Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Χλόη Κουτσουμπέλη ΤΑΥΡΟΚΑΘΑΨΙΑ




ΤΑΥΡΟΚΑΘΑΨΙΑ



Γυμνός πιάνει τα κέρατα

έτοιμος για το άλμα.

Όμως o Ταύρος πάντα θριαμβεύει.
Αφού αυτή είναι η μοίρα των θνητών.
Από τον χορό στο χώμα.
Χλόη Κουτσουμπέλη
3/6/2014

Η εκπληκτική φωτογραφία είναι της Μαρία Ευτ. Γιακουμάκη από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.





Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Αφιέρωμα στην Κατερίνα Γώγου




Κατερίνα Γώγου
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια



Κατερίνα Γώγου

Γέννηση 1 Ιουνίου 1940
Τόπος γέννησης Αθήνα
Θάνατος 3 Οκτωβρίου 1993 (53 ετών)
Εθνικότητα Ελληνική
Υπηκοότητα Ελληνική
Είδος Τέχνης ποιήτρια, ηθοποιός
Σημαντικά έργα Παραγγελιά, Το βαρύ πεπόνι, Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;
Βραβεύσεις Βραβείο Α' γυναικείου ρόλουΦεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1977 (ΑΝΤΙ) για την ταινία Το βαρύ πεπόνι.


Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε με χάπια και αλκοόλ στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλά αργότερα στράφηκε στην ποίηση. Τα ποιήματα της είναι γνωστά για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό χαρακτήρα τους καθώς και τις αναρχικές ιδέες που πρόβαλε. Είχε μια κόρη, την Μυρτώ.

Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμς. Σπούδασε στην δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στην σχολή χορού Πράτσικα, Ζουρούδη και Βαρούτη. Πρωτοεμφανίστηκε με το θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου, το 1961, στο έργο των Ευαγγελίδη - Μαρή «Ο Κύριος πέντε τοις εκατό». Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ασχολήθηκε με την ποίηση, εγκαταλείποντας τον κινηματογράφο. Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε με τίτλο "Τρια κλικ αριστερά".


Φιλμογραφία
Πρωταγωνίστρια
Το βαρύ πεπόνι (1977) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος .... Τούλα
Παραγγελιά (1980) - σκηνοθεσία: Παύλος Τάσιος .... Κατερίνα
Όστρια, το τέλος του παιχνιδιού (1984) - σκηνοθεσία: Ανδρέας Θωμόπουλος
Υπόλοιπη φιλμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο άλλος (1952)
Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο (1959) .... Λαζάρου
Το έξυπνο πουλί (1961)... Μαρίνα Μανή
Τα κοθώνια του θρανίου (1962)... Ριρή
Νόμος 4000 (1962) .... Κλειώ
Η ψεύτρα (1963) .... Ντόλυ
Γάμος αλά Ελληνικά (1964)
Δεσποινίς διευθυντής (1964)... Ντιάνα
Κάλλιο πέντε και στο χέρι (1965) .... Μπέτυ Κωνσταντινέα
Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965) .... Παγώνα
Μια τρελή, τρελή οικογένεια (1965) .... Σίσσυ
Ο τρελός τα 'χει τετρακόσια (1968)... Καίτη Λαμπρέτα
Η ωραία του κουρέα (1969)... Άννα
Αγάπη για πάντα (1969)... Πένυ
Οι Αριστόγατες (1970)... Τουλούζ (φωνή)
Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; (1971)... Φρόσω
Βιβλία της Κατερίνας Γώγου
Εν ζωή
Τρία κλικ αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978Μεταφράστηκε στα Αγγλικά ("Three clicks left") από τον Jack Hirschman και κυκλοφόρησε στην Αμερική to 1983, από τις εκδόσεις "Night Horn Books" του San Francisco. (Night Horn Books, 495 Ellis Str., Box 1156, San Francisco, CA 94102)
Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1980
Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-0292-8, 1η έκδοση 1982
Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1986
Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1988
Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη, 1η έκδοση 1990 - Εκδόσεις Καστανιώτη, 2η έκδοση 2004
Μεταθανάτιες κυκλοφορίες
Με λένε Οδύσσεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3227-4, 1η έκδοση 2002
Νόστος, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-3796-9, Επανέκδοση 2004
Βιβλία για την Κατερίνα Γώγου

Βιργινία Σπυράτου: Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 1η έκδοση 2007
Δισκογραφία
Ποιήματα από ήδη εκδοθέντα βιβλία της χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του (πρώην συζύγου της) Παύλου Τάσσιου "Παραγγελιά" (με υπόθεση βασισμένη στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή). Η μουσική της ταινίας, που έγραψε ο (μετέπειτα διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος) Κυριάκος Σφέτσας και επένδυσε τα εν λόγω ποιήματα, κυκλοφόρησε σε δίσκο (ΕΜΙ-1981) με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ". Λίγο μετά το θάνατό της η EMI-Minos κυκλοφόρησε το δίσκο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" σε CD (remastered ADD) το 1995. Κυκλοφόρησε σε CD και το 2006 (σε περιορισμένα αντίτυπα) στη σειρά "Αποκλειστικές Επανεκδόσεις" των "Metropolis".
Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στην Κατερίνα Γώγου

Αλέξης Σταυράτης, ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. [ 30 διαφορετικοί τρόποι περιγραφής μιας χορευτικής κίνησης γυναίκας].


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. [ 30 διαφορετικοί τρόποι περιγραφής μιας χορευτικής κίνησης γυναίκας].
1.

Σε είδα να χορεύεις. Τα μάτια σου ήταν κρυμμένα πίσω από γυαλιά, κι ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό σου. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά γινόταν σύννεφο που πότε -πότε έκρυβε τον κόσμο. Με μια σου κίνηση σήκωνες το χέρι κι ανέμιζες την ομορφιά σου προς τα πίσω. Κανένας δεν πρόσεχε τα βήματα που ρυθμικά έκαναν κύκλο στα λαίμαργα βλέμματά μας. Περιμέναμε την επόμενη κίνηση των χεριών σου, που θ’ άφηνες το στίγμα μοναδικό κι ευδιάκριτο στην αίθουσα που πλημμυρίζονταν από ανθρώπους.

2.

Ήξερες ότι σε έβλεπαν. Η κόκκινη φωτιά που έζωνε το κορμί σου, άφηνε ακάλυπτους τους ώμους, και τα ξανθά μαλλιά ξεχώριζαν σαν φλόγα καλοκαιρινή. Πότε- πότε σήκωνες το ένα σου χέρι κι έπαιζες με τις πυρωμένες αισθήσεις μας. Μάζευες μια τούφα μαλλιών και την έριχνες προς τα πίσω, ανάβοντας περισσότερο τη φωτιά που έκαιγε πάνω στην πίστα. Η ορχήστρα δυνάμωνε το παιχνίδι, ελπίζοντας να επαναλάβεις τις κινήσεις, που σε έκαναν να ξεχωρίζεις και να μαγνητίζεις τα βλέφαρά μας.

3.

Βρισκόμασταν σε γάμο, και η νύφη, ντυμένη στ’ άσπρα, απολάμβανε σεμνά την ευτυχία της. Εσύ, όμως, φορούσες κόκκινα, ξεχωριστή παρουσία στο κατάμεστο πλήθος. Όταν μπήκες στο χορό, το ανάστημά σου ψήλωσε περισσότερο, και καθώς τα μαλλιά σου ακολουθούσαν τις κινήσεις, έμοιαζαν φωτοστέφανο που ευλογούσε το σώμα σου. Και όπως το φως έγερνε στο πρόσωπό σου, εσύ το μάζευες στα πέντε δάχτυλα και απαλά το επέστρεφες στον γλυπτό σου λαιμό. Εγώ σε έβλεπα άφωνος, έτοιμος να λατρέψω τη φλόγα των αγγέλων.

4.

Κοιτούσα αδιάφορα προς το χορό που έσερνε τα βήματά του. Ξαφνικά άστραψε φως και νόμισα πως κάποιος αποθανάτιζε το παρόν, πριν σβήσει άχρωμα στη μνήμη του. Όμως ήσουν εσύ. Τα ξανθά σου μαλλιά υψώθηκαν και φώτισε ολόκληρη η πίστα. Ένα αστέρι κόκκινο στροβιλίζονταν ανάμεσα στους χορευτές, και κάθε φορά που βλέπαμε μια αστραπή στον ορίζοντα, ήταν από τα χέρια σου που μάζευαν προς τα πίσω τα μαλλιά. Γινόσουν επίτηδες κομήτης, κι αιχμαλώτιζες για πάντα τα έκπληκτα βλέμματά μας.

5.

Επέμενες να τρέφεις τα όνειρά μας. Κουνούσες ρυθμικά το σώμα και η κόκκινη σημαία του αναστάτωνε τις ναρκωμένες αισθήσεις μας. Τα λυμένα μαλλιά σου γίνονταν κύματα που ταξίδευαν στον αέρα, και με μια κίνηση του χεριού βύθιζες σε απόγνωση τους ναυαγούς. Έφτιαχνες, δήθεν, το χτένισμά σου, ενώ εσύ ήθελες να βλέπουμε ολόκληρη την ομορφιά, όπως την είχες θαυμάσει στον καθρέφτη, όπως ήξερες τι ονειρεύεται ένας άντρας για μια θάλασσα που μοιάζει με γυναίκα.

6.

Κοίταξες προς τα κάτω και χαμογέλασες αδιόρατα. Ήξερες πως δεκάδες μάτια ακολουθούσαν τις κινήσεις σου. Σήκωσες ελαφρά το χέρι, σα να ’θελες να μαζέψεις τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό σου. Τ’ άφησες προς τα πίσω με ένα απαλό άγγιγμα, ένα απαλό χάδι που ζήλευαν τα χέρια μας. Τα μάτια μας συνόδευαν το χέρι σου και νοερά χάιδευαν το ξανθό στρώμα της ευτυχίας. Λίγο πιο πάνω από τις γυμνές υποσχέσεις των ώμων σου, λίγο πιο κοντά στο όνειρο που είχε φυτρώσει δίπλα μας.

7.

Η ορχήστρα είχε μεθύσει από το όραμα και το γύρισε στο ζεϊμπέκικο. Οι άλλοι υποχώρησαν κι έμεινες μόνη στην πίστα να διονυσιάζεσαι. Γλώσσα φωτιάς στροβιλίζονταν το σώμα σου και τα ξανθά σου μαλλιά χόρευαν στο δικό τους ρυθμό. Γονατιστοί οι άντρες σε συνόδευαν χειροκροτώντας, κι εσύ, αέρινη οπτασία, σήκωνες τα χέρια σου για να γλιστρήσεις φίδι ανάμεσά τους. Καμιά φορά τα ακουμπούσες στο κεφάλι, δήθεν πως ίσιωνες τα μαλλιά.

8.

Δεν άντεξα στον πειρασμό σου και είπα να σε πλησιάσω. Έκανα κύκλο το χορό για να βρεθώ κοντά σου, σαν πεταλούδα που την κερδίζει η φωτιά. Άφησες το χέρι ελεύθερο και νόμισα ότι άνοιξε η πόρτα της παράδεισος για να σε συναντήσω. Όμως εσύ το σήκωσες ψηλότερα, να ξαναβάλεις το χρυσάφι στο κεφάλι σου. Ύστερα ξανάπιασες την άγνωστη που σε κρατούσε, χαρίζοντάς μου μονάχα μια στιγμή αισθησιασμού, μια κίνηση απελπισίας με τα πολύτιμα δάχτυλά σου.

9.

Το σώμα μου βάραινε στην καρέκλα από την αδιαφορία. Λίγο πιο πέρα βάδιζες μόνη, έτοιμη να μπεις στο χορό που ματαιοπονούσε για λίγο κέφι. Και σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, σήκωσες το χέρι σου να χαιρετήσεις την κουρασμένη ύπαρξή μας. Μάζεψες μια ιδέα τα μαλλιά σου κι αφήνοντάς τα αργά να γέρνουν προς τα πίσω, γύρισες προς εμάς το βλέμμα σου: Να, έτσι ασχημαίνει η ζωή σας, όταν τα χέρια σας κάνουν νεκρές κινήσεις, ρουτίνας ή απελπισίας.

10.

Περασμένη η ώρα και η ηλικία, δεν είχα λόγους να χαίρομαι το θόρυβο του κόσμου. Ούτε τη μουσική που έπαιζε τα πληρωμένα τραγούδια της. Ήθελα να φύγω, μα με σταμάτησες εσύ. Λίγο κόκκινο ύφασμα τυλιγμένο σε τέλειο σχήμα, ένα αργό βάδισμα, πρόκληση στα νυσταλέα μου βλέφαρα. Λίγο πριν σε κλέψει ο μύθος του χορού, σήκωσες το αριστερό σου χέρι στο ύψος του κροτάφου. Μια κίνηση για να μαζέψεις τα μαλλιά και τη λαχτάρα μας.

11.

Σε κάθε στιγμή ήσουν γυναίκα. Ξεχώρισες με το στητό κορμί και το χρώμα του πάθους στο φουστάνι. Στο κάθε σου βήμα λικνίζονταν κύκνοι στα μάτια μας, στην κάθε κίνηση των χεριών σου άφηνες να πετάξουν λευτερωμένα περιστέρια. Κι όταν μια τούφα μαλλιών σου ήθελε να σε χαϊδέψει στο πρόσωπο, εσύ επέστρεφες το χρυσάφι στην κορυφή του ηφαίστειου. Με μια κίνηση των χεριών ζωγράφιζες το σχήμα της γυναίκας για να ’βρει έτσι ο άντρας ομόνοια στο σώμα του.

12.

Έψαχνα στίχους για τον έρωτα. Ονειρευόμουν λέξεις ντυμένες με πάθος, μήπως και πλάσω το τέλειο ποίημα της φαντασίας μου. Μέχρι που μέσα στο πλήθος άναψε φωτιά. Πήραν φωτιά τα όνειρα και καίγονταν μπροστά στη δική σου παρουσία. Έμεινα άναυδος εγώ, καθώς σε είδα να χαϊδεύεις το ξανθό σου κεφάλι, να ξαναβάζεις στη θέση τους μια τούφα απ’ τα μαλλιά, σαν να ’θελες να γράψεις η ίδια τον τίτλο του ποιήματος: Η κίνηση που οδηγεί στους ουρανούς.

13.

Λένε πως υπάρχουν λέξεις για όλα τα πράγματα. Πως όλα τα όνειρα μπορείς να τα περιγράψεις. Όμως δεν είδαν εσένα. Δεν σε είδαν να σέρνεις το χορό και αντί να κοιτάζουν τα αέρινα βήματά σου, να παρακολουθούν με αγωνία τα χέρια σου. Πότε θα ελευτερωθείς από τον δεύτερο, ν’ αγγίξεις θηλυκά για μια στιγμή την κεφαλή σου. Την ώρα που τα χέρια σου ξανθαίνουν στα μαλλιά σου, που μια σου κίνηση σκορπάει άρωμα στα μάτια μας. Πώς να ’βρεις λόγια για ένα όνειρο που ζωντανεύει;

14.

Πράγματι, άστραψαν τα φλας των φωτογράφων. Όπλισαν πάλι τις μηχανές, γιατί ένα φως εμπόδιζε το έργο τους. Μάταιος κόπος. Τα ξανθά μαλλιά σου έβγαζαν φως και τύφλωνε τα μάτια μας. Σήκωσες το χέρι σου με κίνηση προκλητική και το ακουμπούσες στο κεφάλι. Αντί να βγουν σκιές στο φως, πολλαπλασίαζες τις ανταύγειες που θάμπωναν τη μεθυσμένη όρασή μας. Αμήχανα φέρναμε στο στόμα το κρασί, για να σ’ ακολουθήσουμε στην έκστασή σου. Νομίζαμε πως ήταν το πιοτό, μα ήσουν εσύ που κέρναγες την ανεξήγητη χαρά μας.

15.

«Το φως το αποτελούν τρία στοιχεία: η ελευθερία, ο έρωτας και η ποίηση». (Ο. Παζ). Στο φως που ακτινοβολούσαν τα μαλλιά σου, με κάθε κίνηση που όριζαν τα χέρια σου, ελευθέρωνες τον έρωτα κι έδινες ποίηση στη ζωή. Μες στο χορό ξεχώριζες και έκανες αλήθεια αυτή την πραγματικότητα. Χαμηλωμένες οι φωνές, για να φωτίζεις μόνο εσύ, να διαφεντεύεις με τα χέρια σου όχι μονάχα τα μαλλιά, αλλά και την ελευθερία μας. Με τις κινήσεις σου χαρακτηριστικές, έδειχνες το δρόμο προς την ποίηση, το φως του έρωτά μας.

16.

Σαν καπνό αποθρώσκοντα. Ξεπήδαγε ο πόθος από τα χρυσαφένια σου μαλλιά κι ανέμιζε σαν μακρινό σημάδι στο ταξίδι μου. Με το ένα σου χέρι υψωμένο γύριζες προς τα πίσω την πορεία τους για να τυλίξεις το λαιμό σου. Κι εγώ ήθελα να γυρίσω μέσα μου, να συναντήσω την καρδιά που σε αναζητούσε. Κοιτούσα σαν φάρο τα μαλλιά σου και ακολουθούσα τις κινήσεις των χεριών που με καθοδηγούσαν. Εκεί που κατοικούσε ο έρωτας. Εκεί που με περίμενες με τη φωτιά σου αναμμένη. Σε κοίταζα και με ταξίδευες με τις αισθήσεις όλες φωτισμένες.

17.

Ρεφραίν. Ζωντανό τραγούδι η ύπαρξή σου. Σε ψιθύριζαν αδιάκοπα τα χείλη μου με νότες μεθυσμένες από έρωτα. Με κάθε κίνηση του κορμιού σου βύθιζες τη φαντασία μου στα πιο γλυκά όνειρα, την ταξίδευες σε παράδεισους ανείπωτους. Κάθε φορά που άγγιζες τα χρυσαφένια σου μαλλιά, ζωγράφιζες στα μάτια το ρεφραίν, και τότε σιωπούσαν όλοι. Μονάχα λίγα βήματα, ένα κομμάτι στο τραγούδι μας κι ύστερα πάλι το ρεφραίν, τα χέρια σου που παίζαν στα μαλλιά σου.

18.

Δέσμη φωτός που αναβόσβηνες. Τα είχες φτιαγμένα έτσι τα μαλλιά, ώστε συχνά μια τούφα να υψώνεται και να φωτίζει αστραποβόλα. Κι επειδή άλλο φως έβγαινε ασταμάτητα από τα μάτια σου, γύριζες προς τα πίσω τα μαλλιά ρυθμίζοντας τις δέσμες των προβολέων. Το χέρι που αναβόσβηνε, έφτανε σταθερά στον ουρανό όπου κυριαρχούσε το αστέρι σου. Από εκεί κανόνιζες τις αστραπές, πόσο θα μείνουνε μπροστά και πότε θα γυρίσουν να στεφανώσουν το λαιμό σου.

19.

Άρωμα γυναίκας πλημμύριζε την αίθουσα και ’μείς μεθυστικά αναζητούσαμε το πρόσωπο. Όταν σηκώθηκες ορθή, ξεχύθηκε το χρώμα της αυγής από το κόκκινο φουστάνι σου. Κι όταν τα χέρια σου χάιδευαν τα μαλλιά, το άρωμα είχε πάρει τη μορφή σου. Πώς περπατάει ο άνεμος, πώς ανάβουν οι φωτιές στο πέρασμά της. Πώς με μια κίνηση χεριού, πως φτιάχνεις δήθεν τα μαλλιά, γεννιέται πάλι το όνειρο που λάτρεψαν αιώνια οι άντρες στη γυναίκα.

20.

Καταρράχτης ξανθός τα χυμένα προς τα πίσω μαλλιά σου. Αναρίθμητα μάτια χόρταιναν την ομορφιά και μια νεράιδα κρυμμένη στην ψυχή σου έπαιζε στα χέρια τα μαλλιά της. Πότε ένα σιντριβάνι έφτανε ψηλά και με μια κίνηση το ξαναγύριζες στη θέση του. Πότε λοξοδρομούσε ποταμός, κι εσύ τον μάζευες για να μη πνίξει την φωνή μας. Χιλιάδες άνθρωποι δροσίζονταν στα μεταξένια σου νερά, στην κάθε κίνηση που η νεράιδα φίλαγε τον καταρράχτη της.

21.

Κλαδιά σημύδας πριν την ασπρίσει το πένθος της ωρίμανσης. Ζωσμένο το κορμί στα χρώματα του πάθους ύψωνε το ανάστημα όσο να ξεχωρίζει μόνο το φως. Κι όταν στο γύρο του χορού σχηματιζόσουνα ολόκληρη, άπλωνες τα χέρια για να μαζέψεις τα μαλλιά. Ένα μικρό σπουργίτι πέταξε τότε απ’ την καρδιά μου για να φωλιάσει στα ξανθά κλαριά. Να το αγγίξεις, ίσως, με τα δάχτυλά σου, ν’ αφήσεις λίγο όνειρο στη μνήμη, ένα σου χάδι για το μακρύ χειμώνα των βλεφάρων. Τα ανθισμένα βήματά σου στο περιβόλι των κουφών και της ανέραστης γιορτής μας.

22.

Χιλιάδες σκέψεις γέννησε η μορφή σου. Πόσο βελούδο άφηνε ακάλυπτο το φόρεμα, ποιους μυστικούς ρυθμούς σημάδευες με τα τακούνια σου; Και ποια μηνύματα αστρικά κάτεχαν τα χέρια σου κάθε φορά που υψώνονταν για να χαϊδέψεις τα μαλλιά; Μαγνήτιζες σιγά-σιγά την όρασή μας κι έψαχνα λέξεις να περιγράψω το μυστήριο. Πώς κορυφώνονταν το πάθος σε μα μονάχα κίνηση. Πώς έμοιαζες γυναίκα εσύ πιο πολύ από τις άλλες. Χιλιάδες σκέψεις σε περίμεναν να γεννηθούν με αδημονία.

23.

Αρπαχτικό που έπαιζες με τη λεία σου. Ανυποψίαστα τα θύματα σ’ ακολουθούσαν σε κάθε σου κίνηση, πεινασμένα για λίγη λάμψη θηλυκότητας. Παραδομένα στη δύναμή σου, ακουμπούσαν στα χέρια, μήπως και φτάσουνε μαζί στο χρυσαφένιο σου κεφάλι. Υπνωτισμένα από την ομορφιά, δεν ένιωθαν πως έσβηναν στην προσμονή, πως χάνονταν σε άδικες ελπίδες. Κι εσύ συνέχιζες να στρέφεις προς τα πίσω τα μαλλιά, παρασέρνοντας την κουρασμένη μας ψυχή σε θάνατο με φώτα στολισμένον.

24.

Πάντα οι τυφώνες έχουν θηλυκά ονόματα. Οι δυνατοί ανοίγουν τις πόρτες των σπιτιών τους ώστε να μπει και να διαβεί ο ανεμοστρόβιλος. Και να μη χάσουν απ’ τα μάτια τους την άγρια ομορφιά τής φυσικής καταστροφής. Πρώτα άστραψε η φωτιά στο κόκκινο φουστάνι που φορούσες κι ύστερα με βήματα που χόρευαν ανέβαιναν προς τα πάνω τα μαλλιά σου. Κι όταν τα χέρια σου έφταναν στο ύψος τους, τότε βρισκόμασταν στο κέντρο του κυκλώνα. Με ανοιχτές τις πόρτες της καρδιάς, να ’ρθεις και να συναντηθούμε. Και όποιος ήταν δυνατός ας πέθαινε ευτυχισμένος.

25.

Ζούσες μόνο για σένα. Άφησες στο τραπέζι τα παιδιά κι έφτασες στο χορό να υπάρξεις μόνο για σένα. Είχες προγραμματίσει τη δραπέτευση, γι’ αυτό και ντύθηκες τα ρούχα της φωτιάς και άφησες λυμένα τα μαλλιά σου. Να βγαίνουν απ ’κει οι φλόγες σου, να πυρπολούν τα μάτια μας, να γίνεσαι το κέντρο της ζωής μας. Τα άφησες ηδονικά να ανεμίζουν, κι όποτε τα έστρεφες οπίσω με τα χέρια, ένα αχνό χαμόγελο σημάδευε την ευτυχία σου, την κάθε κίνηση της ύπαρξής σου.

26.

«Ύψωνες τον καημό πιο πάνω από τα χέρια σου». Ο τρόπος που έφταναν και χάιδευαν τα μαλλιά, ξεχείλιζε από πόνο κι από όνειρα. Πού πήγε τόσο σώμα περπατώντας το ίδιο μονοπάτι· τόση ψυχή που ασφυκτιούσε στις κινήσεις σου. Ζωντάνευαν τα δάχτυλα για να βγει όλος ο καημός, ξάνθαινε το όνειρο που έκαιγε τα μάτια σου. Αντί για δάκρυα, σηκώνονταν φωτιές απ’ το κεφάλι σου, κι εσύ τις σκόρπιζες σε όλο το σώμα, κι εμείς διαβάζαμε τον πόνο που ταξίδευες τη ζωή σου.

27.

Λατρέψαμε το θαύμα περισσότερο από σένα. Δεν προσέχαμε το σκήνωμα της ομορφιάς, την κόκκινη λάμψη του κορμιού σου. Πίσω απ’ τα γυαλιά δεν βλέπαμε τα μάτια σου, πώς έλαμπαν οι υποσχέσεις ευτυχίας. Κοιτούσαμε μόνο τα χέρια, πότε θα κάνουν την κίνηση του θαύματος, πότε θ’ αγγίξουν τα μαλλιά με χάιδεμα γυναίκας. Κι εμείς λατρέψαμε το θαύμα σου, σαν τίναζες λιγάκι το κεφάλι, κι ύστερα με τα χέρια μάς χάριζες τη λάμψη σου απλόχερα. Δεν σε κοιτούσαμε ολόκληρη, μόνο τα χέρια που μας χάιδευαν.

28.

Χαμηλόφωνα φώτα στη μεγάλη αίθουσα. Λίγα κεριά καρφωμένα στους τοίχους άφηναν το σκοτάδι να κυλήσει ανάμεσά μας. Για να θαμπώνει τη βραδιά το άσπρο νυφικό που είχε τη χαρά του. Όμως σηκώθηκες εσύ, σαν απροσδόκητη πανσέληνος στη νύχτα. Είχες φορέσει το φεγγάρι στα μαλλιά και το ξανθό σου φως ανέμιζε στα δάχτυλα σαν παιδικό, ανέμελο παιχνίδι. Κάθε φορά που έφτανες τα χέρια στο κεφάλι, δυνάμωνε το φως στη νύχτα μας, γέμιζε η μνήμη μας με βράδια Αυγουστιάτικα.

29.

Ξανθό χαλί να περπατήσουνε τα μάτια μας με σίγουρα βήματα ευτυχίας. Άφηνες τα μαλλιά να ανεμίζουν, να μεγαλώνει ο δρόμος της ζωής στο όνειρο. Με το ένα χέρι απλωμένο τα μάζευες προς τα πίσω, να ξεκινάνε πάντα απ’ το λαιμό. Δεν ήταν από εκεί που άρχιζε το φιλί μας, αλλά από τα μακριά σου δάχτυλα άναβε ο πόθος. Καθώς γίνονταν ένα με τα μάτια μας, με κάθε σου κίνηση έβγαζες φωτιά που έκαιγε τα χείλη μας. Πότε θα δροσιστούνε στο κεφάλι σου, πριν σβήσουν για πάντα στο πυρακτωμένο σώμα…

30.

«Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν τα λόγια». (Μάρθα Γκράχαμ). Ήξερες πως δε θα έβρισκες λόγια να περιγράψεις αυτό που ένιωθες στο σώμα σου. Να ζωγραφίσεις με λέξεις το μυστήριο του έρωτα, όταν τα μάτια σου συναντούσαν τα δικά μου. Σήκωνες το χέρι σου πάνω απ’ το ανώνυμο πλήθος και τ’ ακουμπούσες στα μαλλιά, να ομορφαίνει ο χαιρετισμός. Ένα ξανθό χάδι έφευγε από το μέτωπό σου κι αργά-αργά έφτανε ως το λαιμό. Με ένα λοξό βλέμμα συναντούσες τα δικά μου χέρια, κι εγώ αφηνόμουν στο όνειρο, χαμένος στα φιλιά και στα μαλλιά σου.


Αλέξης Σταυράτης

1 Ιουνίου

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Γιάννης Κουκάκης Έτσι απλά...

https://www.facebook.com/pages/Γιάννης-Κουκάκης/170655573049093?fref=photo

Εάν επιθυμείς να δημιουργήσεις, .. 

να ζήσεις, .. 
απλά κάτι όμορφο στη ζωή σου, … 
πιάσε "σφιχτά", … 
Η ζωή είναι πολύ σύντομη, .. 
απόλαυσε κάθε στιγμή της, .. 
ερωτεύσου, .. 
τραγούδησε, .. 
χόρεψε, .. 
αγάπησε, …

---------------

ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ, ..

Έλεγες τότε μόνη σου, 
ότι όλα αυτά, 
ήταν απλά,
απλοϊκά, .. 
μα υπέροχα ωραία, ..

Έλεγες ότι μια απλή ελπίδα,
δεν οδηγεί σε τίποτα,
ήσουν ενάντια στο τίποτα,
έτσι απλά, .. έλεγες, ..

Έλεγες και άλλες,
απλές αλλόκοτες ασυναρτησίες,
και εκεί που δεν περίμενες τίποτα, 
κανέναν στο καθόλου,
χωρίς να χάνεις το χρόνο σου,
χωρίς να μετανιώνεις,
χωρίς να γευθούν πίκρα τα χείλη σου,
ένιωσες τη μεγάλη χαρά,
χωρίς αιτία,
μια μεγάλη αληθινή χαρά,
χωρίς ίχνος φαντασίας,
και επιπλέον,
μια ιδιαίτερη ανακούφιση,
ότι όλα είναι τόσο απλά, ..
σαν ένα απαλό χάδι του αγέρα, ..
και είπες μέσα σου,
ναι, .. 
γιατί όχι, ..

© Yannis Koukakis

-----------------

Steve Hunter : Blue

Βασίλειος Αράπης ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠ' ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ « ΔΥΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ Η ΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ » ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

 Βασίλειος Αράπης Τιτλος / Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΕΙΣΟΔΟΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

« ΔΥΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ Η ΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ »

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΤΟ ΝΕΥΡΑΛΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΩΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΩΣ ΔΕΚΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΘΕΛΗΣΕΩΝ

Εμείς οι άνθρωποι και τούτο διαχρονικά και μέχρι το ήμισυ του προγενέστερου αιώνα που οι θετικές επιστήμες πέρασαν διαδοχικά σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο όσον αφορά τα ευρήματα και τις αποφάνσεις των, είχαμε αποδεχθεί και φοβάμαι πως σ έναν υψηλό βαθμό το αποδεχόμαστε έως και σήμερα, πως η προτεραιότητα της κάθε αποδοχής και της κάθε πράξης μας - ατομικού ή κοινωνικού επιπέδου - ήταν και είναι προϊόν της προσωπικής μας βούλησης. Έτσι και κατά τρόπο θα έλεγα παράδοξο, είχαμε εδραιώσει κοινωνικά συστήματα και τρόπους προσωπικής ζωής και συμπεριφοράς βασιζόμενων σε καλοκάγαθες ή μη αντιδράσεις και σε ευημερεί ή όχι κοινωνικά συστήματα. Είχαμε και εξακολουθούμε πιστεύω να θεωρούμε, πως ότι πράττουμε ξεκινά απ εμάς, έχει άμεσο αντίκτυπο σ εμάς και κατ επέκταση αντίκτυπο - θεμιτό ή όχι – έναντι των συνανθρώπων μας και εν κατακλείδι έναντι του κοινωνικού συστήματος στο οποίο, καλώς ή κακώς, υπαγόμασταν ή υπαγόμαστε στις μέρες μας. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως είναι κατ αυτόν τον τρόπο που, ασυναίσθητα αλλά σχεδόν μεθοδικά, αναγάγαμε την ποιότητα της κοινωνικής μας συμπεριφοράς και της εν γενεί συμπεριφοράς μας στους παρανομαστές καλό ή κακό, εύλογο και θεμιτό ή μη κλπ. κλπ. Αερολογίες θα έλεγα, διότι όλες αυτές οι καταλήξεις και αποδοχές – παρ ότι άκρως αιτιολογημένες για λόγους που θα αναλυθούν στην συνεχεία - βασίζονταν στην διαχρονική μας άγνοια όσον αφορά τις δεδομένες και την λειτουργία του κυβερνοχώρου. Άτοπες καταλήξεις θα επαναλάμβανα, διότι μέσω αυτής της ούτοπης νοοτροπίας, μεταλλάξαμε το αμετάλλακτο (την φύση μας και τις φυσιολογικές μας λειτουργίες). Θεωρώ ως εξ αυτού, πως στις μέρες μας που η fast-food κακή μας διανοητική πληροφόρηση είναι πολύ υψηλού επιπέδου, καθώς επίσης διότι η έλλειψη της προσωπικής μας διάθεση για ουσιαστική μάθηση διαστρεβλώνει ανεπίτρεπτα την έννοια καλοπροαίρεση, αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την ταύτιση μας με τις φυσιολογικές δεδομένες των πραγμάτων οι οποίες διέπουν και διοικούν τα πάντα. – Ωστόσο, τόσο οι αντίξοες επιβληθείσες κοινωνικές συνθήκες όσο και οι ψυχοδιανοητικές μας ανάγκες και θελήσεις, μας επιβάλλουν μια άμεση αναπροσαρμογή του «είναι» μας στις φυσικές και φυσιολογικές δεδομένες ! – Ειδάλλως, φοβάμαι πως θα συνεχίσουμε να ονειροβατούμε εντός το τίποτα και για τίποτα το ουσιαστικό και τούτο διότι η ζωή (κινητική) εξελίσσεται αδιαφορώντας για τις ψυχοδιανοητικές μας διακυμάνσεις και την αδιόρθωτη εγωπάθεια μας. Τέτοια πιστεύω πως είναι η πικρά αιχμηρή πραγματικότητα μας και εάν μη τι άλλο θα πρέπει να την αποδεχθούμε έτσι όπως υπάρχει ειδάλλως να την μεταλλάξουμε ριζοσπαστικά.

Τι είναι ο άνθρωπος και τα εν γένει χωροκαμπυλώματα ανά το Σύνπαν ?

Όσον αφορά αυτό το ακρογώνιο ερώτημα, θεωρώ ότι στο σύνολο των αναλύσεων μου σ αυτό και στα εκάστοτε συγγράμματα μου, έδωσα μια και μοναδική κάθετη και σαφή απάντηση : Τα πάντα είναι αιτιατά του συνεχούς ρίγους που διαπερνά μια - προς το παρόν -αδιανόητη δεδομένη, καθώς επίσης και πως τα πάντα είναι αυτή καθ αυτή η αδιανόητη δεδομένη !
Εάν λοιπόν ληφθεί υπ όψιν αυτή μου η τελεολογική κατάληξη, καθώς επίσης και τα όσα αναλύθηκαν και υποστηρίχθηκαν προγενέστερα, στην προκείμενη περίπτωση, βρισκόμαστε κατάμεστα στα πλαίσια του θέματος προς ανάλυση. Δηλαδή πως τα πάντα του παντός είναι το ίδιο το παν και πως τα πάντα είναι αλληλένδετα, καθώς επίσης και πως τα πάντα επικοινωνούν μέσω ενός πολύπλοκου επικοινωνιακού συστήματος. Ωστόσο και έστω και εάν επί αυτής μου της κατάληξης δεν μπορεί να εισχώρηση μια οποιαδήποτε σοβαρή αντίρρηση, δεν παύω να είμαι υποχρεωμένος να κάνω ορισμένες διευκρινήσεις, καθώς επίσης και να εξηγήσω απτά, πως αυτό το επικοινωνιακό σύστημα λειτουργεί – συγκεκριμένα - μ εμάς ή σ εμάς τις ανθρώπινες οντότητες !

Προγενέστερα, κάνοντας ανάλυση της εδραίωσης και της λειτουργίας του υπερεπικοινωνακού συστήματος, έχοντας ήδη υποστηρίξει πως η κάθε οντολογική παρουσία είναι ένα μεγάλο ή ένα μικρό καμπύλωμα του χωροχρόνου, είμαι σε θέση να επαναλάβω πως, απ την στιγμή που το υπερεπικοινωνακό σύστημα διαπερνά όλα τα καμπυλώματα του χωροχρόνου και η ανθρώπινη οντότητα δεν είναι αναμφίβολα παρά ένα αμυδρό χωροκαμπύλωμα, στην προκείμενη περίπτωση τόσο η ανθρώπινη οντότητα όσο και η οποιαδήποτε ανά το Συνπαν υπόκειται και πληροφορείται απ αυτό καθ αυτό το Συνπαντικό υπερεπικοινωνιακό σύστημα, όπως είναι επίσης βέβαιο πως το ανθρώπινο επικοινωνιακό σύστημα – το νευραλγικό – είναι μικρο-αντίγραφο του γενικού και εξηγούμαι για να γίνω απτά κατανοητός.

Σύμφωνα με τις επιβεβαιώσεις των ινστιτούτων έρευνας όσον αφορά την οντότητα άνθρωπος, υποστηρίζεται πως ο ανθρώπινος επεξεργαστής (εγκέφαλος), διατρέχεται από περίπου δυο εκατομμύρια πρωτεύοντα και δευτερεύοντα νευρώνια τα οποία θα συμπληρώσω δεν είναι άλλο παρά η βάση του ατομικού μας πληροφοριακού και εκτελεστικού συστήματος. Όσον με αφορά ωστόσο και επειδή παρατηρώ σχεδόν τα πάντα από απόψεως φυσικής και βιολογίας, θεωρώ πως ο αριθμός των νευρωνίων που διατρέχουν τον εγκέφαλο μας και κατ επέκταση όλο το νευραλγικό μας σύστημα είναι αναμφίβολα κατά πολύ υπέρτερος εκείνου που υποστηρίζεται από τους επίσημους ερευνητικούς φορείς. Αυτή ωστόσο δεν είναι μόνον η προσωπική μου θέση, διότι κάποιες πολύ αρχαίες Ελληνικές αναφορές, έστω και ιδεολογικά, αιτιολογούν το ίδιο και μάλιστα σε περιόδους που η θετική εργαστηριακή ερευνά ήταν ανύπαρκτη, όπως επίσης υποστηρίζουν το ίδιο και οι ερευνητές της υπερβατικής γενικής φυσικής. Άρα, τόσο κατά το πάλαι ποτέ όσο και στις μέρες μας, για τις διαυγείς Σκέψεις, υπήρχε και υπάρχει μυστήριο ουδέν, το οποίο σημαίνει πως τα πάντα είναι σχεδόν κατ εικόνα και ομοίωση του αρχέτυπου Σύνπαντος. Τούτο έστω και εάν ουσιαστικά δεν είμαστε αυτό που πιστεύουμε ή νομίζουμε για εμάς ! – Άλλωστε, ούτε το Σύνπαν είναι αυτό που εμείς θεωρούμε : δηλαδή ότι η ουσιαστική του βάση είναι μια οντολογία (Χ), διότι στην πλέον ωμή του πραγματικότητα δεν είναι άλλο από μια δύσκολα διανοήσιμη δεδομένη η οποία είναι αιτιατό της συγκυρίας παραμέτρων φυσικού δικαίου και η οποία διατρέχεται απ ένα συνεχές ρίγος. Παρ όλα αυτά, πιστεύω, πως οποίες και εάν είναι οι απόψεις και αιτιολογήσεις μας επί αυτού του θέματος, οι ουσιαστικές θεωρήσεις που δεν είναι άλλο παρά πραγματικότητες που μας διαφεύγουν, έχουν καταγράφει στον γενετικό μας κώδικα και μέλει να τις συνειδητοποιήσουμε και κατ αυτόν τον τρόπο να τις επιβεβαιώσουμε και εν συνεχεία να προσπαθήσουμε να πράξουμε κατά τον πλέον φυσιολογικό τρόπο - δηλαδή μη εγωαπαθητικά αλλά αλληλέγγυα.

Ως εκ τούτου και επανερχόμενος, θα υποστήριζα πως, πέραν της προσωπικής μας βούλησης ή (Ελεύθερης βούλησης κατ εμάς) όσον αφορά την κινητική μας και κατ επέκταση την κάθε θεμιτή ή όχι πράξη μας, είναι πλέον αναμφισβήτητα βέβαιο, ότι για λόγους που αδυνατούμε να νοήσουμε αυτοστιγμής ή που δεν θα τους νοήσουμε ενδεχομένως ποτέ, δεχόμαστε μηνύματα για κάποιες ορισμένες παρούσες ή μέλλουσες πράξεις μας εκ μέρους του συνόλου ή ενός ιεραρχικά υψηλού μερίσματος αυτού. Τούτο διότι όπως υποστήριξα την γενική (Συνπαντική) κατάσταση προγενέστερα, είμαστε τίποτα περισσότερο από αδιανόητα μικρά καμπυλώματα του χωροχρόνου ο οποίος διέπει τα πάντα και εντός του οποίου αιτιολογείται το εκάστοτε αιτιατό της κινητικής του εν συνεχεία του ρίγους που τον διαπερνά. Ωστόσο, ακόμα και κατόπιν αυτής της απτής, πιστεύω, στην νόηση εξήγησης, καθώς και των άλλων αιτιολογημένων που έχω παράθεση σ αυτό το δοκίμιο, εξακολουθούν να επισέρχονται στην ανάλυση πολλά και σύνθετα ερωτήματα επί των οποίων θα προσπαθήσω να δώσω συγκεκριμένες και αιτιολογημένες απαντήσεις.



Vasileios Arapis

16 Μαΐου 2014
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ

« ΔΥΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ Η ΜΙΑ ΑΥΤΑΠΑΤΗ »

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ... Δείτε περισσότερα

Βασίλειος Αράπης ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠ' ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ / ΑΠΕΙΡΟΝ ΤΙΠΟΤΑ

Βασίλειος Αράπης Τίτλος πίνακα : ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΟ ΕΝΤΟΣ ΑΥΤΟΥ




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ / ΑΠΕΙΡΟΝ ΤΙΠΟΤΑ
επί του οποίου θα εισηγηθώ στις 7,30 την 03/06/14 στήν


ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΠΕΙΡΑΙΑ (στα πλαίσια της έκθεσης Αδιανόητο Σύμπαν 1-8/6/2014)

A P E I R ON N E A N T

Je m'étais souvent demandé, jusqu'à quel degré (profondeur) une pensée raréfiée puisse avancer, de façon concrète, dans la physique générale absolue ? D'autant plus quand l'opinion commune établie considère, qu'au-delà d'un seuil fatidique, ni notre empirisme, ni nos connaissances scientifiques élevées, ni l'imaginaire le plus débridé non plus ne peuvent y aller. Car selon l'opinion commune, au-delà ce seul fatidique tout devient Avaton.
D'autre part, ce se sait depuis toujours, que l'individu humain, mis à part d'être composé, d'une chaire couverte de peau, des muscles, des os, des veines, un nombre très élevé de neurones, ainsi que du sang, des liquides divers et une quantité élevée d'oxygène et autres, il porte en haut de son corps une tête dans laquelle s'abrite une cervelle et une nano-archive, et dans cette seconde, elles se passent des choses merveilleuses ! Ainsi et en ce qui me concerne et indépendamment de ce que les autres humains pensaient et pensent generallement, depuis tout jeune, j'étais convaincu, que cette cervelle, elle ne servait pas uniquement pour faire fonctionner notre corps, mais à travers des données inscrites dans nos archives et via notre encéphale, elle pourrait, via notre âme cette fois-ci, nous mener à d'autres sphères de connaissances intra-éloignées et antérieurement profondes de ce concept que nous appelons mouvement ininterrompu qui équivaut à VIE.
Dans ce recueil-ci, lequel est le plus qualitatif que j’écrirai dans ma vie, mon but était celui de briser toutes normes ou barrages établies en vu de me justifier, une fois de plus, ce qui m'a été justifié dans mes deux autres recueils précédents. Il s'agit selon moi d'une démarche qui m'a prouvé, que néant du tout n'est Avaton et que sous certaines conditions, tout était accessible et possible à un saisissement approximatif. Ceci même si à travers cette démarche, je devais, une fois de plus, pulvériser la norme dite « Paradoxe des Paradoxes ». Chose qui était accomplie excellemment ! Raison pour laquelle, je pense, que mon egologique a axiomatiquement gagné le droit de considérer, que mon égo-singulier, dès à présent, il ne pourra se décliner et ceci irrévocablement, qu'au pluriel "NOUS".
Préface : "L ESSENTIEL EN EVOLUTION" de Vasileios Arapis
Vasileios Arapis

25 Μαΐου

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, ημερολόγιο



ημερολόγιο

πετάχτηκε τρομαγμένος από τον ύπνο του
γιατί ποιος είναι τόσο προνοητικός
ώστε να ραντίζει το πουκάμισό του με ταξίδια
και να τα σιδερώνει με επιστροφές 

οι δρόμοι μούγκριζαν αδιέξοδα
τα σκυλιά γαύγιζαν ικεσίες
και ο ορίζοντας σφάλιζε σε θάνατο

πιάστηκε από το μπράτσο 
των χθεσινών ειδήσεων
και προχώρησε 
στο στενό διάδρομο μιας σκέψης
έστριψε μαζί της
και βρέθηκε στο σκοτεινό πλατύσκαλο
της υπομονής
κάθισε σταυροπόδι
και βύθισε τα χέρια
στην παχύρευστη άρνηση του χρόνου 
είναι καταστροφικό 
να ξεφυλλίζεις το ημερολόγιο καταγραφής των γεγονότων 
και να ταξιδεύεις
στους διαδρόμους των ενοχών

31.5.14