Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Ο μαύρος γάτος




Ήταν ένας γάτος μαύρος πονηρός
κάθε που εβράδιαζε ντύνονταν γαμπρός
τα μαλλιά του έκανε λίγο κατσαρά
κι ένα κόκκινο παπιόν φορούσε στην ουρά

Σε κάθε σπίτι πήγαινε όπου έβλεπε καπνό
ζητούσε τα κορίτσια δήθεν για σκοπό
κι αυτές άλλο δε θέλανε φορούσαν νυφικά
κάλιο μ’ ένα γάτο παρά με κοιλαρά

Μα όπως είπα στην αρχή ο γάτος πονηρός
βόλευε τα κορίτσια και γίνονταν καπνός
με τόση καρπερότητα αχ να `χα μια σταλιά
γέμισαν τα ιδρύματα με μπάσταρδα γατιά

Οι άρχοντες φοβήθηκαν μην πάθουνε ζημιά
και την κουτάλα χάσουνε μαζί με τα ζουμιά
ρε θες να κάνουν κίνημα του γάτου οι καρποί
κι ό,τι γλυκά ροκάνιζαν σαν φούσκα να χαθεί

Έτσι αφού σκεφτήκανε βρήκαν το πιο σωστό
το γάτο να τσακώσουνε σαν μούτρο αναρχικό
βγήκε λοιπόν σεργιάνι το χαφιεδότσουρμο
αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό

Αχ καημένε γάτο μου την έχεις πια βαμμένη
του έθνους τα λαγωνικά στην έχουνε στημένη
κι όπως το λέω έγινε το πιάσανε το αλάνι
τους είδε μαύρους νόμισε με φίλους πως θα κάνει

Τώρα κλαίει κι οδύρεται μαζεύεται κουβάρι
μήπως τους κρύους δικαστές μπορέσει να τουμπάρει
αχ μη καλοί μου άνθρωποι εγώ δεν είμαι γάτος
εγώ είμαι ένας άνθρωπος με αισθήματα γεμάτος

Κοιτάζω το συμφέρον μου διαβάζω εφημερίδα
και στο στρατό υπηρέτησα για τη μαμά πατρίδα
μα εκείνοι που να ακούσουνε τον στήσανε στον τοίχο
τα μάτια κάπως παίξανε στης τουφεκιάς τον ήχο

Αν μία κόρη έχετε κρατήστε την αθώα
μπορεί ο γάτος να μη `ρθει μα θα `ρθουν άλλα ζώα
κι αν είστε κάποιος άρχοντας και παρεξηγηθείτε
στα όργανα μου μια χαρά χωράει να γραφτείτε

Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου


1. Βασίλης Παπακωνσταντίνου  
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=2634

Έντγκαρ Άλαν Πόε Ο μαύρος γάτος





Ο μαύρος γάτος και άλλα διηγήματα

Έντγκαρ Άλαν Πόε
μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

Πελεκάνος, 2013
218 σελ.
ISBN 978-960-400-655-7, [Κυκλοφορεί]


Ο Μαύρος Γάτος (Edgar Allan Poe)



Ο “Μαύρος Γάτος” (The Black Cat) είναι ένα από τα πιο γνωστά διηγήματα τρόμου και φρίκης που έγραψε ο EdgarAllan Poe (1809-1849). Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1843 στην ιστορική εβδομαδιαία εφημερίδαSaturday Evening Post της Πενσυλβάνια. Από τους μελετητές του Πόε (Πόου, σωστότερα) θεωρείται σπουδή στην ψυχολογία της ενοχής. Το διήγημα έτυχε θερμής υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό και αποτέλεσε τον πυρήνα παρωδιών πάνω στο ίδιο θέμα, ενώ το ίδιο είναι πλέον κλασικό στην ανθολογία των διηγημάτων τρόμου και φρίκης. Συμπεριλαμβάνεται δε σχεδόν σε όλες τις ανθολογίες με έργα του ιδιοφυούς, πλην όμως αλκοολικού, Αμερικανού συγγραφέα και ποιητή, που βρέθηκε νεκρός σε ένα χαντάκι σε ηλικία μόλις 40 χρονών με τις συνθήκες του θανάτου του ουδέποτε να έχουν διευκρινιστεί.


Το μικρό αυτό αριστούργημα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές στις προτιμήσεις και των σκηνοθετών κινηματογράφου. Εκείνο, όμως, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι αυτό που εξιτάρει τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες είναι περισσότερο ο τίτλος και ο συγγραφέας, παρά η ίδια η ιστορία. Ο πρώτος κινηματογραφικός "Μαύρος Γάτος" του 1934 με τον Μπόρις Καρλόφ και το Μπέλα Λουγκόσι τη μόνη σχέση με το δίηγημα είναι ο τίτλος και η αναφορά του Πόε στους τίτλους, καθώς εμπλέκεται μαύρη μαγεία και άλλα συναφή της μόδας εκείνη την εποχή. Στον δεύτερο, του 1941, μια παρωδία ταινίας τρόμου, ο Μπέλα Λουγκόσι, πάλι, και ο Μπέιζιλ Ράτμποουν μάλλον δευτερεύοντες ρόλους έχουν, καθώς η υπόθεση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε μια γηραιά κυρία και την άπληστη καμαριέρα της.

Περισσότερο κοντά στο στόρυ είναι η σπονδυλωτή ταινία του Κόρμαν "Ιστορίες Τρόμου" το 1962, με τον Βίτσεντ Πράις και τον Πήτερ Λόρε, αφού σύμφωνα με το σενάριο ο μέθυσος δολοφόνος συμπεριλαμβάνει στα θύματά του και τον εραστή της γυναίκας του. Πάνω στην ίδια ιστορία σκηνοθέτησε το 1981 και ο Ιταλός σκηνοθέτης ειδικευμένος σε ταινίες τρόμου Λούτσο Φούλτσι, ενώ στα “Δυο Μάτια του Κακού” (1990) ο επίσης Ιταλός σκηνοθέτης ταινιών υπερφυσικού τρόμου Ντάριο Αρτζέντο δίνει τη δική του χαλαρή εκδοχή της ιστορίας.



Με απόλυτα φιλολογικούς όρους ο “Μαύρος Γάτος” δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση κείμενο παραλογοτεχνίας, ώστε να έχει μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης με αναγνώσματα της παραλογοτεχνίας.Είναι έργο καθαρά κλασικής λογοτεχνίας. Ο λόγος που εντάσσεται, έχει να κάνει με το ότι ο συγγραφέας του εκπροσωπεί ως ιδρυτικό μέλος μια σημαντική σχολή. Τη σχολή της λογοτεχνίας τρόμου και φρίκης, που περισσότερο αναπτύχθηκε από τους συγγραφείς της παραλογοτεχνίας, παρά της λογοτεχνίας, όσο και αν αυτός ο διαχωρισμός είναι σχετικός και υπόπτων προθέσεων επισκιάζοντας τεχνηέντως την πραγματική διάκριση σε καλά και σε κακά έργα.
Η ιστορία είναι αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ενός ανθρώπου που πρόκειται την επόμενη μέρα να απαγχονιστεί επειδή, αν και νόμιζε ότι είχε διαπράξει τον τέλειο φόνο, το έγκλημά του αποκαλύφτηκε εξαιτίας του μαύρου γάτου του.
Το σκανάρισμα έγινε από το βιβλίο “Έντγκαρ Άλλαν Πόε ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ” από τη σειρά “Εκλεκτά βιβλία τσέπης” αριθ. τεύχους 8. Έκδοση: “Μ. Πεχλιβανίδης και Σία” σε μετάφραση Ν. Σκουλά.
Η εικονογράφηση του "εξωφύλλου" είναι του Aubrey Beardsley από έκδοση ανθολογίας έργων του Πόε το 1895, ενώ η βινιέτα στο κείμενο είναι από το GRAPHIC CLASSICS έκδοση Rosebud, 2001 (εικονογράφος: Richard Sala)





      Αυτή τη τόσο φρικτή κι όμως τόσον απλή ιστορία που αρχίζω να γράφω, ούτε περιμένω ούτε ζητώ να τη πιστέψετε. Θα ‘μουν αληθινά τρελός αν περίμενα να πιστέψετε μια υπόθεση, όπου οι ίδιες οι αισθήσεις μου αρνούνται τη μαρτυρία τους. Κι όμως δεν είμαι τρελός κι ασφαλώς δεν ονειρεύομαι. Αύριο όμως πρόκειται να πεθάνω και γι’ αυτό θέλω να ξαλαφρώσω σήμερα τη ψυχή μου. Σκοπός μου είναι να διηγηθώ στον κόσμο, απλά, απέριττα και δίχως κανένα σχόλιο, μια σειρά συνηθισμένων γεγονότων που σχετίζονται με το σπίτι μου.

Τα γεγονότα αυτά, και οι συνέπειες που προκάλεσαν, με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν, με κατέστρεψαν. Ωστόσο δε θα προσπαθήσω να τους δώσω μια κάποια εξήγηση. Για μένα παρουσίαζαν κάτι φριχτό, σε πολλούς, τα γεγονότα που θα διηγηθώ θα φανούν μάλλον αλλόκοτα παρά τρομερά. Ίσως βρεθεί κάποιο μυαλό που να μπορέσει να μεταβάλει τα φαντάσματά μου σε κοινοτοπίες – κάποιο μυαλό πιο ήρεμο, πιο λογικό, και πολύ περισσότερο ευερέθιστο από το δικό μου, το οποίο στα περιστατικά που με δέος θα εξιστορήσω, δε θα δει τίποτα περισσότερο από μια συνηθισμένη κι απόλυτα φυσιολογική διαδοχή αιτιών κι αιτιατών.

Από μικρός ακόμα διακρινόμουν για τον ήπιο και συμπονετικό μου χαρακτήρα. Η τρυφερότητα της καρδιάς μου ήταν μάλιστα τόσο φανερή, ώστε είχα καταντήσει το αντικείμενο της κοροϊδίας των συμμαθητών μου. Πάνω από όλα αγαπούσα τα ζώα, και οι γονείς μου με άφηναν να έχω στο σπίτι διάφορα ζώα που μάζευα. Περνούσα μαζί τους τον περισσότερο καιρό μου και η μεγαλύτερη ευτυχία μου ήταν να τα χαϊδεύω, να τα φροντίζω και να τα ταΐζω.

Όσο μεγάλωνα τόσο πιο έντονη γινόταν η ιδιοτυπία αυτή του χαρακτήρα μου, κι όταν πια έγινα άντρας, από τα ζώα αντλούσα τις μεγαλύτερες χαρές μου. Για όσους έχουν αγαπήσει ένα πιστό και έξυπνο σκυλί, θαρρώ πως δε χρειάζεται να εξηγήσω το μέγεθος και το είδος της ευχαριστήσεως που νιώθει κανείς από ένα τέτοιο αίσθημα. Στην αγάπη ενός ζώου, στη γεμάτη αλτρουισμό και αυτοθυσία αγάπη του, υπάρχει κάτι που αγγίζει κατευθείαν την καρδιά όποιου είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη σαθρή φιλία και τη χαλαρή πίστη του ανθρώπου.

Παντρεύτηκα νέος και χάρηκα ιδιαίτερα όταν διαπίστωσα πως κι η γυναίκα μου συμμεριζόταν τα αισθήματά μου για τα ζώα. Βλέποντας την αδυναμία που τους είχα, δεν έχανε την ευκαιρία να φροντίσει να αποκτήσουμε όσο γινόταν περισσότερα ζώα. Είχαμε πουλάκια, χρυσόψαρα, έναν ωραίο σκύλο, κουνέλια, μια μικρή μαϊμού και ένα γάτο. Ο γάτος αυτός, ήταν ένα πολύ μεγάλο και ωραίο ζώο, κατάμαυρος κι υπερβολικά έξυπνος. Όταν μιλούσε για τον γάτο, η γυναίκα μου, που κατά βάθος ήταν τρομερά προληπτική, ανέφερε συχνά τη παλιά λαϊκή δοξασία, πως όλες οι μαύρες γάτες ήταν μεταμορφωμένες μάγισσες. Φυσικά δεν το έλεγε σοβαρά κι αν κάνω λόγο για το θέμα αυτό είναι μόνο και μόνο γιατί έτυχε να το θυμηθώ τούτη τη στιγμή.

Ο Πλούτωνας -αυτό το όνομα είχαμε δώσει στο γάτο- ήταν ο αγαπημένος μου κι ο αχώριστος σύντροφός μου. Μονάχα εγώ τον τάιζα και σε όποιο μέρος του σπιτιού κι αν πήγαινα με ακολουθούσε. Με δυσκολία μάλιστα τον εμπόδιζα νάρχεται πίσω μου και στο δρόμο. Η φιλία μας αυτή κράτησε πολλά χρόνια, και σε αυτό το διάστημα η ιδιοσυγκρασία κι ο χαρακτήρας μου – εξαιτίας του σατανά αυτού που λέγεται ποτό -είχα πάθει (κοκκινίζω από ντροπή που το ομολογώ) μια ριζική μεταβολή προς το χειρότερο.

Μέρα με τη μέρα γινόμουν όλο και πιο ιδιότροπος, πιο ευερέθιστος, περισσότερο αδιάφορος για τα αισθήματα των άλλων. Υπέφερα κι ο ίδιος καθώς αντιλαμβανόμουν πόσο άσχημα μιλούσα στη γυναίκα μου. Στο τέλος έφτασα στην κατάντια να σηκώνω χέρι πάνω της και να τη χτυπώ. Φυσικά τον αντίκτυπο αυτής της μεταβολής του χαρακτήρα μου τον ένιωσαν και τα ζώα που υπήρχαν στο σπίτι μας. Ωστόσο τον Πλούτωνα τον είχα ακόμη σε υπόληψη και απέφευγα να τον κακομεταχειρίζομαι, αλλά για τα κουνέλια, τη μαϊμού, ακόμη και τον σκύλο δεν είχα κανέναν ενδοιασμό όταν τυχαία ή και από αγάπη, βρίσκονταν στο δρόμο μου.

Η αρρώστια μου όμως χειροτέρευε – κακή αρρώστια το πιοτό! Στο τέλος ακόμα κι ο Πλούτωνας που είχεν αρχίσει πια να γερνά κι όπως είναι φυσικό να γίνεται κάπως δύσκολος, άρχισε να δοκιμάζει τα αποτελέσματα της αλλαγής του χαρακτήρα μου.

Μια νύχτα, έχοντας γυρίσει στουπί στο μεθύσι μετά από μια πολύωρη βόλτα στις ταβέρνες, μου καρφώθηκε η ιδέα πως ο γάτος με απόφευγε. Τον άρπαξα με το ζόρι και εκείνος, καθώς τρόμαξε με τη βίαιη ενέργειά μου, με δάγκωσε ελαφρά το χέρι. Τα νεύρα μου, τεντωμένα κι από το μεθύσι, ξέσπασαν. Δεν ήξερα τι έκανα, δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Λες και τη στιγμή εκείνη η ψυχή μου είχε πετάξει μακριά εγκαταλείποντας το σώμα μου’ και μια διαβολική μοχθηρία – ίσως και κάτι περισσότερο – θρεμμένη με αλκοόλ, διαπέρασε το κάθε μόριο του κορμιού μου. Έβγαλα από το γιλέκο μου ένα σουγιά, τον άνοιξα, άδραξα το δυστυχισμένο ζώο από το λαιμό και το ξερίζωσα το ένα μάτι.

Ντρέπομαι, ανατριχιάζω γράφοντας αυτή τη φρικαλέα πράξη μου.

Όταν το άλλο πρωί ήρθα πάλι στα λογικά μου – όταν πια το νυχτερινό μου μεθύσι είχε πια ξεθυμάνει με τον ύπνο -ένιωσα ένα αίσθημα ανάμιχτο από φρίκη και τύψεις για το έγκλημα που είχα διαπράξει. Αλλά, όπως και αν το κάνουμε, ήταν ένα αδύναμο και αμφίβολο αίσθημα κι η ψυχή μου έμεινε ανέγγιχτη. Ξανάπεσα στο πιοτό και δεν άργησα να πνίξω στο κρασί κάθε θύμηση από κείνη μου την πράξη. Στο μεταξύ ο γάτος συνερχόταν σιγά-σιγά.

Είναι αλήθεια πως η τρύπα του χαμένου ματιού του παρουσίαζε ένα φριχτό θέαμα, αλλά δεν φαινόταν να πονά και να υποφέρει. Τριγύριζε όπως πάντα στο σπίτι, αλλά, όπως είναι φυσικό, έτρεχε κατατρομαγμένος να κρυφτεί μόλις με έβλεπε να πλησιάζω. Καθώς μέσα μου απόμενε ακόμα κάτι από τον παλιό μου εαυτό, στην αρχή λυπόμουν για αυτή την απέχθεια που τόσο φανερά μου έδειχνε ένα πλάσμα που κάποτε με είχε αγαπήσει. Το συναίσθημα όμως της λύπης παραχώρησε γρήγορα τη θέση του στο θυμό.

Και τότε, σαν τελειωτική και αμετάκλητη κατάπτωση, φώλιασε μέσα μου το πνεύμα της διαστροφής. Η φιλοσοφία δεν το λογαριάζει και πολύ αυτό το πνεύμα. Κι όμως όσο βέβαιος είμαι πως ζω, άλλο τόσο βέβαιος είμαι πως η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα της ανθρώπινης καρδιάς – μια από τις ιδιαίτερες πρωταρχικές δυνάμεις, ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στον χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε, όχι μια αλλά εκατό φορές, τον εαυτό του, να κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη απλώς και μόνο επειδή ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει; Μήπως άλλωστε δεν έχουμε μια παντοδύναμη ροπή, όσο και αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνουμε το νόμο μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος;

Το πνεύμα αυτό της διαστροφής, όπως σας είπα, έφερε την τελειωτική μου κατάπτωση. Ήταν αυτός ο αβυσσαλέος πόθος της ψυχής να εναντιωθεί στο εαυτό της, να παραβιάσει την ίδια της τη φύση, να κάνει το κακό προς χάρη του κακού, που με έσπρωξε να συνεχίσω και να αποτελειώσω το βασάνισμα του άκακου αυτού ζώου. Κάποιο πρωινό, του πέρασα ψύχραιμα τη θηλιά στο λαιμό και το κρέμασα από το κλαδί ενός δέντρου.

