ΧΕΙΡΟΜΑΛΑΞΗ !
Τής άρεσε !
Πολλά τής άρεσαν απ’ όσα τής έκανε. Κι ειδικά αυτό. Που τού το παίνευε: “Είσαι μοναδικός. Προσλαμβάνεσαι γιά πάντα” !
Έτσι κι απόψε πάλι, όπως μήνες τώρα, καθώς είχε σπουδαίο λόγο να την καλοπιάσει, πήρε στα χέρια του τ’ αγαπημένα, ανάγλυφα πέλματά της κι άρχισε να τα τρίβει. Χαμογελώντας ως την ένοιωθε χαυνωμένη στον ύπνο της, όχι χωρίς να ρουθουνίζει εκείνους τους εγγαστρίμυθους ήχους, που δύσκολα ξεχωρίζει ο μακρινός ακροατής, αν είναι ηδονής ή μαρτυρίου, μιάς καί έτσι μίζερα τους έδωσε η Φύση, όμοιους.
Φορές, παλιά, έπιανε τον εαυτό του ν’ απορεί, καθώς, με το κορμί της να τραντάζεται στα χέρια του, ο χώρος γέμιζε από μουγκρητά της κι επικλήσεις, κοφτές ανάσες καί παράπονα κι απ’ τα πνιγηρά φωνήεντά της, θαρρείς καί η οδύνη ζευγάρωνε με ηδονή. Μα το συνήθισε, καθώς την έβλεπε να γλύφει τις πληγές τής ορμής του, κοιτώντας τον με ματιές ένοχου θαυμασμού.
Αυτά θυμόταν. Κι έτριβε, μάλασσε, πίεζε, χάϊδευε αργά-αργά τα δυό πέλματα, τα μυρωδιαστά -όλη της ήταν μ’ άρωμα νοτισμένη- χωρίς να παίρνει τα μάτια του, από το καλούπι τους. Ακόμα μιά φορά του έκπληκτος, σαν να ‘χει εκεί δα, δυό μωρά, παράξενα πλάσματα άλλου κόσμου, με μάτια ορθάνοιχτα, σε κάθε μιά απ’ τις πέντε κεραίες τους, έτσι παγιδευμένα στα χοντρά πλοκάμια τών δικών του χεριών.
Κι ήταν κι αυτό σαν ένα τους ζευγάρωμα: Το κορμί της αφημένο στη στρωμνή, ύπουλο αιλουροειδές καί η βάση του, τα δυό ακρόποδά της, τα ζυμωμένα με χνούδι λικίσκου καί λαμπερό μέλι πάνω τους, να τα διαφεντεύει αυτός με αεικίνητα δάχτυλα, άλλοτε επιδρομείς κι άλλοτε ικέτες. Πάντα ελπίζοντας, ο δύστυχος, να ξυπνήσει έτσι, το αιώνιο ρίγος τού πόθου, γιά τα πρώτα της φιλιά. Γιά το κάλεσμα τού επιβήτορα...
Το ακίνητο κορμί της στα αεικίνητα χέρια του. Η δύναμη τής ακινησίας, ζευγάρι με την κίνηση τής δημιουργίας. Βουβό, σύνηθές τους, νυχτερινό κάλεσμα στο φρένιασμα τής επικείμενης, ολάκερης ένωσης...
Κι όλο σκεφτόταν κι όλο ήλπιζε κι έτριβε....καί μάλασσε.....καί χάϊδευε...!
Κι ας μην ήταν αυτή εκεί !
Παρά μόνος του ! Κουλουριασμένος, να ρέει σάλια καί δάκρυα στα γόνατά του. Με τα δάχτυλά του γραπωμένα στα πέλματα. Ν’ αφουγκράζεται...
Μήπως εκείνα, τ’ αγαπημένα άκρα της, τα χορτασμένα περιποίηση καί καλόπιασμα, θα τού ‘φερναν το κορμί της τ’ ανθισμένο πόθο, να ρουθουνίσει ηδονικά καί πάλι στη στρωμνή τους. Την από μήνες ορφανεμένη...
Λ. Π.
Καλή 'βδομάδα, φίλοι μου, σ' όλους ! Απέραντη δροσιά σ' όσους το 'χουν σκοπό (καί ...δυνατότητα...) φυγής καί με το καλό να περνάνε οι 'μέρες, χωρίς μαύρες ειδήσεις. Αφήστε τον Μπάτη να σάς τρελάνει καί την Σελήνη να σάς ...ξελογιάσει ! Είναι τα μυστήρια τού τόπου μας τέτοια. Παραδοθείτε !
Λύκος Παραβάτης
20 Ιουλίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου