Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος Σάρκινος λόγος

Σάρκινος λόγος


Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.

Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα καλυμένη

ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο

διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.

Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα αρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις

τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα. Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ, τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.

πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο μιὰ γυάλινη σφαῖρα

περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει

σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου. Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις.

Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη. Ἕνας πέτρινος ταῦρος

πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα. Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα

κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.Ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα. Φυλάξου.

Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου. Τὸ τρίχωμα

τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.

Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα. Κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα, πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα,

σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση. Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι.

Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.

Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.


Ἀθήνα 18.11.80
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου από την επιλογή της Καθημερινής και από τη συλλογή "Σάρκινος λόγος"
Πηγή :
Ερη Ριτσου
11 Μαΐου 2014 ·

Κατερίνα Κεχαγιά Το μεγάλο κρεβάτι του σεξ





07/05/2013 -

Λοιπόν, για να εξηγούμαστε. Μπορείς να με πεις συντηρητική, οπισθοδρομική, ξενέρωτη, ό,τι γουστάρεις.
Πλερέζα δεν θα κρεμάσω, ούτε θα ιδρώσει κάνα αυτί μου.



Μπορείς να με πεις απόλυτη, πεισματάρα, φανατισμένη και άδικο δεν θα έχεις.

Μπορείς να κατηγορήσεις το σόι μου και την ανατροφή μου, τη βλαχιά που ενδεχομένως θεωρείς πώς με διέπει, τα άρλεκιν που θα βιαστείς να υποθέσεις πως διαβάζω και ό,τι άλλο κατεβάσει το κεφάλι σου.

Ούτε σε αυτό θα με δεις να τσινάω ιδιαιτέρως.

Άλλωστε, από μόνη μου λέω ότι έχω γεννηθεί σε λάθος εποχή κι εσύ κάνεις πως δεν με πιστεύεις.



Γιατί την εποχή του «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε», την ξερνάω πριν καν φτάσω στο ψέκασμα.

Και αυτό ενοχλεί πολύ και γενικώς.

Εδώ, ούτε τα τζάμια μου ψεκάζω καλά-καλά.

Γιατί να ψεκάσω εσένα ή να σε αφήσω να με ψεκάσεις;
Μπορείς βέβαια να πεις ότι υποκρίνομαι, αλλά αυτό έχω συνηθίσει να το ακούω, το διασκεδάζω και ξεκαρδίζομαι.


Επίσης, αν και αχαΐρευτη όσο δεν πάει, σιχαίνομαι οτιδήποτε fast και τζάμπα.

Κάλλιο να μείνω νηστική, παρά να φάω ετοιματζίδικο σουβλάκι, εκτός αν με έχει βρει το ξημέρωμα και δεν βρίσκω τίποτα άλλο ανοιχτό.

Από τζάμπα έχουμε πήξει. Τζάμπα μάγκες, τζάμπα αισθήματα, τζάμπα λόγια και πεπραγμένα.

Υπάρχει κανείς που τα βρίσκει ακόμα νόστιμα; Και αν υπάρχει, μπορεί να κρατηθεί μακριά μου;



Φίλες μπερδεμένες σε ερωτικά τρίγωνα, τετράγωνα και όρεξη να 'χεις να μετράς γωνίες.

Φίλοι λίγο δεξιά, λίγο αριστερά και λίγο πίσω.

Με τόσα που έχω ακούσει από τους άντρες κολλητούς μου, δεν θα 'πρεπε να ξαναεμπιστευτώ αρσενικό, στον αιώνα τον άπαντα.

Χάος, μπέρδεμα και σεξ. Σεξ παντού.

Σεξ σαν απόλυτη συνθήκη, σεξ ξελιγωμένο και φτηνιάρικο σαν ξεβαμμένο μαλλί.

Σεξ του μπες-βγες και του «ντύσου να φύγουμε, μη χρυσοπληρώσουμε το δωμάτιο».

Σεξ «θα τα πούμε» και να μην τα ξαναπούμε δεν τρέχει και μία.

Σεξ όλοι μαζί. Και ταυτοχρόνως.



Εν έτει 2013, η σεξουαλική εκτόνωση, μοιάζει πιο καταπιεσμένη από ποτέ.

Πόση εγκλωβισμένη τεστοστερόνη ψάχνει επιτέλους διέξοδο;

Στην εποχή που η τσόντα είναι μόλις τρία δευτερόλεπτα μακριά από τον καθένα και ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση των προηγούμενων ετών, θα 'πρεπε -λογικά σκεπτόμενη- να μας κάνει να απολαμβάνουμε το σεξ περισσότερο, απ' ό,τι φαίνεται, λειτουργεί αντίθετα.



Ο πληθωρισμός έριξε την αξία και βρήκαν δίοδο οι εναλλακτικές για να τρυπώσουν.

Το φυσικό θεωρείται αφύσικο και τετριμμένο.

Η μαγεία -γέλα ελεύθερα, δεν παρεξηγώ- έχει εξαφανιστεί.

Το κρεβάτι δεν είναι, παρά, ένα παιχνίδι εντυπώσεων.

Ποιος έχει την πιο προχώ ιδέα, ποιος τα καλύτερα sex toys, ποιους τους περισσότερους παρτενέρ, ποιος είναι πιο ανοιχτός στο να πειραματιστεί.

Το καυλορόμετρο, είναι εκεί και μετράει. Το συναίσθημα τρομάζει και προκαλεί αμηχανία.

Η φράση «κάνω έρωτα» ακούγεται γελοία, ακόμα και αν συμβαίνει ανάμεσα σε ερωτευμένους.

Και το ετοιματζίδικο σεξ, λίγο μετά, έχει τη γεύση ξαναζεσταμένης τυρόπιτας.



Δυο φιλικά ζευγάρια μου έχουν προτείνει το τελευταίο εξάμηνο να κάνω σεξ μαζί τους.

Σε πρώτη φάση, τους θαυμάζω που έχουν κάνει τέτοια συμφωνία μεταξύ τους.

Το θεωρώ μακράν τιμιότερο από το να κερατώνεις το σύντροφό σου και εκείνος να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου.

Τους το είπα κιόλας «μαγκιά σας..».



Σε δεύτερη φάση, απόρησα.

Πώς γίνεται να δηλώνεις ερωτευμένος με κάποιον και να αντέχεις και μόνο στη σκέψη να τον μοιράζεσαι;

Πόσο μάλλον στην εικόνα. Τι σόι έρωτας είναι αυτός;

Αυτό είναι κάτι που πραγματικά αδυνατώ να κατανοήσω.



Σε τρίτη φάση, αρνήθηκα την πρόταση.

Μην αρχίσεις να σκέφτεσαι γιατί και πώς και ποιος συντηρητισμός με έσπρωξε στο να πω «όχι», ενώ θα θεωρήσεις, ίσως, πως στην πραγματικότητα ήθελα να πω «ναι».

Αυτή δε η ατάκα, έχει φτάσει να μου θυμίζει την άλλη που λένε ορισμένοι ομοφυλοφίλοι «αποκλείεται να μην το έχεις θελήσει έστω και μια φορά, απλώς δεν τόλμησες να το δοκιμάσεις» σε μια προσπάθεια να σε μεταπείσουν.



Μη με ρωτήσεις επίσης «μα γιατί, δεν ήταν όμορφα ζευγάρια;», λες και αυτό είναι το πρόβλημά μας.

Μια χαρά ήταν. Και οι τέσσερείς τους. Πολύ ελκυστικοί.

Είπα όχι, γιατί απλώς ήθελα να πω όχι. Άρα, γιατί δεν ήθελα να το δοκιμάσω.

Ούτε από περιέργεια, ούτε από «γαμώτο, ας πω ότι το έκανα και αυτό».

Είπα όχι, γιατί ανακάλυψα από νωρίς πως για μένα σεξ χωρίς συναίσθημα, είναι η μεγαλύτερη αγγαρεία που μπορείς να με βάλεις να κάνω.

Χειρότερη και από το καθάρισμα των τζαμιών, που έλεγα στην αρχή.

Και γιατί να γίνεται αγγαρεία αυτό που θα 'πρεπε να είναι η ύψιστη απόλαυση;



Επίσης, ουσιαστικό συναίσθημα για πόσους λες να νιώσεις στη ζωή σου;

Δύο, τρεις, πενηντατρείς; Eγώ δεν φημίζομαι και για καρδιά αγκινάρα.


Είναι πολλοί οι άνθρωποι που απολαμβάνουν το ίδιο, ίσως και περισσότερο, το σκέτο σεξ χωρίς σάλτσες και είναι δίπλα σου και δίπλα μου.

Να σου πω την αλήθεια, κατά βάθος ίσως τους ζηλεύω λίγο.

Οι επιλογές σου σε αυτή την περίπτωση είναι απείρως περισσότερες.

Δεν χρειάζεται να περιμένεις να εντυπωσιαστείς, να πλέξεις παραμύθια στο μυαλό σου, να ανακαλύψεις και να ανακαλυφθείς.

Δεν ρισκάρεις να πληγωθείς και να βρεθείς να μετράς χαμένες μέρες και σβησμένα αποτσίγαρα.

Είναι όλα τόσο πιο απλά, καθημερινά και εύκολα.



Κάτι άλλο όμως που απεχθάνομαι, είναι και η ευκολία.

Ίσως επειδή όσοι την προτιμούν, στα μάτια μου φαντάζουν δειλοί. Και τους αντιπαθώ κι αυτούς.



Γι’ αυτό σου λέω, βλέπεις πόσο εύκολα χρησιμοποιώ ρήματα τύπου «απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι, αντιπαθώ και αηδιάζω».

Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα πω «ναι» στην ανήθικη πρότασή σου;



Και αφού η χρονομηχανή για εμάς τους αμετανόητα ρομαντικούς δεν έχει ακόμη εφευρεθεί, τουλάχιστον αφήστε μας να ζούμε στον κόσμο μας.

Είμαστε ευτυχισμένοι εκεί, αγκαλιαζόμαστε και βολευόμαστε ωραιότατα σε μονά στρώματα και δεν έχουμε ανάγκη από κρεβάτια king size.

http://www.eyedoll.gr/ngine/article/1634/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5%CE%BE

Ο ΑΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Δημοτικό

Δεν τραγουδούσα-μίλαγα
δεν έκλαιγα-κοιτούσα
ώσπου με χτύπησε δριμύς
αέρας της αγάπης...

****
Ο ΑΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Μιχάλης Γκανάς
Νίκος Ξυδάκης

Δεν τραγουδούσα-μίλαγα
δεν έκλαιγα-κοιτούσα
ώσπου με χτύπησε δριμύς
αέρας της αγάπης
κι ολόκληρο με τίναξε
σαν δέντρο ανθισμένο.

Ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες
να μυρίσουνε οι στράτες.*

Ρίχνω τα πέταλα στη γη
να περπατάς ξυπόλητη
κι ο ίσκιος μου δένει καρπούς
που δε θα τρυγηθούνε,
αφού δε βρέθηκε κανείς
τον ίσκιο να τρυγήσει.

*Δημοτικό δίστιχο


Έκτωρ Πανταζής



Έκτωρ Πανταζής
11/5/2014 ·


ανάβουν ένα ένα τα χαλίκια στην ακτή
καθώς βαδίζεις με πέλμα γυμνό
στήθος στον άνεμο

Τη θάλασσα τη θάλασσα άσ' την να σε διασχίσει καθόσο είσαι πρόκληση!


Δεν είμαι περιστέρι είμαι στη λέξη το νυστέρι
είμαι θαλασσινό αγέρι είμαι ότι η νύχτα θα σου φέρει

Veneratrice Silenciosa Μέρα που είναι



Μέρα που είναι

"Ωραία λοιπόν, και μέρα τέτοια που ΄ναι, ίσως να το οφείλουμε εντέλει:

προτού να συγχωρήσουμε και να συχωρεθούμε, θα πρέπει

να ειπωθούν οι πόθοι και τα αίσχη: το λένε τα βιβλία και η γνώση, και όλων των γονέων οι σοφίες, κι οι σοφιστείες του κώλου
κι οι θρησκείες: πως τους γεννήτορές μας πρέπει να τιμούμε,

πως δηλαδή πρέπει να αγαπούμε τον κάθε μας πλησίον της αδικίας,

της αμαρτίας, και του φόνου της καρδιάς μας. Στη λοταρία ποιός λαχνός να σου ΄χε πέσει; Καλός γονιός, είναι εκείνος που μπορούσε να είναι αρκετά καλός, και λίγο ακόμα. Αλλά, ποιός είναι εκείνος που ορίζει το μέτρο το αρκετό; Κάποιοι ξεμένουν να γλύφουν τις πληγές τους χρόνια πόσα, κάποιοι άλλοι επιβάλλουν τα ίδια και στα τέκνα τα δικά τους, κι όλοι μαζί χορεύουμε στο βρόντο.

Και ακούω να αναφέρονται κάποιοι στην εποχή τους, την ηλικία

την κρυφή, την παιδική τους - με χρώματα πανέμορφα κι ωραία,

άλλοι με σκόνη, στάχτη και μοιραία. Λέω λοιπόν, πως για να συγχωρήσει

άνθρωπος τ' ασυγχώρητα - θα πρέπει, να ενθυμείται, να' χει

ξεπεράσει ανάγκη των θεσμών και των δεσμών του - να ρίχνει

τις ελπίδες του του ανέμου, να συγχωρεί πρώτα τον εαυτό του -

που κακώς αγαπήθηκε. Και όχι, δικαίωση καλή να περιμένει,

κι απόδοση του δίκιου απ΄τους ξένους: ο μόνος που μπορεί

να συχωρνάει είναι ο θάνατός σου, η ζωή μου - εγώ μονάχα

πιόνι της ερήμου κι ο βάτος που όπως φλέγεται, πυρώνει."

© Ολβία Παπαηλίου, 2014




Veneratrice Silenciosa
11/5/2014 ·

Διαβάστε ότι έχω "κλέψει" από το προφίλ της εδώ http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B1%20%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85


Χλόη Ν. Αμαράντου Θα με θυμάσαι, θα το δεις



Στίχοι: Χλόη Ν. Αμαράντου
Μουσική - Τραγούδι: Γιώργος Πολύζος

http://youtu.be/hfXZs5xOmgA


Τόλης Νικηφόρου «κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ» - η ερωτική ιστορία ενός ποιήματος




(πίνακας: Ντίνος Παπασπύρου)

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014



«κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ» - η ερωτική ιστορία ενός ποιήματος


Πολλά από τα ποιήματά μου δεν είναι απλές εμπνεύσεις της στιγμής, έχουν τη δική τους ιστορία. Μια ιστορία συχνά ερωτική και σχεδόν πάντα λυπημένη, αφού εγώ δεν ξέρω χαρούμενες ιστορίες. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν χαρούμενα ποιήματα.




Όπως λοιπόν «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί», έτσι επιλέγει και τον χρόνο που η ιστορία του θα αναδυθεί στην επιφάνεια. Για λόγους μυστικούς και ανεξιχνίαστους. Με εμένα βέβαια ως αφηγητή, αναπόφευκτα εμένα. Και με λίγα λόγια. Παρόλο που θα μπορούσε να γραφτεί ένα μεγάλο διήγημα ή ακόμη και μυθιστόρημα.




Η Σιμόνη ήταν ο εφηβικός μου έρωτας. Ο έρωτας στα 18 μας χρόνια. Εγώ είχα μόλις αποφοιτήσει από το γυμνάσιο και εκείνη θα πήγαινε στην έκτη τάξη. Ένας έρωτας που άρχισε στις αμμουδιές της Αγίας Τριάδας το καλοκαίρι του 1957 και συνεχίστηκε επί σχεδόν δύόμιση χρόνια στα πάρκα, στη νέα παραλία, στις ερημιές της Θεσσαλονίκης.




Την αγαπούσα τη Σιμόνη. Με όλο το πάθος, με όλη την απελπισία, με όλη την αδεξιότητα της ηλικίας μου. Είμασταν όμως και οι δύο πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά, η κοινωνία ήταν συντηρητική και οι οικογένειες αυστηρές, οι συνθήκες δύσκολες και το μέλλον εντελώς αβέβαιο. Έτσι αναγκάστηκα να διακόψω την αναβολή΄λόγω σπουδών για να υπηρετήσω τη θητεία μου στον στρατό.




Τους πρώτους μήνες τα γράμματα της Σιμόνης ήταν σχεδόν καθημερινά και φλογερά, με τον καιρό όμως αραίωσαν και έγιναν κάπως τυπικά. Ιδίως όταν εγώ περνούσα τη σκληρή εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο. Κάτι λοιπόν μου έγραψε εκείνη για χορούς και διασκεδάσεις, κάτι της απάντησα εγώ εκνευρισμένος από τα καψόνια της σχολής, το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουμε δι' αλληλογραφίας. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται.




Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη, περίπου δυο χρόνια αργότερα, της έκανα ένα διστακτικό τηλεφώνημα, ουσιαστικά όμως δεν επιδίωξα να τη δω για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση. Και ακολούθησαν όλα όσα φέρνει η ζωή.




Ακολούθησαν 40 χρόνια χωρίς ποτέ να συναντηθούμε. Αν και, με εξαίρεση τα πέντε δικά μου χρόνια στην Αθήνα και το Λονδίνο, ζούσαμε και οι δύο στο κέντρο της ίδιας πόλης. Κάποιος μου είπε ότι η Σιμόνη είχε παντρευτεί, ότι έκανε παιδιά. Είχα φυσικά κι εγώ παντρευτεί με τη Σοφία στο Λονδίνο.




Μια νύχτα λοιπόν, εντελώς απροειδοποίητα μετά 40 χρόνια, είδα τη Σιμόνη στ' όνειρό μου. Περπατούσαμε, λέει, στον δρόμο όπως παλιά κι είχα το χέρι μου περασμένο στους ώμους της όπως παλιά, και την αγαπούσα όπως παλιά. Ξύπνησα με μια φοβερή αίσθηση νοσταλγίας. Και κάθισα και της έγραψα το παρακάτω ποίημα.




κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ




δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά,

και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το ωδείο.

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα

κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.

κάποτε φάνηκες

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.

στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις

κι ύστερα έφυγες

κι όσο χρόνο το χρόνο στο βάθος σβήνεις

τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου

μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα

πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ

κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα

πηγαίνεις στο παλιό ωδείο

σε λεν Σιμόνη

κι αγαπιόμαστε τρελά




Το ποίημα αυτό εντάχθηκε στη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999. Λίγο αργότερα εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων μου Νόστος, 2000, για τα χρόνια του σχολείου. Έψαξα λοιπόν και βρήκα το τηλέφωνο της Σιμόνης και της τηλεφώνησα. Για να της στείλω το βιβλίο. Και για να ακούσω τη φωνή της. Ούτε η δική της είχε αλλάξει, ούτε η δική μου. Εγώ όμως θέλω να σε δω, της είπα. Κι εγώ θέλω να σε δω, απάντησε εκείνη.




Συναντηθήκαμε λοιπόν. Συναντηθήκαμε, ήπιαμε καφέ και θυμηθήκαμε τα παλιά. Συγκινηθήκαμε και οι δύο, ίσως δακρύσαμε. Για τα όνειρα της εφηβείας μας και για όσα δεν είχαν γίνει ποτέ πραγματικότητα. Εγώ πάντα σ' αγαπώ, της είπα τότε. Κι εγώ σ' αγαπώ, μου απάντησε,πώς θα μπορούσα να μην σ' αγαπώ.




Συναντηθήκαμε μερικές φορές ακόμη. Και είπαμε πολλά για τα παλιά και άλλα τόσα για τα καινούρια. Όπως δυο παλιοί αγαπημένοι. Με μια τρυφερότητα και μια νοσταλγία στα μάτια. Και η ζωή ξαναπήρε τον δρόμο της. Ίσως ο πιο ωραίος επίλογος στην ιστορία μας να ήταν αυτό που συνέβη στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης μερικά χρόνια αργότερα.




Ήταν μια ομαδική ποιητική εκδήλωση στην κατάμεστη Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη. Όταν ήρθε η σειρά μου, σηκώθηκα και διάβασα το «κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ». Κι όταν έφτασα στους στίχους «.. κι όσο χρόνο τον χρόνο στο βάθος σβήνεις, τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου ...» ακούστηκε ένα μακρόσυρτο ααααααααχχχ από τους ακροατές στην αίθουσα και ακολούθησαν χειροκροτήματα.




Χειροκροτήματα ίσως για την αιώνια χαμένη αγάπη που παραμένει ζωντανή στις καρδιές όλων μας. http://secrets-and-documents.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html