Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Τιμούλα Αδαμίχου Αν ζωγραφίσω



Αν ζωγραφίσω τη χαρά
θα έχει άσπρα τα φτερά, 
αν ζωγραφίσω την αγάπη 
κόκκινη θα` ναι απ` τα λάθη.

Αν ζωγραφίσω τη ζωή
θα κάνω μόνο μια γραμμή, 
που όσο μακραίνει θα ισιώνει
και το μελάνι θα τελειώνει.

Αν ζωγραφίσω ερημιά
θα` ναι καράβι στη στεριά, 
αν ζωγραφίσω την αλήθεια
χρώματα απ` τα παραμύθια.

Αν ζωγραφίσω την ελπίδα
θα είναι μία ηλιαχτίδα, 
αν ζωγραφίσω όλα τα δάση
θα` ναι η φωτιά που τα` χει κάψει.

Αν ζωγραφίσω τη σκιά
θα` ναι τα άσπρα σου μαλλιά, 
αν ζωγραφίσω τ` όνομά σου
θα` χει το χρώμα απ` τη ματιά σου.

Δε θέλει χρώματα πολλά
να ζωγραφίσω τα απλά, 
να` χει ο παράδεισος το μήλο
κι η μοναξιά μας έναν φίλο.




Αν ζωγραφίσω
από το CD Ξαφνική Βροχή
Στίχοι: Τιμούλα Αδαμίχου
Μουσική: Γιάννης Ιωάννου


Ερμηνεία Καλλιόπη Βέττα

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ




Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ

Γράφει: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - 21/08/2014 http://www.toperiodiko.gr/

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Τα αναστημένα άνθη περιμένουν εμάς

Η Ποίηση δεν ζητά τίποτα από τον αναγνώστη. Μόνο μια απαίτηση έχει: Να τη δεχτούμε όπως είναι. Έτσι σκαμμένη, ιδρωμένη, ματωμένη και ολόφωτη, όπως βγαίνει από τη μήτρα-μυαλό του ποιητή. Κάθε άλλη παρέμβαση πλην της ανάγνωσης, συνιστά αλλοίωση, προσβολή, ύβρι. Η ανάγνωση πρέπει να κατευθύνει τη δέσμη φωτός των ματιών πάνω στις λέξεις. Να αποκαλυφθούν τα ατσαλένια, ανάλαφρα φτερά τους και με την αγωνία μας να ανυψωθούν και να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Οι ήχοι των φθόγγων να γίνουν γέφυρα και να ενώσουν τα αναστημένα άνθη της άχρονης και ασύνορης ύπαρξης μας. Αυτό περιμένουν και τα αμάραντα άνθη του σκοτεινού Δανδή Σαρλ Μπωντλαίρ.



Πώς «γεννήθηκαν» Τα Άνθη του Κακού

Ο Μπωντλαίρ ολοκλήρωσε δύο ποιητικές συλλογές. Αυτή που εξετάζουμε κυκλοφόρησε το 1857 και αμέσως καταδικάστηκε, διότι αποτέλεσε προσβολή για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Το ίδιο έγινε και με την Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.Βέβαια, η νουβέλα του τελευταίου βρήκε δικαίωση, τα «Άνθη» όχι. Εξαφανίστηκαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα επανεμφανίστηκαν, αλλά με έξι ποιήματα αποκομμένα. Αρκετά προστέθηκαν. Έξι χρόνια αργότερα, έξι χρόνια έκλυτου βίου, ο ποιητής πέθανε. Στο Παρίσι. Αύγουστος ήτανε.

«Δέκα μόλις μέρες μετά την έκδοση, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Figaro», 5 Ιουλίου 1857, άρθρο κάποιου Γκυστάβ Μπουρντέν που στηλιτεύει με τρόπο σκαιό την ανηθικότητα της συλλογής: «Είναι στιγμές που αμφιβάλλει κανείς για τη διανοητική κατάσταση του κ. Μπωντλαίρ. Το βρομερό παραγκωνίζει το χυδαίο και ενώνεται με το αισχρό. Ποτέ δεν είδαμε να δαγκώνονται τόσα στήθη σε τόσο λίγες σελίδες. Ένα όργιο από δαίμονες, έμβρυα, γάτες, διαβόλους. Ένα νοσοκομείο για κάθε παραφροσύνη του πνεύματος»» (από το http://ritsamasoura.blogspot.gr/2011/01/blog-post_13.html)

……

«Πράγματι το 1861 κυκλοφορεί η νέα έκδοση του βιβλίου χωρίς τα συγκεκριμένα ποιήματα. Όμως ο Μπωντλαίρ είναι συντετριμμένος. «Στη βλασφημία αντιτάσσω την ανάταση στον ουρανό. Στην αισχρότητα αντιτάσσω πλατωνικά λουλούδια» είχε πει στην απολογία του στο δικαστήριο. Η δίκη στάθηκε για τον ποιητή η αρχή του τέλους.» (ο.π.)



Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε γι’ αυτόν: «Τίποτα δεν πλησιάζει περισσότερο το εγχείρημα του αρχαίου ήρωα στην μπωντλερική αίσθηση, πέρα από το να δοθεί μορφή στη νεωτερικότητα». Ο Μπωντλαίρ έδειχνε να συμφωνεί εκ των προτέρων με τον Μπένγιαμιν. Αναρωτιόταν: «Ποιος από μας, στις φιλόδοξες στιγμές του, δεν ονειρεύτηκε μια ποιητική πρόζα, μουσική, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύπλαστη και τραχιά, ώστε να προσαρμόζεται στις λυρικές παρορμήσεις της ψυχής, τους κυματισμούς της ονειροπόλησης, τους σαρκασμούς της συνείδησης;» Η απορία αυτή καρφώθηκε απευθείας στην αστικοποιημένη αίσθηση της εποχής με τις νέες αποξενώσεις και τους παλιούς της λαβύρινθους. Και συνεχίζει ο Μπωντλαίρ. «Αυτό το στοιχειωμένο ιδανικό γεννήθηκε μακριά από την εξερεύνηση μεγάλων πόλεων, μακριά από τους αναρίθμητους συσχετισμούς».

Τον Φεβρουάριο του 1848, η Ευρώπη συνταράσσεται από την Άνοιξη των Εθνών ή αλλιώς το Έτος της Επανάστασης. Ο Μπωντλαίρ βρίσκεται στα οδοφράγματα κρατώντας ένα κλεμμένο τουφέκι. Κατηγορείται για τον πυροβολισμό του στρατηγού Απικ. Μήνες αργότερα τα βάζει με τους εξεγερμένους και υπερασπίζεται το νέο συντηρητικό καθεστώς! Τότε και στη διάρκεια της μεγάλης ανοικοδόμησης του Παρισιού άρχισαν να σχηματίζονται Τα Άνθη του Κακού.

Τα ποιήματα ανακαλύπτουν εικόνες της εισβολής της μοντέρνας ζωής, αλλά η μορφή τους μένει κλασική. Η παραδοξότητα έχει την εξήγησή της. Για κάθε ριζική αλλαγή στην πόλη, υπήρχαν παλαιότερες κοινωνικές επιταγές που προσπαθούσαν να επιβάλλουν τη δύναμη τους. Τα ποιήματα του Μπωντλαίρ εισέρχονται σε αυτό το δραματικό πλαίσιο με απαράμιλλη μελαγχολική απόγνωση.

Διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης

Ο Μπωντλαίρ είχε απαυδήσει με την πολιτική. Έτσι, οδηγήθηκε στην απόρριψη της πραγματικότητας. Συνέταξε, λοιπόν, ένα βασανιστικό δικό του κόσμο. Εμπνευσμένο από τα ναρκωτικά, την εξωτική ομορφιά της Μεσογείου και την αναζήτηση της αγάπης. Επηρεάστηκε έντονα, όχι μόνο από τις εμπειρίες του στη Μεσόγειο, αλλά και από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τα γραπτά του οποίου μετέφραζε. Γοητευόταν από την επίκληση του Πόε στην σκοτεινή πλευρά της φαντασίας. Παράλληλα, του ασκούσε έλξη η μοχθηρή γοητεία των έργων τωνΝτελακρουά και Μονέ. Όπως και η μουσική του Βάγκνερ. Οι επιρροές αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύνθεση της πασίγνωστης, πια, συλλογής του. Σε αυτήν αντιπαραθέτει τα αρνητικά θέματα της εξορίας, της αποσύνθεσης και του θανάτου με ένα ιδανικό σύμπαν ευτυχίας.

Ο Μπωντλαίρ είναι παρακμιακός στη δημιουργία, αλλά κλασικός στη στιχουργία. Η δομή σφιχτοδεμένη. Τα περισσότερα ποιήματα απλώνονται σε τετράστιχα. Ο ρυθμός είναι σταθερός. Στιβαρός. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης που ραγίζει την ψυχή από μέσα. Την κάνει εύθραυστη.

[…]

Θεριό πιο βρόμικο, κακό, την ασκήμια να δείξει!

Κι αν δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,

όλη τη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του

θα ’θελε να κατάπινε τον κόσμο˙ αυτό ΄ναι η Πλήξη,

Με αλληγορικό, συμβολικό λόγο αποκαλύπτει τη μοναχική, βασανισμένη περσόνα του Ποιητή στοΆλμπατρος. Γι’ αυτόν, η Σκέψη είναι μεταφραστής της γλώσσας των βουβών πραγμάτων, των ανθών. Η τρέλα οδηγεί στην Ανάταση. Η ρευστότητα της ύλης τον απασχολεί. Παραθέτει πεζολογική παραβολή για την αρετή της ταπεινότητας. Πειθαρχημένος στη φόρμα, όμως οι λέξεις αποκτούν το βάρος της πυρωμένης σκέψης του. Στο ποίημα Σισίνα φιλοτεχνεί πάνω στο μουσικό ποτάμι των λέξεων ένα μοναδικό πορτραίτο. Ο Μπωντλαίρ είναι εικονοποιός και σχηματίζει ξεκάθαρα την Αγωνία. Αυτή που μας κρατά ζωντανούς.

Το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό

Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει την πρόθεση του λέγοντας:

Ένδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιο ανθηρούς τρόπους της Ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα ότι θα ήταν ευάρεστο –και μάλιστα, όσο πιο δύσκολο, τόσο πιο ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό. Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο, γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε τι εστί Μπωντλαίρ και Άνθη του Κακού τα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρπρος αυτόν είναι η καλύτερη κατακλείδα:

Αγαπητέ μου φίλε. Διάβασα πρώτη φορά μονορούφι τα Άνθη του Κακού, καταβροχθίζοντάς τα, όπως η μαγείρισσα τα ρομάντσα του σωρού, κι είναι τώρα οκτώ μέρες που τα ξαναδιαβάζω, στίχο στίχο, λέξη λέξη. Ναι, μου αρέσουν πολύ. Και με μαγεύουν. Είσθε σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη.

Ακολουθεί απόσπασμα από το «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», ένα εκ των απαγορευμένων ποιημάτων της συλλογής. (Μετάφραση Ερρίκος Σοφράς, εκδόσεις Μεταίχμιο)

Κάποια νυχτιά πώς θα “θελα να έρθω,
Οταν της ηδονής ηχήσει η ώρα,
Στ” ασύγκριτα του σώματός σου δώρα
Αθόρυβα, σαν το δειλό, ν” ανέβω,

Το χαρωπό κορμί να τιμωρήσω,
Το στήθος σου να κάνω να πονέσει,
Και ξάφνου, στην ανύποπτή σου μέση,
Βαθιά λαβωματιά να σου ανοίξω,

Τι ζάλη ηδονική, μέθη δική μου!
Και μες σε τούτο το καινούριο στόμα,
Το πιο όμορφο και δροσερό απ” όλα,
Θα χύσω το φαρμάκι μου, αδερφή μου!

Πηγές

-Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, μτφρ. Γιώργης Σημηριώτης, εκδ. γράμματα

-nytimes, book review

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Βασίλης Αλεβίζος (Hanibal Lekter)




Eνα μπουκέτο ηλιοτρόπια,
μια αγκαλιά ήλιοι, αιχμάλωτοι
στο γέρμα υποταγμένοι της ημέρας,
απελπισμένα γέρνουν τα στολίδια τους,
και τα φτερά κι αυτά κρεμάσανε στο πλάι'
γνωρίζουν το σκοτάδι που έρχεται κάθε ηλιοβασίλεμα,
μα κουβαλάνε την πρωινιάτικη δροσούλα μέσα τους.
Και η νύχτα τους δικαίωσε,
ανάμεσά τους θρόισε τ'αγέρι τ'Αυγουστιάτικο
κι ο ηγεμόνας στο ορίζοντα ξεμύτισε.
Σηκώσανε το μπόι και ανάστημα
ορθώσανε την κεφαλή στεφανωμένη χρυσοποίκιλτα χαμόγελα.
Την καλημέρα υποκλίθηκαν ,και έφυγα.

Σπύρος Τσακνιάς Καπνίζοντας μ’ ένα φίλο


Σπύρος Τσακνιάς


Καπνίζοντας μ’ ένα φίλο


Κάποτε θα μετακομίσω. Θα εγκατασταθώ μονίμως σ’ ένα ευρύχωρο παρελθόν δίπλα στη θάλασσα. Το σούρουπο θ’ ακούω τον ουρανό να ψιθυρίζει μυστικά στις μολόχες και τα χαμομήλια. Μετά θ’ ανοίγω τα παράθυρα στις σκιές της νύχτας. Περνούν

Τα χρόνια, ασπρίζουν, γίνονται σαν τις λαμπάδες της Αναστάσεως. Και τι ποιήματα θα γράψεις που θα τα πάρουνε τα κύματα. Προσπαθώ απλώς να διατηρήσω μερικά φαντάσματα, όμως το σπίτι είναι γεμάτο χαραμάδες, βγαίνουν στο δρόμο, τα πατάνε τ’ αυτοκίνητα.

Πώς μπορεί να μένει αδιάφορος κανείς μπροστά σε τόση καταστροφή; Κι όμως, τον περισσότερο καιρό δεν συλλογίζομαι τίποτε ή θυμάμαι κάτι ξεχαρβαλωμένες μελωδίες και στεναγμούς αποχαιρετισμών ή παίρνω μια γομολάστιχα και σβήνω λογαριασμούς που μια ζωή κρατούσα με σχολαστική ακρίβεια. Τότε

Έρχεται ένας ηλικιωμένος άντρας με πράο ύφος κι άσπρα μαλλιά, κάθεται διστακτικά στην άκρη του καναπέ όπως κάνουν πάντα οι φτωχοί. Η ανάσα του μοσχοβολάει άγια σοφία, θέλω να του πω πως έτσι φανταζόμουν πάντα τη δικαιοσύνη, αλλά φοβάμαι ότι κι οι πιο ανώδυνες λέξεις θα σκοντάψουν στην άτρωτη αμηχανία του.

Του μιλώ απλώς για τα μελλοντικά μου σχέδια και για τη μετακόμιση, εκείνος ακούει με προσήνεια ώσπου το σούρουπο γυρίζει σε βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνονται παρά οι καύτρες των τσιγάρων μας. Φεύγει αθόρυβα ψιθυρίζοντας καληνύχτα κι εγώ ντρέπομαι που μια καλή φιλία σκέφτηκα προς στιγμήν να την πω δικαιοσύνη.

Πηγή http://idrymapoiisis.blogspot.gr/2015/05/blog-post_55.html

Γλυκερία Μπασδέκη : αναλγητικά* {πάντα να’χεις κάνα καλοκαίρι πρόχειρο στο φαρμακείο}


αναλγητικά* {πάντα να’χεις κάνα καλοκαίρι πρόχειρο στο φαρμακείο}

Εμείς οι σταχομαζώχτρες, οι κόρες οι τακτικές με το κουντεπιέ τζίτζικα και το φυλλοκάρδι μυρμηγκιού δεν πετάμε κανένα καλοκαίρι στο αχρήστων. Τα μαζεύουμε προσεκτικά ένα ένα-μαζί με χαρτοπετσέτες από καντίνες εθνικών οδών, ληγμένα αντηλιακά, σεζλόνγκ για λιποθυμίες και αποδείξεις διοδίων. Αχρείαστα να 'ναι, κάποτε όλοι θα τα χρειαστούμε. Θα 'ρθουν άλλα καλοκαίρια πιο θυμωμένα και θ' ανοίξουμε το φαρμακείο με τα παλιά κολλύρια να δροσίσουν τα νέα δάκρυα. Θα έρθουν αύγουστοι τόσο σκληροί που κάτι προδεκαετείς λυγμοί με πανσέληνο θα φαντάζουν παραδείσιοι.

 Τα νέα καλοκαίρια θα έχουν γενικές αίματος, μαγνητικές, υπέρηχους, ορφάνιες στη στροφή, ανήμπορα σώματα, φοβισμένα μάτια, πάνω κάτω γραφειοκρατίες, λεφτά να μην φτάνουν για αξιοπρέπειες, καθόλου αξιοπρέπειες, ξεχάστε τις αξιοπρέπειες. 

Και τότε θα καθήσουμε στην παραλία της αναμονής, θα κλείσουμε τα μάτια και θα βγάλουμε τα αναλγητικά απ΄το κουτάκι το χωμένο στην κροταφική. 'Ενας Δ. θα μας λέει ότι αγαπάει άλλη και να μαζέψουμε μπουρνούζια και ομπρέλλες, ένας Π. θα μας αφήσει ξημερώματα στη στροφή της Γαρίτσας χωρίς παπούτσια, ένας Γ. δε θα μας κάνει τίποτα και θ' ανοίξει η μύτη μας μεσαυγουστιάτικα. Αυτά που κάποτε μας τζάκισαν τώρα θα μας περιθάλψουν. 

 Το κλιματιστικό θα δροσίζει τρυφερά ,η ξανθειά στις πληροφορίες θα μοιάζει με την Ανν Λόμπεργκ, το πόρισμα θα είναι ένα παθιασμένο γράμμα κάποιου άγνωστου θαυμαστή με μετεκπαίδευση στο Tζονς Xόπκινς. 

Πηγή: www.lifo.gr

Στρατής Φάβρος κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ


κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ

Φυλακισμένοι ακινητούμε σκαιοί σαν από φόβο
στη σύμβαση ή και την συγκυρία στης λήθης τη φαυλότητα
σε τούτη δω την απειρία ή μιαν αφάνταστη μοναδικότητα,
θε να χαθούμε με κρίματα και μ’ανομήματα, σε μια χεσά τόπο


Ο φτωχός είτε δεν ξέρει είτε στρεβλά αποφασίζει
τι φληναφήματα τι ταξικά στρεβλά νομοθετήματα
που είναι η γνώση η ελευθερία και τα φρονήματα
στο ψέμα βουλιάζουν και στη θεωρία που νόθα απεικάζει

κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ
καλύτερα θα ‘ναι από στρεβλά να νουθετώ
Ναι ρε σαν τον Τσε ή τον Άρη το προτιμώ
παρά συρμένος από αρρώστια ή τον κακό σκοπό

Σ.Φάβρος (ανέκδοτο)




Posted by Στρατής Φάβρος in Ασκήσεις Θανάτου

Πόπη Συνοδινού


Όταν γνώρισα την Τερέζα, βρισκόταν σε μια ταβέρνα, όπου η θάλασσα ακροβατούσε, παίζοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της.
Εγώ ήμουν ένας τυπικός άντρας που μέσα από το καλοκαίρι έψαχνα γυναικείες παρουσίες για ερωτική παρέα, τα μάτια της ήταν αυτό που με προδιέθεσαν κυρίως, κι ύστερα το κορμί της.
Αδυσώπητες λάμψεις έβγαιναν από μέσα τους και με πυρπολούσαν μαλακά, σαγηνευτικά, γοητευτικά ύπουλα.
Με δέχτηκε εύκολα στο τραπέζι της σπάζοντας την μοναξιά της, ήταν μόνη της γιατί έτσι επιδίωκε, μου είπε.
Μας βρήκε η βαριά νύχτα και αστέρια βυθίζονταν στο χαος θυμίζοντας μας την ματαιότητα όλων αυτών που μαζεύουμε σαν ύλη, η μουσική του Μάρκου μας υπνώτιζε και μας έφερνε πιό κοντά. Η θάλασσα και το αλκοόλ μας θύμιζαν πόσο ερωτική είναι η ζωή μέσα στην νύχτα.
Εξιστορήσαμε τις ζωές μας σαν να απλώναμε τις ψυχές μας σε ένα βωμό για εξαγνισμό.
Μαζί της, δεν με ενδιέφερε να ξαπλώσω στο κρεβάτι αμέσως, ήθελα να την κατακτήσω αφήνοντας της όλα τα περιθώρια να σκεφτεί πως αυτό που μου έβγαζαν εκείνα τα μελένια της μάτια ήταν να την ακούσω και να την νιώσω με όλη μου την ουσία, αυτή που είχε δημιουργηθεί ζώντας και σκορπίζοντας κομμάτια μου από εδώ κι από εκεί.
<<Έχεις αγαπήσει πραγματικά>>; την ρώτησα γεμίζοντας το ποτήρι της.
<<Εσύ>>; με ρώτησε παίζοντας με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα των χεριών της.
<<Ίσως πιό πολύ ερωτεύτηκα και θαύμασα την γυναίκα>>, είπα καλύπτοντας την ερωτομανία μου με λέξεις, γιατί δεν θαύμασα δα και πολλές γυναίκες, μου άρεσε να τις ζω πίνοντας και δαμάζοντας τους ερωτκούς χυμούς τους, ύστερα πολύ σύντομα τις βαριόμουν.
<<Δεν λες όλη την αλήθεια, όμως θα σου πω για μένα μια διαπίστωση που την κάνω μόλις τώρα μαζί σου>>, είπε κι άναψε το τσιγάρο, κοιτάζοντας τον μακρινό αστροβαμμένο ορίζοντα.
<<Αγάπησα πολύ κάποτε έναν άντρα, μου έφερνε στον νου μια φράση του Οθέλου, αυτήν, - μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει-, διέτρεξα πολλους κινδύνους για εκείνον κι έμεινα με την απορία, ήταν ο κίνδυνος που αγάπησα εξαιτίας του ή η μεταμόρφωση μου σε μια άλλη γυναίκα, αυτήν την γυναίκα που μεθάει εξαιτίας του ιλίγγου που φέρνει ο κίνδυνος; ή αγάπησα μονάχα την επίδραση αυτή που είχε επάνω μου , την δύναμη δηλαδή να αλλάζω, όμως αν τα δεχτώ αυτά τότε πως μπορώ να σου πω πως τελικά αγάπησα αυτόν τον ίδιο κι όχι αυτά που σου είπα πριν>.;
<<Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε>>; ρώτησα μαγεμένος από τις απορίες που μου δημιουργούσε.
<< Άπειρα κι ίσως ελάχιστα, είναι όλα στον νου και στην καρδιά μου σαν ένας κύκλος, μισός σκοτεινός και μισός γεμάτος φως>>.
<<Τον αγάπησες λοιπόν>>, είπα και της χάιδεψα το χέρι, ύστερα το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα.
<<Τον αγάπησα, ναι, μαζί του διέτρεξα σε λίγες μέρες μια αιωνιότητα, αυτό είναι που καταρρίπτει όλα τα άλλα που συμβαίνουν ή που έχουν συμβεί, όποιος δεν έζησε έτσι, συνηθίζει να λέει, -ζω για το παιδί μου, ή παίρνω δ'υναμη μόνο από το παιδί μου-, θα τους ακούς γύρω σου συνεχώς, αυτό είναι η μισή διαπίστωση για την ζωή>>.
Την κοίταξα και με συνεπήρε μια διάθεση αλητείας, αυτή που είχαν όσοι συνήθιζαν να γράφουν περπατώντα ολομόναχοι στον μεγάλο δρόμο, η Τερέζα ήταν ένας από αυτούς...

-Με την Τερέζα στην Αμοργό-

Υγ, κι αυτή η φωτογραφία θέλει και συνοδεύει ένα κείμενο έτσι, απλά και μόνο γιατί το επιθυμεί..




Popi Synodinou
27/08/2015