Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Νίκος Περδίκης ΧΕΙΡΟΜΑΛΑΞΗ !


ΧΕΙΡΟΜΑΛΑΞΗ !

Τής άρεσε !
Πολλά τής άρεσαν απ’ όσα τής έκανε. Κι ειδικά αυτό. Που τού το παίνευε: “Είσαι μοναδικός. Προσλαμβάνεσαι γιά πάντα” !
Έτσι κι απόψε πάλι, όπως μήνες τώρα, καθώς είχε σπουδαίο λόγο να την καλοπιάσει, πήρε στα χέρια του τ’ αγαπημένα, ανάγλυφα πέλματά της κι άρχισε να τα τρίβει. Χαμογελώντας ως την ένοιωθε χαυνωμένη στον ύπνο της, όχι χωρίς να ρουθουνίζει εκείνους τους εγγαστρίμυθους ήχους, που δύσκολα ξεχωρίζει ο μακρινός ακροατής, αν είναι ηδονής ή μαρτυρίου, μιάς καί έτσι μίζερα τους έδωσε η Φύση, όμοιους.
Φορές, παλιά, έπιανε τον εαυτό του ν’ απορεί, καθώς, με το κορμί της να τραντάζεται στα χέρια του, ο χώρος γέμιζε από μουγκρητά της κι επικλήσεις, κοφτές ανάσες καί παράπονα κι απ’ τα πνιγηρά φωνήεντά της, θαρρείς καί η οδύνη ζευγάρωνε με ηδονή. Μα το συνήθισε, καθώς την έβλεπε να γλύφει τις πληγές τής ορμής του, κοιτώντας τον με ματιές ένοχου θαυμασμού.
Αυτά θυμόταν. Κι έτριβε, μάλασσε, πίεζε, χάϊδευε αργά-αργά τα δυό πέλματα, τα μυρωδιαστά -όλη της ήταν μ’ άρωμα νοτισμένη- χωρίς να παίρνει τα μάτια του, από το καλούπι τους. Ακόμα μιά φορά του έκπληκτος, σαν να ‘χει εκεί δα, δυό μωρά, παράξενα πλάσματα άλλου κόσμου, με μάτια ορθάνοιχτα, σε κάθε μιά απ’ τις πέντε κεραίες τους, έτσι παγιδευμένα στα χοντρά πλοκάμια τών δικών του χεριών.

Κι ήταν κι αυτό σαν ένα τους ζευγάρωμα: Το κορμί της αφημένο στη στρωμνή, ύπουλο αιλουροειδές καί η βάση του, τα δυό ακρόποδά της, τα ζυμωμένα με χνούδι λικίσκου καί λαμπερό μέλι πάνω τους, να τα διαφεντεύει αυτός με αεικίνητα δάχτυλα, άλλοτε επιδρομείς κι άλλοτε ικέτες. Πάντα ελπίζοντας, ο δύστυχος, να ξυπνήσει έτσι, το αιώνιο ρίγος τού πόθου, γιά τα πρώτα της φιλιά. Γιά το κάλεσμα τού επιβήτορα...

Το ακίνητο κορμί της στα αεικίνητα χέρια του. Η δύναμη τής ακινησίας, ζευγάρι με την κίνηση τής δημιουργίας. Βουβό, σύνηθές τους, νυχτερινό κάλεσμα στο φρένιασμα τής επικείμενης, ολάκερης ένωσης...

Κι όλο σκεφτόταν κι όλο ήλπιζε κι έτριβε....καί μάλασσε.....καί χάϊδευε...!

Κι ας μην ήταν αυτή εκεί !

Παρά μόνος του ! Κουλουριασμένος, να ρέει σάλια καί δάκρυα στα γόνατά του. Με τα δάχτυλά του γραπωμένα στα πέλματα. Ν’ αφουγκράζεται...

Μήπως εκείνα, τ’ αγαπημένα άκρα της, τα χορτασμένα περιποίηση καί καλόπιασμα, θα τού ‘φερναν το κορμί της τ’ ανθισμένο πόθο, να ρουθουνίσει ηδονικά καί πάλι στη στρωμνή τους. Την από μήνες ορφανεμένη...




Λ. Π.




Καλή 'βδομάδα, φίλοι μου, σ' όλους ! Απέραντη δροσιά σ' όσους το 'χουν σκοπό (καί ...δυνατότητα...) φυγής καί με το καλό να περνάνε οι 'μέρες, χωρίς μαύρες ειδήσεις. Αφήστε τον Μπάτη να σάς τρελάνει καί την Σελήνη να σάς ...ξελογιάσει ! Είναι τα μυστήρια τού τόπου μας τέτοια. Παραδοθείτε !


Λύκος Παραβάτης


20 Ιουλίου

Αγγελίνα Ρωμανού Άκουσε,Κύριε...




Άκουσε,Κύριε 
γιατί σε τίποτα δεν 
το 'χω ν' αγριμέψω. 

Μη σπέρνεις μέσα μου 
κι άλλα 
"αγάπησέ τους" γιατί 
ετούτο το μωρό Εσύ 
θα το κουνήσεις. 
.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ΒΑΡΚΑ ΣΤ' ΑΝΟΙΧΤΑ





ΒΑΡΚΑ ΣΤ' ΑΝΟΙΧΤΑ

Πρότεινε στη μικρή παρέα μας να κολυμπήσουμε 

στη διπλανή, καταγάλανη παραλία. 

Μπήκαμε όλοι στη βάρκα του. 

Οδηγούσε με τη μηχανή, 

όταν ξανοιχτήμαμε, με γλυκό βλέμμα στράφηκε σε μένα 

-αναμφίβολα του άρεσα- 

"Και τώρα τραγούδησέ μας ό,τι πιο πολύ σου κάνει κέφι". 

Χαμογελώντας το απέφυγα, γιατί είμαι σχεδόν παράφωνη. 

Από τη στιγμή που μπήκαμε στη βάρκα 

μου έδειξε την εύνοιά του. 

Εκεί στ' ανοιχτά της θάλασσας, 

και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να ανταποκριθώ 

με ένα τραγούδι. 

( δημοσιευμένο στοcraftbook 2013) 


Alexandra Bakonika


16 Ιουλίου

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Μια γουλιά / δροσερό κόκκινο…



Μια γουλιά / δροσερό κόκκινο… 
Τράβηξα τα μαλλιά μου πίσω… 
[Έχω αφεθεί και μάκρυναν κι αυτά...] 
Με υποπτεύθηκα αμέσως… 
Το κάνω πάντα όταν θέλω να ψάξω λέξεις 
- να διαλέξω αυτές που θα μου καλύψουν τη σκέψη… 
Να έχω το αποτέλεσμα που θέλω… 

Δεν είναι εύκολο… 
Δεν μπορείς να έχεις χαλαρή σύνταξη 
- όταν καίει η ανάσα του μυαλού… 
Δεν περνάει στο χαρτί το αίμα… 
Δεν παλεύω με τη μελάνι για μανιφέστα γραφής… 
Να με διαβάσω και να με καταλάβω θέλω… 
Χωρίς κανόνες και ρίμες… 
[Αν βγουν, καλοδεχούμενες] 

Ανάγκη είναι / ψυχοθεραπεία… 
Το νιώσιμο 
- αν καταφέρεις να το βάλεις κάτω, σε χαρτί, 
το μελετάς καλύτερα… 
Σαν παρτιτούρα από νότες και κλειδιά, 
που συντάσσουν την μελωδία της ψυχής… 

Εμπιστεύεσαι στα μάτια σου, τα μέσα σου… 
Τα διαβάζεις και τα νιώθεις πιο δικά σου… 
Παύουν να είναι πικρά μυστικά 
και ακατάληπτες εστίες πόνου… 
Σταματά και η άβουλη υπνοβασία… 

Με τη γραφή, αποκτά συνείδηση 
- το υποσυνείδητο 
κι εγώ μαζί του… 
Ανακαλύπτεις στην ουσία τον εαυτό σου… 
Ίσως και άλλοι το δικό τους 
- μέσα από σένα… 

Βοηθάει……ⓀⒽ 

Σταύρος Σταύρου, Ήταν κάποτε μια χώρα



όχι, όχι μη μου λέτε εμένα 
ότι πιαστήκαμε στον ύπνο.
τα άρματα δεν έρχονται στις μύτες των ποδιών τους
τα άρματα τα ακούς από χρόνια μακριά...


Σταύρος Σταύρου, Ήταν κάποτε μια χώρα

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Σακελλάρης Καμπούρης, λίγη θαλασσινή δροσιά...

Μπλε θα σου βάψω τα μαλλιά,τα χείλη,τα μάτια σου,

να μου θυμίζεις θάλασσα,

να σε λατρέψω...

***

μα κι αν μου γίνεις θάλασσα,
πάλι τον γλυκασμό του καστανού σου
θα γυρέψω...


Σακελλαρης Καμπουρης

λίγη θαλασσινή δροσιά...





Τίνα Θεοδοσίου, Η ατελής ιστορία



Κανείς από τους δύο δεν γνώριζε ότι το παιχνίδι είχε ξεκινήσει ερήμην τους. Νόμιζαν ότι ως παίκτες θα όριζαν και τους κανόνες. Άρχισαν να κρύβονται μέσα σε ομίχλες και λέξεις που ούτε πρόταση δεν σχημάτιζαν για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους στην αμφισημία. Εκείνος πιο λεπίδα, έκοβε τις ανάσες της με ένα βλέμμα του και εκείνη πιο κρυστάλλινη του καθρέφτιζε την άβυσσο. Κάθε άγγιγμα πάνω στα κορμιά και στη σκέψη τους ήταν σαν μικρά μυρμηγκάκια που κουβαλούσαν κομμάτια ηδονής στα κορμιά τους. Ποτέ δεν είχαν καταλάβει, ούτε εκείνος, αλλά ούτε και εκείνη, ότι το παιχνίδι ήταν οι ίδιοι και φυσικά με τίποτα οι παίκτες του. Άλλοι ήταν οι παίκτες και αυτοί τα πιόνια ή το στοίχημα.
Αυτή ανίχνευε, ωστόσο, κάθε σημείο επάνω του, όπως το λακκάκι που κρεμόταν στο γκρεμό του αχνού χαμόγελού του, αυτού που σχηματιζόταν σαν υποψία νίκης στο παιχνίδι του. Απομνημόνευε κάθε ρυτίδα στο κούτελό του για να μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις του. Έλεγε, στο μέσα της, ότι κάθε μια από αυτές τις αυλακιές την οδηγούν στην ψυχή του. Τον διάβαζε συνέχεια, τον καθρέφτιζε συνέχεια. Τον θαύμαζε έτσι που αυτός ξεγλιστρούσε σε ρόλους ανέγγιχτους από σκηνοθεσία. Τον λάτρευε σαν δάσκαλο, σαν μέντορα και τον ερωτευόταν σε κάθε περιπέτεια του μυαλού της μαζί του.
Ακόμα και τη μικρή ελιά στο μάγουλό του τη θεωρούσε σαν σημάδι της ιστορίας του. Πάντα ήθελε να τον φιλάει εκεί πρώτα, πριν τα χείλια της, σαν πεταλούδα, ακουμπήσουν τα στεγνά του χείλια. Του άρεσε η δροσιά του φιλιού της.
Εκείνος, επαναλαμβάνω, έπαιζε σε ρόλους ανέγγιχτους από σκηνοθεσία. Πότε γινόταν εραστής της και πότε κλέφτης και πότε δικαστής της. Της έδινε ότι διψούσε η ψυχή της. Το Παιχνίδι. Γλιστρούσε την αδιαφορία του σαν λεπίδα πάνω στη καρδιά της καμιά φορά με σαδισμό. Ωστόσο, τη θαύμαζε αυτήν την καρδιά που χτυπούσε δυνατά και με πάθος. Υπήρχαν φορές που έμπηζε τη λεπίδα των ματιών του για να δει με πόση πίεση θα ανάβλυζε αγάπη. Αγάπη και πόθο για εκείνον. Πόθο.
Με κάθε άγγιγμά του, μετά, την έντυνε ιερά στοργή γιατί ήταν εντελώς τρωτή στα χέρια του. Αυτό δεν το άντεχε να το νοιώθει. Τρωτή σαν μωρό που γεννιόταν από τη γη του, όχι από το σώμα του σαν δικό του αίμα, αλλά από τη γη του. Εκείνη πάλι του έλεγε συνέχεια ότι ήταν μια θάλασσα, αλλά εκείνος γη την ένιωθε. Κόρη θαλασσινού, άλλωστε, πως αλλιώς να του το εξηγήσει και πάλι πως αλλιώς να το δεχτεί αυτός, καθώς μόνο από γη γνώριζε, από γη γεννήθηκε.
Το παιχνίδι δεν παιζόταν ωστόσο από εκείνους. Ο νικητής δεν θα έκλεινε την ιστορία τους με το θρίαμβο του τέλους. Δεν υπήρχε θρίαμβος όταν έπεφτε η νύχτα και εκείνη ανήσυχη σκεπαζόταν με τις σκιές της μοναχικής κάμαράς της. Εκείνος, πάλι, δεν κοιμόταν παρά σχεδόν ξημερώματα για να φυλάει τα όνειρα να μην χαθούν από την καρδιά της. Δεν υπήρχε πια ο σαδισμός, παρά μόνο η ανάγκη του να την προστατεύσει από εκείνον. Είχε γίνει σκιά μέσα στα σκοτάδια της που ζούσε από το αμυδρό φωτισμό της ψυχής του.
Κάθε αυγή την περίμενε σαν ανάσα για μια ζωή που θα ξεκινούσε για εκείνον μακριά από τους πόνους του κορμιού του, αλλά κυρίως πέρα από την αγωνία του να επιβιώσει. Να επιβιώσει σαν ποιον όμως; Μέσα σε ποιο ρόλο να ντυθεί αφού όλα πια μέσα του έγιναν ένας άνθρωπος; Αυτός!
Έτσι, στην ιστορία αυτή, το παιχνίδι δεν μπορούσε να τελειώσει, καθώς οι παίκτες το άφηναν ατελές. Ήταν ατελής και ο έρωτας και η μοίρα, οπότε δεν υπήρχε ούτε τέλος, ούτε τελεία στις λέξεις που έμεναν μετέωρες σαν φαναράκια πάνω στη διαδρομή τους. Σκιές έγιναν όλα, μέσα στα κλειστά κουτάκια του μυαλού τους.

Γύρισε και τη φίλησε δυνατά στα χείλια και εκείνα μάτωσαν. Δεν ήταν ο πόνος που την τράνταξε συθέμελα. Ήταν η δύναμη της λαχτάρας του να μην την χάσει στο παιχνίδι.
Δεν υπήρξε όμως ποτέ παιχνίδι….. μια ατελής ιστορία ήταν, έτσι νόμισαν κάποια στιγμή.


~Η ατελής ιστορία~

http://eratina.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html
Αναρτήθηκε από Tina Theodosiou στις 13/7/2014
φωτογρ. Murat Saygıner Zodiac - Evolution (2014) http://www.muratsayginer.com/#gallery