ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (δημοσιευμένο στο περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 8)
Στην διάρκεια κάθε ποιήματος
η γυναίκα γερνάει περισσότερο
το πρωί τα σεντόνια έχουν ρυτίδες.
Φταίνε και τα ονόματα
που μπαίνουν απ' τις χαραμάδες
κολλούν στο δέρμα
και της ρουφούν το αίμα
τα βαλσαμώνει και τα καρφιτσώνει στο χαρτί
ξέρει ότι πρέπει να αποξηράνει τον βάλτο
γιατί είναι εστία αναμνήσεων
μα όσο μεγαλώνει κανείς
χρειάζεται κάπου να βυθίζεται
άλλωστε σύντομα θα έρθει ο Κυνηγός΄
πάντα είχε προτίμηση στους άντρες με στολή
της άρεσαν οι λασπωμένες μπότες τους
καθώς λέρωναν το άσπιλο χαλί της
ύστερα ο κυνηγός απόθετε στα πόδια της το θήραμα
ένα ψόφιο κουφάρι από στίχους
και περίμενε από αυτήν να βάλει κατσαρόλα.
Έξω λυσσομανά ένας λύκος θύελλα
βρέχει σάλια από τα τεράστια του σαγόνια
τα δόντια του αστραπές φωτίζουν το σκοτάδι.
Και τότε ανοίγει η πόρτα
Εμφανίζεσαι βρεγμένος στο κατώφλι.
Σε αποθύμησα, μου λες.
Μα τι λέω;
Αυτό είναι από άλλο παραμύθι.
φωτο: Maria Kossifidou

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου