Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Διονύσης Μαρίνος, Να ξέρεις πως ο χρόνος σταμάτησε...




Να ξέρεις πως ο χρόνος σταμάτησε

Όταν ο Ίαν Κέρτις χόρεψε με τα απλωμένα ρούχα της Barton Street 77


Όταν ο Ρόθκο άπλωσε εκείνο το κόκκινο, κόκκινο, κόκκινο που έμοιαζε με μάτι τραγικό


Όταν ο Μπελμοντό έβγαλε ιεροτελεστικά τα μαύρα γυαλιά του στο A Bout De Souffle


Όταν ο Πύντσον έγραψε το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας


Όταν η ταστιέρα του Νιλ Γιάνγκ γαργάλισε ένα παχύ φα στο Like a Hurricane


Όταν ο Άκης Πάνου άφησε ένα άγιο δαχτυλίδι να πετάξει από το τσιγάρο του

Όταν ο Γιώργος Χειμωνάς είδε τι υπήρχε στην άλλη πλευρά
Όταν ο Άμλετ φώναζε τον εαυτό του με άλλο όνομα και η Δανία ήταν μια χώρα άγνωστη
Όταν ο Στίβεν Ντένταλους, γέρος πια, ενδιαφερόταν μόνο για το πότε σερβιριζόταν το τσάι
Όταν ο Τζάκσον Πόλοκ έκανε ντρίπινγκ με τον ιδρώτα των παραθύρων
Όταν ο Τζακ Κέρουακ ένιωσε μέσα στο στήθος του το γέρικο βουνό του Ντάρμα
Όταν ο Τάτζιου χαιρέτησε το νερό με τα ρόδα των δαχτύλων του
Μα, πάνω από όλα
όταν οι δρόμοι που περπατήσαμε
βράδιασαν
πριν ζήσουν
Διονύσης Μαρίνος


18 Αυγούστου

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Κάλλια Βούλη, ΤΗΣ ΑΡΕΣΕ



ΤΗΣ ΑΡΕΣΕ

Της άρεσε που άγγιξε το δάκρυ της

δεν το άφησε να πέσει κάτω,

να χαθεί

το κράτησε στο χέρι του
σαν νάθελε να σώσει κάτι πολύτιμο.


Της άρεσε,

πάντα αναρωτιόταν

για τα χαμένα δάκρυα

πού να πηγαίνουν άραγε;

έτσι να χάνεται τόση έκφραση πόνου;

τόσος καυμός;


Της άρεσε που το κράτησε στο χέρι του

κάτι ήθελε να πεί η χειρονομία αυτή

Τι άραγε;

Ποτέ δεν θα το μάθαινε

γιατί όλα δεν εκφράζονται με λόγια

είναι δύσκολο,σχεδόν ακατόρθωτο

ίσως γι αυτό να υπάρχουν τόσα αστέρια στον ουρανό

και τόσες νύχτες παράξενες, αξημέρωτες

σαν κάτι ,κάποιος να θέλει να πει

και δεν ξέρει το πώς.

ΚΑΛΛΙΑ


16/8/2014 · 








Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Χλόη Κουτσουμπέλη ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (δημοσιευμένο στο περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 8)







ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (δημοσιευμένο στο περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 8)


Στην διάρκεια κάθε ποιήματος

η γυναίκα γερνάει περισσότερο

το πρωί τα σεντόνια έχουν ρυτίδες.
Φταίνε και τα ονόματα
που μπαίνουν απ' τις χαραμάδες
κολλούν στο δέρμα
και της ρουφούν το αίμα
τα βαλσαμώνει και τα καρφιτσώνει στο χαρτί
ξέρει ότι πρέπει να αποξηράνει τον βάλτο
γιατί είναι εστία αναμνήσεων

μα όσο μεγαλώνει κανείς

χρειάζεται κάπου να βυθίζεται
άλλωστε σύντομα θα έρθει ο Κυνηγός΄
πάντα είχε προτίμηση στους άντρες με στολή
της άρεσαν οι λασπωμένες μπότες τους
καθώς λέρωναν το άσπιλο χαλί της
ύστερα ο κυνηγός απόθετε στα πόδια της το θήραμα
ένα ψόφιο κουφάρι από στίχους
και περίμενε από αυτήν να βάλει κατσαρόλα.
Έξω λυσσομανά ένας λύκος θύελλα
βρέχει σάλια από τα τεράστια του σαγόνια
τα δόντια του αστραπές φωτίζουν το σκοτάδι.
Και τότε ανοίγει η πόρτα
Εμφανίζεσαι βρεγμένος στο κατώφλι.
Σε αποθύμησα, μου λες.
Μα τι λέω;
Αυτό είναι από άλλο παραμύθι.


φωτο: Maria Kossifidou



Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης ΤΟ ΚΥΜΑΤΑΚΙ


ΤΟ ΚΥΜΑΤΑΚΙ

Γυμνά τα πέλματα, οι φτέρνες, δοκιμασμένος ο αστράγαλος πιο πάνω, ορατές όλες οι φλέβες, ανατριχιάζοντας ξυπόλυτος
- το ένα πόδι στην βρεγμένη άμμο με τις δώδεκα χιλιάδες πεθαμένες αχιβάδες, φύκια ξερά, εκεί που άλλαζε πλευρό συνέχεια η γυμνή γυναίκα κι ο ήλιος τη ζεμάτιζε, την αγαπούσε,
το άλλο πόδι στο κυματάκι, λίγο, μια σταλιά, γουλιά-γουλιά να έρχεται, να φεύγει, να ξανάρχεται, αιώνες τώρα.

Ακόμη πιο βαθιά, ακούω πεντακάθαρα:
η θάλασσα – πολλά φουστάνια, μισοφόρια δαντελωτά, τσιτσίδι εν τούτοις, η αθεόφοβη.

Γνωρίζω πως τα βοτσαλάκια κάτω από νυχτερινά πατήματα ερωτευμένων ελειάνθησαν (πολλές περαντζάδες πάνω-κάτω, χέρι-χέρι), τρίβοντας το ένα το άλλο ελειάνθησαν.
Έρχεται το νερό κατόπιν – δροσιά στην κάψα της γυαλάδας τους, κι ευθύς αμέσως πάλι οι τριγμοί (αφή, ανίκητο μυστήριο, πολλά τραγούδια ξέρεις), οι λυγμοί, οι σκληρύνσεις, οι καταποντισμοί,
όλο και κάποιο παροπλισμένο τρεχαντήρι θα αρέσκεται να βλέπει (τρίμματα, θρύψαλα, διάττοντες η παλαιά μπογιά του),
όλο και κάποιο φως – η σελήνη, ας πούμε, τυχαία τάχα, ένα κλεφτοφάναρο (τρεμίζων κύκλος), καθυστερεί
κι έτσι όπως είναι μουσκεμένα λάμπουνε πάνω τους οι κεραμιδιές ραβδώσεις, η απαλότης των φαιών, τα κάθιδρα πρασινάκια, εκείνα που μοιάζουν με εντόσθια βιαίως ξεπαρθενεμένου στρειδιού (άλλο πάλι κι ετούτο!): όλα με τις Πλειάδες στους οφθαλμούς τους.
Τι νύχτα
ατόφια σε μια χούφτα βότσαλα, σε δύο χούφτες νερό θαλάσσης αλμυρό
τι νύχτα
άνευ προηγουμένου…
«Ο Θεός», συλλογάμαι, «συντελείται διαρκώς».
Συλλογάμαι πως ζούμε την Συντέλεια, ενώ την αναμένουμε, οι αδαείς, να φανεί: πόδι με μπότα, μπαμ και κάτω. Ενώ κατ’ ουσίαν είναι ήδη εδώ. Όπως και πριν ήταν εδώ. Όπως θα είναι και μετά εδώ. Αδιαλείπτως:
πόδι ξυπόλυτο,
σαν το δικό μου
στο κυματάκι.


Πάνος Σταθόγιαννης
12 Αυγούστου

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Γιώργος Σεφέρης - Άρνηση (από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)




Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.


(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)

Aκούστε το ποίημα σε απαγγελία των κάτωθι :

Άρνηση (ανάγνωση: 660 Kb - 00:42)
(διαβάζει: Βεργή Έλσα, Ο Σεφέρης στο BBC, BBC 1996)
Άρνηση (ανάγνωση: 223 Kb - 00:29)
(διαβάζει: Σεφέρης Γιώργος, Aνέκδοτη ηχογράφηση, Woodberry Poetry Room, 1952)
Άρνηση (ανάγνωση: 195 Kb - 00:25)
(διαβάζει: Φυσσούν Πέτρος, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962)

Πηγή : http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=150&author_id=44

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Εμιλιάνο Ζαπάτα (Emiliano Zapata) (8 Αυγούστου 1879 - 10 Απρίλη 1919)


Εμιλιάνο Ζαπάτα Σαλαζάρ
(8 Αυγούστου 1879 - 10 Απρίλη 1919)

"Είναι προτιμότερο να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζεις στα γόνατα..."

«Η βία τίνος;»Του Emiliano Zapata

«Η βία τίνος;» Του Emiliano Zapata - ένα από τα πιο σημαντικά κείμενά του, όπου με τρόπο αφοπλιστικό μιλάει για τη βία που κανείς δεν κατονομάζει ως τέτοια: τη βία του κράτους, των αφεντικών και της φτώχιας. Τη βία που οι «ευγενείς» καπιταλιστές ουδέποτε καταδικάζουν. Τη βία τη νόμιμη και θεσμοθετημένη. Τη βία των ισχυρών. Λόγος οξύς και δυνατός, γιατί οι αγωνιστές δεν γνωρίζουν από καπιταλιστικά «στρογγυλέματα» και δεν φοβούνται την αλήθεια.

«Δεν είναι αναγκαίο να μου πείτε πως η βία γεννά βία. Εμείς, ο λαός, το έχουμε μάθει πολύ πριν από σας, κι απ’ τη μεριά μου το κατάλαβα πριν δέκα χρόνια. Όταν κανείς δεν κατέβηκε από την Ουάσινγκτον για να πει στον Ντίαζ [Porfirio Díaz] πως, αφού άφηνε τους αγρότες να ζουν με χόρτα, θα μπορούσε να προκληθεί βία• ή, αφού πυροβολούσε αυτούς που ζητούσαν λίγες πένες παραπάνω τη βδομάδα, θα προκληθεί βία• ή, αφού έθρεφε τις ψείρες με φυλακισμένους, εδώ και δεκαετίες, σίγουρα θα προκληθεί βία.

Τώρα, όταν βλέπετε τους εργάτες με τα Ουίντσεστερ στα χέρια, βιάζεστε να εξηγήσετε σε μας, τους αμόρφωτους ανθρώπους, πως αυτό θα προκαλέσει μόνο περισσότερη βία και λέτε (και το γνωρίζω) ότι η Ιστορία αποδεικνύει πως έχετε δίκιο. Το μόνο που θα ήθελα να ξέρω είναι πού θα βρισκόμασταν εάν πετούσαμε τα όπλα μας και στεκόμασταν εκεί έξω βγάζοντας το καπέλο μας υποκλινόμενοι στους τσιφλικάδες και στους αξιωματικούς, όπως κάναμε πριν την επανάσταση. Οι φίλοι μου μπορούν να απαντήσουν για τον εαυτό τους – όσο για μένα, ξέρουμε καλά κι εσείς κι εγώ πού θα βρισκόμουν: τρία μέτρα κάτω από το χώμα αφού θα ‘χα χορέψει στην κρεμάλα.

Γνωρίζετε επίσης πως όσοι βρίσκονται εδώ δεν έχουν παρά να σταματήσουν να μάχονται για να καταλήξουν να ταΐζουν τα σκουλήκια στον τάφο ή τις ψείρες στα κελιά ή, στην καλύτερη, να επιστρέψουν στη σκλαβιά. Η σκέψη αυτή, μερικές φορές, τους κάνει πιο άγριους από την πραγματική τους φύση, αλλά δεν είναι βάρβαροι όπως νομίζετε. Ξέρω πως, όταν έρχεστε εδώ με τις κάμερες, με χαιρετάτε σαν να είμαι ο πρόεδρος και με φωνάζετε στρατηγό σύμφωνα με το βαθμό μου. Όταν όμως είστε στη Νέα Υόρκη, στα γραφεία σας, με τα ποτά και τις γυναίκες σας, τότε γράφετε για να πείτε στον κόσμο πως είμαι ο πιο άγριος βάρβαρος απ’ όλους. Έτσι δεν είναι; Αλλά δεν είμαι τόσο χαζός όσο νομίζετε, και ξέρω καλά, όπως αν είχα σπουδάσει Ιστορία, πως η μάχη προκαλεί μάχη και το αίμα προκαλεί αίμα.

Μου λέτε πως ο πρόεδρος Ουίλσον [Thomas Woodrow Wilson] αποδοκιμάζει τη βία, αλλά δεν είμαι τόσο ανόητος ώστε να ρωτήσω αν, τότε, ο στρατηγός Πέρσινγκ [John J. Pershing] πήγε να δουλέψει στα χωράφια. Καταλαβαίνω καλύτερα απ’ αυτόν τον Ουίλσον τη ματαιότητα της βίας, γιατί μαστιγώθηκα και είδα τα αδέρφια μου να λιμοκτονούν και να πυροβολούνται όταν αυτός ζούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με υπηρέτες και μάθαινε πως είναι χριστιανός. Αν δεν τα γνώριζα αυτά ως παιδί, ίσως να είχα γίνει ένας τόσο τρανός εγκληματίας ώστε να μπω στον κρατικό στρατό και μέχρι τώρα να είχα γίνει ένας από τους στρατηγούς του Καρράνσα [Venustiano Carranza], στον οποίο κανείς δεν λέει πως η βία είναι ανήθικη.

Αρκετά. Το ξέρουμε πως η βία γεννά βία• αυτό που θα ‘θελα να μάθω είναι πώς η ειρήνη θα μπορούσε να φέρει ειρήνη. Κατά τη γνώμη μου, πιστεύω πως μόνο όταν δεν θα υπάρχουν δούλοι και αφέντες, όταν κανείς δεν θα υπακούει στις εντολές και στα διατάγματα που εκδίδουν οι κυβερνήσεις και οι εκκλησίες, όταν όσοι επιθυμούν γη και ελευθερία μπορούν να την έχουν και όταν όλοι όσοι θέλουν να καταπιέσουν δεν έχουν όπλα, τότε και μόνο τότε η ειρήνη θα φέρει ειρήνη.»

https://www.facebook.com/1422742191327203/photos/a.1422934007974688.1073741828.1422742191327203/1452126108388811/?type=1&theater

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Hanibal Lekter Βασίλης Αλεβίζος


κοιλοπονούν οι λέξεις ανυπόμονα

να σπάσουν βίαια το φράγμα

μη και προλάβουνε τα επερχόμενα

και επουλώσουμε το τραύμα....




αδειάζω ψυχή μου το έρμα

σκουπίδια ονείρατα σαπισμένα

τώρα στου ΄ήλιου το γέρμα

να ξαλαφρώσω γυρεύω στην πένα.




σκοτάδι ξεχείλισε και τυλίγει την πόλη

άπνοια χαράς και λειψά τα χαμόγελα

περπατάς και σε χαιρετάνε λογής χαχόλοι

ανοίγεις το βήμα να ξεμακρύνεις τα μάλα.



Σφαδάζω, πνιγμένος ουρλιάζω, αντιστέκομαι

στην όποια επιμονή της εξουσίας και εμμονή 

και στα καρφιά τα σκουριασμένα αντιπαρέρχομαι

μα με κρατά η όποια διαφυγής επιλογή.....




ενοχικά τα χρόνια που διανύουμε

μα ενοχικός ο χρόνος ...

ενοχικές οι απολαύσεις που όσο το φως της αστραπής κρατάνε 

ολίσθημα ακέραιο μια ένοχη στιγμή...

μα σε ενοχικούς χρόνους ακέραιους,

κομματιαστήκαμε, ακρωτηριαστήκαμε, κι'αρμενίζουμε

καταμεσίς των ενοχών, περιφερόμενοι ασκόπως.

ανασκουμπωμένοι κρύβουμε την ενοχή 

σκότος και φως που όρμηξε να μας φιλήσει'

και 'μεις ενοχικά τσουλάμε το χρόνο που τυχαία συναντήσαμε...