Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Γιώργος Τζώρτζης



Εσύ...
Γιώργος Τζώρτζης
30/7/2014



Μη με δοκιμάζεις 

Αν βρεθώ αντιμέτωπος με το δίλημμα 
να κάνω κακό στον εαυτό μου 
η να τα κάνω όλα "πουτάνα" 
μην έχεις αμφιβολία 
ότι θα επιλέξω το δεύτερο. 

Μη με δοκιμάζεις... 

Όταν πιέζομαι 
δεν έχω καλή γεύση. 


Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Σονέτο 116 Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Πολὺ κακὸ για το τίποτα, πρ. Β´, Σκ. 3, Ξένα Λυρικά, μτφ. Βασίλης Ρώτας, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1955, σελ. 32



Let me not to the marriage of true minds
Admit impediments. Love is not love
Which alters when it alteration finds,
Or bends with the remover to remove:
O no! it is an ever-fixed mark
That looks on tempests and is never shaken;
It is the star to every wandering bark,
Whose worth's unknown, although his height be taken.
Love's not Time's fool, though rosy lips and cheeks
Within his bending sickle's compass come:
Love alters not with his brief hours and weeks,
But bears it out even to the edge of doom.
If this be error and upon me proved,
I never writ, nor no man ever loved.

Κανένα εμπόδιο να ενωθούν καρδιές πιστές
Εγώ δε δέχομαι. Δεν είναι αγάπη η αγάπη
που αλλάζει μ' όλες του καιρού τις αλλαγές
και ξεστρατάει σε κάθε σκούντημα σαν τόπι
Όχι, είναι ένα σημάδι αιώνια σταθερό
που απαρασάλευτο τις μπόρες αντικρύζει
του ναύτη τ' άστρο, που κι αν έχει μετρημό
πόσο μακριά είναι, δε μετριέται πόσο αξίζει
Δεν είν' η αγάπη παίγνιο του καιρού
που αυτός θερίζει ροδομάγουλα και χείλια
η αγάπη δεν πηγαίνει μ' ώρες και με μίλια
γιατί θα βρει την άκρη πάντα και παντού.
Αν τούτο ειν' πλάνη κι αποδείχνεται σε με
ούτ' έγραψα, ούτε αγάπησε άνθρωπος ποτέ.

(μετάφραση Βασίλης Ρώτας)
Οὐίλλιαμ Σαίξπηρ, (Πολὺ κακὸ γιὰ τὸ τίποτα,
πρ. Β´, Σκ. 3, Ξένα Λυρικά, μτφ. Βασίλης Ρώτας,
ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1955, σελ. 32
http://n-tomaras.blogspot.gr/2013/08/116.html

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Έναστρη νύχτα ΙΙ (στον Vincent van Gogh)


Έναστρη νύχτα ΙΙ (στον Vincent van Gogh)

Κοίταξα χτες τον ουρανό, στην παραλία, τη νύχτα. Τα άστρα ήταν εκεί, τα ίδια όπως τα βλέπω κάθε καλοκαίρι. Ο ποταμός Ιορδάνης, ο Σκορπιός, η ουρά του, ο Τοξότης - το σπιτάκι και ο Στάχυς της Παρθένου που δεν φαινόταν. Και σκέφτηκα ένα ποίημα που θα έγραφα, τόσο όμορφο, σαν το σονέτο 116 του Σαίξπηρ.

Τόσο γνώριμα όλα… έβλεπα τον εαυτό μου σε άλλες εποχές, ανυποψίαστες να κοιτά ψηλά. Ψηλά. Το πιο σταθερό μου στερέωμα. Ένα καλοκαίρι ήταν (πάντα) ο ουρανός, εκείνο το θαρραλέο πάντα, το μέσα μου, το σταθερό σημείο για κάθε περιπλανώμενο. Απαρασάλευτο. Και άρχισε το ποίημα να απομακρύνεται και εγώ σε μια βαρκούλα να το χαιρετώ. Ή το ποίημα ήταν μια βαρκούλα. Γιατί έτσι είναι αυτά. Μεταφορές. Και μια βεβαιότητα, ότι το ποίημα, για να γίνει ποίημα, πρέπει να το διώξεις μακριά σου… Μια μοίρα κοινή, όχι μόνο η δική σου εκεί να γράφεται. Όπως και στα άστρα, η μοίρα όλων των ανθρώπων, σαν σε βιβλίο, διαβάζεται.


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Ιούλιος 2014
Poly Hatjimanolaki 

Πίνακας VanGogh-The Starry Night Βίνσεντ βαν Γκογκ - Έναστρη νύχτα (1889) Στο έργο του αυτό ο Βαν Γκογκ έχει απεικονίσει χαοτικές δίνες που ακολουθούν την κλιμάκωση Κολμογκόροφ, όπως προκύπτει από μαθηματική ανάλυση της εικόνας. Ο Βαν Γκογκ αναπαράγει σε πίνακές του, επακριβώς, νόμους της φύσης. 

Διονύσης Μαρίνος



και είπα: τι ομορφιά αυτός ο κόσμος 
τι ομορφιά το ήρεμο κομμάτιασμα 
με το χρώμα του ωκεανού 
στα δόντια 

(Anamneza, 2014, εκδ. Γαβριηλίδης) 


Να σου χτενίζω τα νερά 
Εκεί που κάποτε μαλλιά 
Πλήγηκαν 
Απ’ τη θλίψη 

*** 
Μόνο η θάλασσα 
θνητή 
εκείνη ξέρει τι θα πει 
ναυάγιο 

Τι να σου πω 
Για το κάρβουνο της φωνής 
Και για΄κείνη τη λαίλαπα φλέβα 
Μας πήραν τα μεσημέρια 
Μας βόσκησαν 

Πόπη Συνοδινού, Στους μαγικούς ανθρώπους


Η Μπλάνς κατέρρευσε, ήταν μόνη μέσα σε έναν κόσμο που ξέρναγε χολή. Κι η Βίβιαν κατέρρευσε, σαν ήρθε η στιγμή. Έγινε αέρας η τέφρα της πάνω από μια ήρεμη λίμνη.
Μαζί της πετούσαν και λίγες εικόνες από τα μάτια της, ένα πλάσμα κυριευμένο από φωτιά και θέλω.

Την γνώρισα όταν την είδα με τον Μπράντο στο φλεγόμενο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, την κατάλαβα γιατί ανήκω στο ίδιο ζώδιο με εκείνην, αν θέλεις να σου μιλήσω λίγο αστρολογικά.
Είχε πει σε μια συνέντευξη της, είμαι σκορπιός και οι σκορπιοί τρώγονται από μέσα τους.
Αν πάλι δεν θέλεις την αστρολογική όψη δεν έχεις παρά να δεις τα μάτια της στην Μπλανς και στην Σκάρλετ -σκορπιός κι η συγγραφέας του όσα παίρνει ο άνεμος-. Τα μάτια της ήταν κυρίαρχα σε όλο το πρόσωπο και φώτιζαν τις σκιές ενός ψυχισμού τεράστιου.
Τι γίνονται οι άνθρωποι με αυτόν τον τεράστιο ψυχισμό;
έχω δει κάποιους από αυτούς μέσα από τα έργα τους και έχω δαγκώσει τα χείλια μου από θαυμασμό ενώ η καρδιά μου φώναζε σαν λύκος.

Ο φιλάσθενος Προυστ που έγραφε σημειώματα στην μητέρα του η οποία ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο, ο Φιλάσθενος και ανέραστος Προυστ που άλλαξε την όψη της λογοτεχνίας, αυτός που έγραφε όσα δεν είχε ζήσει.
Μάλλον θα έκανε πτήσεις έξω από το σώμα του..

Ο Αντρέ Ζιντ με τις γήινες τροφές του και τον Προμηθέα Δεσμώτη που έβαλε φωτιά στον ηλίθιο σνομπ κόσμο της αστικής τάξης με τις λέξεις του.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ που αντί για μίσος στον ανάξιο εραστή του τον έκανε μέρος ενός θαυμάσιου μυθιστορήματος που έγραψε στην φυλακή (De Profundis ), αυτός ο αδαμάντινος θησαυρός της τέχνης που με το πορτρέτο του ταξίδεψε στην αδάμαστη σάρκα του νάρκισσου.

Ο Μπωντλαίρ που ταξίδεψε πολύ μακριά, άρρωστος βαριά για να πεθάνει τελικά στην αγκαλιά της μητέρας του, μια αγάπη που δεν μπόρεσε ποτέ να απαρνηθεί και να σκοτώσει.

Όλα αυτά τα πλάσματα κι άλλα τόσα,διακατέχονται από ατόφια, καθαρή μαγεία. Η αύρα τους υπάρχει κοντά σου και μόνο σαν τους σκέφτεσαι.

Μαγικά πλάσματα που κατέρρευσαν.
Που για την ακρίβεια είχαν καταρρεύσει πολύ πιο πριν, ίσως κι επάνω στην γέννα τους.
Ένα χρωματιστό γυαλάκι μπαίνει μέσα στην καρδιά τους μόλις βγουν και κολυμπήσουν έξω από την μήτρα.
Και πολλούς από αυτούς τους συνδέει μια αφιλόξενη μήτρα...
Η ανθρωπότητα χρωστάει πολλά σε αυτές τις αφιλόξενες μήτρες...

Άραγε υπάρχουν τετράδια της ευτυχίας;
Και πόσο αντέχουν να υπάρχουν αν υπάρχουν;

Με ενδιαφέρουν βαθιά οι άνθρωποι που υποφέρουν, που πάσχουν με την αρρώστια της ανθρωπότητας.
Που τους νιώθω να καίγονται σαν τα φτερά μιας πεταλούδας πάνω από ένα σπίρτο.

Πες μου ειλικρινά,
προλαβαίνεις να κάψεις τα φτερά σου στο άναμμα ενός σπίρτου;

Σε ενδιαφέρει να ζήσεις θυελλωδώς ως το τέλος χωρίς να κάνεις θόρυβο γύρω σου;

Μπορείς να γράψεις στα<< αρχίδια>> σου όλα όσα σου απαγορεύουν;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσεις όπως θέλεις.

Πες μου,
όταν βλέπεις τις ηρωίδες του Τένεσι Ουίλιαμς ματώνεις;
Εγώ ματώνω.
Και καίγομαι.
Κάποτε θα θριαμβεύσουν οι ήττες του κόσμου.
Δεν θέλω νικητές, ακούς;
Τους ηττημένους θέλω.
Κι όλους τους αδικημένους του Ντοστογιέφσκι.

Κάποτε θα κάψω όλους τους αγαπημένους μου ήρωες στα βιβλία και στις ταινίες.
Ίσως έτσι καταφέρω και καώ μαζί τους ενώ θα ζωντανεύουν.
Σίγουρα δεν θα υπάρχει πιο ωραίος θάνατος..

(Στους μαγικούς ανθρώπους)

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30.
Όρθιοι από αριστερά: Πετσάλης, Βενέζης, Ελύτης, Σεφέρης, Καραντώνης, Ξεφλούδας, Θεοτοκάς.
Καθήμενοι: Τερζάκης, Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πολίτης, Εμπειρίκος.


Με τον όρο ‘γενιά του Τριάντα’ εννοούμε στη λογοτεχνία, κατά τρόπο γενικό και συμβατικό, τους νέους συγγραφείς που εμφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία 1930 με 1940. Λέγω «κατά τρόπο γενικό και συμβατικό», επειδή αν προσέξουμε καλύτερα τη ληξιαρχική ηλικία ορισμένων συγγραφέων, που θεωρούνται όχι μόνο εκπρόσωποι της γενιάς αυτής, αλλά και κάπως ηγετικές μορφές της, θα διαπιστώσουμε ότι παραβιάζουν τα αρχικά χρονολογικά πλαίσια, εφόσον το 1930 είχαν ήδη αρχίσει να μορφοποιούν το έργο τους. Αυτό συμβαίνει, λόγου χάρη, με τον Μυριβήλη, που γεννημένος το 1892, παρουσιάζει μια προσωπικότητα συγκροτημένη ήδη στους Βαλκανικούς Πολέμους· είτε με τον Σεφέρη, που, γεννημένος το 1900, λίγο νεότερος από τον Καρυωτάκη, ξεκινά περίπου τη στιγμή που κλείνει απότομα η δραστηριότητα του Καρυωτάκη. Με ένα αυστηρότερο χρονολογικό κριτήριο, μηχανικά εφαρμοσμένο, προσωπικότητες σαν τους δυο μεγάλους λογοτέχνες που ενδεικτικά μνημόνεψα, θα έπρεπε να μείνουν έξω από τη γενιά που μας απασχολεί. Για την αδυναμία να καθοριστεί μια χρονολόγηση ασφαλής, ας σκεφτούμε και την περίπτωση του Ελύτη που γεννήθηκε το 1911 και παρουσιάζεται στη μέση της δεκαετίας, το 1935. Σχετικά με την ομάδα των πραγματικά νέων μέσα στη γενιά συμβαίνει και τούτο επίσης: υπάρχει η περίπτωση, λόγου χάρη, του Τερζάκη που, παρ’ όλο ότι υπήρξε μια από τις πρώτες συνειδήσεις που ανάγγειλαν ώριμα και μαχητικά την ανανέωση του 1930, έμεινε οργανικά δεμένος στη μισοσκότεινη ατμόσφαιρα του καρυωτακικού χώρου.
Ωστόσο, και παρά την έλλειψη μιας συντονισμένης εμφάνισης της γενιάς του Τριάντα, είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί γύρω στα 1930 γίνεται αισθητή μια αλλαγή, μια ρήξη με το παρελθόν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται προβληματισμοί που τεκμηριώνουν τη γέννηση μιας νέας συνείδησης, στηριγμένης σε μορφωτικά εφόδια και σε ψυχική διάθεση διαφορετικά από τα πριν γνωστά.
Mario Vitti, Η ‘Γενιά του Τριάντα’. Ιδεολογία και μορφή. Με μια νέα εισαγωγή, Ερμής, Αθήνα 2006, 21-22.

Η Γενιά του ’30. Παράδοση και Μοντερνισμός

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ορόσημο του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα. Η τραυματική αυτή εμπειρία δημιούργησε την ανάγκη μιας εθνικής αυτοβεβαίωσης που εκφράστηκε με τη στροφή προς την παράδοση. Άλλωστε η στροφή προς την τάξη και την παράδοση χαρακτηρίζει και την ευρωπαϊκή τέχνη του Μεσοπολέμου. Στη δεκαετία του ’20 διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά που θα επικρατήσουν στους καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

Η Γενιά του ’30 έχει καθιερωθεί ως όρος στο χώρο της λογοτεχνίας και αναφέρεται σε μια ομάδα νέων λογοτεχνών, κυρίως ποιητών, οι οποίοι συνδέονται με την εισαγωγή των πρωτοποριακών ρευμάτων στην Ελλάδα και τη συνειδητή προσπάθειά τους να τα πολιτογραφήσουν και να τους δώσουν ελληνική ιθαγένεια. Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος είναι μερικοί από τους εκπροσώπους του ελληνικού Μοντερνισμού. 

Σε ό,τι αφορά τις εικαστικές τέχνες, τον πρώτο ελληνικό υπαιθρισμό διαδέχεται τώρα μια ζωγραφική που τείνει να γίνει ανθρωποκεντρική. Βασικό της γνώρισμα είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και στο σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές. Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, ο φίλος του Σπύρος Παπαλουκάς προσεγγίζει την παράδοση μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Το δίδαγμα του Κόντογλου συμφιλιώνεται με τους κώδικες της μεταφυσικής ζωγραφικής στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα η Γενιά του ’30 ανακαλύπτει την αξία της τέχνης λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη και ο Θεόφιλος. 

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας ζωγραφίζει τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις σε ένα ύφος μετακυβιστικό, με φως και χρώμα ελληνικό. Σε αρκετούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30 ανιχνεύεται η επίδραση της κλασικιστικής φάσης του Αντρέ Ντεραίν, που έφτασε στην Ελλάδα μέσω του χαράκτη και ζωγράφου Δημήτρη Γαλάνη. 

Για τη Γενιά του ’30 παράδοση και Μοντερνισμός λειτούργησαν σαν αμφίδρομοι καταλύτες• καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου. 

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936 - 1940) βρήκε διαμορφωμένο το ρεύμα της επιστροφής στην παράδοση και το υιοθέτησε, θεωρώντας ότι μπορούσε έτσι να εκφράσει την εθνικιστική ιδεολογία του καθεστώτος. http://www.nationalgallery.gr/site/content.php?sel=396

Ο ανταγωνισμός των «νέων» συγγραφέων […] προς τους «παλαιούς», με κύριο ζητούμενο το «συγχρονισμό» με τις διεθνείς λογοτεχνικές αναζητήσεις, είναι έντονος από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ακόμη ενωρίτερα. Η σύγκρουση των λογοτεχνικών «γενεών», ωστόσο, παίρνει διαφορετική τροπή στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, όταν μια καινούργια ομάδα νέων (εκείνη που ο Θεοτοκάς πρώτος ονόμασε «γενεά του 1930») έκανε, σύμφωνα με τον Ελύτη, «την εμφάνισή της γεμάτη τόλμη, αξιοπρέπεια, ενημέρωση και πολιτισμό» για να εκτοπίσει —κάπως πρόωρα— στο παρελθόν τους «νέους του 1920» με την επιβολή του δικού της ισχυρού μύθου. […]

Οι «νέοι του 1930» προωθούσαν δυναμικά τη ρήξη με το «μίζερο» λογοτεχνικό παρόν, προβάλλοντας —στη θέση της «άρνησης» που του καταλόγιζαν— την ισχυρή κατάφαση που παιάνιζε με μπαρεσική «αφτάδεια» το 1929 ο Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα: πίστη στο μέλλον, στην ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου, στη ρώμη της γυμνασμένης και υγιούς νεότητας, στην ατομικότητα και την ελεύθερη βούληση, στη δημιουργική φιλοδοξία, στη δύσκολη τέχνη. Ο αυτοπροσδιορισμός των νέων του ’30 παρέπεμπε εξαρχής σε μια διπλή (και αντιφατική) ταυτότητα: ήταν «οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος» και, συγχρόνως, «οι νέοι διανοούμενοι, ανεκδήλωτοι ακόμα και άγνωστοι, που θα αναλάβουν αύριο την πνευματική καθοδήγηση του Ελληνισμού» και θα προωθήσουν «μια ελληνική πνευματική αναγέννηση». […]

Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 183-185.


Το πρώτο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» (1935).
Με το 1935, φτάνουμε στον πιο σημαντικό χρόνο της νέας ποίησης. Είναι μια χρονιά δημιουργική, μια χρονιά θεμελιωμάτων, μια χρονιά-μήτρα. Τον Γενάρη του 1935, πρωτοεκδίδεται το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που σε λίγο θα αποβεί το κύριο όργανο της νέας ποίησης, ο καθρέφτης όλων των νεωτέρων τάσεων, ο κριτικός απολογητής και ο ενισχυτής κάθε πραγματικά νέας ποιητικής προσπάθειας. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου, κυκλοφορούν δυο από τα πιο βασικά έργα της νεώτερης ποίησης, το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, που μ’ αυτό ο ποιητής της Στροφής θα μας παρουσιαστεί περπατώντας σταθερά στους καινούριους ποιητικούς δρόμους, και η κλασική πλέον Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου, το βιβλίο με το οποίο έκαμε ο υπερρεαλισμός την επίσημη και την υπεύθυνη εμφάνισή του στην Ελλάδα. Και το Νοέμβριο του 1935, από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων θα πρωτοεμφανιστεί ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους πιο δυνατούς μοχλούς της νέας ποίησης, η σημαντικότερη ποιητική μορφή έπειτα και μαζί με τον Σεφέρη. Ό,τι αργότερα θ’ αποτελέσει το σώμα της νέας ποίησης, πρωτοδηλώνεται μέσα στα χρονικά όρια του 1935. Ο χρόνος αυτός είναι ένας από τους πιο ιστορικούς της νεοελληνικής ποίησης, γιατί από κει και πέρα, κυρίως, άλλαξε τελειωτικά η μορφή του ποιητικού μας λόγου· από κει και πέρα, διαχωρίζεται το μοντέρνο ρεύμα από την παράδοση, όχι πια με έργα προδρομικά και αβέβαια, αλλά με γνήσιους ποιητικούς καρπούς…

Ανδρέας Καραντώνης, Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Δίφρος, Αθήνα 1958, 164-165.

Η επιθυμία για ενεργό και ισότιμη συμμετοχή στην πνευματική ζωή της Ευρώπης αποτελεί τυπικό στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού της «γενιάς» [του 1930] και ίσως το ισχυρότερο κίνητρο για την απόπειρα αφομοίωσης του μοντέρνου. […]


Η εκσυγχρονιστική επιθυμία εκδηλώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 με ποικίλους τρόπους. Από τη μια πλευρά, στο επίπεδο της ενημέρωσης, με μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων (του Βαλερύ, του Έλιοτ, του Αραγκόν, του Ελυάρ, του Μαγιακόβσκι, του Τζόυς κ.ά.) και με ορισμένα κατατοπιστικά δοκίμια (όπως, π.χ., εκείνο του Δημ. Μεντζέλου για τον υπερρεαλισμό, το 1931, ή η εισαγωγή του Σεφέρη στον Έλιοτ, το 1936)· και από την άλλη, με τις πρώτες απόπειρες για ανανέωση της πρωτότυπης λογοτεχνικής παραγωγής. Στην πεζογραφία, το συγγραφικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ποιητικότροπο πεζό και το διήγημα προς το μυθιστόρημα και το δοκίμιο. Το νέο μυθιστόρημα του ’30 επιχειρεί ως επί το πλείστον τη συνθετική αναπαράσταση της σύγχρονης (κυρίως αστικής) κοινωνικής ζωής· μια περισσότερο προωθημένη εκδοχή του πειραματίζεται προς την κατεύθυνση της απόδοσης της «εσωτερικής», υποκειμενικής πραγματικότητας και των νοητικών διεργασιών που τη συνθέτουν (με τα πρώτα έργα του Στ. Ξεφλούδα και των άλλων πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών, αλλά και του Σκαρίμπα, του Μπεράτη κ.ά.). Στην ποίηση, εξάλλου, όπου στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 κατοχυρώνεται η ηγεμονία του ελεύθερου στίχου, νεωτερικές εκδηλώσεις εμφανίζονται από νωρίς (Ντόρρος, Σεφέρης, Δρίβας, Σαραντάρης, Ράντος, Παπατσώνης, Μάτσας κ.ά.)· η αλλαγή παραδείγματος, ωστόσο, γίνεται κοινή συνείδηση από το 1935 και ύστερα, με την εμφάνιση δύο έργων (την Υψικάμινο του Εμπειρίκου και το Μυθιστόρημα του Σεφέρη), που εφεξής σηματοδοτούν τις δύο κεντρικές κατευθύνσεις του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού. Το 1935, όμως, είναι η χρονιά κατά την οποία αναγνωρίζεται από πολλούς κριτικούς η σημαντική συνεισφορά της γενιάς και στον χώρο της πεζογραφίας.


Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 189-192.

Η λεγόμενη «γενιά του 1930», οι λογοτέχνες δηλ. που παρουσιάστηκαν γύρω από τη χρονολογία αυτή, ανανέωσαν δημιουργικά όχι μόνο την ποίηση αλλά και την πεζογραφία, η οποία […] στα χρόνια 1920-30 φυτοζωούσε σε μια καθυστερημένη επιβίωση της ηθογραφίας περιγράφοντας τη μίζερη ζωή της φτωχογειτονιάς. Οι νέοι λογοτέχνες έστρεψαν τη ματιά τους προς ευρύτερους ορίζοντες, ζήτησαν να ανιχνεύσουν ψυχολογικές καταστάσεις συνθετότερες, να αντιμετωπίσουν προβλήματα κοινωνικά και ανθρώπινα, προσπάθησαν ακόμη να ξεπεράσουν τα στενά ελληνικά όρια και να πορευτούν παράλληλα με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πεζογραφία. Τέλος δοκίμασαν επίμονα, ξεπερνώντας τα όρια του διηγήματος και της νουβέλας, να εκφραστούν με το κατ’ εξοχήν σύγχρονο μέσο, το μυθιστόρημα. Με συνείδηση καθαρά λογοτεχνική ζήτησαν ακόμα μιαν ανανέωση και στο ύφος και στη γλώσσα, ξαναπιάνοντας την παράδοση των πιο δόκιμων πεζογράφων του δημοτικισμού (του Καρκαβίτσα π.χ. ή του Βλαχογιάννη), πλουτίζοντας όμως την εκφραστική γραφικότητα εκείνων με μια σύγχρονη, μεστότερη γλωσσική αίσθηση.


Ένα γεγονός άσκησε μεγάλη επίδραση στους λογοτέχνες της γενιάς αυτής, γεγονός που ρίχνει τη βαριά σκιά του σε όλη τη μετέπειτα λογοτεχνική παραγωγή και σε όλη την πνευματική και την κοινωνική οργάνωση: η Μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε […]. Ιδέες και όνειρα που έτρεφαν τις προηγούμενες γενιές για την αποκατάσταση του ελληνισμού στα πρωτυτερινά όρια του βυζαντινού κράτους, κατέρρευσαν μονομιάς τον Σεπτέμβριο του 1922, και μια καινούρια τραγικότητα και σοβαρότητα αντικατέστησαν τον προγενέστερο κάπως χιμαιρικό ρομαντισμό. Η γενιά του 30 εκφράζει στη λογοτεχνία την καινούρια αυτή ωρίμανση.


Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 302.


Οι συγγραφείς που δημοσίευσαν το πρώτο τους μυθιστόρημα αυτή την περίοδο μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις ομάδες. Στο κέντρο κάθε ομάδας υπάρχει ένας κύκλος ατόμων, που συνεργάζονταν και είχαν κοινούς στόχους, τους οποίους συχνά υιοθετούσαν, αφού πρώτα τους προσάρμοζαν, και άλλοι συγγραφείς έξω από τα στενά όρια της ομάδας. Η πρώτη ομάδα που εμφανίστηκε ήταν αυτή που ονομάστηκε ‘Αιολική Σχολή’. Και οι τέσσερεις μυθιστοριογράφοι της ‘σχολής’ αυτής [Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης, Στράτης Μυριβήλης, Στρατής Δούκας] είχαν προσωπικές εμπειρίες από το βίαιο ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας το 1922. Αυτοί είδαν τη μυθιστοριογραφία ως τρόπο για να επικοινωνήσουν και να κρατήσουν ζωντανά στη μνήμη τα ιστορικά γεγονότα. Οι συγγραφείς της δεύτερης ομάδας, μερικοί από τους οποίους επίσης ξεριζώθηκαν από τη Μικρά Ασία, συμμερίζονταν τους, σε γενικές γραμμές, ρεαλιστικούς στόχους της πρώτης ομάδας, αλλά επέμεναν να προσβλέπουν στο μέλλον παρά πίσω στο παρελθόν. Κάποιοι από αυτή την ομάδα συνδέθηκαν με το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που ιδρύθηκε το 1935, και η δράση στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά τους εκτυλισσόταν κατά κύριο λόγο σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πολλά έργα τους αντιμετώπιζαν, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, κοινωνικά και/ή ιδεολογικά θέματα και τα περισσότερα έφεραν ένα βαρύ ιδεολογικό φορτίο. Τέλος, σε πλήρη αντίθεση προς τις δύο προηγούμενες ομάδες, βρίσκεται η ομάδα των συγγραφέων που έχουν κέντρο τη Θεσσαλονίκη και το περιοδικόΜακεδονικές Ημέρες, που ιδρύθηκε το 1932. Αυτοί οι συγγραφείς αδιαφόρησαν πλήρως για την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας και έδωσαν αποχρώσεις δικές τους στους εσωστρεφείς πειραματισμούς που χαρακτήρισαν το Μοντερνισμό της περασμένης δεκαετίας στην Ευρώπη.


Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, 180.


Πηγή : http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=39

Ελένη Νταϊνά Ό,τι αρχίζει ωραίο



Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο
Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο

Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
Ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια

Στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια
Τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια κι η ζήλεια

Είναι κακό στην άμμο...

Πικραμένοι κι οι δυο κλαίμε τη συμφορά μας
Τη χαμένη αγάπη, την πρώτη χαρά μας


Είναι κακό στην άμμο...






Στίχοι: Ελένη Νταϊνά

Μουσική: Σπύρος Σκορδίλης

Ερμηνείες :
1. Σπύρος Σκορδίλης Φωνητικά: Λένα Νταϊνά
2. Λίτσα Διαμάντη & Μπάμπης Τσετίνης
3. Πάνος Γαβαλάς
4. Γεράσιμος Ανδρεάτος Φωνητικά: Ελένη Τσαλιγοπούλου
5. Γιάννης Κότσιρας
6. Πόλυ Πάνου
7. Τόλης Βοσκόπουλος

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=7821