Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Γιάννης Πρόφης Το πανηγύρι και το αρνί της Ασήμως








Το πανηγύρι και το αρνί της Ασήμως

Γράφει ο Γιάννης Πρόφης

Έφτασε η γιορτή Αναλήψεως, μέρα πανηγυριού, κι όλο το χωριό, παραμονή κι ανήμερα, γιόρταζε. Από μέρες οι νοικοκυραίοι είχανε συγυρίσει τα σπίτια τους, είχανε περιποιηθεί τις αυλές και τ’ ανοιξιάτικα λουλούδια τους κι είχαν ασβεστώσει τους κορμούς των δέντρων και τους μαντρότοιχους, μέσα κι έξω. Στον κεντρικό δρόμο τα καφενεία, οι ταβέρνες και τ’ άλλα μαγαζιά ήταν απ’ έξω στολισμένα με κλαδιά από βάγια, φοίνικες και μουριές. Τα χασάπικα ήταν γεμάτα με σφαχτά που κρέμονταν στα τσιγκέλια και τα μανάβικα γεμάτα από φρούτα, μήλα, ροδάκινα και μούσμουλα, μέχρι και κεράσια είχανε φέρει. Είχαν έρθει κι οι πραματευτάδες, που πουλάγανε τόπια, σβούρες, σφυρίχτρες, μύλους, καθρεφτάκια κι άλλα παιχνίδια για παιδιά. Κι όπως πάντα, η λατέρνα, το ροσόλι, ο γύφτος με την αρκούδα κι ο άλλος με τη μαϊμού. Κι όλος ο κόσμος, ντυμένος με τα καλά του ρούχα, πλημμύριζε το δρόμο και την εκκλησία.

Ανήμερα της γιορτής, στο σπίτι του μπάρμπα-Σπύρου ξύπνησαν όλοι πρωί – πρωί, φόρεσαν τα γιορτινά τους και με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας ξεκίνησαν για την εκκλησία, γονείς και παιδιά. Όλοι, εκτός από τη μεγάλη κόρη, την Ασήμω. Εκείνη είχε άλλα καθήκοντα να κάνει: Θα έσφαζε το αρνί που είχανε στη μάντρα, θα το έγδερνε, θα το ετοίμαζε και θα το έψηνε στο φούρνο με πατάτες. Στην οικογένειά της τρέφανε πάντοτε αρνιά, γίδια κα πρόβατα, που τα πουλάγανε, κι από μικρή ήξερε να σφάζει και να γδέρνει. Ήτανε δυνατό κορίτσι και στις αντρικές δουλειές τα κατάφερνε μια χαρά. Και το πασχαλινό αρνί αυτή το είχε ετοιμάσει με μεγάλη επιτυχία. Και τώρα έβαλε τα δυνατά της, γιατί το μεσημέρι θα τρώγανε μαζί με τους κουμπάρους, που την είχαν βαφτίσει, και θα έρχονταν από την Αθήνα.

Φύγανε το λοιπόν οι άλλοι για την εκκλησία κι η Ασήμω έμεινε μόνη στο σπίτι. Πήρε το μαχαίρι, μπήκε στη μάντρα, έπιασε το σγουρόμαλλο αρνάκι και χωρίς ευαισθησίες το ’σφαξε, σα να ’κανε μια οποιαδήποτε συνηθισμένη δουλειά. Το κρέμασε μετά στο τσιγκέλι ανάποδα, το ’γδαρε και πέταξε το τομάρι μακριά. Έριξε κατόπι ξύλα κι άναψε το φούρνο που ’χανε στο χαγιάτι, στο βάθος της αυλής, για να ’ταν έτοιμος. Καθάρισε μετά τις πατάτες και τις έκοψε. Πήρε το μεγάλο ταψί, έβαλε μέσα λάδι, τις πατάτες και τ’ αρνί, το αλάτισε και το ’ριξε στο φούρνο. Πήγε μετά να συγυρίσει το καλό δωμάτιο και να στρώσει το μεγάλο τραπέζι που θα κάθονταν η οικογένεια με τους κουμπάρους. Έβαλε το καλό τραπεζομάντιλο, μαχαιροπήρουνα, πιάτα και ποτήρια, όλα εντάξει. Μετά φόρεσε το γιορτινό της φόρεμα, το καλό μαντίλι στο κεφάλι, στολίστηκε και περίμενε.

Οι γονείς και τ’ αδέρφια της, άκουσαν τη λειτουργία στη λαμπροφορεμένη εκκλησιά κι ακολούθησαν την περιφορά της εικόνας, με τα λάβαρα, τον μητροπολίτη, τους παπάδες και τους επίσημους. Στην κεντρική πλατεία συνάντησαν και τους κουμπάρους από την Αθήνα, που τους περίμεναν εκεί, όπως είχανε συνεννοηθεί πριν από μέρες. Χαιρετούρες, χαρές και φιλιά. Ο μπάρμπα-Σπύρος τους κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα της πλατείας και τους κέρασε λεμονάδα και βανίλια – υποβρύχιο. Με την κουβέντα πέρασε η ώρα ευχάριστα. Το πιο ενδιαφέρον όμως ήταν αυτό που είπε η κουμπάρα: «Κάτι έχω το μυαλό μου για την Ασήμω, τους είπε˙ ξέρω ένα καλό παιδί στην Αθήνα και γρήγορα θα σας το κάνω προξενιό...».

Πλησίαζε τώρα το μεσημέρι και σηκωθήκανε από την πλατεία να πάνε στο σπίτι, για το μεσημεριανό τραπέζι. Στο δρόμο ο μπάρμπα-Σπύρος τους είπε για το καλό φαγητό που ετοίμαζε η Ασήμω. Πέρασαν την αυλόπορτα κι οι ξένοι θαύμασαν την ωραία ασβεστωμένη αυλή, με τ’ ανθισμένα δέντρα, τις βιολέτες και τ’ άλλα λουλούδια, που σκόρπιζαν ευωδιές. Η Ασήμω τους υποδέχτηκε με χαρές και γέλια, φίλησε το χέρι του νουνού και της νουνάς και τους οδήγησε στο δωμάτιο. «Πωπώ, πώς μεγάλωσες, έγινες κοπέλα της παντρειάς, ψηλή και όμορφη! Άντε, κι εγώ θα σου βρω ένα καλό γαμπρό!» πέταξε τη σπόντα η κουμπάρα.

Όμως στη μύτη της θειάς Σπύραινας έφτασε σε λίγο μια άσχημη μυρουδιά. Δεν ήταν από κάψιμο, κάτι άλλο ήταν, που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Περίεργο, σκέφτηκε, αντί να μοσκομυρίζει ο τόπος από το αρνί που ψήνεται, κάτι άσκημο μου βρομάει!» Τράβηξε παράμερα την κόρη της και τη ρώτησε: «Μόι το φαΐ τι γίνεται; Το προσέχεις;» «Ψήνεται, έτοιμο θα είναι... Πάμε να το βγάλουμε από το φούρνο» απάντησε αυτή. Προχωρήσανε προς το χαγιάτι κι όσο πλησίαζαν, τόσο η μυρουδιά γινόταν και πιο ανυπόφορη. Η μάνα τράβηξε μ’ ανυπομονησία το σιδερένιο σκέπασμα του φούρνου και τι να δει: Το αρνί ήταν σκεπασμένο με μια σκούρα λαδοπράσινη ψημένη κρούστα, ενώ οι πατάτες κολυμπούσαν μέσα σ’ ένα αηδιαστικό σε χυλό, που είχε το ίδιο χρώμα. Μια μπόχα ξεχύθηκε από μέσα και τους έφερε λιγοθυμιά. «Μόι τι έχεις κάνει εδώ, μόι αρναούτε; Το αρνί μας είν’ αυτό;» φώναξε η μάνα. Η κόρη σάστισε, έχασε τα λόγια της, δεν ήξερε τι να πει. Η μάνα βούλωσε τη μύτη της με την άκρη του μαντηλιού της και τράβηξε με το φτυάρι το ταψί προς τα έξω. Το κοίταξε προσεχτικά κι είδε την κοιλιά του αρνιού σκασμένη σαν από έκρηξη ηφαιστείου. Ο χυλός του στομαχιού, με μισοχωνεμένα χορτάρια και άχυρα, είχε περιλούσει όλο το ταψί. «Μίλα, μόι ερημάδε, τι έκανες εδώ; Έγδαρες το αρνί και δεν άνοιξες την κοιλιά του να βγάλεις την πατσά και τ’ άντερα; Μόι δεν έχεις καθόλου μυαλό στο κεφάλι σου; Ου, που να ψοφήσεις! Μόι τι θα ταΐσουμε τώρα τους μουσαφιραίους, μόι βαλανιδιάρε;» Από τα μάτια της Ασήμως πετάχτηκαν χοντρά δάκρυα. Καλύτερα ν’ άνοιγε η γης να την καταπιεί. Με τις παλάμες της σκέπασε το πρόσωπό της και χτυπιότανε κάτω. «Ξέχασα, μανούλα μου! Αχ, ξέχασα, εγώ η σκύλα, να τ’ ανοίξω και να βγάλω την πατσά... Πώς το ’παθα αυτό η έρημη;» έλεγε κλαίγοντας γοερά.

Η μάνα της έδωσε μια σπρωξιά για να την παραμερίσει, κι έφυγε. Από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου με τους μουσαφιραίους, έκανε κρυφά νόημα στον άντρα της να βγεί έξω. Βγήκε ο μπάρμπα-Σπύρος κι αυτή τον τράβηξε παράμερα και του εξήγησε τι είχε συμβεί. Προχωρήσανε κι οι δυο προς το χαγιάτι για να δει κι αυτός με τα μάτια του. Όταν είδε το θέαμα του ταψιού με το αρνί έμεινε άφωνος. Άρχισε να βρίζει και να βλαστημάει κι έριξε κι ένα χαστούκι στα κατακόκκινα μάγουλα της κόρης του. Ύστερα στάθηκε για λίγο να σκεφτεί και στο τέλος τους είπε το σχέδιό του: «Σταματήστε τα κλάματα, να μη μας πάρουνε χαμπάρι οι κουμπάροι. Θα τους πούμε ότι φαΐ ήταν έτοιμο από νωρίς κι η Ασήμω έβγαλε έξω το ταψί και τ’ άφησε στο πεζούλι του φούρνου. Κι όταν ήρθε μετά μέσα να στρώσει το τραπέζι, οι γάτες της γειτονιάς πέσανε στο ταψί, φάγανε το αρνί και τα μαγαρίσανε όλα... Εσείς βγάλτε έξω τα κάρβουνα που ’χουνε μείνει στο φούρνο, ανάφτε κι άλλη φωτιά, κι εγώ πάω στο χασάπικο να φέρω μπριτζόλες να ψήσουμε.

Η μάνα σκούπισε τα δάκρυά της, ενώ η κόρη εξακολουθούσε να κλαίει. «Σταμάτα, να κλαις, σκατο-κουτουμπάνα, και βγάλε το σκασμό, της είπε˙ γιατί άμα μάθει η κουμπάρα ότι είσαι παλαβιάρα, δε θα μας κάνει το προξενιό που μας έταξε...». Και της έριξε και μια στριφτή τσιμπιά ψηλά στο μπούτι. Πήρε μετά το ταψί, πήγε στο κοτέτσι κι άδειασε το φαγητό εκεί, για να το φάνε οι κότες.

Στο μεταξύ γύρισε κι ο μπάρμπα-Σπύρος από το χασάπικο με τις αρνίσιες μπριτζόλες στα χέρια. Τις έδωσε στις γυναίκες κι έτρεξε στο δωμάτιο να εξηγήσει στους κουμπάρους τι είχε συμβεί με το φαγητό. Τα μπάλωσε κάπως τα πράματα και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση. «Δεν πειράζει, είπαν αυτοί, αυτά είναι πράματα που συμβαίνουνε...» Οι γυναίκες ρίξανε τις μπριτζόλες στη σκάρα, τις ψήσανε ωραία, τις βάλανε σε πιατέλες και τις φέρανε στο τραπέζι. Μαζί με τα σαλατικά, τα τυριά, το φρέσκο ψωμί και το κρασί, το γεύμα ήταν μια χαρά κι έμειναν όλοι ευχαριστημένοι. Και το πιο σπουδαίο ήταν ότι μετά από τρεις μήνες το προξενιό έγινε και πέτυχε. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά...
ΠΗΓΉ :
http://www.mesogianews.gr/index.php?ID=laografia&Rec_ID=2334


Πρόφης Γιάννης

Ο Γιάννης Πρόφης γεννήθηκε και ζει στο Κορωπί. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κύρια ενδιαφέροντά του είναι η ζωγραφική και η λαογραφία του τόπου του. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει οι μουσικοσυνθέτες Διονύσης Αποστολάτος, Θωμάς Κανάκης και Θεόδωρος Χαρίδης. Στα ταξίδια του περιλαμβάνονται η Γροιλανδία (1975) και η Ανταρκτική (1988).


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2011) Τα σχολεία του Κορωπίου, ΑΩ Εκδόσεις

(2005) Κατοχή, καπνοί και ανεμώνες, ΑΩ Εκδόσεις

(2004) Γεώργιος Σαράντη Παπασιδέρης 1875-1920, ΑΩ Εκδόσεις [κείμενα, εικονογράφηση]

(1999) Οι Γερμανοί ξανά ξανάρχονται, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ

http://www.biblionet.gr/author/19743/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%82

Κωνσταντίνος Κομιανός, Βαδίζων κατά μόνας


Βαδίζων κατά μόνας


Στο πεδίο που πατώ

της ζωής μου στρέψιμο ίχνος

γιομάτ’ η γη αφανώς 
ανίχνευτα - ναρκοπέδια

Να ενεργήσω αξιοπρεπώς
μη αντιστρέψιμων εκρήξεων
την κατάντια ν’ αποφύγω


© Κων/νος Κομιανός 

Στη φωτο σουρεαλιστική μινιατούρα του Frank Kunert


Konstantinos Komianos


12 Μαΐου

 

Αγγελίνα Ρωμανού






Αγγελίνα Ρωμανού


12/5/2014 ·


Τα φώτα του δρόμου αντανακλούν οσμές. Ορέξεις τρισυπόστατες, βήματα δεσμών, μικρούς ψιθύρους φυλακών. Τα φώτα του δρόμου πιστεύουν στην αράχνη. Εκείνη τη μικρή θρησκόληπτη ψυχή που διαβαίνει τις κορνίζες για να πιάσει θόλο με λαδομπογιά. Αυτή την ασημί βροχή που σκεπάζει το μνήμα των αχών. Τούτη τη φρεσκολουσμένη ανασαιμιά που τρώει έντομα υποκύπτοντα στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των φθόγγων. Τα φώτα του δρόμου φωνάζουν για εμάς.


Τους θνητούς με τις μεσάτες φούστες. Τους μωρούς με τις λαμέ υπογραφές. Τους απείθαρχους με τα ροζ βρακιά. Τους περάστε-για-να-δείτε-δωρεάν-θεάματα-ω!-μικροί-μα-τόσο-μικροί-γελωτοποιοί. Η έξοδος βαμμένη παραλλαγή. Η είσοδος, χυμένη ερωτοτροπία. Πρώτα κόψου κι ύστερα φτιάξε τον ιστό. Τα φώτα ανάβουν για σκιά.


Εσύ φτωχέ μου θεατή, για πες,


Χορεύεις?


.

.

Αγγελίνα Ρωμανού

«Στέφανος» Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη "Οι τελευταίοι" (1966)




«Στέφανος»

Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη 
"Οι τελευταίοι" 
(1966).




Ετούτη τη φορά, καθώς η μάχη θα καθόριζε για πάντα
τη ζωή μας, προσπαθήσαμε να τα προβλέψουμε όλα-
στρατηγική και ταχτική, τις εφεδρείες, τις πιθανές κινή-
σεις του εχθρού,
τη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμα και τις καιρικές
συνθήκες,
όλα προσεκτικά μελετημένα και, σχεδόν, ευνοϊκά. 
Κι όμως
ηττηθήκαμε! Τι έφταιξε; Τι μας διέφυγε; Πού ήταν το λά
θος;

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο
ύπνος, ένας τυφλός εγωισμός
όταν χρειάζονταν λίγη κατανόηση ή μια ηλίθια συγχώρεση
όταν έπρεπε να τους πιάσεις απ' τον λαιμό. Μεγάλα λόγια
που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας-
χιλιάδες ήττες μέσα μας, αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,
σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπό
γειο
γκρεμίζοντας, άξαφνα, την πρόσοψη ενός σπιτιού
που μέχρι χτες υψώνονταν γεμάτο δύναμη και φώτα και
όνειρα και χορούς-
κι ανεξόφλητα χρέη.
Τάσος Λειβαδίτης
(1922-1988)





Πηγές
http://aromasofias.blogspot.gr/2015/11/blog-post_23.html

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γρηγόρης Σακαλής, ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΑ







Θυμάμαι τα μάτια σου θλιμμένα
να με κοιτούν,
Μάνα μου,
ένα ¨γιατί¨ εκπέμπανε αχνά,
αυτά τα μάτια που δώσανε
το φως
και αντίκρισα όλη την οικουμένη,
Μάνα μου,
είδα τα χείλη σου σφιγμένα,
αυτό το στόμα που έδωσε
το λόγο
και μίλησα τη γλώσσα των πουλιών,
Μάνα μου,
είδα τα χέρια σου ροζιασμένα,
αυτά τα χέρια που έσκαψαν
τη γη
και έφαγα ψωμί,
Μάνα όλης της γης,
είδα την ψυχή σου μαύρη,
αυτή την ψυχή που έδωσε αγάπη
που δεν ανταποδόθηκε.
Μάνα μου …




Βιογραφικό σημείωμα: Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012.

Πέτρος Κουμπλής Έχε το νου σου στο παιδί

Έχε το νου σου στο παιδί

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011



Σκέψου να είσαι η μάνα, που σιδέρωσε με προσοχή τα ρούχα του απ’ το προηγούμενο βράδυ, για την πρώτη μέρα στο σχολείο. Εκείνη που πήρε ανήσυχη τηλέφωνο το γιατρό, γιατί το αγοράκι της ανέβασε ξαφνικά πυρετό. Εκείνη που ένα Σάββατο μεσημέρι το καμάρωσε να κάνει ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές ρόδες. Εκείνη που το μάλωσε, όταν δεν έφαγε όλο το πιάτο με τις φακές, τη δύναμή του. Σκέψου να είσαι η μάνα… και κάποιος, κάποια μέρα, να σηκώνει κάποιο όπλο και να σκοτώνει το παιδί.

Σκέψου να είσαι η μάνα που έμεινε κρυφά ξάγρυπνη, κοιτώντας το ρολόι με αγωνία. Εκείνη που άκουσε με ανακούφιση την πόρτα και τα βήματά του να το οδηγούν στο εφηβικό δωμάτιο. Εκείνη που άπλωσε όλα τα ρούχα του, έραψε όλα τα κουμπιά του που ξηλώθηκαν. Και κάποια μέρα, κάποια οργή, κάποιο μίσος, κάποια παράνοια να γίνεται κάποια βόμβα και να το σκοτώνει.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα που ανοίγει το πορτοφόλι της και βλέπει τη φωτογραφία του. Εκείνη που απλώς θέλει ν’ ακούσει τη φωνή του στο τηλέφωνο. Εκείνη που κάποτε το γέννησε, αλλά το κουβαλάει μέσα της για πάντα. Η μάνα που κάθε σκέψη της έχει υστερόγραφο το πρόσωπό του. Και κάποια μέρα ξαφνικά, κάποιος του μιλά άσχημα, κάποιος θέλει το κακό του, κάποιος θέλει να το πονέσει. Και το πονά.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα. Και να τρέμει η ψυχή σου που έφυγε από κοντά σου. Να θέλεις να γίνεις κάθε πέτρα, κάθε μονοπάτι, κάθε δρόμος που θ’ ακολουθήσει, για να το προσέχεις. Και κάποια μέρα το παιδί να χάνεται σε κάποια θάλασσα. Κι εσύ να μη ξέρεις τίποτα. Ποιος να σε βρει και ποιος να σου πει για κάποιο σάπιο δουλεμπορικό.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα που κάθε μέρα ξυπνά με την σκέψη να βρεις φαγητό για το παιδί. Να περπατάς χιλιόμετρα για να βρεις καθαρό νερό. Να παρακαλάς για ένα βρώμικο δολάριο, για να του πάρεις γάλα. Και κάποια μέρα, κάποιος στρατός να το σκοτώνει. Και το παιδί να γίνεται κάποιος αριθμός σε κάποιο δελτίο ειδήσεων, σε κάποια χώρα.

Σκέψου να είσαι η μάνα και να μη μάθεις ποτέ πως την ώρα που ξεψυχούσε, που άφηνε το σώμα του, σ’ αυτήν την απειροελάχιστη χαραμάδα του χρόνου, σ’ εκείνη την ύστατη στιγμή, σκέφτηκε το πρόσωπό σου.

Σκέψου να σαι η μάνα…

Σκέψου το. Όχι, σκέψου το πραγματικά , μην το προσπεράσεις. Μην πας γρήγορα στην επόμενη γραμμή. Σε παρακαλώ…

Σκέψου το. Γιατί είσαι και είμαι η μάνα. Είσαι και είμαι το παιδί. Είμαστε ο λώρος που μας ενώνει. Όλους μας.

Δε θέλω να πεθάνω για να με αγαπάς. Δε θέλω να γίνω ήρωας για να μ’ αγαπάς. Δε θέλω να γίνω κάτι για να μ’ αγαπάς. Θέλω… θα ‘θελα… να το κάνεις τώρα.

Τώρα που με συναντάς στο δρόμο. Τώρα που δε γνωρίζεις τ’ όνομά μου. Τώρα που μου μιλάς. Που με διαβάζεις. Τώρα που ήσουν έτοιμος να μου φωνάξεις, να με χτυπήσεις. Τώρα, που σου μοιάζω αδύναμος. Τώρα που νόμιζες πως ήμουν ξένος. Τώρα.

Τώρα… που ξέρεις πια…
http://www.aixmi.gr/index.php/exe-to-nou-sou-sto-paidi/

Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη




Μπαίνει στον θάλαμο του νοσοκομείου φουριόζα και μόλις βλέπει το παλικάρι της στο μπαλκόνι, βραδύνει το βήμα της, το χαμόγελο στήνεται στη θέση του, τα μαύρα μάτια της καρφωμένα πάνω του, δεν καταλαβαίνει πώς διασχίζει τον διάδρομο, το μόνο που τη νοιάζει είναι το παιδί της.
Φρενάρει μπροστά του, τον ελέγχει από πάνω μέχρι κάτω, με το ίδιο χαμόγελο. Τα μάτια της σπασμένοι μαύροι χείμαρροι, έτοιμοι να ξεσπάσουν, όμως όχι, αυτή η μάνα είναι αλλιώτικη, δεν κλαίει, δεν μιλάει, δεν κάνει παρατηρήσεις, μόνο βλέπει κι όλος ο κόσμος, ο λεβέντης της δηλαδή, το στερνοπούλι της, είναι μέσα σ’ αυτά τα μάτια που υποκρίνονται χαμόγελα.
Μια μάνα της σιωπηλής απαντοχής, μια μάνα σύμβολο άλλων εποχών που εμφανίζονται σε κάτι παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, μια γυναίκα της βαθιάς υπομονής που αγαπάει σιωπηλά.
Στέκεται στην άκρη του μπαλκονιού κι ενώ μιλάει για κίσσες και κοράκια, παρατηρεί πλάγια το παιδί της, τον μικρότερό της που δεν το περίμενε να κάνει καμιά εγχείρηση, έστω και τόσο απλή, αυτό είναι το βλαστάρι της, τι δουλειά έχει εδώ;
Ρίχνει το βλέμμα της στον άντρα της, έναν άνθρωπο που κάθεται αμίλητος με σκυφτό κεφάλι σε μια καρέκλα με ξηλωμένη ταπετσαρία, ξαναστρέφεται στον μικρό της λες και τους σύγκρινε και αποφάσισε ότι αφού τους έχει κοντά της όλα πάνε καλά, ύστερα κοιτάζει τον μεγάλο της που γελάει, το μυαλό της στην αγωνία της, δεν καταλαβαίνει γιατί γελάει, όμως γελάει κι αυτή, έτσι να σπάσει το φόβο της που ξέρει ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει, τίποτα δεν είναι αυτό το χειρουργείο, ούτε καν νάρκωση δεν θα υποστεί, και ο μικρός της, που συναισθάνεται τι παζάρι γίνεται μέσα της, ανάμεσα στον πανικό και τη λογική, λέει άξαφνα: «Αυτό δεν είναι εγχείρηση, της μάνας ήταν».
Κι αρχίζουν να εξηγούν τι συνέβη, πώς ζει χρόνια με παρά φύσιν έδρα λόγω καρκίνου κι η μάνα με το χαμόγελο και τα μάτια μαύρα ποτάμια, εξηγεί ότι τη ρωτούσαν πώς άντεχε να δουλεύει και πεταρίζει το βλέμμα της προς τα αγόρια της δίνοντας βουβή εξήγηση γιατί δούλευε κι ύστερα πάλι στον άντρα της που ανταποδίδει το βλέμμα πριν ξανασκύψει το κεφάλι στα δεμένα χέρια του.
Μου λέει ήπια: «Ποιος ξέρει τι μου έβγαλαν αλλά δε βαριέσαι, τώρα και να χαθώ, καλά είναι» κι όταν διαμαρτύρομαι, εξηγεί, «δες τους, μεγάλωσαν» με ένα ίχνος παράπονου και βαθύ καμάρι.
Παρατηρώ αυτούς τους ανθρώπους, τους χαϊδεύω απαλά ενώ θέλω να ουρλιάξω ‘αγκαλιάστε με’, μαθαίνω στη ζωή της σιωπής, των μηνυμάτων που εκπέμπουν τα σώματά τους, στις σπασμένες συλλαβές τους. Παρατηρώ πόσο ενωμένοι είναι, πώς ο ένας εισπνέει κι ο άλλος εκπνέει, ο ένας κάνει μισό βήμα περιμένοντας να το συμπληρώσει ο άλλος.
Δεν ξέρω από τέτοιες οικογένειες. Δεν ξέρω από τέτοια σύμπνοια, τέτοιο σεβασμό. Δεν ξέρω από τέτοια αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω τίποτα, τελικά. Αλλά μαθαίνω.
Κι ευχαριστώ αυτή τη μάνα που μου έκανε την τιμή να με δεχτεί στη δύσκολη ώρα δίπλα της, την ευχαριστώ γιατί είδα τον άντρα της, αυτόν τον πατέρα, γιατί γέλασα με τον μεγάλο της και πάνω απ’ όλα την ευγνωμονώ που ο μικρός της είναι και το δικό μου βλαστάρι.


ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΝΙΣΑΣ #51: Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη