Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Βαγγέλης Φίλος Έλα






Έλα,

κανείς δε θα σου φέρει

εδώ τον ίδιο δρόμο

να τον περπατήσεις.

Όχι πώς δεν μπορείς εσύ,

ο δρόμος δε σ' αντέχει.



Έλα,

θα σου χαράξω εγώ

μια διαδρομή ανάποδη,

χωρίς προορισμό,

έτσι για να κυλήσουνε

τα χρόνια.



Βαγγέλης Φίλος


Βαγγέλης Φίλος
6 Ιουνίου
Έλα

Έργο: Βίνσεντ βαν Γκογκ

Βασίλης Κουστούδας ΕΝΑ ΤΥΧΑΙΟΝ KYΜΑ

====================
painting by
Paul Edouard Rosset



ΕΝΑ ΤΥΧΑΙΟΝ KYΜΑ


Ας ήτανε απόψε να μπορούσα
σ ‘ένα μου ποίημα να ναυαγούσα
μόνο για μια στιγμή


εγώ, ένα τυχαίον κύμα

από τα μάτια σου να βγαίνω
και να συντάσσω μ 'ένα δάκρυ
μίαν υγρήν γραμματική

μέσα απ ‘τις λέξεις να σε αγγίζω

να είμαι φλέβα να ποτίζω

μιαν ηδονή που αιμορραγεί

και πάνω στα χείλη σου να αφήνω
καθώς μ 'αδειάζει η απαγγελία

εκεί στη τελική τελεία

το ματωμένο μου φιλί,

εγώ, ένα τυχαίον κύμα

να γίνω μοίρα στη ζωή σου,

να σε πενθώ, να σ 'ανασταίνω,
να σε ποθώ, να σ'ανασαίνω,

μέσα στην άπειρη σιωπή....

====================

Βασίλης Κουστούδας
26/01/2013

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Πόλυ Χατζημανωλάκη, «Πάνω σε ένα όνειρο του Ντύρερ»: πορτρέτο του καλλιτέχνη στο άνθος της ηλικίας του



«Πάνω σε ένα όνειρο του Ντύρερ»: πορτρέτο του καλλιτέχνη στο άνθος της ηλικίας του

Ξημερώνοντας την Τετάρτη προς την Πέμπτη μετά την Πεντηκοστή [7 – 8 Ιουνίου 1525], ο Άλμπρεχτ Ντύρερ κατέγραψε ξυπνώντας, ένα όνειρο που μόλις είχε δει. Την περιγραφή του – ιστόρηση - του ονείρου συνόδευσε και με ένα βοηθητικό σχεδίασμα.
Το κείμενο και εκείνο το σχέδιο του Ντύρερ, το «Όραμα» που βρίσκεται στο Μουσείο της Βιέννης, παρατίθενται στο δοκίμιο της Μαργκρερίτ Γιουρσενάρ που έχει τίτλο «Πάνω σε ένα όνειρο του Ντύρερ»[1].

Η αναλυτική περιγραφή των ονείρων – όχι με σκοπό την καλλιτεχνική τους μετάπλαση - αλλά την καθεαυτό καταγραφή της ονειρικής εμπειρίας έχει απασχολήσει και αλλού την συγγραφέα των Απομνημονευμάτων του Αδριανού.Στο βιβλίο της «Τα όνειρα και οι μοίρες» [2] μάλιστα καταπιάνεται συστηματικά με την καταγραφή των τόπων και των προσώπων που εμφανίζονται στα όνειρά της. Μια και θεωρεί την καταγραφή αυτή υψίστης σημασίας για την κατανόηση και την χαρτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής προσπαθεί να περισώσει τα όνειρά της από την λογοτεχνική μεταμόρφωση, προσδοκώντας ίσως την έλευση ενός ερευνητή των σκοτεινών περιοχών της ανθρώπινης ψυχής που ως άλλος Βάσκο ντε Γκάμα ή Χριστόφορος Κολόμβος θα επιχειρήσει κάποτε να την χαρτογραφήσει.
Το όνειρο λοιπόν του Ντύρερ, θεωρείται από τα λιγοστά «αυθεντικά» όνειρα που μας έχει κληροδοτήσει το παρελθόν. Εννοείται ότι η Γιουρσενάρ δεν θεωρεί αυθεντικά τα όνειρα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που μοιάζουν με τους πίνακές του, ούτε και τα «οδυνηρά όνειρα» του Δάντη στη Vita Nuova που τοποθετούνται στο «μεταίχμιο ανάμεσα στο όνειρο και το εν εγρηγόρσει όναρ και την visio intellectualis» που χαρακτήριζε τόσους και τόσους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σ’ αυτό την ακραία περίπτωση του φίλου/alter ego του Ρ.Λ. Στήβενσον που εκμεταλλεύεται λογοτεχνικά τα «ανθρωπάκια» και τις παραστάσεις που δίνουν κάθε βράδυ στο θέατρο του μυαλού του, εξιστορώντας τις περιπέτειες χαρακτήρων που εμφανίστηκαν σε τέτοιες σκοτεινές περιοχές όπως ο Ντόκτορ Τζέκυλ και Μίστερ Χάιντ. [3]

Ας επιστρέψουμε όμως περίφημο «Όραμα» του Ντύρερ και ας αντιγράψουμε την καταγραφή του:


"Τη νύχτα της Τετάρτης προς την Πέμπτη μετά την Πεντηκοστή [7-8 Ιουνίου 1525] είδα στον ύπνο μου αυτό που απεικονίζει το παραπάνω σχεδίασμα: ένα πλήθος από σίφουνες να πέφτουν από τον ουρανό. Ο πρώτος έπεσε στη γη σε μιαν απόσταση τεσσάρων λευγών: το τράνταγμα και ο πάταγος ήταν τρομαχτικά, και όλη η περιοχή καταπλημμύρισε. Τρόμαξα τόσο πολύ, ώστε ξύπνησα. Έπειτα, οι άλλοι σίφουνες, που η δριμύτητα και ο αριθμός τους ήταν φοβερός, ενέσκηψαν πάνω στη γη, άλλοι σε μεγαλύτερη απόσταση και άλλοι πιο κοντά. Και έπεφταν από τόσο ψηλά, ώστε φαίνονταν όλοι τους να κατεβαίνουν σιγά – σιγά. Όταν όμως ο πρώτος σίφουνας κόντευε να πέσει στη γη, η πτώση του έγινε πιο γρήγορη και τη συνόδευε τέτοιο μπουμπουνητό και τέτοια λαίλαπα που ξύπνησα τρέμοντας σύγκορμος κι έκανα ώρα να συνέλθω. ΄Ετσι ώστε μόλις σηκώθηκα, ζωγράφισα αυτό που φαίνεται παραπάνω.
Ο Θεός φέρνει όλα τα πράγματα προς το καλύτερο.”Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ διαβάζει λοιπόν τις σημειώσεις του Ντύρερ και χαράσσει μια προσωπική ερμηνευτική πορεία προσπαθώντας να πάρει σοβαρά υπόψη της αλλά και να μην ακολουθήσει υποχρεωτικά τις τρέχουσες ερμηνείες της εποχής της.

Χαρτογραφεί λοιπόν την ψυχή του Ντύρερ ή φτιάχνει το πορτρέτο του με τα υλικά των δικών της αναγνώσεων και των δικών της εμμονών; Ποιος Ντύρερ είναι αυτός που ονειρεύτηκε αυτή τη λαίλαπα και τα μπουμπουνητά;

Ο χαράκτης των σκηνών της Αποκάλυψης; Ο αστός της Νυρεμβέργης που προσχώρησε στη Μεταρρύθμιση; Ο ζωγράφος που επιχείρησε να αποδώσει το σχήμα και τη μορφή του ρινόκερω χωρίς να τον έχει δει; Ή μήπως κάποιος άλλος;
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέξουμε λοιπόν δεν είναι ο τρόμος, η λαίλαπα των ήχων και τα τραντάγματα, αυτά που γράφει και αναφέρει ο Ντύρερ στην περιγραφή του αλλά κάτι που δεν αναφέρει καθόλου ενώ ίσως θα ήταν αναμενόμενο και η προσεκτική αναγνώστρια και ακαδημαϊκός υπογραμμίζει την έλειψή του: Το όνειρο την εντυπωσιάζει

«επειδή δεν περιέχει κανένα σύμβολο».Μήπως σε αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει τον αντίκτυπο που είχαν στον Ντύρερ οι αναταραχές που του προκάλεσε η Μεταρρύθμιση και ενδεχομένως η ένταξή του στις τάξεις της προς το τέλος του βίου του;
Μήπως ένας ψυχαναλυτής να υπέθετε ότι ο Ντύρερ κατατρύχεται από την έμμονη ιδέα του νερού; Η ίδια το αποκλείει, θεωρώντας ότι «το νερό κατέχει μικρή θέση στη ζωγραφική ή τη χαρακτική του Ντύρερ, και η όψη του δεν είναι καθόλου μα καθόλου καταστροφική».

Επομένως μη βρίσκοντας σε άλλα έργα του μεγάλου ζωγράφου ζοφερές αναφορές σε κατακλυσμούς ή σε πλημμύρες μένει η καταγραφή ενός κοσμικού δράματος σε όνειρο, όπου ο οραματιστής – καταγραφέας - θεατής περιγράφει με ακρίβεια φυσικού επιστήμονα. Το φαινόμενο λοιπόν κατά Γιουρσενάρ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είναι μοναδικό, περιγράφει μια συγκλονιστική κατάσταση – τον τρόμο του κοιμώμενου - ο οποίος όμως περιγράφει αποστάσεις, διαστάσεις και ήχους ως να διέκοπτε τον ύπνο του για να μην παραλείψει το παραμικρό και μετά να βυθιζόταν στο ανελέητο όραμα.

Εκεί που επιμένει ιδιαιτέρως η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είναι στην ορθολογική – μεταρρυθμιστική τρόπον τινά όψη του ονείρου:


«Το επαναλαμβάνω δεν υπάρχει θρησκευτικό σύμβολο προστεθειμένο στο περιθώριο, ούτε εκδικητές άγγελοι που να δηλώνουν την οργή του Θεού, ούτε αλχημιστικό σύμβολο «των δυνάμεων που φέρονται προς τα κάτω» - ανώφελο μπροστά στη τρομερή καταφορά των καταρρακτών»Το κλειδί λοιπόν της ερμηνείας είναι στο ότι ο Ντύρερ ήταν χριστιανός, «κληρονόμος της και ανυπέρβλητος ερμηνευτής της Μεσαιωνικής ευλάβειας» αλλά και «αστός της Νυρεμβέργης που προσεχώρησε στη Μεταρρύθμιση».

Και η καταληκτική φράση «Ο Θεός φέρνει τα πράγματα προς το καλύτερο» επιβεβαιώνει είτε μια ειλικρινή και ευλαβή αισιοδοξία που ως ένα μηχανικό «σταυροκόπημα που του επιτρέπει να βγει αλώβητος από το όνειρο» ή ένα Ντύρερ που διαθέτει μια

"περιεσκεμμένη δήλωση υποταγής στην τάξη των πραγμάτων",που είναι χαρακτηριστικό ενός αυθεντικά θρησκευτικού μεγάλου πνεύματος, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος ή ο Λάο Τσε.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Γιουρσενάρ βλέπει τον δεύτερο Ντύρερ, ως ένα επίγονο του προσφιλούς της Αδριανού όπου χωρίς αντίφαση στα βάθη της ψυχής του αποδέχεται με εμπιστοσύνη και συγκατατίθεται στην τάξη των πραγμάτων.

Ο Ντύρερ αυτός πιστεύω αν ήταν δυνατόν, εκτός από την καταγραφή του οράματος θα συνέγραφε και αυτός τα Απομνημονεύματά του ως άλλος Αδριανός. Ίσως αυτό δεν έγινε γιατί ο Ντύρερ της έχει ενσωματώσει, πριν γίνει ο αστός της Νυρεμβέργης, στοιχεία από τον Ζήνωνα τον Αλχημιστή της Αβύσσου, δηλαδή του Νιγκρέντο του Μαύρου Έργου της Αλχημείας.

Πώς να ξεφύγεις από τις δεσμεύσεις ενός έργου που βρίθει αλχημιστικών συμβολισμών όπως η περίφημη Μελαγχολία; Μπορεί κανεις να αγνοήσει τα πυθαγόρεια τετράγωνα, τα πλατωνικά στερεά, την κλεψύδρα του Κρόνου, το ουράνιο τόξο που προαναγγέλλει το επόμενο στάδιο της αλχημιστικής μεταμόρφωσης και να εφησυχάσει κοιτώντας το όραμα «χωρίς κανένα σύμβολο»;

Αυτό που θα αποτολμούσα να παρατηρήσω, με την ασφάλεια της απόστασης και το ακαταλόγιστο της ερασιτεχνικής ματιάς είναι μια διαφορετική χρήση των συμβόλων και των εικόνων από τον Ντύρερ. Η υπερχρήση τους στη Μελαγχολία και στα χαρακτικά της Αποκάλυψης φανερώνουν το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο 16ος αιώνας είναι ένας αιώνας συμβόλων και διαμεσολαβημένων θεωρήσεων της πραγματικότητας μέσα από τα κείμενα και τις εικόνες των γραφών και των φωτεινών και σκοτεινών – πάντα γοητευτικών όμως - παραδόσεων του Μεσαίωνα.

Ας μην ξεχνάμε ότι το νερό που βλέπει ο Ντύρερ, ο ευλαβής χριστιανός, δεν είναι το νερό από κάποιο ποταμάκι που ενδεχομένως υπάρχει σε άλλα έργα του. Πρόκειται για νερό «που πέφτει από τον ουρανό». Σύμφωνα λοιπόν με την κοσμολογία της Βίβλου, που σαν μεταρρυθμιστής μελετά πρόκειται για άλλου είδους νερό.

Ας θυμηθούμε τις πρώτες αράδες της Γενέσεως:


«και διεχώρισεν ο θεός ανά μέσον του ύδατος, ο ήν υποκάτω του στερεώματος και ανά μέσον του ύδατος του επάνω του στερεώματος. Και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα ουρανόν» Γεν 1, 7-8.Το νερό λοιπόν που βρίσκεται π ά ν ω α π ό το σ τ ε ρ έ ω μ α ανακαλεί το α ρ χ έ γ ο ν ο χ ά ο ς , λόγω της διαφορετικής του φύσεως από αυτό των ποταμών και των θαλασσών.
Πρόκειται λοιπόν για ένα κοσμικό δράμα, για ένα σοβαρό κίνδυνο που θα καταλύσει την συναγωγή των υδάτων επαναφέροντας το αρχέγονο χάος; Όλα είναι πιθανά όταν ανοίγει το στερέωμα. Πόσο διαφορετική φαίνεται η σκηνή της βάπτισης του Χριστού στα αγιασμένα έκτοτε ύδατα του ποταμού όταν ανοίγει και πάλι το στερέωμα αλλά για να εμφανιστεί τότε το Πνεύμα εν είδει περιστεράς…
Ή μήπως δεν πρόκειται για διαφορετική στιγμή; Η μέρα του ονείρου – ο Ντύρερ δηλώνει τυπικά και με ακρίβεια την ημερομηνία αλλά κανείς δεν την προσέχει – την νύχτα δηλαδή « της Τετάρτης προς την Πέμπτη μετά την Πεντηκοστή» είναι η μέρα που ανακαλεί πάλι την Επιφάνεια του Αγίου Πνεύματος, όχι με τη μορφή περιστεριού αλλά πύρινων γλωσσών που κάθισαν πάνω στις κεφαλές των Αποστόλων και τους έδωσαν τη δυνατότητα μέσω της φώτισης να μιλούν γλώσσες.


Νομίζω λοιπόν ότι ο Ντύρερ εκφράζει το προσωπικό του άγχος της φώτισης. Η εξ αποκαλύψεως φώτιση - εκείνης της ημέρας που είδε το όνειρο δηλαδή μετά την Πεντηκοστή – με το αναπόφευκτο άνοιγμα του στερεώματος μπορεί να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και να απελευθερώσει το αρχέγονο ύδωρ το υπεράνω του στερεώματος. Οι ομιλούσες φλόγες λοιπόν έχουν τη μορφή ηχηρών σιφώνων ύδατος.


[1] Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Η σμίλη του Χρόνου, μετάφραση Νίκου Δομαζάκη και Ιωάννας Χατζηνικολή, εκδ. Χατζηνικολή (1993)

[2] Ενυπνιογράφοι και καταγραφείς ονείρων της Μ. Θεοδοσοπούλου στο:
http://maritheodo.blogspot.com/2008/05/blog-post_30.html

[3] Robert Louis Stevenson, Περί της ηθικής του συγγραφικού επαγγέλματος, Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου – Νάσια Ντινοπούλου, Εκδ. Printa (2005)

[4] Σάββα Αγουρίδη, «Ποταμός εκπορεύεται εξ Εδέμ…», Η Καθημερινή 7 ημέρες, Κυριακή 20 Ιουλίου, 2. Τα μυθολογικά του νερού στο: http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/2003/07/20072003.pdf

Πηγές εικόνων
http://www.blessedsacramentcc.org/Ministries/info/MusicalOfferings/pentecost.jpg
http://godspace.files.wordpress.com/2008/04/mildorfer_pentecost340x600.jpg
http://members.chello.nl/~l.de.bondt/JohnBaptist.jpg
http://www.logoi.com/pastimages/img/jesus_1.jpg
http://br.geocities.com/reinaldochaves/imagens/melancolia.jpg
http://briancarnold.files.wordpress.com/2009/02/albrecht_durer_apocalypse_of_st_john_the_dragon_with_the_seven_heads.jpghttp://www.wga.hu/art/d/durer/2/16/2/12dream.jpg
http://www.masterworksfineart.com/inventory/durer/prev_durer2275.jpg (Pentecost, the small Passion)
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg5SYNIMAYNkUYos0vcMe4VZZ2F_fYi2v7O12buMNniG6eiUkRBUD2arTEN90MODXddplp_2KOWoYGvDyqEEwQjudcORWQ3UOFN5fA_fP6Uz-RAWBWJGXaIwIRHCkAXbFZFlilSW7f-Sc8/s400/durer-rhinoceros.jpg
http://www.masterworksfineart.com/images/artists_bio/durer.jpg
http://en.structurae.de/files/photos/r0002001/hadrien01.jpg
http://www.ifp.cz/IMG/851_l_oeuvre_au_noir.jpg
http://www.notablebiographies.com/images/uewb_09_img0659.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhjXO5rgDlr-hsx3q-wpu7wm5l0q7rX2m3_o7TyHkGT06x6dwSNARDDYf0-U-SDcipu81r_ZbvA0HktY1STv9-YKFOWUeaygYUYXAFV5RiR4ox2wdnGPmfJ8WuxjmS4JB0Xp3_6t6qd8wLH/s320/6a00d83451c23269e200e5531319938833-800wi.jpg
http://terresdefemmes.blogs.com/photos/portraits_dauteures/marguerite_yourcenar.JPG

http://waxtablets.blogspot.gr/2009/05/blog-post_29.html


Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Τόλης Νικηφόρου, ποιητής

Sower with setting sun... oil on canvas , by Vincent Van Gogh. Ένα από τα έργα του με γεωργούς που έγιναν το 1888 λίγο έξω από την πόλη Αρλ της νότιας Γαλλίας.Μία από τις υπέροχες τοπιογραφίες του μεγάλου εμπρεσιονιστή ζωγράφου θέλοντας να συμβολίσει το κύκλο της ζωής , το θάνατο και τη αναγέννηση...

ποιητής


από μικρός διδάχτηκε

εκείνες τις σκληρές

τις ιδρωμένες λέξεις



και στα ογδονταεφτά του χρόνια

με τα ξερά του δάχτυλα

και την πλημμυρισμένη του καρδιά

στο χώμα ο γέρος έγραφε τον ουρανό



κάτσε, του είπαν, ξεκουράσου

πού βρίσκεις τόση δύναμη

να βγαίνεις κάθε μέρα στο χωράφι



για λίγο σήκωσε πέρα μακριά

τα ήμερά του μάτια

αν δεν τσαπίσω θα πεθάνω

είπε απλά



(από τη συλλογή Φωτεινά παράθυρα, 2014)



6 Ιουνίου 2014 στις 11:44 π.μ.

Μάρθα Πατλάκουτζα απόσπασμα από το βιβλίο της Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς






''Ο αγώνας δεν τελειώνει όταν χάνεις, αλλά όταν τα παρατάς! Κι εγώ δεν θέλω να τα παρατήσω. 
Σε ένα σάκο ρίχνω ένα χαμόγελο, μια ιδέα ζωής και μια δόση γαλήνης. Προχωρώ σε ένα νέο, απάτητο δρόμο... που οδηγεί στο άγνωστο. 
Δε φοβάμαι πια. Τα βήματα μου από αργά γίνονται γοργά, σίγουρα, σταθερά. Στο τέλος του δρόμου με περιμένει εκείνος. 
Αφού δεν μπορώ να τρέξω με τα πόδια, τρέχω με το μυαλό.''
Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς


Μάρθα Πατλάκουτζα
6 Ιουνίου

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Λιλλύ Τριαρτσή, Μνημες '73-'98





Μνημες '73-'98
Μια παλια πολυκαιρισμενη φωτογραφια ...της λειπει κομματι .
Αφορμη .
Μια λεπτη γραμμικη εμφαση , μια θυμηση ανεπαισθητως διακεκομμενη , ενα πριν που κατεληξε τωρα, μια δωρεαν επαναφορα .
Το περασμα των ανθρωπων πλαϊ μας καλα εκρατει. Εφυγαν , μετουσιωθηκαν.
Αϋλη μνημη , σαρξ παρελθοντος, καταχωρησεις στην επιφυλλιδα του μυαλου
Ομως η σκεψη γνωμοδοτει σχεδον παντα.
Αρεσκεται να υποσκαπτει νοητικους λαβυρινθους , να ανακινει περιεχομενα, να ανακαλυπτει περιστατικα.
Παλια , πιο φρεσκα , αλλοτριωμενα η μη , ο λιθοξοος της μνημης ανασκευαζει τα ενθυμια του.Για οσα διατηρει αμφιβολιες , τα λειαινει , τα κανει πιο στρογγυλα, ετσι που να μοιαζουν πιο ομορφα. Οι πνευματικοι του λεμβουχοι κωπηλατουν ωσπου να βρουν υλικο. Υστερα, σε μια δεδομενη ευκαιρια , οταν ταιριαζουν οι συσχετισμοι, ο συνειρμος ειναι ετοιμος .
Στεκεσαι κι εσυ εκει εκθαμβος , στολισμενος τον θυρεο σου ,κι αναπολεις, τις στιχομυθιες ,τους διαλογους, τις αντιπαραθεσεις,μες την στιλπνοτητα τους.
Αναγνωριζειςτα φαλτσα, τις παραποιησεις,τις ψευδαισθησεις, ολα !
Ομως χαριν της αναμνησης τιποτα δεν αναιρεις. Εχεις αναγκη να κρατησεις στην καρδια σου τα παντα για να υποβαθμισεις την ελλειψη.
Ο θανατος , αυτη η απολυτη Αληθεια δεν βρισκει τροπους να διατυπωθει.
Οι απουσιες δεν γεμιζουν κανενα απουσιολογιο.Ξερουν ομως να αραδιαζουν κενα.
Ετσι , ενω συνεχιζεις να ταξιδευεις ολο και κατι σου ξεμεινε πισω.Κατι απο σενα εμεινε εκει , ασυνειδητο να τριγυρνα στις καλες στιγμες,τις χαρμοσυνες ειδησεις, τα ξεφαντωματα. Στα χρονια εκεινα που ησουν αλλιωτικος κι εσυ.Πιο νεος , πιο ανεμποδιστος ...
Γροθια στο στομαχι οι αναμνησεις.
Μερικες μετρουν εκατομβες θλιψεων , αλλες μας γεμιζουν χαρα.
Οπως και να το κανεις , δεν ειμαστε μοναχα το παρον μας.Ειμαστε και τα χρονια που ζησαμε και οι ανθρωποι που συναντησαμε. Οι κοντινες εκεινες παρουσιες που γεμισαν τη ζωη μας.Τους χρωσταμε τον εαυτο μας , γιατι δεν ειμαστε παρα το αποτελεσμα αυτης της πορειας.
Γι' αυτο και στις αναμνησεις αξιζει, περαν πασης αμφιβολιας ο σεβασμος !
Η κιτρινισμενη φωτογραφια κεντρισε καπως τη θυμηση μου.
Υστερα εμεινε μονο μια αλλοκοτη αισθηση , ενας στεριανος αερας που φυσηξε απαλα , σωρευοντας κιτρινα φυλλα στους μπαξεδες της φαντασιας.
Η αναμνηση ηταν ζωηρα εκει !
Εγω οχι ....


Lilly Triarchi

6 Ιουνίου

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα Σώμα στην πέτρα το τρίτο μέρος από το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias»


III. Σώμα στην πέτρα




Ποίηση: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Γκάτσος
Διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Κώστας Πασχάλης
Δίσκος: Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (1969)


Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα Σώμα στην πέτρα το τρίτο μέρος από το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias»
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια.
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώνει
με δέντρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες.

Είδα βροχές, σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια,
να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα.

Γιατί η πέτρα είν’ ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη,
σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’ αμφιλύκης λύκους,
μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους.

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο, ο καλογεννημένος.
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι.

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’ άδειο του στόμα μπαίνει.
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη,
και ποτισμένος ο Έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια.

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει.
Μπροστά μας είν’ ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο,
μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ’χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θά ’βρει.

Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.

Εδώ να ’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ’ρθούνε να μου ειπούν [ποιος δρόμος*] ποια στράτα τώρα μένει
για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει.

Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
που [όντας*] σαν παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι,
στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια,
για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.

[* Αρχικοί στίχοι του Νίκου Γκάτσου]

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Το ποίημα «Llanto por Ignacio Sanchez Mejias» το έγραψε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα θρηνώντας το θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Ο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις των νεαρών Ισπανών ποιητών εκείνης της εποχής. Πλούσιος και διάσημος, διοργάνωνε ποιητικές βραδιές συγκεντρώνοντας τα πιο ανήσυχα μυαλά του καιρού του και της πατρίδας του.

Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά έκανε ο Νίκος Γκάτσος, υποδειγματικά ως συνήθως, καταφέρνοντας να ακολουθήσει όλες τις δραματικές κορυφώσεις του έργου του Λόρκα και προσφέροντας μια δουλειά-εγκόλπιο για τη μεταφορά των Ισπανικών στη γλώσσα μας. Ο Σταύρος Ξαρχάκος έγραψε ένα λυρικό δράμα ή μια καντάτα για σύνολο λαϊκών οργάνων, βαρύτονο και αφηγητή. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν ο Μάνος Κατράκης και ο διεθνούς φήμης βαρύτονος Κώστας Πασχάλης. Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Το χτύπημα και ο θάνατος», «Το σκόρπιο αίμα», «Σώμα στην πέτρα» και «Ψυχή φευγάτη».

O συνθέτης είχε ζητήσει από τον Νίκο Γκάτσο να ηχογραφήσει με τη φωνή του σε μια κασέτα ένα απόσπασμα από το ποίημα, στην πρωτότυπη γλώσσα του, για να έχει την προσωδία του ισπανικού στίχου. Σε επανέκδοση του δίσκου, το 2006, προστέθηκε αυτή η ιστορική ηχογράφηση.

Το ποίημα του Λόρκα έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις παγκοσμίως, με εκείνη του Σταύρου Ξαρχάκου, όμως, να θεωρείται από τις πλέον αντιπροσωπευτικές. [Πηγή:εφημερίδα Καθημερινή]

Και το σημείωμα του Σταύρου Ξαρχάκου στον δίσκο:

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα

Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!
Ήταν πέντε σ’ όλα τα ρολόγια-
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…

Ο Θάνατος μέσα στην πιο γαλήνια ώρα -πώς χώρεσε στ’ αλήθεια… πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, ο ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας σκοτώθηκε στην αρένα του Μανθανάρες.
Την ίδια ακριβώς ώρα, γονατιστός μπροστά στο νεκρό κορμί, ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα προσκυνούσε την ανθρωπότητα μέσα στα πεθαμένα μάτια του χαμένου φίλου.

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα, κι ο ταυρομάχος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε στην αρένα της ελευθερίας του πνεύματος, χτυπημένος από τον ίδιο ταύρο.

Κάθε τόσο, στις πέντε τ’ απόγευμα, ένας ταυρομάχος, ποιητής, ηγέτης, άνθρωπος, θυσιάζεται στην αρένα του Μανθανάρες την ώρα που παλεύει αγώνα ιερό.

Άλλοτε μαθαίνουμε πως λέγεται Ιγνάθιο, άλλοτε δεν το μαθαίνουμε ποτέ – κι η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που κάνει τα ρολόγια να χτυπάνε ίσως πιο δυνατά τ’ απόγευμα στις πέντε.

Κάθε που έφτανε τούτη η ώρα -μέσα στα δυόμισι χρόνια που νύχτα-μέρα δούλευα το έργο μου- ο ταύρος θέριευε στην αρένα, το αίμα του Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας πάγωνε στο δωμάτιό μου.

Πιστεύω -και τούτη είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση- πως κατόρθωσα μέσα στο έργο μου να περάσω από τον θρήνο στον ηρωικό ύμνο, απ’ τη νεκρική ηρεμία στην υπέρτατη ηρωική κραυγή.
Στους νεκρούς Ιγνάθιο δε θρηνούν. Σωπαίνουν μόνον ή φωνάζουν δυνατά τ’ όνομά τους και κοιτάζουν μπροστά -κατευθείαν μπροστά.

Με την ολοκλήρωση του έργου, νιώθω την υποχρέωση να ομολογήσω ότι δε χρειάστηκε να κάνω καμιάν ιδιαίτερη προσπάθεια για ν’ ακολουθήσω τις διάφορες καμπές του ποιήματος, γιατί είχα την ευτυχία -και μόνο έτσι μπορώ να την ονομάσω- να είναι πάντα πέντε η ώρα.
Πέντε σ’ όλα τα ρολόγια.
Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Σταύρος Ξαρχάκος
Πηγές :