Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΑΝΟΥΛΑ



ΜΑΝΟΥΛΑ

Της είχα υποσχεθεί ότι θα την πήγαινα σ’ ένα καλό εστιατόριο να φάμε μαζί. Κάτι θα γιορτάζαμε – τα γενέθλιά μου; τα δικά της; την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα; δεν θυμάμαι καλά, αλλά δεν έχει και τόσο σημασία. Το σημαντικό ήταν που θα έβγαινα με τη μανούλα μου, που είχα να τη δω κοντά πέντε μέρες (ίσως και ολόκληρη βδομάδα) και μου είχε λείψει πολύ. Ήξερα ότι της είχα λείψει πολύ κι εγώ.
Με περίμενε στην πόρτα του πατρικού μου. Ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλον σταυρωτά. Κρατηθήκαμε από τα χέρια και κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια. Ύστερα έκανα ένα βήμα πίσω για να την παρατηρήσω καλύτερα. Αν και καλοκαίρι, φορούσε μαύρα χειμωνιάτικα ρούχα κι είχε στον ώμο της περασμένη μια μεγάλη πάνινη τσάντα, με έναν φοίνικα σταμπαρισμένο πάνω της και μια ημίγυμνη με γυαλιά να λιάζεται στην άμμο.
«Βρε, μανούλα, δεν έχεις άλλη τσάντα;»
«Γιατί, τι έχει αυτή;» μούτρωσε, αν και ήξερα καλά ότι το έκανε στα ψέματα, μιας που οι μητέρες όταν γερνούν ψάχνουν ευκαιρία για να μουτρώσουν και να γκρινιάξουν. «Αντιπρόπερσι την πήρα. Τη βρήκα φτηνή στη λαϊκή, αλλά είναι αχρησιμοποίητη, δεν έχω πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα. Πώς να πάω; Έχεις φιλοτιμηθεί ποτέ να μου πεις – έλα, μανούλα, να σε πάω να κάνεις κι εσύ ένα μπανάκι; Ποτέ! Βράζω στο ζουμί μου τα καλοκαίρια…»
Ψαχούλεψε στην τσάντα της.
«Έχω και μια μικρότερη, αλλά δεν χωράει μέσα το πιεσόμετρο».
Μου έκανε εντύπωση πόσο αργά περπατούσε. Τρεις, μπορεί και τέσσερις φορές πιο αργά απ’ ό,τι την τελευταία φορά που είχαμε πεταχτεί μέχρι τη Σικυώνα, να βρούμε τον Λύσιππο και να του παραγγείλουμε μια επιτύμβια στήλη για τον τάφο του μακαρίτη συζύγου της και πατέρα μου. Κοίταξα τα παπούτσια της. Άβαφα, φθαρμένα και στραβοπατημένα.
Περπατήσαμε κανα-δυο ώρες μέχρι φτάσουμε στον σταθμό “Αττική” του μετρό. Είπαμε διάφορα, από εκείνα που ένας γιος μόνο στη μανούλα του μπορεί να εξομολογηθεί. Νομίζω ότι κουράστηκε (μα γιατί; παλιότερα περπατούσαμε ακόμα και είκοσι χιλιόμετρα μέχρι να εξαντλήσουμε αυτά που ο ένας ήθελε να πει στον άλλον...) κι έπιασε πάλι να γκρινιάζει
«Όταν βγάζεις μια γυναίκα έξω, φροντίζεις να πάρεις ταξί, αν δεν έχεις δικό σου αυτοκίνητο. Οι γυναίκες, ακόμα κι όταν γερνάνε, είναι γυναίκες και θέλουν να τις φροντίζουν. Τι την έκανες την άμαξα που είχες παλιά; Εκείνη, λέω, με τα δύο άλογα…»
«Αχ, ξεχασιάρα μου εσύ!» τη μάλωσα τρυφερά και, σκύβοντας, της έδωσα κι ένα φιλί στην κορυφή του μαδημένου της κεφαλιού. «Δεν θυμάσαι; Τι θυμάσαι; Την πούλησα την άμαξα για τα έξοδα της εγχείρησης που έκανες πέρσι, καλή μου, και δεν σου την κάλυπτε το ΙΚΑ».
Κούνησε το κεφάλι της με θλίψη.
«Έπρεπε να με αφήσεις να πεθάνω τότε, να μη βλέπω τώρα την κατάντια σου. Από το Ματζικέρτ και δώθε, δεν λες να σηκώσεις κεφάλι Ή μήπως ήταν μετά τον Σαγγάριο; Τέλος πάντων, όπου κι αν ήταν, το κακό έγινε…. Το ένα αλογάκι, πάντως, έπρεπε να το κρατήσεις. Εκείνο με το στριφογυριστό κέρατο στο κούτελο…»
Το βαγόνι του μετρό ήταν φίσκα. Έσκυψα πάνω από έναν νεαρό μαύρο λαθρομετανάστη και του είπα να σηκωθεί για να καθίσει μια γηραιά κυρία. Έβγαλε το ένα ακουστικό από τα αυτιά του και με κοίταξε με θράσος. Ύστερα το ξαναφόρεσε κι απέσυρε το βλέμμα του από πάνω μου. Τον άρπαξα από τα αυτιά, τον σήκωσα όρθιο και τον ταρακούνησα. Η μανούλα μου κάθισε σβέλτα στη θέση του, κρατώντας σφιχτά την ωραία της τσάντα στα γόνατά της. Ο αράπης άρχισε να χτυπιέται για να μου ξεφύγει. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, αλλά της έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Την πήραν τα αίματα. Έπιασε να κλαίει και να μοιρολογάει. Του τράβηξα δυο κουτουλιές κι ύστερα τον παρέδωσα στους άλλους επιβάτες, γιατί έπρεπε να ασχοληθώ επειγόντως με τη μανούλα μου. Τον κρέμασαν στο άψε σβήσε από τις χειρολαβές.
«Δεν πρέπει να μείνει πάνω από δυο μέρες κρεμασμένος», είπε η μανούλα μου, σφουγγίζοντας με το χαρτομάντιλο που της έδωσα τη σπασμένη μύτη της και τα δακρυσμένα μάτια της. «Στην Κατοχή, είχανε κρεμάσει οι Γερμανοί κάτι αντάρτες στη ρεματιά του χωριού μου, και την τρίτη μέρα πιάσανε να βρωμάνε τόσο που δεν σε βαστούσε ο τόπος».
Το αίμα είχε απλωθεί στα μάγουλά της σαν ωραίο ρουζ. Την ομόρφαινε πολύ. Της πήρα το χαρτομάντιλο από τα χέρια να μη χαλάσει το εξαιρετικό μακιγιαζ της.
Στο Σύνταγμα αλλάξαμε γραμμή, πήραμε εκείνη με κατεύθυνση “Αεροδρόμιο” και κατεβήκαμε στον σταμό “Πανόρμου". Με έπιασε αγκαζέ. Σπάνια το έκανε αυτό, όταν όμως το έκανε, η ψυχή μου πλημμύριζε χαρά. Περπατούσα κι εγώ αργά και ένιωθα πολύ υπερήφανος που συνόδευα μια τόσο όμορφη γυναίκα. Έβλεπα τη ζήλια στα μάτια των άλλων αντρών που διασταυρώνονταν μαζί μας.
Είχα κάνει κράτηση σε ένα εστιατόριο με γκουρμέ κουζίνα που δεν είχα ξαναεπισκεφθεί, αλλά στο “Αθηνόραμα” του έβαζαν πέντε αστέρια. Με το που μπήκαμε, ανέτειλε στο στερέωμα ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Από την ανοιχτή τζαμαρία είδαμε τρεις άσπρους κύκνους να σκίζουν τα γαλήνια νερά μιας λίμνης. Άστραφτε το φτέρωμά τους στο αγαθό σεληνόφως. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα ότι η εν λόγω λίμνη θα πρέπει να ήταν η Μπάλατον, την οποία μάλλον είχαν μεταφέρει εδώ για λόγους προφανώς διαφημιστικούς. Την αίσθησή μου αυτή επεξέτεινε και το γεγονός ότι πάνω από τη θέση που βοήθησα τη μανούλα μου να καθίσει κρεμόταν το πορτραίτο του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Φερδινάνδου.
«Στεναχωρημένο σε βλέπω», είπε όταν βολεύτηκε και χόρτασαν τα μάτια της πολυτέλεια και ομορφιά. «Τι έχει το πουλάκι μου; Μήπως πέσανε έξω τα καράβια του; Δεν πειράζει, καλά να είσαι και θα φτιάξεις άλλα. Θα σου γράψω εκείνη τη δασική έκταση που έχω στον Ελικώνα, να κόβεις ξύλα και να φτιάξεις όσες τριήρεις θέλεις. Σιγά σιγά. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Ούτε πενήντα πέντε δεν είσαι ακόμα. Κι επειδή στενεύεσαι οικονομικά, πάρε αλλοδαπούς να σου δουλέψουν. Ούτε ένσημα θέλουν ούτε τίποτα».
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με κάποιες από τις αρχές μου, αλλά εκείνη με διέκοψε με τον καλοσυνάτα αυστηρό τρόπο που έχουν οι μητέρες όταν θέλουν να μεταφέρουν στους γιους τους την πείρα που απεκόμισαν κατά τη διάρκεια του ταραχώδους βίου τους.
«Τι αρχές και κουραφέξαλα! Πότε επιτέλους θα πήξει το μυαλό σου. Αχ, κακομοίρη μου, του πατέρα σου έμοιασες. Για τις αρχές μου, έλεγε κι εκείνος. Ποιες αρχές; Είναι αρχή η σπατάλη; Ένας σκορποχέρης ήτανε, ένας κουφιοκεφαλάκης. Γι’ αυτό τον φάγανε τα χρέη και πέθανε στη φυλακή…».
Σταμάτησε απότομα, έσμιξε τα φρύδια της κι έγειρε μπροστά.
«Μήπως κάνω λάθος; Μήπως τον μπερδεύω με τον αδερφό μου; Αχ, γέρασα και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Τέλος πάντων, και ο πατέρας σου και ο αδερφός μου στη φυλακή πεθάνανε. Από χρέη και οι δύο. Ο ένας χρώσταγε στις τράπεζες και ο άλλος ήτανε κομουνιστής και χρώσταγε της Μιχαλούς…»
Με είδε που σκυθρώπιασα (δεν ήθελα να μιλάνε άσχημα για τον πατέρα μου, κι ας του είχα κι εγώ μαζεμένα πολλά), την έπιασε το μητρικό της, μαλάκωσε, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τρυφερά το δικό μου.
«Μανούλα σου είμαι, μη με παρεξηγείς αν πω και μια κουβέντα παραπάνω. Έτσι, καρδιά μου;».
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά
«Α, να μην το ξεχάσω», είπε και ο καταρράκτης στα μάτια της άστραψε. «Έχω βρει το καλύτερο κόλπο να σου φτιάχνει η διάθεση όταν είσαι στεναχωρημένος. Να πάρεις ανατομικά παπούτσια, δεν θυμάμαι τη μάρκα τους τώρα, αλλά κάνουν θαύματα. Έχουν εδώ στον πάτο δύο μπιλάκια που σε γαργαλάνε και σε κάνουν να γελάς. Τέτοια φοράω κι εγώ. Θέλεις να τα δεις;»
Προτού προλάβω να της απαντήσω, έγειρε πίσω κι ανέβασε σβέλτα και τα δυο της πόδια στο τραπέζι, με τις σόλες των παπουτσιών της στραμμένες προς το μέρος μου. Ήταν τρύπιες. Θα πρέπει να είχε βάλει εφημερίδα εκεί για να προστατεύει τις πατούσες της. Έτσι όπως στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, φαινόταν στο βάθος η λευκή βαμβακερή κιλότα της.
Την είδε κι ένας Κινέζος τουρίστας που καθόταν σ’ ένα διπλανό τραπέζι κι έσπευσε να τη φωτογραφίσει. Σκέφτηκα ότι, αργότερα, στο Πεκίνο, θα τη δείχνει σε φίλους του και θα λέει: “Αυτό το άσπλο στο βάθος με τις άσπλες τλίχες γύλω γύλω είναι η Ακλόπολη”, επειδή η Κινέζοι δεν μπορούν να πουν το “ρ” και το λένε “λ”.
«Όταν με πιάνουν οι μαύρες μου στο σπίτι, φοράω αυτά τα παπούτσια, περπατάω πάνω κάτω στην κουζίνα και ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Με είδε τις προάλλες η Ασπασία, η γειτόνισσα, ξέρεις, αυτή που τη δέρνει κάθε τόσο ο άντρας της, “τι γελάς, μωρή;”, μου κάνει, “το ’χασες τελείως;”. Τις δίνω τα παπούτσια, τα φοράει, περπατάει και βάζει κι εκείνη τα γέλια. Τώρα, όποτε τη δέρνει ο άντρας της και είναι χάλια, έρχεται στο σπίτι μου, φοράμε από ένα παπούτσι η κάθε μία, πιανόμαστε χέρι χέρι και περπατάμε πάνω κάτω και ξεκαρδιζόμαστε. Να πάρεις κι εσύ τέτοια. Θα βρεις την υγειά σου».
Την παρακάλεσα ευγενικά να κατεβάσει τα πόδια της (πράγμα που έκανε) και της είπα ότι τα παπούτσια της είναι τρύπια και πιθανότατα τα περί ων ο λόγος μπιλάκια θα πρέπει να έχουν φύγει.
«Έχουν φύγει!» έκανε ενοχλημένη εκείνη. «Το ξέρω! Τι να κάνω; Μπορώ με τη σύνταξη που παίρνω να αγοράσω καινούργια; Να σου πω κάτι; Αντί να με έφερνες σ’ αυτό το πανάκριβο εστιατόριο, καλύτερα να πήγαινες να μου πάρεις καινούργια παπούτσια. Εγώ τη βγάζω και με χόρτα. Χορταράκια του βουνού, με λίγο λαδάκι και λεμόνι. Αλλά πώς να πάω να μαζέψω; Με τι παπούτσια;»
Της υποσχέθηκα ότι θα της αγοράσω καινούργια, αλλά εκείνη, ξέροντας τη δύσκολη οικονομική μου κατάσταση, μου είπε:
«Δεν θέλω. Με χόρτασε ο λόγος σου και η προθυμία σου. Τέτοιο παιδί ήσουν πάντα. Καλό, πονετικό. Αγόρι μου εσύ, καμάρι μου… Κι αυτά τα παπούτσια που φοράω μια χαρούλα είναι. Κάτι κρατάνε από το παλιό γέλιο τους. Τα φοράμε με την Ασπασία και χαμογελάμε. Δεν είναι πρέπον να περπατάνε δυο γριές και να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αυτά τα κάνουν οι πιτσιρίκες, που δεν έχουν περάσει τα δικά μας βάσανα. Εμείς, και που χαμογελάμε, πολύ μας πέφτει».
Ήρθε ο σερβιτόρος και μας έφερε το μενού. Ήταν γραμμένο στα μαγυάρικα και διαλέξαμε κάτι στην τύχη. Παράγγειλα κι ένα μπουκάλι κρασί “Τοκάι”.
Καθώς ο σερβιτόρος στεκόταν όρθιος πάνω από τη μανούλα μου και σημείωνε τις παραγγελίες, εκείνη στράφηκε απότομα και τον ρώτησε:
«Οπλοφορείτε;»
«Παρακαλώ;» ύψωσε τα φρύδια του αυτός.
«Τι είναι ετούτο δω στην τσέπη σου που φουσκώνει, ρε μασκαρά;»
Και κάνει έτσι με το χέρι της και τον αρπάζει δυνατά από τα αχαμνά. Τον είδα να κιτρινίζει, αν να οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφερε να διατηρήσει μια αξιοπρεπή ψυχραιμία.
«Πώς σε λένε;» συνέχισε με φωνή συριστική η μανούλα μου, σφίγγοντάς τον όλο πιο δυνατά.
«Γεώργιος Μαυρομιχάλης λέγομαι», ψέλλισε εκείνος.
«Μανιάτης;»
«Μάλιστα».
«Καλά το κατάλαβα!» του ξερίζωσε το όργανο και το πέταξε έξω στη λίμνη, πλην όμως οι κύκνοι δεν είναι πουλιά σαρκοφάγα και αδιαφόρησαν. «Θα τον φάτε τον κυβερνήτη μας τον Καποδίστρια, το ξέρω, που κακό χρόνο να ’χετε!»
Ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε αιμορραγώντας.
Της είπα να μην σκουπίσει τα χέρια της, αλλά να απλώσει το αίμα στα μάγουλά της, μιας που, λόγω της αναστάτωσής της, το προηγούμενο μακιγιάζ της είχε χαλάσει. Το έκανε, χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη τα γεμάτα θαυμασμό και αγάπη μάτια μου. Ξανάγινε η ωραία γυναίκα που θα ήταν τιμή και καμάρι για οποιονδήποτε να τη συνοδεύει.
«Τελικά, δεν μου είπες – γιατί χώρισες με την άλλη;» ρώτησε όταν ολοκλήρωσε την τουαλέτα της.
Ευτυχώς που άνοιξε εκείνη αυτό το θέμα, γιατί δεν ήξερα πώς να της το φέρω.
«Δεν χώρισα, μανούλα», είπα θλιμμένα. «Πέθανε…»
Πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε τόσο πικραμένα όσο και στοχαστικά.
«Είναι η έκτη που έχεις σκοτώσει την τελευταία πενταετία», είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Έκτη ή έβδομη; Γιατί, αγόρι μου; Γιατί δεν βρίσκεις μια γυναίκα να σου ταιριάζει κι αναγκάζεσαι μετά να κάνεις φόνους; Μεγάλωσες πια, βρες μια γυναικούλα της προκοπής, μια γυναικούλα σαν κι εμένα, να μην έχεις κι άλλο κρίμα στη συνείδησή σου…»
Της εκμυστηρεύτηκα ότι την είχα τοποθετήσει σ’ ένα μπολάκι στο ψυγείο, (αυτή η τελευταία ήταν-δεν ήταν μια σπιθαμή΄ με μια προηγούμενη -την Τιτανίδα Μνημοσύνη- είχα αντιμετωπίσει τεράστιο πρόβλημα...), αλλά πάντα υπήρχε κίνδυνος να μου κάνουν κάποια αιφνιδιαστική έρευνα στο σπίτι και να την ανακαλύψουν. Και μετά… Μετά, εκτός από τον άντρα της και τον αδερφό της, θα πέθαινε κι ο γιόκας της στη φυλακή.
Προσφέρθηκε να μου παραχωρήσει και πάλι τον κηπάκο της για να τη θάψω εκεί. Την ευχαρίστησα συγκινημένος. Έπιασα το σταφιδιασμένο χέρι της και το φίλησα.
Μας έφερε τα φαγητά ένας άλλος σερβιτόρος που, πιθανότατα, οπλοφορούσε κι εκείνος, γι' αυτό και κρατούσε μια απόσταση ασφαλείας από τη μανούλα μου, που τον λοξοκοιτούσε.
Ήμασταν και οι δύο περίεργοι να δούμε τι στην ευχή είχαμε παραγγείλει. Εμένα μου έτυχε η κάρα του Άρη Βελουχιώτη πάνω σε ασημένια πιατέλα. Εκείνης, λες και η τύχη ήθελε να συστοιχηθεί με το γεγονός ότι, τώρα με τα γεράματα, η μανούλα μου είχε γίνει λίγο θρησκόληπτη, της έφεραν το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Επί πίνακι.
Λιχούδηδες όπως είμαστε και οι δύο, τσιμπήσαμε λιγουλάκι ο ένας από το πιάτο του άλλου.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Βασίλης Κουστούδας Από το σκοτώνοντας την Ρίτα


Έτσι το γεύτηκα το μαγικό φιλί σου

μιαν ωκεάνια ψυχή
ένας υπέροχος βυθός στις άκρες των χειλιών,


και ανασαίνοντας κρυφά απ ‘την αναπνοή σου
τα χρώματα χιλιάδων κοραλλιών

ολάκερος βυθίστηκα στη μυστικήν ζωή σου

σαν σπαραγμός, σαν θάνατος,
των πιο μικρών λυγμών,

κι αγγίζοντας τον πόθο μου στο δέρμα των μηρών σου
κι υγραίνοντας τον τρυφερά απ ‘την υγρή σου ύλη

αφέθηκα παράφορα στην σκοτεινή σου δίνη

με την παλίρροια των αναστεναγμών,

και ανασαίνοντας κρυφά απ ‘την εσωπνοή σου

σαν σπαραγμός, σαν θάνατος,
των πιο μικρών λυγμών,

πεθαίνοντας για μια στιγμή στην πιο βαθιά ρωγμή σου,

κατέκλυσεν η ηδονή τα γκρέμια της αβύσσου…

==================================
Βασίλης Κουστούδας (09/01/2014)
Από το σκοτώνοντας την Ρίτα
==================================

Painting: Deovend / Passion

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Γιοβάννα - Έλα κόρη μου έλα μάτια μου



Έλα κόρη μου 
έλα μάτια μου
τραγουδάκι τ΄ αγεριού
κιόλας νύχτωσε 
τ΄ άστρο φύτρωσε
στο λιβάδι τ΄ ουρανού.

Κόρη μου γλυκιά κυρά μου
αίμα κι άνθος της καρδιάς μου
κόκκινο γλυκό σου δίνω
της αγάπης μου το μήλο.
Έλα να σε ταξιδέψω 
στα μαλλιά σου να σου πλέξω 
της αυγής μαργαριτάρι 
και χρυσό φλουρί φεγγάρι.

Έλα κόρη μου 
έλα μάτια μου
λουλουδάκι τ΄ Απριλιού
κλείσ΄ τα φύλλα σου 
κι η αγκάλη μου 
δειλινό καλοκαιριού.

Να σε πάω σ΄ άλλους τόπους 
πάνω από βουνά κι ανθρώπους 
πολιτείες να σου δείξω 
και καμπάνες να χτυπήσω.
Να χορέψεις μύριους ήχους
να σου πω χιλιάδες στίχους 
κι όταν έρθει το φεγγάρι 
την καρδιά μου μαξιλάρι.

Νάνι...

κλείσ΄ τα φύλλα σου 
κι η αγκάλη μου 
δειλινό καλοκαιριού.

στίχοι: Γιοβάννα
μουσική: Γιώργος Καγιαλίκος

βιολί: Διονύσης Βερβιτσιώτης
πιάνο: Γιώργος Καγιαλίκος





Έλα, κόρη μου, έλα, μάτια μου...
Μυθιστόρημα

Γιοβάννα

Εκδόσεις Πατάκη, 2005
209 σελ.
ISBN 960-16-1699-3, ISBN-13 978-960-16-1699-5, [Κυκλοφορεί]

Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα [DDC: 889.3]


Αληθινή ιστορία. Προκλητική. Η Τότα, ο Ντίμης και η ανορθόδοξη ζωή τους. Ζωή με κύριο γνώρισμα την αποστροφή τους για έρωτες ρουτίνας. Ζωή βασισμένη σε τραύματα που αποπροσανατολίζουν, που σκάβουν, που φυτεύουν πικρόριζα φυτά, με μεταλλαγμένα λουλούδια.
Ώσπου, για την Τότα, έρχεται η Μεγάλη Στιγμή.
Η στιγμή όπου βρίσκουν τον προορισμμό τους. Τον κληροδοτημένο προορισμό μέσα μας, μέσα της, κόντρα σε όποιο δρόμο κι αν έχει πλαστογραφήσει η επιφάνεια.





Γιοβάννα

Η Γιοβάννα (Ιωάννα Φάσσου-Καλπαξή), κόρη του ζωγράφου Κώστα Φάσσου, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Κατάγεται από τα Καλάβρυτα. σπούδασε όπερα στο Ωδείο Αθηνών, από που πήρε το δίπλωμα της με άριστα και βραβείο. Παράλληλα, μαθήτρια γυμνασίου ακόμα, και ύστερα από εξετάσεις, άρχισε με τη μεγάλη ορχήστρα της Ελληνικής ραδιοφωνίας εκπομπές ελαφρού τραγουδιού, το οποίο τελικά και την κέρδισε. 'Ελαβε μέρος σε πολλά φεστιβάλ του είδους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό - βραβευμένη κάθε φορά -, όπως στο διεθνές φεστιβάλ Πολωνίας, στο οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο. Αμέσως μετά, και επί τρία συνεχόμενα χρόνια, κλήθηκε για κονσέρτα με ορχήστρα τριάντα πέντε οργάνων στην τότε Σοβιετική Ένωση, όπου και έγινε είδωλο. Τα κονσέρτα αυτά, από την Πετρούπολη μέχρι τον Καύκασο, ανήλθαν στα εκατόν πενήντα. Για δυο χρόνια επίσης συνεργάστηκε με τον ραδιοφωνικό σταθμό της Γενεύης, τον οποίο και εκπροσώπησε στις συναυλίες musique aux Champs Elysees σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη, ύστερα από εξετάσεις και αυτή την φορά, εκπροσώπησε την Ελβετία στη Εurovision αποσπώντας τις περισσότερες ψήφους στα γαλλόφωνα κράτη. Δίσκους ηχογράφησε στην Ελλάδα, στη Γερμανία - όπου και απέκτησε fan club - στη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Σοβιετική Ένωση, στην οποία οι πωλήσεις τους ανήλθαν σε εκατομμύρια. Και κάποτε η σελίδα της ζωής της γύρισε. Παντρεύτηκε τον δικηγόρο Δημήτρη Καλπαξή και έκτοτε τραγουδούσε μόνο επιλεκτικά. Απέχοντας σιγά σιγά από το τραγούδι, άρχισε να γράφει. Μαθήτρια του Γιάννη Ρίτσου, εξέδωσε με δική του έγκριση τρεις ποιητικές συλλογές - "Να προλάβω", "Θα σου μιλήσω" και "Ψηλαφίζοντας" - που έτυχαν πολύ θερμής υποδοχής. Ύστερα μεταπήδησε στον πεζό λόγο. Έγραψε εννέα μυθιστορήματα - όλα best seller Το πρώτο της, το "Άντε γεια", πήρε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό των εκδόσεων Βell, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και στο θέατρο από τον Θανάση Παπαγεωργίου, με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το τρίτο της μυθιστόρημα, ο "Βαμμένος ήλιος", έγινε σίριαλ στην τηλεόραση με την Πέμυ Ζούνη, τον Γιάννη Φέρτη και την Μπέτυ Λιβανού στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Προσπάθησε και στο χώρο του θεάτρου με δύο θεατρικά, από τα οποία το ένα, "Ο προθάλαμος", απέσπασε το τρίτο κρατικό βραβείο, εγκεκριμένο από τους θεατρολόγους του Εθνικού θεάτρου - διηγήματα και δύο μονολόγους με θεατρική δομή. Ο πρώτος μονόλογος, τα "Γενέθλια", παίχτηκε στο θέατρο από την ηθοποιό Άντα Χριστίδου. Τελευταίο της βιβλίο το "Κατάσαρκα" (ποίηση), κοσμημένο με πίνακες του ζωγράφου ακαδημαϊκού Δημήτρη Μυταρά.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Ο κόμπος, Άγκυρα
(2011) Ένα καράβι στο μπαλκόνι μας, Κέδρος
(2010) Το παράθυρο στον άλλο τοίχο, Κέδρος
(2008) Κατάσαρκα, Κέδρος
(2007) Φεύγω, αγάπησα, Κέδρος
(2005) Έλα, κόρη μου, έλα, μάτια μου..., Εκδόσεις Πατάκη
(2003) Γενέθλια, Εκδόσεις Πατάκη
(2003) Εξ αδιαιρέτου, Κέδρος
(2002) Η άλλη, της απωλείας, Εκδόσεις Πατάκη
(2001) Άντε γεια, Εκδόσεις Πατάκη
(2000) Μάγδα, Κέδρος
(1999) Ο μεγάλος ωκεανός, Κέδρος
(1998) Βαμμένος ήλιος, Κέδρος
(1998) Ο δρόμος για το νότο, Κέδρος
(1998) Παράθυρο στον άλλο τοίχο, Κέδρος
(1997) Ατμός με λέξεις, Κέδρος
(1996) Άντε γεια, Σύγχρονη Εποχή
(1990) Γενέθλια, Σύγχρονη Εποχή
(1982) Ψηλαφίζοντας, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2007) Το λιμάνι της ζωής μου, Εμπειρία Εκδοτική
http://www.biblionet.gr/book/100688/%CE%93%CE%B9%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1/%CE%88%CE%BB%CE%B1,_%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CF%85,_%CE%AD%CE%BB%CE%B1,_%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1_%CE%BC%CE%BF%CF%85...

Κική Δημουλά : ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ


ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ

Κάθε ποὺ σ᾿ ἐπισκέπτομαι
μονάχα ὁ καιρὸς ποὺ μεσολάβησε
ἀπὸ τὴ μιὰ φορὰ στὴν ἄλλη ἔχει ἀλλάξει.
Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅπως πάντα
τρέχει ἀπὸ τὰ μάτια μου ποτάμι
θολὸ τὸ χαραγμένο ὄνομά σου
- ἀνάδοχος τῆς μικρούλας παύλας
ἀνάμεσα στὶς δυὸ χρονολογίες
νὰ μὴ νομίζει ὁ κόσμος ὅτι πέθανε
ἀβάπτιστη ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς σου.
Ἐν συνεχείᾳ σκουπίζω τὶς μαραμένες
κουτσουλιὲς τῶν λουλουδιῶν προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα ἐκεῖ ποὺ ἐτέθη μαῦρο
κι ἀλλάζω τέλος τὸ ποτήρι στὸ καντήλι
μὲ ἄλλο καθαρὸ ποὺ φέρνω.

Ἀμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικὰ θὰ πλύνω τὸ λερὸ
ἀπολυμαίνοντας μὲ χλωρίνες
καὶ καυστικοὺς ἀφροὺς φρίκης ποὺ βγάζω
καθὼς ἀναταράζομαι δυνατά.
Μὲ γάντια πάντα καὶ κρατώντας τὸ σῶμα μου
σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸ νιπτηράκι
νὰ μὴ μὲ πιτσιλᾶνε τὰ νεκρὰ νερά.
Μὲ σύρμα σκληρῆς ἀποστροφῆς ξύνω
τὰ κολλημένα λίπη στοῦ ποτηριοῦ τὰ χείλη
καὶ στὸν οὐρανίσκο τῆς σβησμένης φλόγας
ἐνῷ ὀργὴ συνθλίβει τὸν παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριοῦ, καταπατητὴ
τῆς γείτονος ἀκινησίας.

Ξεπλένω μετὰ ξεπλένω μὲ ζεματιστὴ μανία
κοχλάζει ἡ προσπάθεια νὰ φέρω τὸ ποτήρι στὴν πρώτη
τὴ χαρούμενη τὴ φυσική του χρήση
τὴν ξεδιψαστική.
Καὶ γίνεται πιὰ ὁλοκάθαρο, λάμπει
τὸ πόσο ὑποχόνδρια δὲ θέλω νὰ πεθάνω

ἀκριβέ μου - πάρτο κι ἀλλιῶς:
πότε δὲ φοβότανε τὸ θάνατο ἡ ἀγάπη;

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kikh_dhmoyla/1998_enos_leptoy_mazi.htm#ΤΟ_ΑΛΛΟΘΙ

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης ΠΑΤΗΣΙΩΝ (μπαλάντα)


ΠΑΤΗΣΙΩΝ (μπαλάντα)

Η ελευθερία, νοικιασμένη γκαρσονιέρα 
ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια καρέκλα 
ούτε ο θεός χωράει εκεί ούτε η αγάπη
μονάχα εσύ κι ο μοχθηρός σου μαύρος γάτος
σ’ ένα μπαλκόνι μια σταλιά στην Πατησίων.


Στο μαξιλάρι ένα αδιάβαστο βιβλίο
στο τραπεζάκι ένα μαχαίρι κι ένα μήλο
όμως μπορείς να κατουράς απ’ το μπαλκόνι
χωρίς κανείς περαστικός να βλαστημήσει 
έχει ερημώσει εδώ και χρόνια η Πατησίων.

Βγάζεις καρέκλα στο μπαλκόνι, δεν διαβάζεις
(σ’ έχει τυφλώσει με τα νύχια τ’ άγριο ζώο)
τρως σάπια μήλα, γλείφεις αίμα στο μαχαίρι
μετά κοιμάσαι στο κρεβάτι ή πεθαίνεις
σ’ αυτή ίδια, αυτή την άλλη Πατησίων.

Η ελευθερία, νοικιασμένη γκαρσονιέρα
πίσω απ’ τον ήλιο, πουθενά στην Πατησίων…

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Ποίημα ανώνυμης Ινδιάνας ...


Δε μ'ενδιαφέρει τι δουλειά κάνεις
Δε μ'ενδιαφέρει πόσο χρονών είσαι
Δε μ'ενδιαφέρει ποιοί πλανήτες είναι γύρω απ'το φεγγάρι σου
Δε μ'ενδιαφέρει που και τι έχεις σπουδάσει..
Θέλω να ξέρω τι σε κάνει να πονάς
αν τολμάς να ονειρευτείς..αν θέλεις να κάνεις αυτό που η καρδιά σου λαχταρά..
Θέλω να ξέρω
αν έχεις αγγίξει το βάθος της δικής σου λύπης,
αν είσαι ανοιχτός στις προσδοκίες
ή αν έχεις ζαρώσει από το φόβο.
Θέλω να ξέρω
αν μπορείς να χορέψεις στην αγριάδα και ν'αφήσεις την έκσταση να σε γεμίσει
χωρίς να ανησυχείς για το αν πρέπει να προσέχεις και να θυμάσαι τα όριά σου..
Θέλω να ξέρω αν τολμάς ν'απογοητεύσεις κάποιον
με το να είσαι ο εαυτός σου..
Αν αντέχεις την κατηγορία αρκεί να μην προδώσεις τη δική σου ψυχή.
Θέλω να ξέρω...
αν μπορείς να δεις την ομορφιά ακόμη κι όταν δεν είναι όμορφη η μέρα.
Θέλω να ξέρω
αν κάτι σε στηρίζει μέσα σου όταν όλα έξω καταρρέουν.
Θέλω να ξέρω αν μπορείς,όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου,
να απολαμβάνεις αυτές τις μοναχικές στιγμές.
Θέλω να ξέρω αν μπορείς να σταθείς στην άκρη της θάλασσας
και να φωνάξεις στο ασήμι της πανσέληνου
και στο χρυσάφι του ήλιου
"ναι,είμαι άνθρωπος σημαντικός
και η ζωή μου ανήκει".
Ποίημα ανώνυμης Ινδιάνας

Πηγές 
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10153145911218315&set=a.10150325819178315.340614.534583314&type=1&theater
Φωτογρ, http://ingolden.gr/in/%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CF%89-%CE%BD%CE%B1-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CF%89-%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%AC%CF%82/

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Νίκος Καρούζος: Μικρό αυτοχρονικό...



"Κι η νύχτα λέει της ξαστεριάς δεν έχω αστέρια απόψε
Είναι καιρός για μάτωμα πιο πέρα και από το αίμα
στην ερημιά που νέμεται μειλίχια το πνεύμα"
Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα
Αγάπησα πολύ τη δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nίτσε
τις θυελλοφόρες κορυφές του Ζαρατούστρα,
έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς
που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική.
Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα
για τη ναρκισσευόμενη λογική του,
και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη,
κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας ~ δηλαδή μοναχικά κι ανώφελα~
τη σημαία του Ιδανικού με πάθος.
Επίσης χώθηκα στη γαλαρία του Φρόυντ
ως ένα σημείο γοητευμένος.
Έτρωγα το χρόνο για να βγω στο ξέφωτο του Ιησού
με την ψυχή οριστικά έκπληκτη.
Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.

Νίκος Καρούζος.. Μικρό αυτοχρονικό...



Φωτογραφία από https://www.facebook.com/62103290293/photos/a.10150303605240294.558571.62103290293/10154061986165294/?type=1&theater