Το κρέμασα ενώ από τα μάτια μου τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι κι ένιωθα τις σκληρότερες τύψεις να με βασανίζουν, το κρέμασα γιατί ήξερα πως με είχε αγαπήσει και γιατί καταλάβαινα πως δεν μου είχε δώσει την αφορμή να του κάνω κακό το κρέμασα γιατί ήξερα πως αυτό που έκανα ήταν μια αμαρτία – μια θανάσιμη αμαρτία που με αυτή και μόνο θα διακινδύνευα να θέσω την ψυχή μου (αν κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει) πέρα κι από το άπειρο έλεος του παντοδύναμου και παντελεήμονος Θεού. Τη νύχτα της ίδιας ημέρας, που είχα κάνει αυτή την τόσο μεγάλη αμαρτία, με ξύπνησαν φωνές:

-»Πυρκαγιά, πυρκαγιά!»

Οι κουρτίνες του κρεβατιού μου φλέγονταν. Ολόκληρο το σπίτι λαμπάδιασε. Με μεγάλη δυσκολία η γυναίκα μου, μια υπηρέτρια κι εγώ, μπορέσαμε να γλιτώσουμε. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Όλα τα επίγεια αγαθά μου είχαν χαθεί και το μοναδικό μου καταφύγιο από δω και μπρος απόμενε η απελπισία. Δεν μπορώ -δεν θέλω- να επιχειρήσω να βρω μια σχέση ανάμεσα στην καταστροφή που με έπληξε και στην κτηνωδία που είχα διαπράξει. Παραθέτω μόνο έναν-έναν τους κρίκους μιας αλυσίδας γεγονότων, και δεν θέλω να παραλείψω κανέναν. Την επόμενη μέρα της πυρκαγιάς πήγα να δω τα ερείπια. Οι τοίχοι, εκτός από μια εξαίρεση, ήταν σωριασμένοι στο χώμα.





Η μοναδική εξαίρεση ήταν ένας εσωτερικός τοίχος, όχι πολύ χοντρός, περίπου στη μέση του σπιτιού, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι του κρεβατιού μου. Ο σοβάς, στο μεγαλύτερο μέρος του, είχε αντέξει στη φωτιά, κι αυτό το απέδωσα στο γεγονός ότι ο τοίχος ήταν φρεσκοσοβατισμένος. Γύρω από τον τοίχο ήταν συγκεντρωμένο ένα πυκνό πλήθος περιέργων, και πολλοί φαίνονταν να εξετάζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα του με μεγάλη και ζωηρή προσοχή. Οι λέξεις «παράξενο!», «καταπληκτικό!» και άλλες παρόμοιες εκφράσεις τράβηξαν την περιέργειά μου.

Πλησίασα και είδα σαν να ήταν βαθουλωτά ανάγλυφη πάνω στην άσπρη επιφάνεια, τη μορφή ενός γιγάντιου γάτου. Το αποτύπωμα είχε αληθινά μια εκπληκτική ακρίβεια. Ένα σκοινί ήταν περασμένο από το λαιμό του ζώου.

Όταν πρωταντίκρισα το φάντασμα αυτό -γιατί δεν μπορούσα να το θεωρήσω τίποτα άλλο παρά μόνο φάντασμα- έμεινα έκπληκτος και τρομοκρατημένος. Σιγά-σιγά όμως το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει. Θυμήθηκα πως είχα κρεμάσει το γάτο σ’ ένα κήπο δίπλα στο σπίτι μου. Όταν δόθηκε ο συναγερμός για την πυρκαγιά, ο κήπος γέμισε αμέσως κόσμο, και κάποιος θα πρέπει να έκοψε το σκοινί από το δέντρο και να πέταξε το γάτο στην κάμαρά μου, ίσως για να με ξυπνήσει.

Οι άλλοι τοίχοι, καθώς έπεφταν είχαν πιέσει στο θύμα της μοχθηρίας μου πάνω στο φρέσκο σοβά, κι ο ασβέστης με την επίδραση της φωτιάς και της αμμωνίας του ψοφιμιού, είχαν σχηματίσει την εικόνα που είχα τώρα μπροστά μου.

Μολονότι η λογική μου, αν όχι η συνείδησή μου, εξήγησε με τόση ετοιμότητα το εκπληκτικό γεγονός που μόλις σας διηγήθηκα, ωστόσο μια βαθιά εντύπωση έμεινε χαραγμένη στη φαντασία μου. Για μήνες ολόκληρους δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το φάντασμα του γάτου. Και σε αυτό το διάστημα γεννήθηκε αργά στη ψυχή μου κάτι που έμοιαζε – αλλά και που δεν ήταν – με τύψεις, Κατάντησα να λυπάμαι τώρα για το χαμό του άλλοτε αγαπημένου μου ζώου, και να ψάχνω παντού, στα καταγώγια που σύχναζα τώρα, μήπως βρω κανέναν άλλο γάτο, που να του μοιάζει κάπως ώστε να τον αντικαταστήσω.

Κάποιο βράδυ, έτσι που καθόμουν μισοναρκωμένος σ’ ένα ελεεινό καταγώγιο, τράβηξε την προσοχή μου κάποιο μαύρο πράγμα που βρισκόταν πάνω σε ένα από τα πελώρια βαρέλια με τζιν που αποτελούσαν και την κυριότερη επίπλωση εκεί μέσα. Είχα από ώρα καρφωμένα τα μάτια μου πάνω σε εκείνο το βαρέλι, κι αυτό που με παραξένεψε τώρα ήταν που δεν είχα προσέξει πιο πριν εκείνο το μαύρο πράγμα. Πήγα κοντά και το άγγιξα με το χέρι μου.

Ήταν ένας μαύρος γάτος, πολύ μεγάλος, στο μπόι περίπου του Πλούτωνα, και που του έμοιαζε σε όλα εκτός από κάτι. Ο Πλούτωνας δεν είχε ούτε μιαν άσπρη τρίχα σε ολόκληρο το κορμί του, ενώ αυτός εδώ ο γάτος είχε μια μεγάλη τούφα από άσπρες τρίχες, με ακαθόριστο σχήμα, που του σκέπαζε ολόκληρο σχεδόν το στήθος. Μόλις τον άγγιξα σηκώθηκε αμέσως, γουργούρισε δυνατά, τρίφτηκε πάνω στο χέρι μου και φαινόταν ευχαριστημένος που τον πρόσεξα.

Ήταν ακριβώς το ζώο που γύρευα. Πρότεινα στον ταβερνιάρη να τον αγοράσω, αυτός όμως μου απάντησε πως δεν είχε καμιά απολύτως απαίτηση, γιατί όχι μόνο δεν ήταν δικός του ο γάτος αυτός αλλά και ούτε τον είχε ξαναδεί. Συνέχισα να τον χαϊδεύω κι όταν ετοιμάστηκα να γυρίσω στο σπίτι μου, έδειξε τη διάθεση να με συνοδέψει. Τον άφησα να έρθει μαζί μου και καθώς βαδίζαμε έσκυβα που και που και τον χάιδευα. Όταν φτάσαμε πια στο σπίτι, εγκαταστάθηκε κοντά μας κι αμέσως έγινε ο αγαπημένος της γυναίκας μου.

Όσο για μένα, δεν άργησα να νιώσω αντιπάθεια για το ζώο αυτό -ακριβώς το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι περίμενα να συμβεί. Κι ακόμη -χωρίς να ξέρω πως και γιατί- η αγάπη που μου έδειχνε μου προξενούσε απέχθεια και στενοχώρια. Σιγά-σιγά τα συναισθήματα αυτά της απέχθειας και της στεναχώριας μεταμορφώθηκαν σε μίσος. Απόφευγα το γάτο. Κάτι σαν αίσθημα ντροπής κι αναμνήσεως της προηγούμενης μοχθηρής συμπεριφοράς μου, με εμπόδιζαν να του κάνω κακό.

Για μερικές βδομάδες δεν τον χτύπησα, ούτε τον κακομεταχειρίστηκα βαθμιαία όμως, κατάντησε να τον βλέπω μ’ ανείπωτη σιχαμάρα και να φεύγω βιαστικά μόλις έβλεπα το απαίσιο αυτό ζώο, όπως φεύγει κανείς μπροστά σε μια σιχαμερή μυρουδιά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτό που δυνάμωσε το μίσος μου ήταν ότι ανακάλυψα -όχι την ίδια βραδιά, που τον είχα φέρει σπίτι, αλλά την άλλη μέρα το πρωί- πως, όπως κι ο Πλούτωνας, είχε κι αυτός το ένα μάτι του βγαλμένο. Το περιστατικό αυτό τον έκανε ωστόσο πιο αγαπητό στη γυναίκα μου, που διατηρούσε ακόμη το αίσθημα εκείνο της συμπόνιας που άλλοτε χαρακτήριζε και εμένα και που μου χάριζε τις πιο απλές κι αγνές χαρές.

Όσο όμως εγώ σιχαινόμουν περισσότερο το γάτο, τόσο φαινόταν να μεγαλώνει η δική του αδυναμία για μένα. Ακολουθούσε τα βήματά μου με μια επιμονή που μου είναι αδύνατο να την περιγράψω στον αναγνώστη. Όπου και αν καθόμουν, κουλουριαζόταν κάτω από την καρέκλα μου ή πηδούσε πάνω στα γόνατά μου και δεν σταματούσε να χαϊδολογιέται. Όταν σηκωνόμουν να φύγω, μπερδευόταν στα πόδια μου με κίνδυνο να με κάνει να πέσω ή έμπηγε τα μακριά και μυτερά του νύχια στο παντελόνι μου και σκαρφάλωνε στο στήθος μου.

Σε κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθα τη διάθεση να τον σκοτώσω με ένα μου χτύπημα, εμποδιζόμουν όμως να το κάνω, όχι τόσο από την ανάμνηση του προηγούμενου εγκλήματός μου, αλλά κυρίως εξαιτίας του τρόμου που μου ενέπνεε το ζωντανό αυτό.

Ο τρόμος που με κυρίευε δεν ήταν τρόμος πως θα πάθαινα κάτι σωματικά -κι όμως δεν βρίσκω άλλο τρόπο να τον προσδιορίσω. Ντρέπομαι σχεδόν να ομολογήσω -ναι, ακόμη και σε αυτό το ατιμωτικό κελί που βρίσκομαι ντρέπομαι να το μολογήσω- πως ο τρόμος κι η φρίκη που μου ενέπνεε το ζώο αυτό είχαν ενταθεί από μια από τις απιθανότερες χίμαιρες που μπορεί να διανοηθεί κανείς. Η γυναίκα μου επέστησε αρκετές φορές την προσοχή μου στη μορφή του σημαδιού με τις άσπρες τρίχες, που έχω προαναφέρει και που αποτελούσε τη μοναδική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό το παράξενο ζώο και σε κείνο που είχα σκοτώσει. Ο αναγνώστης θα θυμάται πως το σημάδι αυτό, αν και μεγάλο, ήταν στην αρχή ακαθόριστο.

Σιγά-σιγά όμως, ανεπαίσθητα, τόσον αδιόρατα που για πολύν καιρό η λογική μου αγωνιζόταν να μη το παραδεχτεί, θεωρώντας το απλή του φαντασιοπληξία, είχε πάρει ένα σχήμα σαφέστατα σχεδιασμένο. Παρίστανε τώρα κάτι που ανατριχιάζω να προφέρω την ονομασία του… Ήταν η εικόνα από κάτι φριχτό και απαίσιο: η εικόνα της αγχόνης! Εκείνο το σκυθρωπό και τρομερό σύνεργο της Φρίκης και του Εγκλήματος, της Αγωνίας και του Θανάτου! Και τώρα η κατάντια μου ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη αθλιότητα. Ένα ζώο χωρίς λογική, να κατεργάζεται για μένα -για μένα, έναν άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα κι ομοίωση του Θεού- μα τόσον αβάσταχτη κατάρα! Αλίμονο!

Ούτε μέρα, ούτε νύχτα γνώρισα πια την ευλογία της ησυχίας! Τη μέρα δεν με άφηνε ούτε μια στιγμή μόνο μου το σιχαμερό αυτό πλάσμα, και τη νύχτα ξυπνούσα κάθε τόσο από όνειρα ανείπωτα τρομαχτικά για να βρω τη ζεστή ανάσα του πάνω στο πρόσωπό μου και το τεράστιο βάρος του -ένας αληθινός βραχνάς που δεν είχα τη δύναμη να τον διώξω- να πλακώνει συνεχώς τη καρδιά μου!

Κάτω από την πίεση μιας τέτοιας αγωνίας το ασθενικό υπόλειμμα του παλιού αγαθού εαυτού μου δεν άργησε να χαθεί. Πονηρές σκέψεις -οι πιο καταχθόνιες και πονηρές σκέψεις- ήταν πια οι μοναδικοί και μόνιμοι σύντροφοί μου. Η ζοφερή μου διάθεση εξελίχθηκε σε ένα μίσος για όλα τα πράγματα και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και συχνά, τα απότομα και ασυγκράτητα ξεσπάσματα μιας μανίας, που της είχα παραδοθεί τώρα στα τυφλά, το συνηθισμένο και απέραντα υπομονετικό μου θύμα ήταν η γυναίκα μου που ποτέ της δεν ξεστόμιζε το παραμικρό παράπονο.

Κάποια μέρα ήρθε κι αυτή μαζί μου, για κάποια δουλειά, στο κελάρι του παλιού σπιτιού, που η φτώχια μας ανάγκαζε τώρα να κατοικούμε. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες ο γάτος μ’ ακολούθησε και με τη συνήθειά του να μπερδεύεται στα πόδια μου, με σώριασε καταγής με το κεφάλι. Έγινα έξω φρενών. Σήκωσα ένα τσεκούρι και ξεχνώντας στο θυμό μου τον παιδιάστικο φόβο που ως τώρα συγκρατούσε το χέρι μου, κατέβασα με δύναμη το τσεκούρι στο ζώο και σίγουρα θα το σκότωνα, αν η γυναίκα μου δεν προλάβαινε να συγκρατήσει το χέρι μου. Η επέμβασή της μ’ έκανε να φρενιάσω, να λυσσάξω. Τράβηξα το μπράτσο μου που το κρατούσε σφιχτά, και με το τσεκούρι τη χτύπησα κατακέφαλα. Έπεσε νεκρή χωρίς ούτε ένα βογκητό.

Το πρώτο πράγμα που έκανα μετά από το απαίσιο αυτό φονικό ήταν να σκεφτώ ψύχραιμα που θα έκρυβα το πτώμα. Καταλάβαινα πως δεν μπορούσα να το κουβαλήσω έξω από το σπίτι, ούτε μέρα αλλά ούτε και νύχτα, χωρίς να διατρέξω τον κίνδυνο να με δουν οι γείτονες. Έκανα με το μυαλό μου διάφορα σχέδια. Προς στιγμή σκέφτηκα να κόψω το πτώμα σε μικρά – μικρά κομματάκια και να το κάψω. Ύστερα, έκανα τη σκέψη να ανοίξω ένα λάκκο στο κελάρι και να θάψω εκεί το πτώμα.

Έπειτα είπα να το ρίξω στο πηγάδι της αυλής ή να το συσκευάσω σε ένα μεγάλο κιβώτιο, σαν εμπόρευμα, με όλους τους συνηθισμένους τύπους και να φωνάξω κανένα χαμάλη να το πάρει από το σπίτι. Τελικά μου ήρθε μια ιδέα που την έκρινα σαν την καλύτερη από όλες. Αποφάσισα να χτίσω το πτώμα μέσα σε ένα τοίχο του κελαριού, όπως αναφέρει κι η Ιστορία πως έχτιζαν τα θύματά τους οι καλόγεροι του Μεσαίωνα.

Το κελάρι ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Οι τοίχοι ήταν ψευτοχτισμένοι και τώρα τελευταία τους είχαν σοβαντίσει, αλλά η υγρασία δεν άφησε το σοβά να ξεραθεί. Κι εξάλλου, ο ένας από τους τοίχους είχε μια εσοχή, σαν να προοριζόταν για θέση τζακιού, αλλά φαινόταν πως τελικά το είχαν μετανιώσει, και είχαν γεμίσει με τούβλα το κενό. Ήμουν σίγουρος πως εύκολα θα μπορούσα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω το πτώμα στην εσοχή, κι έπειτα να ξαναχτίσω το μέρος εκείνο, όπως ήταν πριν, έτσι που κανένα μάτι δε θα μπορούσε να ανακαλύψει τίποτα το ύποπτο. Και δεν έπεσα έξω στους υπολογισμούς μου.

Με λοστό ξεχαρβάλωσα εύκολα τα τούβλα κι αφού τοποθέτησα προσεχτικά όρθιο το πτώμα, ακουμπώντας το στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα στη θέση αυτή και χωρίς πολύ κόπο ξανάβαλα τα τούβλα όπως ήταν πριν. Με κάθε προφύλαξη προμηθεύτηκα ασβέστη, άμμο κι άχυρα, ετοίμασα ένα σοβά, που δε ξεχώριζε καθόλου από τον παλιό κι έχτισα τον καινούριο τοίχο. Όταν τελείωσα έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Ο τοίχος δεν φαινόταν καθόλου πως είχε πειραχτεί. Μάζεψα από κάτω τα μπάζα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Έριξα γύρω μου μια θριαμβευτική ματιά και μονολόγησα:

-»Εδώ, τουλάχιστον ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος».

Η επόμενη ενέργειά μου ήταν να ψάξω να βρω το ζώο που είχε σταθεί η αιτία της καταστροφής αυτής. Γιατί τώρα είχα πια την απόφαση να το εξοντώσω. Αν το έβρισκα μπροστά μου εκείνη τη στιγμή, θα το είχα ξεμπερδέψει. Μα φαίνεται πως το πονηρό ζώο είχε τρομοκρατηθεί από την εκδήλωση του θυμού μου κι απέφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου. Είναι αδύνατο να περιγράψει ή να φανταστεί κανείς τη βαθιά, την ηδονική ανακούφιση που μου προξένησε η απουσία του σιχαμερού ζώου. Δε φάνηκε ούτε ολόκληρη τη νύχτα, κι έτσι, τουλάχιστο για μια νύχτα, από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι μου, μπόρεσα να κοιμηθώ ήσυχα και ατάραχα. Ναι, κοιμήθηκα, παρόλο το βάρος του φόνου που είχα στη ψυχή μου.

Πέρασε η δεύτερη, πέρασε κι η Τρίτη μέρα κι ο τύραννός μου εξακολουθούσε να μη φαίνεται. Ανάσανα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Το τέρας, τρομαγμένο, είχε φύγει μια για πάντα από το σπίτι μου! Δε θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Ήμουν ευτυχισμένος! Το αίσθημα της ενοχής για τη βδελυρή πράξη μου δεν με βάραινε σχεδόν καθόλου. Στην ανάκριση που έγινε αποκρίθηκα με ετοιμότητα και χωρίς να τα χάσω. Έγινε και μια έρευνα -μα φυσικά, τίποτα δεν ανακάλυψαν. Θεωρούσα πια πως η μελλοντική μου ευτυχία ήταν εξασφαλισμένη.

Τέσσερις μέρες μετά το φόνο, οι αστυνομικοί ξανάρθαν απροειδοποίητα για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος πως ο κρυψώνας μου ήταν αδύνατο να ανακαλυφθεί δεν ανησύχησα καθόλου. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδεύσω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κώχη χωρίς να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν και πάλι στο κελάρι -για τρίτη ή τέταρτη φορά. Ούτε μια τρίχα μου δε σάλεψε. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά του ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου.

Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και βημάτιζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί, απόλυτα ικανοποιημένοι από την έρευνά τους, ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν τόσο πολύ μεγάλη ώστε δεν μπορούσα να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω κάτι, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, αλλά και για να τους διπλασιάσω τη βεβαιότητα πως είμαι αθώος.

-»Κύριοι», τους είπα τη στιγμή που ανέβαιναν τη σκάλα, «είμ’ ενθουσιασμένος που οι υποψίες σας χάθηκαν. Σας εύχομαι να είστε πάντα καλά και κάπως περισσότερο ευγενείς. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, το σπίτι αυτό είναι πολύ καλοχτισμένο» (μέσα στη φλογερή μου επιθυμία να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά-καλά τι έλεγα), «μπορώ μάλιστα να πω ότι είναι εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι -μα γιατί φεύγετε κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι…»

Και λέγοντας αυτά τα λόγια, χτύπησα δυνατά -μόνο και μόνο από μια μανία για επίδειξη που με είχε πιάσει- μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα στο μέρος ακριβώς εκείνου του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκόταν το πτώμα της αγαπημένης μου γυναικούλας. Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά-καλά να αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσα από τον τάφο!

Μια φωνή πνιγμένη και κομμένη σαν αναφιλητό παιδιού στην αρχή, που έπειτα φούντωσε βιαστικά σε μια μακρόσυρτη δυνατή κι αδιάκοπη κραυγή φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να είχε βγει -μια κραυγή που έμοιαζε να βγαίνει ταυτόχρονα από το λαρύγγι των κολασμένων που αγωνιούν και από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλιάζουν.

Είναι αστείο να μιλήσω για τις σκέψεις που έκανα εκείνη τη στιγμή. Παρέλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι από τρόμο και δέος στη σκάλα. Αμέσως μετά, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν με τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, σε αρκετά προχωρημένη αποσύνθεση πια, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκόταν όρθιο μπροστά μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναδικό μάτι που πετούσε φωτιές, καθόταν το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ είχε κάνει φονιά. Κι η κατήγορη φωνή του μ’ έστελνε στο δήμιο.

Είχα χτίσει το τέρας μες στον τοίχο …

————
Edgar Allan Poe «The Βlack Cat» (1840)

Ο σκοτεινός κόσμος του Έντγκαρ Άλαν Πόε ξεπροβάλλει μέσα από τις αράδες του «Μαύρος Γάτου», του εμβληματικό έργου του Πόε. Είναι το ‘παραλήρημα’ ενός ανθρώπου που -όπως ο ίδιος ο συγγραφέας- κυριαρχείται από το δαίμονα του ποτού και από μια ακατάληπτη επιθυμία της ψυχής να βλάψει η ίδια τον εαυτό της, να κάνει κακό για το κακό..












Πηγές :
http://www.terrapapers.com/?p=38425
http://paralogotechniasanagnosma.blogspot.gr/2011/11/blog-post_22.html
http://www.biblionet.gr/book/185975/Poe,_Edgar_Allan,_1809-1849/%CE%9F_%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1_%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1

Ευγένιος Τριβιζάς, Η τελευταία μαύρη γάτα



Η τελευταία μαύρη γάτα
Ευγένιος Τριβιζάς
εικονογράφηση: Στίβεν Γουέστ
Μεταίχμιο, 2012
407 σελ.
ISBN 978-960-501-730-9, [Κυκλοφορεί]
Παιδική και εφηβική λογοτεχνία, Ελληνική [DDC: 889.9] 

Σε ένα μακρινό νησί τα μέλη μιας μυστικής αδελφότητας προληπτικών πιστεύουν ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά και αποφασίζουν να τις εξολοθρεύσουν με δηλητήρια, παγίδες και χίλιους δύο απάνθρωπους τρόπους. Σε λίγο έχουν σχεδόν επιτύχει τον σκοπό τους. Μόνο μια μαύρη γάτα έχει απομείνει ζωντανή. Τα μέλη της αδελφότητας είναι αποφασισμένα να τη βρουν και να την εξοντώσουν. Αλλά και η γάτα είναι αποφασισμένη να επιζήσει. Αυτή είναι η ιστορία ενός ανελέητου διωγμού, ενός απελπισμένου έρωτα, μιας πικρής προδοσίας - αυτή είναι η ιστορία της τελευταίας μαύρης γάτας.

"Η τελευταία μαύρη γάτα": ένα μυθιστόρημα από τον "ποιητή παραμυθιών" Ευγένιο Τριβιζά, που κερδίζει από την πρώτη σελίδα και κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μια συναρπαστική περιπέτεια που συνδυάζει τον λυρισμό με το χιούμορ, τη συγκίνηση με το μυστήριο, την απόγνωση με την ελπίδα, ένα δριμύ "κατηγορώ" κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της δεισιδαιμονίας.

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

"Ένας υποβλητικός μύθος που διερευνά την κάθοδο ενός έθνους στα βάθη του δολοφονικού φανατισμού. Μια ιστορία που θερμαίνει τις καρδιές..."
(Elaine Williams, "Times Educational Supplement")

"Η δυναμική του ρατσισμού και το ηθικό καθήκον της αντίστασης εναντίον του σπάνια έχουν αποδοθεί με τόσο ελκυστικό τρόπο. Η Τελευταία μαύρη γάτα θυμίζει αλληγορία του Αλμπέρ Καμί για ένα νεότερο κοινό."
(Boyd Tonkin, Literary editor, "The Independent")

"Το ανάλαφρο, όμορφο και διασκεδαστικό βιβλίο του Τριβιζά χωρίς αμφιβολία είναι βιβλίο-παραβολή. Είναι βιβλίο-αντανάκλαση. Ίντριγκα και ερωτική ιστορία. Φιλία και προδοσία. Υπέροχοι και άθλιοι χαρακτήρες. Στο βιβλίο πλανάται μια αύρα θάλασσας, λαχτάρας, ακόμα και η μυρωδιά φρέσκου ψαριού. Γιατί πρώτα από όλα ο Έλληνας Ευγένιος Τριβιζάς δεν είναι φιλόσοφος, ούτε ιεροκήρυκας, είναι απλά ποιητής."
(www.livelib.ru/book)

"Η μισαλλοδοξία, η δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων και η απληστία των εταιρικών οικονομικών συμφερόντων σατιρίζονται κατά τρόπο θαυμαστό."
(Gary Mc Keone, Literary Editor, "Arts Council", England)

"Καταπληκτικό μυθιστόρημα."
(Γ. Ζουμπουλάκης, "Το Βήμα")

"Μια ιστορία ηρωικής αντίστασης στις δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις και φυλετικές διακρίσεις. Ο συγγραφέας κλέβει τις καρδιές των μικρών αναγνωστών με τους ήρωες και τη γλώσσα του."
(Mutfak Banyo Seramik)

"Το μυθιστόρημα αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο, τον σύγχρονο κόσμο με τις μηχανορραφίες του, την αναλγησία, το έλλειμμα της δημοκρατίας, την απουσία οραμάτων, εντέλει τον κάθε λογής ρατσισμό του."
(Γιάννης Σ. Παπαδάτος, "Διαβάζω")

"Ο Ευγένιος Τριβιζάς κηρύσσει πόλεμο στις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις και τις φυλετικές διακρίσεις..."
(Haftalik Dergisi)

"Μαύρο, όπως και οι τετράποδοι πρωταγωνιστές του, ένα ρέκβιεμ για την ολοκληρωτική παράνοια του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας."
("Το Ποντίκι")

"Πλήρης απόλαυση! Δε χωράει στο μυαλό! Δεν περίμενα από μια ιστορία για γάτες τέτοιο βάθος."
(http://novostiliteratury.ru)

"Μία άκρως καθηλωτική περιπέτεια φαντασίας και μυστηρίου."
("Bookseller")

"Ο Τριβιζάς είναι αρκετά έμπειρος κι ευφυής, ώστε να μην πέσει στην παγίδα του διδακτισμού και της ηθικολογίας. Η Τελευταία μαύρη γάτα διαβάζεται με αγωνία κι ενδιαφέρον ως την τελευταία της σελίδα."
(Radikal Kitap)

"Έχοντας επίγνωση των αναλογιών και των μεγεθών θα μπορούσε η "Τελευταία μαύρη γάτα" να συγκριθεί με την περίφημη "Φάρμα των ζώων". Και τα δύο αυτά βιβλία κατάφεραν το καθένα με τον δικό του τρόπο να φέρουν στο φως οδυνηρές αλήθειες των καιρών."
(Αντώνης Ξαγάς, mic)

"Το εξόχως αυτό ανατρεπτικό μυθιστόρημα για παιδιά (και όχι μόνο) του Ευγένιου Τριβιζά μπαίνει στα σχολεία του Ισραήλ."
(Γ. Μπασκόζος, "Το Βήμα")

Καλό βιβλίο, υπέροχο, μπορείς να πεις. Διαβάζοντάς το νομίζεις ότι σε παρακολουθούν ένα ζευγάρι φωτεινά, πράσινα γατίσια μάτια. Τέτοιες ιστορίες θα τις θυμάσαι για πολύ καιρό.
www.livelib.ru/book





ΔΙΑΒΑΖΩ, ΤΕΥΧΟΣ 519, ΙΟΥΝΙΟΣ 2011
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ: Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
-
Γιώργος Περαντωνάκης, Ο γατόκοσμος ως συνεκδοχικό σκηνικό. Η τελευταία μαύρη γάτα και η επιβολή του ρατσισμού, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 519, Ιούνιος 2011
διαβάστε την κριτική εδώ http://www.metaixmio.gr/images/pdf/trivizas/perantonaki_MAVRH%20GATA.pdf


Πρωταγωνιστής, αφηγητής και κεντρικός ήρωας είναι η τελευταία μαύρη γάτα, η οποία προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αντισταθεί και να επιβιώσει ενάντια στη δημόσια προκατάληψη, στο ρατσισμό και στην ιδεοληψία που στηρίζεται στα άνομα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Ένα δριμύ κατηγορώ στην αδικία, στην ανισότητα, στην καταπάτηση των κάθε λογής αδύναμων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων από τον εθνικό μας παραμυθά, που μέσω συμβόλων και συμβολισμών μας προβληματίζει γόνιμα, μας διδάσκει δημιουργικά και μας εξελίσσει ως ανθρώπους. Ιδιαίτερα επίκαιρες οι απόψεις του καθώς τα στερεότυπα μοιάζουν να διαποτίζουν την κοινή γνώμη και να διαβρώνουν την πολιτική σκηνή  και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η παρατηρούμενη αύξηση  των στερεοτύπων οφείλεται στην ευρωπαϊκή κρίση, ενώ δεν πρέπει να απεμπολούμε πως ο ρατσισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εκλογίκευση οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, καθώς και η προσπάθεια ανεύρεσης αποδιοπομπαίων τράγων. Εξάλλου, το τελευταίο διάστημα με πρόσχημα την οικονομική και πολιτική κρίση και την «ανασφάλεια» έχουμε γίνει μάρτυρες συνεχών και κλιμακούμενων επιθέσεων κατά γυναικών, οροθετικών, πρώην τοξικομανών και ομοφυλοφίλων.
Ο Τριβιζάς με παρρησία στηλιτεύει το κακό, το παράλογο και τις δεισιδαιμονίες και όσους επάξια το υπηρετούν, αλλά ταυτόχρονα αφήνει μια ελπίδα φωτός στην ψυχή μας αφού πάντα θα υπάρχει μια καλοκάγαθη  κυρά Ρήνη και μια τρυφερή  Μαριλένα που χωρίς ανταλλάγματα με άπειρο αλτρουισμό και καλοσύνη θα βοηθούν και θα παραστέκονται στους αναξιοπαθούντες.
΄Ενα ευχάριστο, χιουμοριστικό, διασκεδαστικό και συνάμα διδακτικό μυθιστόρημα για μικρούς και για μεγάλους! Ειδικότερα θα το πρότεινα στους μαθητές μας να το διαβάσουν χαλαρά τώρα το καλοκαιράκι για ψυχαγωγία και γόνιμο προβληματισμό!
κριτική: Βέρα Δακανάλη
http://filologikosoikos.blogspot.gr/2012/06/blog-post_19.html

Αλεξάνδρα Ζερβού, Δέκα γνωρίσματα του συγγραφέα Ε. Τριβιζά και δέκα δώρα του για τα παιδιά όλου του κόσμου, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 519, Ιούνιος 2011Άρης Τσοκώνας, Η "ελληνικότητα" του Ευγένιου Τριβιζά, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 519, Ιούνιος 2011Μένη Κανατσούλη, Αρχέτυπα λογοτεχνικών χαρακτήρων, δομών και ιδεολογίας στον Τριβιζά, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 519, Ιούνιος 2011Αμάντα Μιχαλοπούλου, Κογιανισκάτσι!, "Book Press", τχ. 4, Δεκέμβριος 2009Αργυρώ Πιπίνη, Κοφτερά νύχια, κοφτερό πνεύμα, "Book Press", τχ. 3, Νοέμβριος 2009Μαρία Κρύου, 2... γατίσια βιβλία, Περιοδικό "Αθηνόραμα", 25.6.2009





Ένα δριμύ «κατηγορώ» κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της δεισιδαιμονίας είναι «Η Τελευταία μαύρη γάτα». Πρόκειται για το εκατοστό μυθιστόρημα του «ποιητή παραμυθιών» Ευγένιου Τριβιζά, που συνδυάζει το λυρισμό με το χιούμορ, τη συγκίνηση με το μυστήριο, την απόγνωση με την ελπίδα.

Είναι «ένας υποβλητικός μύθος που διερευνά την κάθοδο ενός έθνους στα βάθη του δολοφονικού φανατισμού», όπως έγραφε η Elaine Williams στο Times Educational Supplement. Για τον Boyd Tonkin του βρετανικού Independent, «η δυναμική του ρατσισμού και το ηθικό καθήκον της αντίστασης εναντίον του σπάνια έχουν αποδοθεί με τόσο ελκυστικό τρόπο».

Τα νοήματα του βιβλίου δίνονται μέσα από μια συναρπαστική περιπέτεια. Λίγο μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, τη συνόψισε στην εφημερίδα «Βήμα» η παιδαγωγός Μαρίζα Ντεκάστρο (21/4/02): «Σε ένα νησί συμβαίνουν ανεξήγητες εξαφανίσεις γάτων. Το κοινό σε όλους είναι το μαύρο χρώμα τους. Στην αρχή κανένας δεν δίνει σημασία, ώσπου αποκαλύπτεται ότι η εξόντωση των γατιών οργανώνεται από τους επιφανείς πολίτες του τόπου με μεθόδους που θυμίζουν γνωστή ιστορική περίοδο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τα «μεγάλα οικονομικά συμφέροντα» του νησιού εκείνου σκηνοθετούν την εξόντωση των μαύρων γάτων αξιοποιώντας τη λαϊκή πρόληψη περί της γρουσουζιάς που φέρνει η μαύρη γάτα. Αμέσως στήνεται ένας μηχανισμός προπαγάνδας για τον αποπροσανατολισμό των πολιτών και ξεκινά μια πλύση εγκεφάλου στην οποία ελάχιστοι μπορούν να αντισταθούν. Από εκεί και πέρα όλοι σύσσωμοι καταδίδουν, παγιδεύουν, εξευτελίζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν απάνθρωπα τα ζώα. Τα κεφάλαια που αναφέρονται στο στήσιμο και στην αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αποδίδουν την τρέλα που έχει ενσκήψει στη μικροκοινωνία του μυθιστορήματος με ανατριχιαστική ψυχρότητα και ακρίβεια. Και αν αντικαταστήσουμε στο λεκτικό παιχνίδι του Τριβιζά τη λέξη «γάτα» με κάποια άλλη που να δηλώνει μια οποιαδήποτε μειονότητα, θα πατήσουμε γερά στη ζωντανή πραγματικότητα.

Πώς αντιδρούν οι γάτες του μυθιστορήματος; Όπως και οι άνθρωποι σε ανάλογες καταστάσεις: στην αρχή δεν μπορούν να πιστέψουν ότι αυτοί που αγαπούν δρουν έτσι παράλογα, μετά καταλαβαίνουν τον κίνδυνο, προσπαθούν να οργανωθούν, άλλοι αγωνίζονται και χάνονται, άλλοι προδίδουν για να σωθούν, μερικοί προσπαθούν να μασκαρευτούν για να μην ξεχωρίζουν. Όσοι επιζούν, έχουν περάσει την αγωνία του κρυμμένου, εκείνου που από στιγμή σε στιγμή κινδυνεύει να πιαστεί στη φάκα. Στο τέλος, όταν όλα έχουν φθάσει στο αμήν, οι κατατρεγμένοι γάτοι τα καταφέρνουν και γίνονται πάλι δεκτοί στην κοινωνία του νησιού. Μερικοί διάβασαν το μυθιστόρημα από φιλοζωική σκοπιά και αντέδρασαν στην αγριότητα των περιγραφών. Δεν είναι τα φιλοζωικά μας αισθήματα που προσβάλλονται από το βιβλίο. Αυτό που θίγεται είναι η βαθύτερη έννοια της αποδοχής της ιδιαιτερότητας και της διαφοράς, του ανθρωπισμού, της λογικής, της αντίστασης στον παραλογισμό. Η εξόντωση των γάτων είναι το τέχνασμα του συγγραφέα για να καταδικάσει τον ρατσισμό στην πιο ακραία του μορφή, εκείνη της γενοκτονίας. Και αν είναι άγρια αυτά που διαβάζουμε, είναι γιατί συνέβησαν, συμβαίνουν και, όπως γράφει στην αρχή: «Σας τα λέω όλα αυτά γιατί εδώ στο νησί μας, όπως κι αλλού, οι γάτες ξεχνάνε, οι άνθρωποι ξεχνάνε και η τρέλα δεν θέλει πολύ να φουντώσει πάλι φτου ξανά κι απ την αρχή».
http://www.unhcr.gr/1againstracism/%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B7-%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B1/



Ελένη ΚεφαλοπούλουΠαιδική βιβλιοθήκη εμπνευσμένη από ζώα, "Ελευθεροτυπία", 15.7.2013Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Η τελευταία μαύρη γάτα, "Εστία", 4.8.2012Ξενοφών ΜπρουντζάκηςΗ τελευταία μαύρη γάτα, "Το Ποντίκι", 24.5.2012Κωστής Πατακός, À la manière de… Ευγένιος Τριβιζάς, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 529, Μάιος 2012Θάλεια ΚαραμολέγκουΗ πραγματικότητα συναντά τη φαντασία: Με αφορμή τη χθεσινή Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, "Η Αυγή", 3.4.2012




Γιάννης Πρόφης Το πανηγύρι και το αρνί της Ασήμως








Το πανηγύρι και το αρνί της Ασήμως

Γράφει ο Γιάννης Πρόφης

Έφτασε η γιορτή Αναλήψεως, μέρα πανηγυριού, κι όλο το χωριό, παραμονή κι ανήμερα, γιόρταζε. Από μέρες οι νοικοκυραίοι είχανε συγυρίσει τα σπίτια τους, είχανε περιποιηθεί τις αυλές και τ’ ανοιξιάτικα λουλούδια τους κι είχαν ασβεστώσει τους κορμούς των δέντρων και τους μαντρότοιχους, μέσα κι έξω. Στον κεντρικό δρόμο τα καφενεία, οι ταβέρνες και τ’ άλλα μαγαζιά ήταν απ’ έξω στολισμένα με κλαδιά από βάγια, φοίνικες και μουριές. Τα χασάπικα ήταν γεμάτα με σφαχτά που κρέμονταν στα τσιγκέλια και τα μανάβικα γεμάτα από φρούτα, μήλα, ροδάκινα και μούσμουλα, μέχρι και κεράσια είχανε φέρει. Είχαν έρθει κι οι πραματευτάδες, που πουλάγανε τόπια, σβούρες, σφυρίχτρες, μύλους, καθρεφτάκια κι άλλα παιχνίδια για παιδιά. Κι όπως πάντα, η λατέρνα, το ροσόλι, ο γύφτος με την αρκούδα κι ο άλλος με τη μαϊμού. Κι όλος ο κόσμος, ντυμένος με τα καλά του ρούχα, πλημμύριζε το δρόμο και την εκκλησία.

Ανήμερα της γιορτής, στο σπίτι του μπάρμπα-Σπύρου ξύπνησαν όλοι πρωί – πρωί, φόρεσαν τα γιορτινά τους και με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας ξεκίνησαν για την εκκλησία, γονείς και παιδιά. Όλοι, εκτός από τη μεγάλη κόρη, την Ασήμω. Εκείνη είχε άλλα καθήκοντα να κάνει: Θα έσφαζε το αρνί που είχανε στη μάντρα, θα το έγδερνε, θα το ετοίμαζε και θα το έψηνε στο φούρνο με πατάτες. Στην οικογένειά της τρέφανε πάντοτε αρνιά, γίδια κα πρόβατα, που τα πουλάγανε, κι από μικρή ήξερε να σφάζει και να γδέρνει. Ήτανε δυνατό κορίτσι και στις αντρικές δουλειές τα κατάφερνε μια χαρά. Και το πασχαλινό αρνί αυτή το είχε ετοιμάσει με μεγάλη επιτυχία. Και τώρα έβαλε τα δυνατά της, γιατί το μεσημέρι θα τρώγανε μαζί με τους κουμπάρους, που την είχαν βαφτίσει, και θα έρχονταν από την Αθήνα.

Φύγανε το λοιπόν οι άλλοι για την εκκλησία κι η Ασήμω έμεινε μόνη στο σπίτι. Πήρε το μαχαίρι, μπήκε στη μάντρα, έπιασε το σγουρόμαλλο αρνάκι και χωρίς ευαισθησίες το ’σφαξε, σα να ’κανε μια οποιαδήποτε συνηθισμένη δουλειά. Το κρέμασε μετά στο τσιγκέλι ανάποδα, το ’γδαρε και πέταξε το τομάρι μακριά. Έριξε κατόπι ξύλα κι άναψε το φούρνο που ’χανε στο χαγιάτι, στο βάθος της αυλής, για να ’ταν έτοιμος. Καθάρισε μετά τις πατάτες και τις έκοψε. Πήρε το μεγάλο ταψί, έβαλε μέσα λάδι, τις πατάτες και τ’ αρνί, το αλάτισε και το ’ριξε στο φούρνο. Πήγε μετά να συγυρίσει το καλό δωμάτιο και να στρώσει το μεγάλο τραπέζι που θα κάθονταν η οικογένεια με τους κουμπάρους. Έβαλε το καλό τραπεζομάντιλο, μαχαιροπήρουνα, πιάτα και ποτήρια, όλα εντάξει. Μετά φόρεσε το γιορτινό της φόρεμα, το καλό μαντίλι στο κεφάλι, στολίστηκε και περίμενε.

Οι γονείς και τ’ αδέρφια της, άκουσαν τη λειτουργία στη λαμπροφορεμένη εκκλησιά κι ακολούθησαν την περιφορά της εικόνας, με τα λάβαρα, τον μητροπολίτη, τους παπάδες και τους επίσημους. Στην κεντρική πλατεία συνάντησαν και τους κουμπάρους από την Αθήνα, που τους περίμεναν εκεί, όπως είχανε συνεννοηθεί πριν από μέρες. Χαιρετούρες, χαρές και φιλιά. Ο μπάρμπα-Σπύρος τους κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα της πλατείας και τους κέρασε λεμονάδα και βανίλια – υποβρύχιο. Με την κουβέντα πέρασε η ώρα ευχάριστα. Το πιο ενδιαφέρον όμως ήταν αυτό που είπε η κουμπάρα: «Κάτι έχω το μυαλό μου για την Ασήμω, τους είπε˙ ξέρω ένα καλό παιδί στην Αθήνα και γρήγορα θα σας το κάνω προξενιό...».

Πλησίαζε τώρα το μεσημέρι και σηκωθήκανε από την πλατεία να πάνε στο σπίτι, για το μεσημεριανό τραπέζι. Στο δρόμο ο μπάρμπα-Σπύρος τους είπε για το καλό φαγητό που ετοίμαζε η Ασήμω. Πέρασαν την αυλόπορτα κι οι ξένοι θαύμασαν την ωραία ασβεστωμένη αυλή, με τ’ ανθισμένα δέντρα, τις βιολέτες και τ’ άλλα λουλούδια, που σκόρπιζαν ευωδιές. Η Ασήμω τους υποδέχτηκε με χαρές και γέλια, φίλησε το χέρι του νουνού και της νουνάς και τους οδήγησε στο δωμάτιο. «Πωπώ, πώς μεγάλωσες, έγινες κοπέλα της παντρειάς, ψηλή και όμορφη! Άντε, κι εγώ θα σου βρω ένα καλό γαμπρό!» πέταξε τη σπόντα η κουμπάρα.

Όμως στη μύτη της θειάς Σπύραινας έφτασε σε λίγο μια άσχημη μυρουδιά. Δεν ήταν από κάψιμο, κάτι άλλο ήταν, που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Περίεργο, σκέφτηκε, αντί να μοσκομυρίζει ο τόπος από το αρνί που ψήνεται, κάτι άσκημο μου βρομάει!» Τράβηξε παράμερα την κόρη της και τη ρώτησε: «Μόι το φαΐ τι γίνεται; Το προσέχεις;» «Ψήνεται, έτοιμο θα είναι... Πάμε να το βγάλουμε από το φούρνο» απάντησε αυτή. Προχωρήσανε προς το χαγιάτι κι όσο πλησίαζαν, τόσο η μυρουδιά γινόταν και πιο ανυπόφορη. Η μάνα τράβηξε μ’ ανυπομονησία το σιδερένιο σκέπασμα του φούρνου και τι να δει: Το αρνί ήταν σκεπασμένο με μια σκούρα λαδοπράσινη ψημένη κρούστα, ενώ οι πατάτες κολυμπούσαν μέσα σ’ ένα αηδιαστικό σε χυλό, που είχε το ίδιο χρώμα. Μια μπόχα ξεχύθηκε από μέσα και τους έφερε λιγοθυμιά. «Μόι τι έχεις κάνει εδώ, μόι αρναούτε; Το αρνί μας είν’ αυτό;» φώναξε η μάνα. Η κόρη σάστισε, έχασε τα λόγια της, δεν ήξερε τι να πει. Η μάνα βούλωσε τη μύτη της με την άκρη του μαντηλιού της και τράβηξε με το φτυάρι το ταψί προς τα έξω. Το κοίταξε προσεχτικά κι είδε την κοιλιά του αρνιού σκασμένη σαν από έκρηξη ηφαιστείου. Ο χυλός του στομαχιού, με μισοχωνεμένα χορτάρια και άχυρα, είχε περιλούσει όλο το ταψί. «Μίλα, μόι ερημάδε, τι έκανες εδώ; Έγδαρες το αρνί και δεν άνοιξες την κοιλιά του να βγάλεις την πατσά και τ’ άντερα; Μόι δεν έχεις καθόλου μυαλό στο κεφάλι σου; Ου, που να ψοφήσεις! Μόι τι θα ταΐσουμε τώρα τους μουσαφιραίους, μόι βαλανιδιάρε;» Από τα μάτια της Ασήμως πετάχτηκαν χοντρά δάκρυα. Καλύτερα ν’ άνοιγε η γης να την καταπιεί. Με τις παλάμες της σκέπασε το πρόσωπό της και χτυπιότανε κάτω. «Ξέχασα, μανούλα μου! Αχ, ξέχασα, εγώ η σκύλα, να τ’ ανοίξω και να βγάλω την πατσά... Πώς το ’παθα αυτό η έρημη;» έλεγε κλαίγοντας γοερά.

Η μάνα της έδωσε μια σπρωξιά για να την παραμερίσει, κι έφυγε. Από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου με τους μουσαφιραίους, έκανε κρυφά νόημα στον άντρα της να βγεί έξω. Βγήκε ο μπάρμπα-Σπύρος κι αυτή τον τράβηξε παράμερα και του εξήγησε τι είχε συμβεί. Προχωρήσανε κι οι δυο προς το χαγιάτι για να δει κι αυτός με τα μάτια του. Όταν είδε το θέαμα του ταψιού με το αρνί έμεινε άφωνος. Άρχισε να βρίζει και να βλαστημάει κι έριξε κι ένα χαστούκι στα κατακόκκινα μάγουλα της κόρης του. Ύστερα στάθηκε για λίγο να σκεφτεί και στο τέλος τους είπε το σχέδιό του: «Σταματήστε τα κλάματα, να μη μας πάρουνε χαμπάρι οι κουμπάροι. Θα τους πούμε ότι φαΐ ήταν έτοιμο από νωρίς κι η Ασήμω έβγαλε έξω το ταψί και τ’ άφησε στο πεζούλι του φούρνου. Κι όταν ήρθε μετά μέσα να στρώσει το τραπέζι, οι γάτες της γειτονιάς πέσανε στο ταψί, φάγανε το αρνί και τα μαγαρίσανε όλα... Εσείς βγάλτε έξω τα κάρβουνα που ’χουνε μείνει στο φούρνο, ανάφτε κι άλλη φωτιά, κι εγώ πάω στο χασάπικο να φέρω μπριτζόλες να ψήσουμε.

Η μάνα σκούπισε τα δάκρυά της, ενώ η κόρη εξακολουθούσε να κλαίει. «Σταμάτα, να κλαις, σκατο-κουτουμπάνα, και βγάλε το σκασμό, της είπε˙ γιατί άμα μάθει η κουμπάρα ότι είσαι παλαβιάρα, δε θα μας κάνει το προξενιό που μας έταξε...». Και της έριξε και μια στριφτή τσιμπιά ψηλά στο μπούτι. Πήρε μετά το ταψί, πήγε στο κοτέτσι κι άδειασε το φαγητό εκεί, για να το φάνε οι κότες.

Στο μεταξύ γύρισε κι ο μπάρμπα-Σπύρος από το χασάπικο με τις αρνίσιες μπριτζόλες στα χέρια. Τις έδωσε στις γυναίκες κι έτρεξε στο δωμάτιο να εξηγήσει στους κουμπάρους τι είχε συμβεί με το φαγητό. Τα μπάλωσε κάπως τα πράματα και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση. «Δεν πειράζει, είπαν αυτοί, αυτά είναι πράματα που συμβαίνουνε...» Οι γυναίκες ρίξανε τις μπριτζόλες στη σκάρα, τις ψήσανε ωραία, τις βάλανε σε πιατέλες και τις φέρανε στο τραπέζι. Μαζί με τα σαλατικά, τα τυριά, το φρέσκο ψωμί και το κρασί, το γεύμα ήταν μια χαρά κι έμειναν όλοι ευχαριστημένοι. Και το πιο σπουδαίο ήταν ότι μετά από τρεις μήνες το προξενιό έγινε και πέτυχε. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά...
ΠΗΓΉ :
http://www.mesogianews.gr/index.php?ID=laografia&Rec_ID=2334


Πρόφης Γιάννης

Ο Γιάννης Πρόφης γεννήθηκε και ζει στο Κορωπί. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κύρια ενδιαφέροντά του είναι η ζωγραφική και η λαογραφία του τόπου του. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει οι μουσικοσυνθέτες Διονύσης Αποστολάτος, Θωμάς Κανάκης και Θεόδωρος Χαρίδης. Στα ταξίδια του περιλαμβάνονται η Γροιλανδία (1975) και η Ανταρκτική (1988).


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2011) Τα σχολεία του Κορωπίου, ΑΩ Εκδόσεις

(2005) Κατοχή, καπνοί και ανεμώνες, ΑΩ Εκδόσεις

(2004) Γεώργιος Σαράντη Παπασιδέρης 1875-1920, ΑΩ Εκδόσεις [κείμενα, εικονογράφηση]

(1999) Οι Γερμανοί ξανά ξανάρχονται, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ

http://www.biblionet.gr/author/19743/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%82

Κωνσταντίνος Κομιανός, Βαδίζων κατά μόνας


Βαδίζων κατά μόνας


Στο πεδίο που πατώ

της ζωής μου στρέψιμο ίχνος

γιομάτ’ η γη αφανώς 
ανίχνευτα - ναρκοπέδια

Να ενεργήσω αξιοπρεπώς
μη αντιστρέψιμων εκρήξεων
την κατάντια ν’ αποφύγω


© Κων/νος Κομιανός 

Στη φωτο σουρεαλιστική μινιατούρα του Frank Kunert


Konstantinos Komianos


12 Μαΐου

 

Αγγελίνα Ρωμανού






Αγγελίνα Ρωμανού


12/5/2014 ·


Τα φώτα του δρόμου αντανακλούν οσμές. Ορέξεις τρισυπόστατες, βήματα δεσμών, μικρούς ψιθύρους φυλακών. Τα φώτα του δρόμου πιστεύουν στην αράχνη. Εκείνη τη μικρή θρησκόληπτη ψυχή που διαβαίνει τις κορνίζες για να πιάσει θόλο με λαδομπογιά. Αυτή την ασημί βροχή που σκεπάζει το μνήμα των αχών. Τούτη τη φρεσκολουσμένη ανασαιμιά που τρώει έντομα υποκύπτοντα στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των φθόγγων. Τα φώτα του δρόμου φωνάζουν για εμάς.


Τους θνητούς με τις μεσάτες φούστες. Τους μωρούς με τις λαμέ υπογραφές. Τους απείθαρχους με τα ροζ βρακιά. Τους περάστε-για-να-δείτε-δωρεάν-θεάματα-ω!-μικροί-μα-τόσο-μικροί-γελωτοποιοί. Η έξοδος βαμμένη παραλλαγή. Η είσοδος, χυμένη ερωτοτροπία. Πρώτα κόψου κι ύστερα φτιάξε τον ιστό. Τα φώτα ανάβουν για σκιά.


Εσύ φτωχέ μου θεατή, για πες,


Χορεύεις?


.

.

Αγγελίνα Ρωμανού

«Στέφανος» Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη "Οι τελευταίοι" (1966)




«Στέφανος»

Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη 
"Οι τελευταίοι" 
(1966).




Ετούτη τη φορά, καθώς η μάχη θα καθόριζε για πάντα
τη ζωή μας, προσπαθήσαμε να τα προβλέψουμε όλα-
στρατηγική και ταχτική, τις εφεδρείες, τις πιθανές κινή-
σεις του εχθρού,
τη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμα και τις καιρικές
συνθήκες,
όλα προσεκτικά μελετημένα και, σχεδόν, ευνοϊκά. 
Κι όμως
ηττηθήκαμε! Τι έφταιξε; Τι μας διέφυγε; Πού ήταν το λά
θος;

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο
ύπνος, ένας τυφλός εγωισμός
όταν χρειάζονταν λίγη κατανόηση ή μια ηλίθια συγχώρεση
όταν έπρεπε να τους πιάσεις απ' τον λαιμό. Μεγάλα λόγια
που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας-
χιλιάδες ήττες μέσα μας, αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,
σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπό
γειο
γκρεμίζοντας, άξαφνα, την πρόσοψη ενός σπιτιού
που μέχρι χτες υψώνονταν γεμάτο δύναμη και φώτα και
όνειρα και χορούς-
κι ανεξόφλητα χρέη.
Τάσος Λειβαδίτης
(1922-1988)





Πηγές
http://aromasofias.blogspot.gr/2015/11/blog-post_23.html