Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, Εγκώμιο στην Αμφιβολία (1936). Eκδόσεις Θεμέλιο, ε’ εκδοση



Πορτραίτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ το 1948.
Date 1954
Photographer Kolbe, Jörg
Institution
German Federal Archives

Στις 14 Αυγούστου του 2015, η εργαζόμενη και φτωχή ανθρωπότητα συμπληρώνει 59 χρόνια χωρίς τον Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ταυτόχρονα, όμως, μετράει 59 χρόνια με τα γραπτά, τις ιδέες και τα “μυστικά της γνώσης”, που τόσο μας βοήθησε να κατακτήσουμε και να καταλάβουμε.. Να καταλάβουμε, πως η βάρκα είμαστε εμείς. Ανάμεσα στα διάφορα γραπτά και στα Εγκώμια του Μπρεχτ, το barikat επιλέγει να αναδημοσιεύσει το Εγκώμιο της αμφιβολίας, γραμμένο το 1936. Μια χρονιά επαναστατικών ανατροπών και οδυνηρών διαψεύσεων, μια χρονιά μελαγχολική, που εν τέλει ήταν απλώς μια νέα αρχή.

Barikat
(μετάφραση Μάριος Πλωρίτης)
Ευλογημένη να ‘ναι η αμφιβολία!

Σας συμβουλεύω να τιμάτε χαρούμενα και προσεχτικά εκείνον

που το λόγο σας ξετάζει σαν κάλπικη μονέδα!

Άμποτε να ‘σαστε συνετοί και να μη δίνετε το λόγο σας με σιγουριά πάρα πολλή.

Την ιστορία διαβάστε και θα δείτε την ξέφρενη φυγή ανίκητων στρατών.

Παντού κάστρα απάτητα κυριεύονται

και της Αρμάδας τα καράβια, που ήταν αμέτρητα σαν έκανε πανιά, στο γυρισμό εύκολα τα μετρούσες.

Έτσι μια μέρα στάθηκε ένας άνθρωπος στην απάτητη βουνοκορφή

κι ένα πλεούμενο έφτασε στην άκρη της απέραντης της θάλασσας.

Α!, όμορφο που ‘ναι το κούνημα του κεφαλιού για τις «ατράνταχτες» αλήθειες!

Α!, θαρρετή που ‘ναι η φροντίδα του γιατρού για τον άρρωστο που γιατρεμό δεν έχει!

Μα απ’ όλες τις αμφιβολίες ομορφότερη είναι, σαν οι φοβισμένοι αδύναμοι

σηκώνουν το κεφάλι και παύουν να πιστεύουν στων τυράννων τους τη δύναμη!

Α!, με πόσο κόπο καταχτήθηκε κείνο το σοφό αξίωμα!

Πόσες θυσίες κόστισε!

Πόσο δύσκολο στάθηκε να βρεθεί πως τα πράγματα ήταν έτσι κι όχι αλλιώς!

Με στεναγμό ανακούφισης το ‘γράψε ένας άνθρωπος μια μέρα στης Γνώσης το βιβλίο.

Καιρό πολύ έμεινε χαραγμένο εκεί μέσα και γενιές ολόκληρες ζήσανε μαζί του, το βλεπαν

σαν αλήθεια αιώνια κι όσοι το ξέρανε καταφρονούσαν όσους τ’ αγνοούσαν.

Μα κάποτε, μια υποψία μπορεί να γεννηθεί, γιατί μια καινούρια εμπειρία τραντάζει το ατράνταχτο αξίωμα.

Ξυπνάει ή αμφιβολία.

Και μιαν άλλη μέρα ένας άλλος άνθρωπος στοχαστικά σβήνει απ’ το βιβλίο της Γνώσης το αξίωμα με μια μονοκοντυλιά.

***

Ενώ διαταγές τον ξεκουφαίνουν, ενώ τον εξετάζουν για τις φυσικές του ικανότητες γιατροί μουσάτοι, ενώ τον επι­θεωρούν

λαμπερά υποκείμενα με χρυσά γαλόνια, ενώ τον κατηχούνε πανηγυριώτικοι παπάδες που του τριβελίζουνε τ’ αυτιά μ’ ένα βιβλίο γραμμένο απ’ το θεό τον ίδιο ενώ τον δασκαλεύουν ανελέητοι δάσκαλοι,

ό φτωχός ακούει να του λένε πώς ό κόσμος μας είναι ό καλύτερος των κόσμων

και πως την τρύπα στη σκεπή της κάμαράς του την έχει σχεδιάσει ο θεός αυτο­προσώπως.

Αληθινά, του είναι δύσκολο πολύ ν’ αμφιβάλει για τον κόσμο τούτο.

Ιδρωκοπάει ο άνθρωπος χτίζοντας σπίτι όπου ποτέ του δε θα κατοικήσει.

Μα δεν ιδρωκοπάει λιγότερο κι οποίος δικό του χτίζει σπίτι.

***

Να οι αστόχαστοι που ποτέ δεν αμφιβάλλουν.

Η χώνεψη τους είναι άψογη, κι η κρίση τους αλάθευτη.

Δεν πιστεύουν στα γεγονότα, πιστεύουν μόνο στον εαυτό τους.

Αν χρειαστεί πρέπει αυτούς τα γεγονότα να πιστέψουν.

Είναι απέραντα υπομονετικοί — με τον εαυτό τους.

Τα επιχειρήματα τ’ακούνε με αυτί σπιούνου.

Στους αστόχαστους που ποτέ δεν αμφιβάλλουν, συνταιριάζουν οι στοχαστικοί που ποτέ δεν ορούνε. Τούτοι αμφιβάλλουν όχ ι για να πάρουν μιαν απόφαση, αλλά για να μην πάρουν απόφαση καμιά.

Τα κεφάλια τους τα χρησιμοποιούνε μόνο για να τα κουνάνε.

Με σκοτισμένο πρόσωπο ειδοποιούν τούς επιβάτες των καραβιών που βουλιάζουν,

πως το νερό είν’ επικίνδυνο.

Κάτω απ’ του δήμιου το μπαλτά αναρωτιούνται αν δεν είναι άνθρωπος κι αυτός.

Μουρμουρίζουν σκεφτικά πως «το θέμα δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμα», και πηγαίνουνε να πέσουν.

Μοναδική τους δράση, ο δισταγμός.

Αγαπητή τους φράση : «Δεν είναι ακόμα ώριμο για συζήτηση».

Γι’ αυτό, αν παινεύεις την αμφιβολία μην παινέψεις

την αμφιβολία που καταντάει απελπισία!

Τι ωφελεί ή αμφιβολία εκείνον που δε μπορεί ν’ αποφασίσει;

Μπορεί να πράξει λάθος όποιος δε γυρεύει πολλούς λόγους για να δράσει.

Μα οποίος πάρα πολλούς γυρεύει, μένει άπραγος την ώρα του κινδύνου.

Εσύ, που είσαι αρχηγός, μην ξεχνάς

πως έγινες ό,τι είσαι, επειδή είχες αμφιβάλει γι’ άλλους αρχηγούς!

Aσε λοιπόν αυτούς που οδηγείς ν’ αμφιβάλλουνε κι εκείνοι!



https://barikat.gr/content/egkomio-stin-amfivolia

Μίλτος Σαχτούρης Τὸ Ψωμί




Τὸ Ψωμί

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί, 

είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό, 

ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι 

έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω, 

όμως και μία μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. 

κι αυτή μ᾿ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε 

κομμάτια γνήσιο ουρανό 

κι όλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αυτή , λίγοι πηγαίναν στο ψωμί, 

όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό ! 

Ας μην το κρύβουμε. 

Διψάμε για ουρανό. 


(Ο Μίλτος Σαχτούρης έγραψε το ποίημα αυτό κατά τη διάρκεια
της Κατοχής.)
Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm

Φωτογραφία Marithé François Girbaud

Νίκος Γιαννόπουλος : Έρως πτερόεις, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας).


Πριν αρχινίσω την σημερινή μας εξιστόρηση, οφείλω να ενημερώσω το πλατύ αναγνωστικό  κοινό, ότι η αρχική μου πρόθεση ήταν η συγγραφή μιας άλλης ιστορίας. Λόγω οικονομικής στενότητας, γιατί κι εμείς οι συγγραφείς είμαστε άνθρωποι με υλικές ανάγκες, αναγκάζομαι εκ των περιστάσεων να σας αφηγηθώ την μοναδική ιστορία για την oποία κατάφερα να βρω χορηγό.
Πρόκειται για μια ιστορία με πολλά πηγαινέλα, μεταξύ Θεσ/νικης - Θάσου (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), την οποία επιχορήγησε το ΚΤΕΛ Καβάλας, ενώ οι δυο ακτοπλοϊκές εταιρίες για Θάσο επέδειξαν δυστυχώς μεγάλη αναλγησία, κοινώς γαϊδουριά, και δεν μου έδωσαν φράγκο τσακιστό. Κανονικά θα όφειλα να περιορίσω την ιστορία μου στα όρια ‘’Θεσ/νικη – Καβάλα’’, αλλά λόγω του ότι στην Καβάλα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συμβεί κάτι ενδιαφέρον, θα επεκταθώ ιδίοις πόροις μέχρι την Θάσο, κοινώς θα πληρώσω τα έξοδα από την τσέπη μου, περικόπτοντας τις οικονομίες μου, με συνέπεια τη δραματική μείωση της διάρκειας των καλοκαιρινών μου διακοπών κατά μια ημέρα. Κι όλα αυτά για να μη λέτε ότι ασκώ το επάγγελμα της αφήγησης πλημμελώς, ότι δεν κάνω θυσίες για το αναγνωστικό μου κοινό ή ότι ενδιαφέρομαι μόνο για τη βολή μου.   

Η Πετρούλα έκλεισε εγκαίρως δωμάτιο σε ξενοδοχείο στο Λιμένα της Θάσου μέσω διαδικτύου. Από καιρό σχεδίαζε αυτές τις διακοπές, τις οποίες θα πραγματοποιούσε παρ΄ολο και σε πείσμα των φίλων της που θα πήγαιναν για ακόμα μια χρονιά στην Ιερισσό της Λέσβου. Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση έστειλε μήνυμα στο εν λόγω ξενοδοχείο για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη κλιματιστικού και τηλεόρασης. Η απάντηση που έλαβε την διαβεβαίωνε ευγενικά ότι την μετακίνησαν σε άλλο δωμάτιο που διαθέτει τα απαιτούμενα, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση.

Αποβιβάστηκε στον Λιμένα την 12η πρωινήν, της 2ας του Ιούνη. Για να είμαι ειλικρινής δεν γνωρίζω αν φτάνει πλοίο στο Λιμένα εκείνη την ώρα, αλλά δεν σκοπεύω να κάνω έρευνα στα ακτοπλοϊκά δρομολόγια εταιριών που αδιαφορούν για το συγγραφικό μου έργο. Έτσι κι αλλιώς, και 1μμ να έφτανε, και 2μμ να έφτανε, η ιστορία μας, δεν θα το έπαιρνε καν χαμπάρι.

Η Πετρούλα ήταν ένα ψηλό και εντυπωσιακό κορίτσι, απόφοιτη της Σχολής Καλών Τεχνών, με αντρικό γκόθικ κούρεμα, τατουάζ στα μπράτσα και στο σώμα και πίρσινγκ στ’ αυτιά, στη μύτη, στα χείλη και σε άλλα μέρη – προτείνω να μην σκαλώσουμε σε λεπτομέρειες που θα εξασθένιζαν την πλοκή. Φορούσε ένα εφαρμοστό σχισμένο τζιν και αθλητικά παπούτσια All Star.
Είκοσι λεπτά μετά είχε ήδη εγκατασταθεί στο ξενοδοχείο, όπου διαπίστωσε ότι ο πονηρός ξενοδόχος της πούλησε τζάμπα εκδούλευση μια και όλα τα δωμάτια διέθεταν κλιματισμό και τηλεόραση. Δεν το έκανε όμως θέμα, αν εξαιρέσουμε τη γόπα του τσιγάρου που έσβησε στην ολοκαίνουργια μοκέτα του διαδρόμου. Στη συνέχεια νοίκιασε ένα βεσπάκι και ρίχτηκε στην αναζήτηση μιας παραλίας όπου θα επανασυνδεόταν επιτέλους με το υγρό στοιχείο.

Μερικά χιλιόμετρα έξω από τον Λιμένα, εντόπισε ένα στενό κατηφορικό χωματόδρομο που την οδήγησε σ' ένα ειδυλλιακό όρμο, μ ένα μικρό καφέ – μπαρ στην δεξιά του άκρη, πάντα όπως κοιτάζουμε τη θάλασσα.
Οι λουόμενοι ήταν ελάχιστοι. Τα νερά κρύα και διάφανα. Η άμμος δεν κολλούσε στο σώμα και η μουσική του καφέ- μπαρ ευχάριστη. Αφού έκανε το μπάνιο της – λίγο πεταλούδα  για να ξεμουδιάσει και μετά σπριντ κρόουλ για ν' ανεβάσει την αδρεναλίνη της, ξάπλωσε στην άμμο κι άφησε τον ήλιο να την ξεροψήσει. Κάποτε μάζεψε τα πράγματα της κι άραξε στο καφέ.

Ο Θοδωρής – τον φώναζαν και Δώρο – ήταν ο κάτοχος του καφέ - μπαρ κι ενός μαύρου γκέκα, με κανελή μουσούδα και πατούσες, που τον φώναζε Γύλο, γιατί όπως κι ο Αυλωνίτης στη γνωστή ταινία ‘’Σοφερίνα’’, το ένα μάτι του ήταν ‘’όρτσα’’.  
Την πλησίασε για να πάρει παραγγελία. Ήταν γύρω στα τριάντα, αθλητικός, ελαφρώς αξύριστος και μαυρισμένος σαν ναυαγός.
Η Πετρούλα – που δεν ήθελε να την φωνάζουν Τούλα – τον ρώτησε αν υπάρχει κάτι φαγώσιμο κι αυτός της είπε ότι: ‘’Έχει μόνο τοστ και κρέπες εκτός αν θες ένα πλήρες πρωινό ‘’. Η Πετρούλα διάλεξε το τελευταίο – μεταξύ μας έκανε την πιο καλή επιλογή – που περιελάμβανε δυο αυγά μάτια με μπέικον, ένα φεσκοστυμμένο χυμό πορτοκαλιού, ένα  μπολ με στραγγιστό αγελαδινό γιαούρτι, ένα μπολ με χωριάτικο βούτυρο, έξι φρυγανισμένες φέτες λευκού ψωμιού και 5-6 μπολάκια με διαφορετικές μαρμελάδες.
Η Πετρούλα  αφού απήλαυσε για λίγο τη γενική εικόνα του εντυπωσιακού πρωινού πάνω στο καρό τραπεζομάντιλο, βάλθηκε στη συνέχεια να κατασπαράζει με βουλιμία ένα - ένα τα εδέσματα όπως ένα αρπαχτικό τα θηράματα του, αφήνοντας τις μαρμελάδες για το τέλος. Σύκο, φράουλα, πορτοκάλι, δαμάσκηνο, βατόμουρο και κάστανο. Με κάθε δοκιμή, εκρήξεις γέμιζαν τον ουρανίσκο της σαν πυροτεχνήματα στον σκοτεινό ουρανό, αφήνοντας πίσω τους λαμπερές χρωματιστές λάμψεις γεύσης που στροβιλίζονταν στον οισοφάγο της στέλνοντας ζεστά κύματα ευχαρίστησης μέχρι το υπογάστριο.
Όση ώρα έτρωγε, ο  Θοδωρής, δήθεν αδιάφορα, προσποιούμενος ότι κάνει δουλειές, την κατασκόπευε εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι αυτή δεν μπορούσε να δει τα μάτια του που τα κάλυπτε μ’ ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά ηλίου. Τρία πράγματα του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Το πρώτο αφορούσε στο Γύλο, που όχι μόνο δεν γαύγισε στην Πετρούλα άλλα αφού τη μύρισε, πήγε και ξάπλωσε στα πόδια της σαν να την ήξερε από πάντα. Το δεύτερο ήταν αυτό το τατού – φύλλωμα που κύκλωνε σαν αναρριχώμενο φυτό τον γυμνό ωμό της και το τρίτο τα ευκίνητα, σαν άγριου ζώου, μαύρα μάτια της.
Η Πετρούλα, με την σειρά της, όση ώρα έτρωγε έριχνε κλεφτές ματιές στον Θοδωρή. Την γοήτευε η φαινομενική αδιαφορία του. Η νωθρότητα και η ελαφρότητα με την οποία κινούνταν.
Όταν τέλειωσε το φαγητό της, πλήρωσε και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της.
Καθώς κατευθυνόταν προς τη βέσπα της με την όποια θα επέστρεφε στο ξενοδοχείο, ο Θοδωρής ανακάλυψε κι ένα τέταρτο εντυπωσιακό στοιχείο. Στο λίκνισμα του μυλόσχημου κώλου της, είδε, δυο μήνες πριν την ώρα του, ν΄ ανατέλλουν ταυτόχρονα, τα δυο φεγγάρια του Αύγουστου.
Η αναχώρηση της, αν και διακριτική, έγινε αισθητή γιατί ο Γύλος την κυνήγησε αλυχτώντας.  Άφησε πίσω της ένα λερωμένο μακό μπλουζάκι και τον Θοδωρή με συμπτώματα στέρησης.

Την επόμενη μέρα η Πετρούλα, αφού έσβησε ακόμα μια γόπα στη μοκέτα του ξενοδοχείου, ξεκίνησε πρωί – πρωί για την γνωστή παραλία, όπου μεγαλύτερη εντύπωση κι από τη θάλασσα, κι από τον Θοδωρή, της έκαναν οι φοβερές μαρμελάδες του πρωινού. Όταν έφτασε ο Γύλος την υποδέχτηκε με χαρούμενα πηδηματάκια και γαβγίσματα, κάτι που θα επιθυμούσε να κάνει κι ο Θοδωρής αν δεν τον εμπόδιζε η ανθρώπινη φύση του.
Σ’ ένα σχοινί είδε το μακό της καθαρό να στεγνώνει και το εκτίμησε ιδιαιτέρως. Υποθέτω.
Ο Θοδωρής της ετοίμασε ένα δεύτερο πρωινό – κερασμένο εκ του καταστήματος – κι αυτή τον άφησε να μοιραστεί μαζί της το ακόρεστο πάθος του για τις μαρμελάδες που τις έφτιαχνε μόνος του, με βάσει μια οικογενειακή συνταγή που για πολλές γενιές πήγαινε από μάνα σε κόρη, μέχρι που η μητέρα του την έδωσε σ’ αυτόν, αφού η αδελφή του μετακόμισε Αθήνα κι έγινε οδοντογιατρός.
Η επικοινωνία τους, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ο Θοδωρής ήταν υποχρεωμένος να εξυπηρετεί κι άλλους πελάτες, αναβαθμίστηκε με καφέδες και τσίπουρα, μέχρι τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, όπου την βοήθησε να πάρει τα πράγματα της από το ξενοδοχείο και να εγκατασταθεί στο σπίτι του, που ήταν ουσιαστικά το πατάρι του καφέ μπαρ.

Ένας μήνας πέρασε έτσι, με χορταστικά πρωινά, καφέδες, αλκοόλ, βουτιές κι πολύ έρωτα.
Ο Θοδωρής της έδειξε όλα τα μυστικά για μια καλή μαρμελάδα. Πόσο ώριμα πρέπει να ‘ναι τα φρούτα, τους εναλλακτικούς τρόπους που τα κόβουμε ή τα αλέθουμε, την ακριβή ποσότητα ζάχαρης ώστε να σε γλυκαίνει χωρίς να σε λιγώνει, τη σωστή θερμοκρασία και χρόνο βρασμού, το τεχνική του ανακατέματος κατά το βράσιμο και το πιο σημαντικό: τη μικροποσότητα σπιτικού αλκοόλ που με την κατάλληλη πρόσμιξη η μαρμελάδα αποκτά τη μοναδική κι αναντικατάστατη γεύση της. Όσο για τον Γύλο, αυτός έγινε η σκιά της. Τη συνόδευε παντού. Κολυμπούσε μαζί της, αποζητούσε σε κάθε ευκαιρία τα χάδια της, έτρεχε γύρω της και μελαγχολούσε κάθε φορά που τον αφήναν έξω από τα ερωτικά τους παιχνίδια. Τις νύχτες,  αγρυπνούσε ξαπλωμένος μπρούμυτα στην αυλή με το ένα μάτι καρφωμένο όλο παράπονο την πόρτα, ενώ το άλλο, ένας θεός ξέρει που. Μοναδικό μελανό σημείο στη σχέση τους ήταν η μια φορά που ο Θοδωρής σε μια κρίση τρυφερότητας τη αποκάλεσε Τούλα.
‘’Είσαι ελεεινός’’, του είπε μεταξύ άλλων η Πετρούλα. ‘’Εγώ ποτέ δεν σε αποκάλεσα Δώρο’’ και προς μεγάλη ευχαρίστηση του Γύλου, κοιμήθηκε στο κρεβάτι αγκαλιά μαζί του, ενώ ο Θοδωρής επάνω σε δυο τραπέζια, ελείψει καναπέ.

Μια μέρα η Πετρούλα, εντελώς ξαφνικά και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ετοίμασε τη βαλίτσα της και γύρισε στη Θεσσαλονίκη (με το ΚΤΕΛ Καβάλας). Όταν ο  Θοδωρής ζήτησε εξηγήσεις η απάντηση ήταν αποστομωτική. ‘’Όλα είναι πολύ καλά ρε γαμώτο, για να είναι αληθινά’’.
Δεν μπορούσε να καταλάβει ο φουκαράς ότι η Πετρούλα, σ’ όλη της τη ζωή, έτρεφε μεγάλη δυσπιστία γι’ αυτό που αποκαλούμε ''Ευτυχία'' και κατέστρεφε κάθε συγκυρία που φαινόταν να την οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Για την Πετρούλα η ''Ευτυχία'' ήταν συνώνυμο του ‘’κατοικίδιου’’ και δεν ήθελε να εξημερωθεί.

Μπορεί η Πετρούλα να έφυγε από τη Θάσο, αλλά ο Θοδωρής δεν έφυγε από το μυαλό της. Έτσι, αρχές του Αυγούστου, - είχαν τελειώσει κι οι μαρμελάδες που της έστειλε ο Θοδωρής λίγες μέρες μετά την αναχώρηση της για να την δελεάσει, -  αποφάσισε να γυρίσει στη Θάσο (με το ΚΤΕΛ Καβάλας) και να του κάνει έκπληξη.
Ίσα που πρόλαβε το πούλμαν (στο ΚΤΕΛ Καβάλας), αν και δεν ήταν η μόνη. Ακολουθούσε μια νόστιμη και καμπυλόγραμμη ξανθούλα με μια θηριώδη βαλίτσα.
Έφτασαν στην Καβάλα και μοιράστηκαν το ταξί για να προλάβουν το φέρυ για Θάσο.
Όταν επιβιβάστηκαν έκατσαν μαζί στο μπαρ του καταστρώματος να καπνίσουν και να δροσιστούν πίνοντας κάτι κρύο. Η ξανθούλα – που την έλεγαν Ανθούλα – ήταν εξαιρετικά ομιλητική κι εκμυστηρεύτηκε στην Πετρούλα ότι ήταν καλεσμένη από ένα φίλο της στο facebook.
‘’ Όχι, δεν τον είχε ξανασυναντήσει. Θα τον συναντούσε για πρώτη φορά.’’
‘’ Όχι, δεν ήταν για απλή επίσκεψη αλλά πρόσκληση για διακοπές.’’
‘’ Όχι, δεν θα έμενε σε ξενοδοχείο αλλά στο σπίτι του που ήταν παραθαλάσσιο.’’
‘’ Όχι,  δεν το είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν αλλά το ένστικτο της λέει ότι αξίζει τον κόπο.’’
‘’ Όχι, δεν ξέρει πόσο χρονών είναι αλλά τον λένε Δώρο κι αυτό κάτι σημαίνει.’’  
Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Πετρούλα άκουγε με ενδιαφέρον χωρίς να αντιλαμβάνεται την επικείμενη συμφορά. Όταν όμως η Ανθούλα είπε:
’’ Όχι, δεν έχει παιδιά. Μένει μόνος του αλλά έχει ένα πολύ ωραίο σκύλο. Μου ‘στειλε φωτογραφία. Θες να δεις;’’ 
και της έτεινε το κινητό της με τη φωτογραφία του Γύλου. Η Πετρούλα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε όταν έφτασαν στο Λιμένα και ο Θοδωρής, που περίμενε να παραλάβει την Ανθούλα,  άρχισε να αλλάζει χρώματα σαν δειγματολόγιο ελαιοχρωματιστή, είπε τίποτα. Το ‘παιξε κυρία. Τους χαιρέτησε ψυχρά και κάθισε στο πρώτο καφέ που βρήκε μπροστά της στο λιμάνι. ‘’Μερικές φόρες,’’ σκέφτηκε, ‘’η έκπληξη είναι αυτή που διαλέγει πότε θα σου κάνει έκπληξη. ‘’
Συντροφιά με μια μαύρη μπύρα, - ο πικρός καφές είναι παλιομοδίτικη συνήθεια- αποφάσισε να μην αφήσει τα δυσάρεστα να της καταστρέψουν τις διακοπές της. Βρήκε άλλο ξενοδοχείο, γιατί στο προηγούμενο την απείλησαν με μήνυση, ξανανοίκιασε βεσπάκι και αναχώρησε εκ νέου προς ανεύρεση παραλίας που να αξίζει τον κόπο. Αυτή τη φορά τα πράγματα εξελίχτηκαν πιο ήπια. Γνώρισε τον Σταύρο, που ήταν πωλητής τουριστικών ειδών σε κατάστημα στον Λιμένα και πέρασε μαζί του τις επόμενες μέρες μέχρι το δεκαπενταύγουστο, χωρίς μετακομίσεις κι άλλες τέτοιες αυθόρμητες μαλακίες. Κάνα δυο φόρες είδε από το παράθυρο του ξενοδοχείου της τον Θοδωρή να κόβει απ΄ έξω βόλτες σαν να ήθελε να τη δει και να της πει κάτι, αλλά μέχρις εκεί. Την 17η Αυγούστου ξαναγύρισε στην Θεσ/νικη (με το ΚΤΕΛ Καβάλας) αφήνοντας πίσω της έναν απαρηγόρητο Σταύρο,  για τον οποίο όμως δεν έτρεφε ανάλογα συναισθήματα, κοινώς τον είχε στο ‘’μας τέλειωσε’’.

Μπορεί η Πετρούλα να έφυγε από τη Θάσο αλλά δεν έφυγε από το μυαλό του Σταύρου, ο όποιος αποφάσισε, περί τα τέλη του Σεπτέμβρη, να μεταβεί Θεσσαλονίκη, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), να την αναζητήσει. Κάπως, όμως, το έφερε η μοίρα, - αλλιώς τίποτα από όλα αυτά δεν εξηγείται, - και στο μπουγατσατζίδικο ‘’Τα καρντάσια’’, έπεσε πάνω στην ξανθούλα – που την έλεγαν Ανθούλα. Μεταξύ τυρού και κρέμας ο Σταύρος ξεδίπλωσε τον αφρώδη έρωτα του για την Πετρούλα, με τόσες λεπτομέρειες που μέχρι να τελειώσει αυτός ξεθύμανε σαν παλιοκαιρισμένη κόκα κόλα. Η Ανθούλα, όλη αυτή την ώρα, τον άκουγε συγκινημένη χωρίς να τον διακόπτει κι του χάιδευε, αρχικά, το χέρι. Αναχώρησαν από το μπουγατσατζιδικο αγκαλιά, προς άγνωστη, σε μας, κατεύθυνση.

Δυο μέρες αργότερα, ο Θοδωρής ακολούθησε το ίδιο δρομολόγιο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), για Θεσσαλονίκη, ταυτόχρονα με την Πετρούλα, που ακολουθούσε το αντίστροφο δρομολόγιο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), για Θάσο.
Ο Θοδωρής όταν έφτασε Θεσσαλονίκη, χωρίς καθυστέρηση κατευθύνθηκε στο σπίτι της Πετρούλας, αλλά η Πετρούλα δεν ήταν εκεί. Ήταν στη Θάσο. Βρήκε το καφέ μπαρ κλειστό αλλά είχε τα κλειδιά του σπιτιού.
Ο Θοδωρής αφού χτύπησε αρκετές φόρες το κουδούνι και την πόρτα και δεν έλαβε απάντηση, άφησε ένα σημείωμα στην πόρτα και εγκαταστάθηκε στο απέναντι καφέ με το βλέμμα καρφωμένο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Η Πετρούλα άφησε τα πράγματα της και πήγε για μπάνιο. Η θάλασσα ήταν κρύα κι αναζωογονητική. Μετά τσίμπησε κάτι και έριξε έναν απογευματινό ύπνο.
Ο Θοδωρής ήπιε αρκετούς καφέδες και συμπλήρωσε ένα τζόκερ στο πρακτορείο της γειτονιάς. Ξαναπήγε στο σπίτι της Πετρούλας και χτύπησε αρκετές φόρες ακόμα το κουδούνι. Όταν είδε κι αποείδε, ξαναγύρισε στο απέναντι καφέ και άρχισε να καταγράφει τον έρωτα του και τη συγγνώμη του στο χαρτί.
Η Πετρούλα ξύπνησε κατά τις 6μμ. Έριξε μια δεύτερη βουτιά και πήγε με τα πόδια μια βόλτα μέχρι τον Λιμένα. Πέρασε από το μαγαζί του Σταύρου αλλά δεν τον βρήκε. Της είπαν ότι απουσιάζει σε ταξίδι στη Θεσ/νικη.
Ο Θοδωρής έγραφε μέχρι τις τρεις το πρωί που έκλεισε το καφέ. Μετά δίπλωσε τις 11 σελίδες και τις έριξε κάτω από την πόρτα του διαμερίσματος της Πετρούλας  κι έκατσε στα σκαλοπάτια να την περιμένει.
Η Πετρούλα ξαναγύρισε στο καφέ, μπαρ έβαλε δυνατά τη μουσική, πήρε κι ένα μπουκάλι βότκα και το έριξε στο χορό και στο πιοτό.
Ο Θοδωρής ξύπνησε κατά τις 7πμ πιασμένος από τα σκαλοπάτια και σίγουρος ότι θα επικοινωνήσει μαζί του όταν διαβάσει το μελιστάλαχτο γράμμα του ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής στη Θάσο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας).
Η Πετρούλα ξύπνησε κατά τις 8πμ με ένα κεφάλι τεράστιο. Έριξε μια βουτιά γυμνή για να ξυπνήσει και γύρισε να μαζέψει τα πράγματα της που ήταν σκορπισμένα σχεδόν παντού. Καθώς τα μάζευε βρέθηκε να κρατάει ένα εσώρουχο που δεν ήταν δικό της. Θες το αλκοόλ που δεν είχε ακόμα ξεθυμάνει, θες η υποβόσκουσα άρνηση της να εξημερωθεί, ξύπνησαν μέσα της το θεό της εκδίκησης. Κατέβηκε στο μπαρ κι ανέβασε στο πατάρι όλες τις μαρμελάδες. Δεν άφησε έπιπλο, ρούχο, τοίχο, τετραγωνικό εκατοστό που να μην το πασαλείψει με μαρμελάδα. Στο τέλος έγραψε, με μαρμελάδα επίσης, ΤΟΥΛΑ στον εξωτερικό τοίχο του καφέ μπαρ και για Υ τοποθέτησε το εσώρουχο που βρήκε.

Είναι βέβαιο ότι διασταυρώθηκαν τα δυο Κτελ, από και προς Καβάλα.
Η Πετρούλα γύρισε στο διαμέρισμα της και βρήκε το γράμμα του Θοδωρή. Το έσκισε και το πέταξε στα σκουπίδια. Την επομένη το μάζεψε, κόλλησε όλα τα κομμάτια, το διάβασε κι έκλαψε πικρά. Μετά το ξαναδιάβασε κι έκλαψε πάλι. Μετά το ξαναδιάβασε κλαίγοντας και το κλάμα κρεσεντάρισε στη φράση ‘’ όταν είμαι μαζί σου πλέω σε απέραντα πελάγη γλυκιάς Ευτυχίας’’. Είναι προφανές εδώ, ότι για το Θοδωρή η ''Ευτυχία'' είναι συνώνυμο της ''μαρμέλαδας''.
Αυτό κράτησε περίπου δυο μέρες. Την δεύτερη μέρα, 1η του Οκτώβρη, του Αγίου Ανανία του Αποστόλου, (μεγάλη η χάρη του), ένιωσε φοβερές τύψεις. Πήρε τηλέφωνο στη Θάσο τον Θοδωρή να του ζητήσει συγγνώμη. Το σήκωσε η Ανθούλα, το κορίτσι της παρηγοριάς.
-        Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα.
-        Γιατί;
-        Καθαρίζουμε το σπίτι του κι έχει τα νεύρα του.
-        Τι έγινε;
-        Του το πασάλειψε όλο με μαρμελάδες μια Τούλα.
-        Ποια Τούλα;
-        Ποιος τη χέζει την Τούλα. Οι μαρμελάδες είναι το πρόβλημα.

Ένας χρόνος πέρασε από τότε. Το καλοκαίρι ξανάρθε και η Πετρούλα, αυτή τη φορά, έκλεισε εγκαίρως εισιτήρια και δωμάτιο στη Σεούλ. Θεωρητικά στην Κορέα θα περνούσε καλύτερα.
Το ότι θα ταξίδευε στην ιδία πτήση με τον Σταύρο, αυτό ξεπερνάει την ανθρώπινη φαντασία.

Σημ.:
Στην ιστορία αυτή, είναι ολοφάνερο ότι η πραγματικότητα κυριαρχεί και σκιάζει κάθε απόπειρα για μυθοπλασία σε τέτοιο βαθμό που στο μέλλον φοβάμαι ότι θα με μνημονεύουν ως ιστορικό.
Αυτό για όσους αναγνώστες τολμήσουν να τη βρουν υπερβολική.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αμμουλιανή

16 Αυγούστου 2015 στις 12:59 π.μ

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Κική Κτενοπούλου




Σιγά τα ωά! 
Λες και ένας χρόνος παραπάνω θα με πτοήσει!
Μόνο που λήγει το δίπλωμα οδήγησης..Φτού έξοδα.
Καλημέρα στα 65 μου! 



Σου το υπόσχομαι πως όλα θα γίνουν όπως πρώτα.
Μόλις κολλήσω το μαγικό μου το ραβδί.
Θυμάσαι; 
Το κράταγα εκείνη την βραδιά...που περπατούσαμε χέρι με χέρι.
Μου έδειχνες ένα χαρτάκι πεταμένο...κι εγώ τόκανα αμέσως μαργαρίτα.
Ενα αστέρι που τρεμόσβηνε...κι εγώ με λάμψη πενταπλή 
τόβαζα στα μαλλιά σου.
Ελεγες "τόση μας γύρω ερημιά" και μ ένα τσαφ,
ο δρόμος γέμιζε με γέλια...πάνω σε πρόσωπα που μας χαιρέταγαν.
"Ακου", σου είχα πει, "κάτι μας λένε τα φουρτουνιασμένα τα κλαδιά".
Μα εσύ χαιρόσουν τόσο με τα μαγικά μου...που έκλεισα κι εγώ τ αυτιά.
Και αλλάζαμε μορφή στο κάθε τι, που άσχημο μας φάνταζε.
Τα κουρέλια...σε νέες φορεσιές.
Της προσμονής το κλάμα...σ΄αγκάλιασμα συνάντησης.
Το αρρωστημένο γκρίζο...σε κόκκινο φλογάτο.
Την αδιάλεχτη μοναξιά...σε χτύπημα στην πόρτα.
"Ακου", μου είπες, "κάτι φωνάζουν τα κλαδιά".
Μα πρίν αφουγκραστώ.
Κύκλο μας γύρω... οι αποξηραμένοι ηθικολόγοι.
Και σπάσαν το ραβδί στο γόνατο.

Διονύσης Μαρίνος

Διονύσης Μαρίνος
Ήμουν ένας καλός γιος που έγινε κακός γιος και μετά γιος χωρίς πατέρα και μετά νησί που οξυδωνόταν από τα κύματά του και μετά πατέρας ενός καλού γιου και το νησί άρχισε να αδειάζει από χαρμολύπη και λυποχαρά και η κακή μούσα μνημοσύνη να το κυριεύει και το παρελθόν να καταλαμβάνει το άδειο κιβώτιο σώμα και το παρόν να υποχωρεί και το μέλλον να γίνεται μάλλον και να βαραίνουν οι σημασίες των πραγμάτων που έπεφταν δίχως ήχο κατά πάνω μου και η συμμετρία της ζωής να είναι προβληματική και το παράθυρο άνοιγε, υπήρχε, αλλά δεν είχε θέα, κάπου είχε πάει, δεν ξέρω πού, και τότε, φτάνοντας σε μια ορισμένη ηλικία, πρέπει να συνθέσεις ξανά αυτό που είσαι, με τα ίδια υλικά ή με άλλα, με τους ίδιους ανθρώπους ή με άλλους και το νησί να κατοικηθεί ξανά και να έχει κύματα και να προσπαθείς κάποια να δεχθείς και κάποια να αποκρούσεις. Και να προσπαθείς να μην πέσουν άλλα πράγματα δίχως ήχο.
Αυτό συμβαίνει 44 χρόνια τώρα.
Διονύσης Μαρίνος
15/08/2015 ·


ένας μεγάλος σκύλος φωνή
γδέρνει την πόρτα
κλαίει στην πόρτα
φωνή δεν έχει να ακούσει
ο μεγάλος σκύλος
με το κενό στο στόμα
και τη μικρή γλώσσα κορίτσι
που δίχως μαλλιά διαβαίνει
της νύχτας τα τραγούδια


Και τι θέλω εγώ στο Πέραμα,
καράβι κανένα δεν με περιμένει 
ούτε κι εσύ που έλεγες πως τα διόρθωνες 
τι θέλω εγώ σε αυτό το σπίτι
που βήματα δεν έχει 
και κάτω από το πάτωμα 
νύχι ζωή το ξύνει

Η Κοίμησις της Θεοτόκου - Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 15 Αυγούστου 1887

Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.
Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. . . Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον».
Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.
Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου.

Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».
Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει·
«Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν».
Και το β΄ τροπάριον·
«Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα».
Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»·
«Κροτείτωσαν σάλπιγγες, των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω, περιηχείτω αήρ, απείρω λαμπόμενος φωτί, άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν».
«Το Σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ, τοις πάσι θεόληπτος και ων, όντως και δεικνύμενος, Θεοτόκε πανύμνητε».
Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου, εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων, έχει ως έπεται·
«Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε, τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική, τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν, ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών της Διαθήκης υπό του Μωυσέως.
«Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής, γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι, εν θυμώ συνέτριψεν, αλλ’ ο τούτου Δεσπότης, την τεκούσαν ασινή, τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις, νυν εισωκίσατο· συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Αλλ’ η χρυσή κορωνίς και το επιστέγασμα όλου του Κανόνος, είναι η ωραιοτάτη εκείνη καταβασία της θ΄ ωδής, μετά του Μεγαλυναρίου, ψαλλομένη και εν τη Λειτουργία·
«Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, την μόνην Θεοτόκον.
«Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοι Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν, προμνηστεύεται θάνατος· η μετά τόκον Παρθένος, και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου».



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/85#ixzz3isRs5Rr4

Ντορίτα Λουκίσσα - Τώρα μόνο...


Eξαφνα νοστάλγησα τον Φλεβάρη, τον μήνα των γενεθλίων μου.
Τότε που η ψύχρα τύλιγε τα βράδια κι ο ήλιος ήταν ευπρόσδεκτος το πρωί.
Τότε που ακόμη περίμενα πως η Ανοιξη δεν θα με προσπερνούσε και φέτος.
Τώρα μόνο...
Αυτό το φως, τούτη η φωτιά που κατατρώει,
τούτο το σταχτί τοπίο που με τυλίγει,
τούτος ο πόνος για μια και μόνη ιδέα,
τούτη η αγωνία τ’ουρανού,του κόσμου, της ώρας...

Τώρα μόνο...

Ντορίτα Λουκίσσα .
7 Αυγούστου στις 7:32 μ.μ. ·

http://doritasline.blogspot.gr/2015/08/blog-post_7.html