Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30.
Όρθιοι από αριστερά: Πετσάλης, Βενέζης, Ελύτης, Σεφέρης, Καραντώνης, Ξεφλούδας, Θεοτοκάς.
Καθήμενοι: Τερζάκης, Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πολίτης, Εμπειρίκος.


Με τον όρο ‘γενιά του Τριάντα’ εννοούμε στη λογοτεχνία, κατά τρόπο γενικό και συμβατικό, τους νέους συγγραφείς που εμφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία 1930 με 1940. Λέγω «κατά τρόπο γενικό και συμβατικό», επειδή αν προσέξουμε καλύτερα τη ληξιαρχική ηλικία ορισμένων συγγραφέων, που θεωρούνται όχι μόνο εκπρόσωποι της γενιάς αυτής, αλλά και κάπως ηγετικές μορφές της, θα διαπιστώσουμε ότι παραβιάζουν τα αρχικά χρονολογικά πλαίσια, εφόσον το 1930 είχαν ήδη αρχίσει να μορφοποιούν το έργο τους. Αυτό συμβαίνει, λόγου χάρη, με τον Μυριβήλη, που γεννημένος το 1892, παρουσιάζει μια προσωπικότητα συγκροτημένη ήδη στους Βαλκανικούς Πολέμους· είτε με τον Σεφέρη, που, γεννημένος το 1900, λίγο νεότερος από τον Καρυωτάκη, ξεκινά περίπου τη στιγμή που κλείνει απότομα η δραστηριότητα του Καρυωτάκη. Με ένα αυστηρότερο χρονολογικό κριτήριο, μηχανικά εφαρμοσμένο, προσωπικότητες σαν τους δυο μεγάλους λογοτέχνες που ενδεικτικά μνημόνεψα, θα έπρεπε να μείνουν έξω από τη γενιά που μας απασχολεί. Για την αδυναμία να καθοριστεί μια χρονολόγηση ασφαλής, ας σκεφτούμε και την περίπτωση του Ελύτη που γεννήθηκε το 1911 και παρουσιάζεται στη μέση της δεκαετίας, το 1935. Σχετικά με την ομάδα των πραγματικά νέων μέσα στη γενιά συμβαίνει και τούτο επίσης: υπάρχει η περίπτωση, λόγου χάρη, του Τερζάκη που, παρ’ όλο ότι υπήρξε μια από τις πρώτες συνειδήσεις που ανάγγειλαν ώριμα και μαχητικά την ανανέωση του 1930, έμεινε οργανικά δεμένος στη μισοσκότεινη ατμόσφαιρα του καρυωτακικού χώρου.
Ωστόσο, και παρά την έλλειψη μιας συντονισμένης εμφάνισης της γενιάς του Τριάντα, είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί γύρω στα 1930 γίνεται αισθητή μια αλλαγή, μια ρήξη με το παρελθόν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται προβληματισμοί που τεκμηριώνουν τη γέννηση μιας νέας συνείδησης, στηριγμένης σε μορφωτικά εφόδια και σε ψυχική διάθεση διαφορετικά από τα πριν γνωστά.
Mario Vitti, Η ‘Γενιά του Τριάντα’. Ιδεολογία και μορφή. Με μια νέα εισαγωγή, Ερμής, Αθήνα 2006, 21-22.

Η Γενιά του ’30. Παράδοση και Μοντερνισμός

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ορόσημο του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα. Η τραυματική αυτή εμπειρία δημιούργησε την ανάγκη μιας εθνικής αυτοβεβαίωσης που εκφράστηκε με τη στροφή προς την παράδοση. Άλλωστε η στροφή προς την τάξη και την παράδοση χαρακτηρίζει και την ευρωπαϊκή τέχνη του Μεσοπολέμου. Στη δεκαετία του ’20 διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά που θα επικρατήσουν στους καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

Η Γενιά του ’30 έχει καθιερωθεί ως όρος στο χώρο της λογοτεχνίας και αναφέρεται σε μια ομάδα νέων λογοτεχνών, κυρίως ποιητών, οι οποίοι συνδέονται με την εισαγωγή των πρωτοποριακών ρευμάτων στην Ελλάδα και τη συνειδητή προσπάθειά τους να τα πολιτογραφήσουν και να τους δώσουν ελληνική ιθαγένεια. Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος είναι μερικοί από τους εκπροσώπους του ελληνικού Μοντερνισμού. 

Σε ό,τι αφορά τις εικαστικές τέχνες, τον πρώτο ελληνικό υπαιθρισμό διαδέχεται τώρα μια ζωγραφική που τείνει να γίνει ανθρωποκεντρική. Βασικό της γνώρισμα είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και στο σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές. Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, ο φίλος του Σπύρος Παπαλουκάς προσεγγίζει την παράδοση μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Το δίδαγμα του Κόντογλου συμφιλιώνεται με τους κώδικες της μεταφυσικής ζωγραφικής στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα η Γενιά του ’30 ανακαλύπτει την αξία της τέχνης λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη και ο Θεόφιλος. 

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας ζωγραφίζει τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις σε ένα ύφος μετακυβιστικό, με φως και χρώμα ελληνικό. Σε αρκετούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30 ανιχνεύεται η επίδραση της κλασικιστικής φάσης του Αντρέ Ντεραίν, που έφτασε στην Ελλάδα μέσω του χαράκτη και ζωγράφου Δημήτρη Γαλάνη. 

Για τη Γενιά του ’30 παράδοση και Μοντερνισμός λειτούργησαν σαν αμφίδρομοι καταλύτες• καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου. 

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936 - 1940) βρήκε διαμορφωμένο το ρεύμα της επιστροφής στην παράδοση και το υιοθέτησε, θεωρώντας ότι μπορούσε έτσι να εκφράσει την εθνικιστική ιδεολογία του καθεστώτος. http://www.nationalgallery.gr/site/content.php?sel=396

Ο ανταγωνισμός των «νέων» συγγραφέων […] προς τους «παλαιούς», με κύριο ζητούμενο το «συγχρονισμό» με τις διεθνείς λογοτεχνικές αναζητήσεις, είναι έντονος από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ακόμη ενωρίτερα. Η σύγκρουση των λογοτεχνικών «γενεών», ωστόσο, παίρνει διαφορετική τροπή στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, όταν μια καινούργια ομάδα νέων (εκείνη που ο Θεοτοκάς πρώτος ονόμασε «γενεά του 1930») έκανε, σύμφωνα με τον Ελύτη, «την εμφάνισή της γεμάτη τόλμη, αξιοπρέπεια, ενημέρωση και πολιτισμό» για να εκτοπίσει —κάπως πρόωρα— στο παρελθόν τους «νέους του 1920» με την επιβολή του δικού της ισχυρού μύθου. […]

Οι «νέοι του 1930» προωθούσαν δυναμικά τη ρήξη με το «μίζερο» λογοτεχνικό παρόν, προβάλλοντας —στη θέση της «άρνησης» που του καταλόγιζαν— την ισχυρή κατάφαση που παιάνιζε με μπαρεσική «αφτάδεια» το 1929 ο Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα: πίστη στο μέλλον, στην ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου, στη ρώμη της γυμνασμένης και υγιούς νεότητας, στην ατομικότητα και την ελεύθερη βούληση, στη δημιουργική φιλοδοξία, στη δύσκολη τέχνη. Ο αυτοπροσδιορισμός των νέων του ’30 παρέπεμπε εξαρχής σε μια διπλή (και αντιφατική) ταυτότητα: ήταν «οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος» και, συγχρόνως, «οι νέοι διανοούμενοι, ανεκδήλωτοι ακόμα και άγνωστοι, που θα αναλάβουν αύριο την πνευματική καθοδήγηση του Ελληνισμού» και θα προωθήσουν «μια ελληνική πνευματική αναγέννηση». […]

Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 183-185.


Το πρώτο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» (1935).
Με το 1935, φτάνουμε στον πιο σημαντικό χρόνο της νέας ποίησης. Είναι μια χρονιά δημιουργική, μια χρονιά θεμελιωμάτων, μια χρονιά-μήτρα. Τον Γενάρη του 1935, πρωτοεκδίδεται το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που σε λίγο θα αποβεί το κύριο όργανο της νέας ποίησης, ο καθρέφτης όλων των νεωτέρων τάσεων, ο κριτικός απολογητής και ο ενισχυτής κάθε πραγματικά νέας ποιητικής προσπάθειας. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου, κυκλοφορούν δυο από τα πιο βασικά έργα της νεώτερης ποίησης, το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, που μ’ αυτό ο ποιητής της Στροφής θα μας παρουσιαστεί περπατώντας σταθερά στους καινούριους ποιητικούς δρόμους, και η κλασική πλέον Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου, το βιβλίο με το οποίο έκαμε ο υπερρεαλισμός την επίσημη και την υπεύθυνη εμφάνισή του στην Ελλάδα. Και το Νοέμβριο του 1935, από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων θα πρωτοεμφανιστεί ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους πιο δυνατούς μοχλούς της νέας ποίησης, η σημαντικότερη ποιητική μορφή έπειτα και μαζί με τον Σεφέρη. Ό,τι αργότερα θ’ αποτελέσει το σώμα της νέας ποίησης, πρωτοδηλώνεται μέσα στα χρονικά όρια του 1935. Ο χρόνος αυτός είναι ένας από τους πιο ιστορικούς της νεοελληνικής ποίησης, γιατί από κει και πέρα, κυρίως, άλλαξε τελειωτικά η μορφή του ποιητικού μας λόγου· από κει και πέρα, διαχωρίζεται το μοντέρνο ρεύμα από την παράδοση, όχι πια με έργα προδρομικά και αβέβαια, αλλά με γνήσιους ποιητικούς καρπούς…

Ανδρέας Καραντώνης, Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Δίφρος, Αθήνα 1958, 164-165.

Η επιθυμία για ενεργό και ισότιμη συμμετοχή στην πνευματική ζωή της Ευρώπης αποτελεί τυπικό στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού της «γενιάς» [του 1930] και ίσως το ισχυρότερο κίνητρο για την απόπειρα αφομοίωσης του μοντέρνου. […]


Η εκσυγχρονιστική επιθυμία εκδηλώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 με ποικίλους τρόπους. Από τη μια πλευρά, στο επίπεδο της ενημέρωσης, με μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων (του Βαλερύ, του Έλιοτ, του Αραγκόν, του Ελυάρ, του Μαγιακόβσκι, του Τζόυς κ.ά.) και με ορισμένα κατατοπιστικά δοκίμια (όπως, π.χ., εκείνο του Δημ. Μεντζέλου για τον υπερρεαλισμό, το 1931, ή η εισαγωγή του Σεφέρη στον Έλιοτ, το 1936)· και από την άλλη, με τις πρώτες απόπειρες για ανανέωση της πρωτότυπης λογοτεχνικής παραγωγής. Στην πεζογραφία, το συγγραφικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ποιητικότροπο πεζό και το διήγημα προς το μυθιστόρημα και το δοκίμιο. Το νέο μυθιστόρημα του ’30 επιχειρεί ως επί το πλείστον τη συνθετική αναπαράσταση της σύγχρονης (κυρίως αστικής) κοινωνικής ζωής· μια περισσότερο προωθημένη εκδοχή του πειραματίζεται προς την κατεύθυνση της απόδοσης της «εσωτερικής», υποκειμενικής πραγματικότητας και των νοητικών διεργασιών που τη συνθέτουν (με τα πρώτα έργα του Στ. Ξεφλούδα και των άλλων πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών, αλλά και του Σκαρίμπα, του Μπεράτη κ.ά.). Στην ποίηση, εξάλλου, όπου στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 κατοχυρώνεται η ηγεμονία του ελεύθερου στίχου, νεωτερικές εκδηλώσεις εμφανίζονται από νωρίς (Ντόρρος, Σεφέρης, Δρίβας, Σαραντάρης, Ράντος, Παπατσώνης, Μάτσας κ.ά.)· η αλλαγή παραδείγματος, ωστόσο, γίνεται κοινή συνείδηση από το 1935 και ύστερα, με την εμφάνιση δύο έργων (την Υψικάμινο του Εμπειρίκου και το Μυθιστόρημα του Σεφέρη), που εφεξής σηματοδοτούν τις δύο κεντρικές κατευθύνσεις του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού. Το 1935, όμως, είναι η χρονιά κατά την οποία αναγνωρίζεται από πολλούς κριτικούς η σημαντική συνεισφορά της γενιάς και στον χώρο της πεζογραφίας.


Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 189-192.

Η λεγόμενη «γενιά του 1930», οι λογοτέχνες δηλ. που παρουσιάστηκαν γύρω από τη χρονολογία αυτή, ανανέωσαν δημιουργικά όχι μόνο την ποίηση αλλά και την πεζογραφία, η οποία […] στα χρόνια 1920-30 φυτοζωούσε σε μια καθυστερημένη επιβίωση της ηθογραφίας περιγράφοντας τη μίζερη ζωή της φτωχογειτονιάς. Οι νέοι λογοτέχνες έστρεψαν τη ματιά τους προς ευρύτερους ορίζοντες, ζήτησαν να ανιχνεύσουν ψυχολογικές καταστάσεις συνθετότερες, να αντιμετωπίσουν προβλήματα κοινωνικά και ανθρώπινα, προσπάθησαν ακόμη να ξεπεράσουν τα στενά ελληνικά όρια και να πορευτούν παράλληλα με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πεζογραφία. Τέλος δοκίμασαν επίμονα, ξεπερνώντας τα όρια του διηγήματος και της νουβέλας, να εκφραστούν με το κατ’ εξοχήν σύγχρονο μέσο, το μυθιστόρημα. Με συνείδηση καθαρά λογοτεχνική ζήτησαν ακόμα μιαν ανανέωση και στο ύφος και στη γλώσσα, ξαναπιάνοντας την παράδοση των πιο δόκιμων πεζογράφων του δημοτικισμού (του Καρκαβίτσα π.χ. ή του Βλαχογιάννη), πλουτίζοντας όμως την εκφραστική γραφικότητα εκείνων με μια σύγχρονη, μεστότερη γλωσσική αίσθηση.


Ένα γεγονός άσκησε μεγάλη επίδραση στους λογοτέχνες της γενιάς αυτής, γεγονός που ρίχνει τη βαριά σκιά του σε όλη τη μετέπειτα λογοτεχνική παραγωγή και σε όλη την πνευματική και την κοινωνική οργάνωση: η Μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε […]. Ιδέες και όνειρα που έτρεφαν τις προηγούμενες γενιές για την αποκατάσταση του ελληνισμού στα πρωτυτερινά όρια του βυζαντινού κράτους, κατέρρευσαν μονομιάς τον Σεπτέμβριο του 1922, και μια καινούρια τραγικότητα και σοβαρότητα αντικατέστησαν τον προγενέστερο κάπως χιμαιρικό ρομαντισμό. Η γενιά του 30 εκφράζει στη λογοτεχνία την καινούρια αυτή ωρίμανση.


Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 302.


Οι συγγραφείς που δημοσίευσαν το πρώτο τους μυθιστόρημα αυτή την περίοδο μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις ομάδες. Στο κέντρο κάθε ομάδας υπάρχει ένας κύκλος ατόμων, που συνεργάζονταν και είχαν κοινούς στόχους, τους οποίους συχνά υιοθετούσαν, αφού πρώτα τους προσάρμοζαν, και άλλοι συγγραφείς έξω από τα στενά όρια της ομάδας. Η πρώτη ομάδα που εμφανίστηκε ήταν αυτή που ονομάστηκε ‘Αιολική Σχολή’. Και οι τέσσερεις μυθιστοριογράφοι της ‘σχολής’ αυτής [Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης, Στράτης Μυριβήλης, Στρατής Δούκας] είχαν προσωπικές εμπειρίες από το βίαιο ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας το 1922. Αυτοί είδαν τη μυθιστοριογραφία ως τρόπο για να επικοινωνήσουν και να κρατήσουν ζωντανά στη μνήμη τα ιστορικά γεγονότα. Οι συγγραφείς της δεύτερης ομάδας, μερικοί από τους οποίους επίσης ξεριζώθηκαν από τη Μικρά Ασία, συμμερίζονταν τους, σε γενικές γραμμές, ρεαλιστικούς στόχους της πρώτης ομάδας, αλλά επέμεναν να προσβλέπουν στο μέλλον παρά πίσω στο παρελθόν. Κάποιοι από αυτή την ομάδα συνδέθηκαν με το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που ιδρύθηκε το 1935, και η δράση στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά τους εκτυλισσόταν κατά κύριο λόγο σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πολλά έργα τους αντιμετώπιζαν, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, κοινωνικά και/ή ιδεολογικά θέματα και τα περισσότερα έφεραν ένα βαρύ ιδεολογικό φορτίο. Τέλος, σε πλήρη αντίθεση προς τις δύο προηγούμενες ομάδες, βρίσκεται η ομάδα των συγγραφέων που έχουν κέντρο τη Θεσσαλονίκη και το περιοδικόΜακεδονικές Ημέρες, που ιδρύθηκε το 1932. Αυτοί οι συγγραφείς αδιαφόρησαν πλήρως για την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας και έδωσαν αποχρώσεις δικές τους στους εσωστρεφείς πειραματισμούς που χαρακτήρισαν το Μοντερνισμό της περασμένης δεκαετίας στην Ευρώπη.


Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, 180.


Πηγή : http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=39

Ελένη Νταϊνά Ό,τι αρχίζει ωραίο



Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο
Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο

Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
Ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια

Στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια
Τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια κι η ζήλεια

Είναι κακό στην άμμο...

Πικραμένοι κι οι δυο κλαίμε τη συμφορά μας
Τη χαμένη αγάπη, την πρώτη χαρά μας


Είναι κακό στην άμμο...






Στίχοι: Ελένη Νταϊνά

Μουσική: Σπύρος Σκορδίλης

Ερμηνείες :
1. Σπύρος Σκορδίλης Φωνητικά: Λένα Νταϊνά
2. Λίτσα Διαμάντη & Μπάμπης Τσετίνης
3. Πάνος Γαβαλάς
4. Γεράσιμος Ανδρεάτος Φωνητικά: Ελένη Τσαλιγοπούλου
5. Γιάννης Κότσιρας
6. Πόλυ Πάνου
7. Τόλης Βοσκόπουλος

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=7821

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Έμυ Τζωάννου, Σαν ήλιοι !




Έλαμψαν οι ζωές μας
σαν ήλιοι
στις παραλίες των αστεριών

Σήμαναν τα σήμαντρα
το σμίξιμό μας
στα σεντόνια των κυμάτων

Άστραψαν τα καλοκαίρια μας
σαν ζωγραφιές
στους θριάμβους της χαράς !

© Έμυ Τζωάννου

Δημήτρης Ιατρόπουλος, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ



ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

*Επιτέλους! Ας ανοίξει ο μυστικός δρόμος, Ας περάσουν μπροστά Τα αλλιώτικα μηνύματα Έστω κι αν λυγίσει, -Όμως δεν θα σπάσει- Η ατσάλινη ίνα της διαδρομής μας..

*Θα μας πουν ιδιαίτερους οι φίλοι Ξεχωριστούς οι αγαπημένοι μας Παράδοξους οι επιφυλακτικοί Επικίνδυνους οι κακόβουλοι Ανατρεπτικούς οι εχθροί μας Εξεγερμένους οι ιστορικοί..

*Επιτέλους λοιπόν! Βγάλε Ελλάδα, τα Κλειδιά, Κι άνοιξε τη μεγάλη πόρτα Να ξεχυθούν τα Απροκάλυπτα Όνειρα Να θριαμβεύσουν τα Απόκρυφα Περάσματα Να θεραπεύσουν τις ανωμαλίες Τα Ιερά Προστάγματα Να ξαναγεννήσουν την ένδοξη χαρά Οι Φοβεροί Παιάνες..

*Επιτέλους ανδρωθείτε! Μεσήλικες λυγμοί Κουρασμένα παράπονα, Θλιβερά τοπία, διαγραφείτε, Απ το χάρτη της ανάσας μας

*Ζητάω μια Νεολαία Να φορέσει την ώρα της Ιστορίας Να δικάσει τους κήνσορες της παρακμής Να χαράξει την καινούργια ανάγκη Να οδηγήσει τον λαό μου στο δρόμο του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Βγάλε απ το μυστικό ερμάρι, Τα δοξασμένα σπαθιά Τους χάρτες με των άστρων τα περάσματα Τους Ιερούς Στοχαστές Και τους Άγιους Στρατηλάτες σου, Τους Ποιητές σου και τους Γεωμέτρες..

*Μια φούχτα κρυμμένος ήλιος Ένα δακρυσμένο πεύκο Κι ένα παμπάλαιο τραγούδι Είναι όλο κι όλο το προσφάι μου, Πατρίδα μου, χιλιοπροδομένη Κυρά της Ανθρωπότητας..

*Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω, Λίγα γραμμένα λόγια Κι ακόμη πιο λίγα άγραφτα Είναι η ζωή μου όλη..

* Όμως αν μου βγάλεις μπροστά Ένα πανάξιο τέκνο σου, Να πάρει τον Καιρό στα χέρια του, Να ξέρεις, εγώ θα έρθω δίπλα του, Να προστατέψω τη γλώσσα του, Να ξεσκονίσω το Χρέος του, Να τραγουδήσω τη Μοίρα του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Φέρε μου εδώ, τώρα, αμέσως, Έναν Αληθινό Μπροστάρη..

*Γιατί, Δεν δέχομαι να έρθω στην κηδεία σου, Δεν καταδέχομαι να ζήσω σκλάβος Δεν παραδέχομαι πως όλα τέλειωσαν Μπότζι είναι, θα περάσει, Θα ξανανθίσουν οι πασχαλιές Θα ξαναπαίξουν τα παιδιά στις γειτονιές Θα ξανατραγουδήσουν τα πουλιά..

*Μόνο ν’ ανέβει τα σκαλιά της Ιστορίας, Ένα ένδοξο πρωί, Αυτός, Ο Ένας!

*Θα τον περιμένω, όσο η ανάσα μου Θα λάμπει στα σπλάχνα μου Όσο η ψυχή μου Θα φωτίζει τους δρόμους μου Όσο το μυαλό μου Θα κεντάει μεθοδικά την αλήθεια..

*Κι όσο οι Αγέννητοι Έλληνες Θα μου στέλνουν μηνύματα Όπως ετούτο που μόλις τώρα σου χάραξα Με τη ματωμένη πένα μου, Πατρίδα μου.

*Μεγάλη Κυρά της Ανθρωπότητας..
------------------------------------------

ΙατροπουλοςΑ Δημητρης
27/7/2014

Πόπη Συνοδινού, -Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-



Η ευδαιμονία μου σήμερα, μάλλον μοιάζει με την γλυκύτητα που έχει το μετάξι.
Δεν φυσάει, και αυτήν την ώρα οι ταράτσες είναι σαν μισογερμένες στον ήλιο.
Μια ησυχία απλώνεται στο χωριό που σπάει από τις φωνές των παιδιών και των σκύλων. Και ναι, που και που κάποιο γαιδούρι φωνάζει στο άλλο που βρίσκεται στο απέναντι χωριό.

Καθώς ανέβαινα στο σπίτι γυρίζοντας από μια υπέροχη θάλασσα φαντάστηκα μια γκέισσα να ανοίγει ένα τεράστιο κλουβί σαν δωμάτιο κι από μέσα του να λευτερώνονται και να πετούν στον ουρανό χιλιάδες πουλιά με κόκκινες και μπλε ουρές. Γέμισαν τα μάτια μου χρώμα..
Η ευδαιμονία συνήθως συνοδεύεται από πολλά πυρακτωμένα συναισθήματα και μια απέραντη κοιλάδα υψηλής συγκίνησης. Εγώ σήμερα έχω την σιγουριά της, ξέρω πως την έχω αλλά έχω και μια απέραντη γαλήνη.
Αυτήν πως ξέρω που είμαι και τι είμαι.

Είμαι ένας σπόρος που αντιλαμβάνεται διαφορετικά το δέντρο και την φτιαξιά του, δεν μπορώ να μην δω πως είμαι ίδια με τους άλλους μα και τόσο διαφορετική.
Από παιδί έψαχνα αυτό που δεν φαίνεται με τα μάτια, τούτο το νησί με βοήθησε σε αυτό και με καθοδήγησε με τον τρόπο του.
Αυτόματα μυήθηκα στα μυστήρια και στην ανακάλυψη του κόσμου εδώ..

Αγαπώ τις γυναίκες που μπορούν να πουν αν δεν σε ξαναδώ θα πεθάνω, όχι εκβιαστικά ή με ύπουλα κι υπόγεια αισθήματα, απλά θα πεθάνουν χωρίς την θωριά εκείνου του άντρα στην καρδιά τους.
Αγαπώ τους άντρες που μπορούν να πουν σε μια γυναίκα είσαι όλος ο κόσμος και να εννοούν όλος ο κόσμος, όχι απλά ο δικός τους..
Η ευδαιμονία που έχω σήμερα υπάρχοντας μέσα στο νησί μου είναι η απλή αίσθηση πως θέλω και μπορώ να φτάσω μέχρι το τέλος του κόσμου..
Ανάβω τσιγάρο, τακτοποιώ ένα σι ντι με μπλουζ και χαμογελάω, έτσι αβίαστα.
Σήμερα δεν θέλω να καταλάβω κανέναν και να μην συγχωρήσω κανέναν.
Δεν μου γουστάρουν τα εν βρασμώ ψυχής, γουστάρω τα εγκλήματα που σκοτώνουν μονάχα όλα τα άρρωστα εγώ.

Μαλάκα, τίποτε δεν είσαι, μου λεω απλά, είσαι όμως και τα πάντα.
Όλα αυτά που δεν βλέπουν τα μάτια μου αγαπώ κι από αυτά που βλέπω αγαπώ
τα περισσότερα..
-Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-

Δήμητρα Καββαδία




Ας συνεχίσουμε να πετάμε κι ίσως κάποτε μάθουμε να πατάμε γερά στη γη.

Δ.Κ.

Δήμητρα Καββαδία

27/7/2014




Ζωή Μοναστηριώτη με Δήμητρα Καββαδία.
27/7/2014

Ένα τετράδι() '' ντυμέν() '' μπλε,

μια ετικέτα - τάξη ΣΤ΄-

΄()μ()ρφα γράμματα, στρωτά.

Μ()΄ν() εκείν() τ() -΄()μικρ()ν- ξεχώριζε.

Πάντα αν()ικτ()΄... ακ()΄μη και σήμερα.
Η απ()στρ()φή στ() μηδέν;

Η αντίσταση στ()ν κύκλ() ;

΄

΄()τι και να φταίει αρν()ύμαι να τ() γράψω σωστά.

Αρν()ύμαι να τ() ζήσω !!!


Δ.Κ. 25/07/2014

Δήμητρα Καββαδία25 Ιουλίου

Χθες βράδυ μ ένα όνειρο μιλούσα.
Ένα βιβλίο με ποίηση, ψυχή, με πόνο γραμμένο.
Είχα πιστέψει σ αυτό. Μ΄ έκαναν κι άλλοι να το πιστέψω.
Μα υπήρξαν και κάποιοι που στάθηκαν στο πλάι μου σαρκαστικά γελώντας, με ψεύτικα λόγια, κολακείες γεμάτα και μ ΄ πεισαν πως αξίζει τ΄ όνειρο να κυνηγήσω, να το ζήσω.
Αχ ψυχή μου πάνσοφη εσύ…
Για λίγο τους πίστεψες και ήθελες ανάσες να χαρίσεις σ’ όσους ποτέ δεν έζησαν.
Μα όχι … η ψυχή δεν αποτυπώνεται, ούτε τυπώνεται, ούτε πουλιέται …
Κι εμείς θα συνεχίσουμε να γράφουμε κι ας παίρνει τις λέξεις ο αέρας, για μας, μόνο για μας.
Όταν η ψυχή έχει την ανάγκη να μιλήσει, κανείς μα κανείς, ούτε εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να τη φιμώσεις.
Δ.Κ.·
Δήμητρα Καββαδία
24 Ιουλίου

Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου....Ανθέ μου αγέννητε



Ανθέ μου αγέννητε
Στων στερνών μου λογισμών τα χρόνια 
μια ευχή που χρωστώ θα σου δώσω Παιδί μου: 
Μην ευλογήσεις πόλεμο ποτέ σου 
τίμα τον φτωχό 
και τον αγράμματο σεβάσου 
το χέρι γίνε του τυφλού 
χάρισε ταπεινά λίγη Ελπίδα 
κι ελέησε κι εμένα σιωπηλά 
με της καρδιάς σου την απλότητα 
Αυτά σ’ εμπιστεύομαι καθώς θα φεύγω Γιέ μου 
ένα δαφνόφυλλο 
και χούφτα από λιβάνι να προσεύχεσαι 
έζησα φτωχός, συγχώρα με 
μα όταν το άδικο βιώνεις στη ψυχή 
θα ‘μαι στη σκιά το αναφιλητό σου να μοιράζομαι 
Τούτα σου προικεύω όσο θα γερνάω Κόρη μου 
παρακαλώ, μη μου θυμώσεις 
καμπούρα έκανα να προσκυνώ 
όμως εσύ μην γονατίσεις σε άνθρωπο ποτέ σου 
και σαν κουράζεσαι απ’ του κόσμου το σκοτάδι 
θ’ ανάβω στη καρδιά μου φώς για να κουρνιάσεις 
Όσα περίσωσα με μόχθο, 
σου τα δωρίζω Ανθέ μου αγέννητε 
πέτρα στη γή, καμένη κι άγονη 
ιδρώτα στο μέτωπο και χείλη στεγνά 
λειψά από όμορφα λόγια και χαμόγελα 
μα να ‘ξερες πόσο ντρέπομαι γι’ αυτό… 
Ας λευτερώσουμε τα χέρια των Παιδιών 
να σμιλεύσουν ουρανό 
ν’ αδράξουν σύννεφα 
και στην λιακάδα των ονείρων τους 
αστέρια να γινόμαστε 
πραγματοποιώντας την κάθε ευχή τους 
λυτρωτικά.. 
© Θεόφιλος Γιαννόπουλος 
Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου.... 
2ΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΌΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ 
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΎ ΟΜΊΛΟΥ ΜΕΛΊΚΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΏΡΩΝ 2014 
Τιμητική Διάκριση 
(Φωτογραφία Στράτος Γιαννόπουλος) 

Θεόφιλος Γιαννόπουλος


28/7/2014 ·


http://taxidiidewn.blogspot.gr/2014/07/blog-post_34.html