως και ναύτης, που γυμνότατος
στην πατρίδα του εσυνάχθη,
γιατί ο μαύρος εταράχθη,
από φουσκοθαλασσιά,
βλέποντας σιγό το κύμα,
λύει το πλοίον, και δε φοβάται
και ουδέ πλέον ξαναθυμάται
πως εφούσκωσε φρικτά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου