Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Μπακονίκα Αλεξάνδρα από την ποιητική συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν



Με αδρές γραμμές για τη χαρακιά
που πονάει:
Στις δουλειές που εργάστηκα υπάλληλος
αναλώθηκα από τη ρουτίνα και τη σκληρότητα.
Πήρα μαθήματα από ολέθριους,
μέχρι τελικής εξόντωσης ανταγωνισμούς.
Αναλώθηκα από την παγωνιά της βιοπάλης.
Έσφιξα τα δόντια να αντέξω το τέρας
που λέγεται πραγματικότητα.

Το τέρας στέκεται εκεί έξω ατρόμητο.

( συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν)

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)





(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)
ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

Εκείνο το πρωινό, είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μου. Θα αργούσα κάνα δυο ώρες.
Γύρω στις δέκα και μισή, βρισκόμουν με το αμάξι στο δρόμο. Ήμουν αφηρημένος και οδηγούσα εντελώς μηχανικά. Εξ αιτίας αυτού, τη στιγμή που χρειάστηκε, δεν μπόρεσα να ενεργήσω σύμφωνα με την ιδιαίτερη ικανότητά μου.
Ήμουν σταματημένος, περιμένοντας να στρίψω αριστερά. Ένας μεσήλικας με μηχανάκι περνούσε κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Ελίχθηκε ανάμεσα σε μένα και τον μπροστινό μου και μετά συνέχισε με ταχύτητα προς απέναντι.
Η οδηγός που κατέβαινε δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
Ο μεσήλικας, έφυγε από το μηχανάκι και εκτινάχθηκε προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και σύρθηκε χτυπώντας αρκετές φορές το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έμεινε ακίνητος.
Η οδηγός, βγήκε έξω σαστισμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρω τους, μαζεύτηκαν αρκετοί άλλοι.
Στο μεταξύ, το δικό μου φανάρι είχε ανοίξει. Τα αμάξια μπροστά μου προχώρησαν στρίβοντας αριστερά. Ακολούθησα κι εγώ.
Ήμουν ταραγμένος όλη την ημέρα. Σκεφτόμουν συνεχώς το μηχανάκι. Τη στιγμή που πέρασε από μπροστά μου και μετά τον άνθρωπο πεσμένο στην άσφαλτο.
Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι παρέμεινα ένας απλός θεατής. Θα έπρεπε να του είχα κόψει το δρόμο και να τον είχα εμποδίσει να προχωρήσει.
Βέβαια ήξερα. Ο τύπος επάνω στη βιασύνη του, θα άρχιζε τις βλαστήμιες και τους τσαμπουκάδες. Θα νόμιζε ότι τον καθυστερούσα και θα ξεσπούσε τα νεύρα του επάνω μου.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και την άσχημη ψυχολογία μπήκα στο πολυκατάστημα για να ψωνίσω κάποια πράγματα.
Τελειώνοντας, προχώρησα προς την κυλιόμενη σκάλα για ν’ ανέβω στο ισόγειο.
Σε απόσταση μερικών μέτρων, μπροστά στην σκάλα, είδα μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα με το μπαστούνι της και δίπλα της την κόρη της να την κρατάει από τη μασχάλη. Πιο πίσω, ένα αγοράκι γύρω στα πέντε.
Η γιαγιά στεκόταν αναποφάσιστη και φοβισμένη. Η κόρη της την παρωθούσε να κάνει το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν ν’ ανεβαίνουν. Τις παρατήρησα για λίγο. Ήξερα πως κάτι δεν θα πάει καλά.
Ο χρόνος μέσα μου προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
Η γιαγιά, έκανε το βήμα χωρίς να προσέξει πού θα πατήσει. Το σκαλοπάτι στη συνέχεια χωρίστηκε σε πάνω και κάτω. Η γερόντισσα έμεινε στο κενό. Έπεσε προς τα πίσω και κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα. Το κρανίο της τσακίστηκε από τα απανωτά χτυπήματα πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια.
Από προηγούμενη εμπειρία γνώριζα πως η πτώση σε τέτοια κυλιόμενη σκάλα δεν ήταν κάτι απλό.
Πλησίασα. Η γιαγιά, κάποια στιγμή, τόλμησε το βήμα. Πίσω τους ακολούθησα κι εγώ. Η συνέχεια εξελίχθηκε έτσι ακριβώς όπως την είχα δει.
Η γιαγιά, έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να γέρνει προς τα πίσω. Η κόρη της αδυνατούσε να την συγκρατήσει. Θα παρασυρόταν κι αυτή πέφτοντας πάνω στον μικρό.
Ανέβασα το πόδι μου στο πιο πάνω σκαλοπάτι. Κόλλησα επάνω στις δυο γυναίκες ενώ με τα χέρια μου κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη δεξιά και αριστερά από τα μπράτσα της κυλιόμενης σκάλας.
Η γιαγιά, πέφτοντας προς τα πίσω κάθισε επάνω στο γόνατό μου. Η κόρη της, συγκρατήθηκε από το δεξί χέρι μου. Κάποια στιγμή, έφυγε το μπαστούνι από τα χέρια της. Κατρακύλησε προς τα κάτω κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο.
Οι δυο γυναίκες, προσπάθησαν να κινηθούν. Αν έφευγαν όμως από τον εναγκαλισμό μου, κινδύνευα να παρασυρθώ κι εγώ και να γίνουμε όλοι ένα μάτσο κουβάρι. Το πιτσιρίκι, είχε μείνει άφωνο.
«Μείνετε όπως είστε και μη κινείστε, για να φτάσουμε ως επάνω με ασφάλεια», τις προειδοποίησα.
Φτάνοντας στην έξοδο, έσπρωξα τη γιαγιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, για να προχωρήσει μπροστά από την κυλιόμενη. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμιστώ κι εγώ προς τα πίσω.
Μόλις πατήσαμε όλοι σε στέρεο έδαφος πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και τις κοίταξα.
Η κόρη ήταν σαστισμένη. Η γιαγιά είχε κατουρηθεί από το φόβο της και το παντελόνι μου γύρω από το γόνατο ήταν βρεγμένο.
«Σας ευχαριστώ πολύ που βοηθήσατε ν’ ανέβει τις σκάλες η μητέρα μου», μου είπε με αφέλεια η κόρη. Η γιαγιά δίπλα της, ξεκίνησε τις ευχές.
Χαμογέλασα και δεν είπα τίποτα. Απομακρύνθηκα και βγήκα στο δρόμο. Προχώρησα προς το αμάξι. Οι ευχαριστίες τους άλλωστε δεν με αφορούσαν καθόλου. Την δουλειά μου έκανα.
Μόνο που κάποιες φορές αφαιρoύμε. Κι αυτό μ’ ενοχλεί. Στενοχωριέμαι όταν δεν προλαβαίνω πράγματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πολυκαταστήματος, όλα πήγαν καλά. Η μόνη ενόχληση που ένοιωθα μετά, ήταν ο πόνος στα νεφρά και στη μέση, λόγω της δύναμης που έβαλα, για να συγκρατήσω επάνω μου τις δυο γυναίκες.
Όμως, αυτός δεν μπορούσε να με πτοήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τρίχρονο αγοράκι έπαιζε με τη φουρκέτα των μαλλιών της μητέρας του δίπλα σε μια πρίζα. Οι μεγάλοι βρίσκονταν στην κουζίνα και το είχαν ρίξει στ’ αστεία.
Το κορμί του που χτυπιόνταν από το ρεύμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα, κανείς δεν μπορούσε να το δει εκτός από εμένα.
Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη στην πόρτα.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, Ο γκρεμός της Δευτέρας (από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)



(ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)
Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

- Δύσκολα θα με ανακαλύψει κάποιος, μου πέταξε κάποιο βράδυ, αδιάφορα, ενώ συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ήταν τις πρώτες μέρες που είχαμε γνωριστεί. Βρισκόμασταν στο κρεβάτι. Το μυαλό μου, ήταν ακόμα θολωμένο απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Χρειαζόμουν χρόνο για να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ακούγοντας τη φράση αυτή, το συνέδεσα με αυτό που γινόταν και νόμισα πως αναφερόταν σε κάτι ερωτικό. Πως με προκαλούσε για έναν ακόμα γύρο.
Σήκωσα το κεφάλι, την κοίταξα στα μάτια και της χαμογέλασα.
Στην πορεία της σχέσης μας, κατάλαβα πως αυτό που μου πέταξε τότε, είχε άμεση σχέση με το χαρακτήρα της. Με κάποιες παραξενιές της που την έκαναν να μην μοιάζει τόσο συνηθισμένη.
Μία από αυτές ήταν η μεταπτωτικότητα που εκδήλωνε στην συμπεριφορά της απέναντί μου. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά μεταξύ μας, πιανόταν από κάτι ασήμαντο και έσκαβε ένα γκρεμό ανάμεσά μας. Ύστερα, μένοντας στην απέναντι πλευρά είχε την απαίτηση να βρω εγώ έναν τρόπο και να τον δρασκελίσω.
Συνέπιπτε, τις φορές που γινόταν αυτό, να είναι Δευτέρα. Το πρωί, έφευγε για τη δουλειά και ήμαστε μια χαρά. Το μεσημέρι όμως που επέστρεφε και συναντιόμαστε ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ερχόταν γεμάτη μαύρες σκέψεις και φόβους.
Με την πρώτη, δεύτερη κουβέντα που ανταλλάσαμε, εύρισκε τον τρόπο και τα έβαζε μαζί μου. Με αμφισβητούσε στα πάντα. Με κατηγορούσε ως ψεύτη και υποκριτή απέναντί της. Εγώ τρελαινόμουν. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου αυτά που μου έλεγε. Αισθανόμουν ένα κενό μέσα μου, λες και βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση.
Μια Δευτέρα μεσημέρι, που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, καταλάβαινα πως μου έκανε την συνηθισμένη εισαγωγή. Δεν άντεξα και της απάντησα με ειρωνεία.
- Τελικά είναι ωραία ημέρα η Δευτέρα για να πεθάνει κανείς.
Είχα νευριάσει. Δεν υπολόγιζα ό,τι και να ακολουθούσε. Είχα απογοητευτεί. Πίστευα πως ό,τι και να έλεγα δεν θα την έπειθα με τίποτα. Πως είχε έρθει το οριστικό μας τέλος
Κι όμως, χωρίς να μεσολαβήσει τίποτα άλλο, η επόμενη ημέρα, που συναντηθήκαμε, μας βρήκε στην πιο τρελή παραζάλη των αισθημάτων. Λες και δεν είχε ειπωθεί τίποτα αρνητικό πιο πριν.
“Ο γκρεμός της Δευτέρας” τον είχα ονομάσει. Τον είχα αποδεχτεί σα μια από τις παραξενιές της. Μου ήταν αδύνατον όμως να καταλάβω ποια ήταν η αιτία που την πυροδοτούσε. Από πού πήγαζε αυτή η ξαφνική αμφισβήτηση εναντίον μου.
Από την άλλη όμως, ποτέ δεν της φερόμουν άσχημα. Τη συγχωρούσα αμέσως. Ίσως και να το έκανα ως χάρη. Σκεφτόμουν, πως μόνο αυτή είχε καταφέρει κάτι σημαντικό Είχε εξαφανίσει από μέσα μου την ανεξήγητη μελαγχολία που με κυρίευε τις Κυριακές.
- Με το που βρέθηκες στη ζωή μου, γέμισαν ξαφνικά όλες οι Κυριακές μου. Άλλαξαν χρώμα, της είχα εξομολογηθεί από την πρώτη στιγμή. Ήρθες στην πιο θλιμμένη από παλιά μέρα μου και της έσβησες το λίγο και το τίποτα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης, την είδα πως δάκρυσε.
Κάποια Δευτέρα, που επαναλαμβανόταν το ίδιο βιολί, της το χτύπησα εξεπίτηδες προσπαθώντας να την πονέσω μπας και τη συνεφέρω.
- Κρίμα τα δάκρυά σου για τις σπασμένες Κυριακές μου. Μα δεν καταλαβαίνεις πως είναι άνευ αξίας από μεριάς σου, όταν για να το κάνεις αυτό κλέβεις κομματάκια από τις Δευτέρες;
Αντί γι’ απάντηση, μ’ αγκάλιασε. Με έσφιγγε προσπαθώντας να μου δείξει πως το είχε μετανιώσει. Ύστερα, με κοίταξε με παράπονο με τα μαύρα υγραμένα μάτια της και άρχισε να μου λέει για το πόσο πολύ μ’ αγαπούσε. Στο τέλος, όρμησε επάνω μου, κόλλησε για ώρα, ώσπου γίναμε ένα.
Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω για την συμπεριφορά της αυτή, ήταν πως την είχαν επηρεάσει κάποια λόγια, του παππού της, όταν ήταν έφηβη και την συμβούλευε για τ’ αγόρια.
- Τον άλλον πρέπει και να τον δοκιμάζεις πού και πού για να σιγουρεύεσαι, της είχε πει και αυτό το συνέδεε με τους πολλούς εαυτούς που μπορεί να κρύβουν οι άνθρωποι.
Τότε που μου το είχε εξομολογηθεί αυτό καθόμαστε σε μια παραλία. Είχε παραδοθεί στην αγκαλιά μου και χαϊδεύοντας το χέρι μου, αναπολούσε διάφορα από την παιδική της ηλικία. Βασικά της ξέφυγε. Αν και με προβλημάτισαν τότε τα λόγια της, δεν έκανα καμία προσπάθεια να το διερευνήσω περισσότερο. Όποια και να ήταν η αιτία δεν βοηθούσε σε τίποτα.
Ο τελευταίος γκρεμός, ήταν ο πιο οδυνηρός απ’ όλους.
- Δεν είσαι εσύ ο άνθρωπος που με έκανες να πιστέψω, μου πέταξε κατάμουτρα. Δεν είσαι καν αυτός που μου ταιριάζει, συνέχισε με ένα τόνο τόσο οξύ σα να μη με αναγνώριζε. Εισέβαλες στη ζωή μου ξαφνικά και την αναστάτωσες. Όμως ήσουν ψεύτικος. Με στολή αποκριάτικη.
Με τη μεγαλύτερη ευκολία, με έκοβε κομμάτι-κομμάτι, κατεβαίναμε από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια, και με πετούσε δεξιά κι αριστερά στο δρόμο.
Την επόμενη εβδομάδα, βρισκόμαστε για τριήμερο στη Σαντορίνη.
Την Παρασκευή, ήταν μες την τρελή χαρά. Ενθουσιασμένη. Πιάσαμε δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Φηροστεφάνι. Έβλεπες απέναντι το ηφαίστειο και μπορούσες ν’ απολαύσεις το πιο μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Κοιτούσε, κοιτούσε και δεν χόρταινε τη θέα. Είχε εκστασιαστεί.
Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι μ’ έσερνε όλο το τριήμερο απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Είχε έναν έρωτα με τις φωτογραφίες. Όπου στεκόταν, σε κάθε γραφικό δρομάκι του νησιού, σε κάθε τοπίο, τραβούσε ασταμάτητα. Στην κόκκινη παραλία με τις σπηλιές, στην Οία, τρέχαμε πανικόβλητοι, για να είμαστε στην ώρα μας και να αποθανατίσει ένα ακόμα φανταστικό ηλιοβασίλεμα. Ευτυχώς προλάβαμε.
Όταν ο ουρανός βάφτηκε στα χρώματα της φωτιάς, αυτή ξεκίνησε να βγάζει ασταμάτητα. Πότε το τοπίο και πότε εμένα σε διάφορες πόζες. Κάποια στιγμή, έδειξε πως κουράστηκε.
Άφησε τη μηχανή, κούρνιασε στην αγκαλιά μου, μ’ έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη και μου ψιθύρισε τρυφερά. “Ήλιε μου εσένα δε θέλω να σε χάσω ποτέ.” Γύρισα και της χαμογέλασα. Της σήκωσα το πρόσωπο την κοίταξα για λίγο και της απάντησα: “Μόνο αν με κλείσεις έξω από τα μάτια σου θα χαθώ”. Αυτή, κατέβασε το κεφάλι, σφίχτηκε ξανά στην αγκαλιά μου και γουργούρισε ευχαριστημένη.
Την Κυριακή το απόγευμα παρατήρησα πως ήταν κάπως ανήσυχη. Καθόμασταν στην βεράντα του ξενοδοχείου. Κάποια στιγμή, μπήκε μέσα, έφερε ένα τουριστικό οδηγό και άρχισε να διαβάζει μετά μανίας για την ιστορία του νησιού και του ηφαιστείου.
Ύστερα, πέταξε απότομα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, άναψε βιαστικά τσιγάρο και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω-κάτω στη βεράντα. Την είχε πιάσει ένας ανεξήγητος φόβος. Ο τρόμος μιας επερχόμενης καταστροφής.
- Τελικά, η Σαντορίνη είναι ένα επικίνδυνο νησί, μου πέταξε αργά το βράδυ. Όλη αυτή η γοητεία που πλανιέται γύρω μας, η ομορφιά του τοπίου, είναι μια παραπλάνηση. Ένας μαγνήτης που σε τραβάει χωρίς να σου δίνει το περιθώριο να σκεφτείς τίποτα άλλο.
Την έβλεπα πως δε χωρούσε πουθενά. Το διαισθανόμουν, πως, βήμα το βήμα θα με παγίδευε και θα δημιουργούσε τον επόμενο γκρεμό. Έβραζε μέσα της σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Την τράβηξα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
- Μην αγωνιάς αγάπη μου, της είπα. Δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα. Η ζωή, να ξέρεις, είναι πιο δυνατή από το θάνατο και τελικά κερδίζει. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Αυτή, καθόταν αμίλητη. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένη από την ένταση αποκοιμήθηκε. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Ακούμπησα το κεφάλι της στο μαξιλάρι, σηκώθηκα επάνω και στις μύτες των ποδιών βγήκα στο μπαλκόνι. Δεν είχα καμιά όρεξη να κοιμηθώ.
Η νύχτα περνούσε. Εγώ, κάπνιζα, ενώ με το βλέμμα μου αγκάλιαζα το κορμί της. Σκεφτόμουν πως μου ήταν απαραίτητη στη ζωή μου. Την αγαπούσα ανάθεμά την. Ήμουν τόσο βέβαιος που θα το ορκιζόμουν οπουδήποτε.
Κι ας ήξερα πως σε λίγο ξημέρωνε η Δευτέρα.


Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Ιωάννα Φραγκιά ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ




ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Η θάλασσα του Σεπτέμβρη είναι άπειρα πιο ερωτική από την αυγουστιάτικη θάλασσα. Δροσερή, γλυκά θλιμμένη μέσα στην εγκατάλειψή της απ’ τους ανθρώπους που γύρεψαν να δροσιστούν στα σπλάχνα της, να παίξουν, να δοκιμάσουν τις αντοχές τους, να ονειρευτούν.

Η θάλασσα του Σεπτέμβρη ανοίγει το σεντούκι της και τακτοποιεί με ευλάβεια τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν. Κρύβει στο βάθος του οδύνες, απώλειες κι εφιάλτες κι από πάνω αραδιάζει αναμνήσεις και όνειρα, έρωτες μυστικούς και φανερούς, μπάνια νυχτερινά, κι εκείνο το αδιάκοπο μουρμουρητό των ανθρώπων, πότε να ξημερώσει ο Σεπτέμβρης κι επιτέλους να εκπληρώσει τους πόθους που επιμένουν να γίνουν πραγματικότητα.


Το σεντούκι της θάλασσας γέμισε μέχρι τη μέση. Είναι η στιγμή να τακτοποιηθούν χαρές και γέλια, παιχνίδια στον αφρό, ανέμελες βουτιές, το κρυφοκοίταγμα των τολμηρών κολυμβητών στο βυθό της, το ψάρεμα των κοχυλιών κι όλα τα ατέλειωτα σκισίματα στην επιφάνεια απ’ τις βάρκες και τα καϊκια που γλεντούσαν την καλοκαιρινή ευδαιμονία.

Στην κορυφή έμεινε χώρος για την Υπόσχεση, πως όλα θα συνεχιστούν αδιατάρακτα, με κάθε κόστος και θυσία, πως το επόμενο καλοκαίρι όλα αυτά θα γίνουν πάλι πραγματικότητα, πάλι παιχνίδι φωτός, λαχτάρας κι εξομολόγησης στην αγκαλιά της.

Αν όλα αυτά δεν είναι έρωτας, τότε τι είναι; Θα μου πεις, στη δική μου περίπτωση δεν θα 'πρεπε να μιλάω έτσι, αφού οι έρωτές μου δεν ζουν πια, τα ανέμελα παιχνίδια έχουν τελειώσει, τα μπάνια εκείνα τα μυστικά μέσα στη νύχτα είναι όνειρα μακρινά, ο αυγουστιάτικος φλοίσβος ανάμεσα στα δάχτυλα που μάζευαν κοχύλια έχει κι αυτός ξεμακρύνει. Λοιπόν, θα σου πω κάτι. Έτσι είναι, όπως τα λες. Αλλά κάτι όμορφο στη θάλασσα του Σεπτέμβρη, η έννοια της να χωρέσουν όλα στο σεντούκι, να φυλαχτούν με αγάπη όπως μόνο η μάνα ξέρει να φυλάει τα πολύτιμα, ίσως αυτή να είναι κι η δική μου λύτρωση, έτσι το νιώθω. Ίσως ο έρωτας τελικά να υπερβαίνει το εφήμερο κι ίσως ο Σεπτέμβρης να είναι η ίδια η υπόσχεση πως μέχρι τον επόμενο Αύγουστο, κάτι καλό θα έχει συμβεί.

Ιωάννα Φραγκιά
φωτο Zisimopoulou Sissy

Με το κείμενο αυτό συμμετέχω στην εκδήλωση
της Αίθουσας Τέχνης ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ
Λεμπέση 4 & Μακρυγιάννη, Αθήνα
Μετρό Ακρόπολη.
Με χαρά σας περιμένουμε
την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στις 8.00 το βράδυ.

Ioanna Frangia
11 Σεπτεμβρίου 2016 ·

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

"Σε βρίσκει η ποίηση" μια βραδιά με τον Τίτο Πατρίκιο


Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ και το Βιβλιοπωλείο ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
σας προσκαλούν σε μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης
με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο.
με αφορμή τα βιβλία του:
«Σε βρίσκει η ποίηση»,
«Λυσιμελής Πόθος»,
«Ο πειρασμός της Νοσταλγίας»

Με τον ποιητή θα συνομιλήσει ο συγγραφέας Πάνος Σταθόγιαννης.

Συντονίζει ο φιλόλογος Αριστοτέλης Σαϊνης.

ΠΕΜΠΤΗ 14 Ιουλίου στις 21.00
Στο αίθριο του βιβλιοπωλείου ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
Αγίων Αναργύρων 5 – Πλατεία Αγίων Αναργύρων

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Βασίλης Χατζηιακώβου : συνάντηση με την ανέκδοτη ποιήτρια Βάλια Πορνοκουνελου

Την παρούσα νύκτα σε ένα θλιβερό χαμαιτυπείον κατήλθε την χαμηλή σκάλα η γνωστή ανέκδοτη ποιήτρια Βάλια Πορνοκουνελου. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο! "Γιατί με βρίζεις;" την ρώτησα. 
Δεχόμενος αστραπιαίως εμπτυσμούς και μάστιγας μετά φραγγελίου απευθυνόμενη για πρώτη φορά μου είπε με σκληρό τρόπο και αισθησιακή φωνή :
Σε μισώ ατάλαντε ασημαντισκε! Σε μισώ γιατί έμεινες ένας τιποτένιος αστοιχείωτος! Σε μισώ γιατί εκδαπάνησες ως ράθυμος όλον τον βιον σου! Γιατί δεν αγάπησες ποτέ σου τους ανθρώπους! Γιατί εκαταβρόχθισες τον μόσχον τον σιτευτόν! Γιατί απρεπώς εφερθης σ'όσους σε πόθησαν! Γιατί εκαταλιμπανες τον αδαπάνητο θησαυρό! Γιατί ως σκωληξ χαμαιρπης και χοιρος δυσωδης και δούλος οκνηρος απεργασθης το ήμισυ της ζωής σου! Ως πνεύμα πονηρον σακατεψες ψυχές καλές! Ποτέ δεν υπηρετησες το ωραιον και υψηλό πανφουσκιστε...... και.... και.. και....
Με ραπισε και με εφτυσε πάλιν και πολλάκις και εξαφανίστηκε με το μελαν αραχνουφαντο εξωπλατο φόρεμα της, λικνιζοντας τα αναιδη οπίσθια της πάνω στα ξωφτερνα λιγνοτακουνα υποδήματα της, καταυγαζοντας τα σκοτη της νυκτός!
Έργο: Θεοπιστη Βογα


Βασίλης Χατζηιακώβου Λιωμα και ηττημένος στην τοποθεσία Ματαιη Ζωή.
12/7/2016 · Αθήνα, Περιφέρεια Αττικής ·

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Yves Bonnefoy (24/6/1923 - 1/7/2016)


Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής Υβ Μπονφουά -Είχε μεταφράσει τον Σεφέρη

Ο Ιβ Μπονφουά, ένα από τα μεγάλα ονόματα της σύγχρονης ποίησης, κριτικός τέχνης και μεταφραστής, απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών, έγινε σήμερα γνωστό από το College de France όπου ήταν επίτιμος καθηγητής.
Ο ποιητής, το όνομα του οποίου αναφέρθηκε πολλές φορές για το βραβείο Νόμπελ, απεβίωσε χθες Παρασκευή, διευκρίνισε η ίδια πηγή επιβεβαιώνοντας πληροφορίες του Τύπου.
Στο Twitter, πολλοί θαυμαστές του απ' όλον τον κόσμο χαιρέτισαν τη μνήμη του παραθέτοντας στίχους του.
Συγγραφέας άνω των 100 βιβλίων, που έχουν μεταφραστεί σε μια τριανταριά γλώσσες, είχε τιμηθεί στη Γαλλία το 1981 με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας, το 1987 με το βραβείο Γκονκούρ για την ποίηση, ενώ το 1995 είχε κερδίσει το παγκόσμιο βραβείο Cino del Duca.
Έχει επίσης μεταφράσει το μεγαλύτερο μέρος των θεατρικών έργων του Σαίξπηρ, καθώς επίσης ποιήματα του Γέητς, του Πετράρχη και του Γιώργου Σεφέρη, που υπήρξε φίλος του.
Ο Ιβ Μπονφουά γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1923 στην Τουρ, στην κεντροδυτική Γαλλία. Ο πατέρας του ήταν εργάτης στα εργαστήρια των σιδηροδρόμων και η μητέρα του ήταν δασκάλα.
Από το 1943, έπειτα από σπουδές μαθηματικών, σπούδασε στο Παρίσι ιστορία της Φιλοσοφίας και των επιστημών με δασκάλους τους Γκαστόν Μπασλάρ και Ζαν Ιπολίτ.
Για ένα διάστημα εντάχθηκε στο κίνημα του σουρεαλισμού, όμως επέκρινε την αυτόματη γραφή ότι απομακρύνεται από το πραγματικό για να οικοδομήσει έναν κλειστό κόσμο σημάτων και εικόνων.
Το 1930 έγινε γνωστός με την έκδοση της συλλογής του «Η κίνηση και η ακινησία της Ντουβ», η οποία τον κατέταξε ήδη από τότε μεταξύ των μεγαλύτερων γάλλων ποιητών.
Άλλα έργα του είναι τα «Χθες βασίλευε η ερημιά» (1958), «Οι τάφοι της Ραβένας», «Πέρασμα και ακινησία της ροής», «Η αποθέωση του πραγματικού», ενώ έχει επίσης αναλύσει την ποίηση του Ρεμπώ.
Πηγή: Εφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής Υβ Μπονφουά -Είχε μεταφράσει τον Σεφέρη | iefimerida.grhttp://www.iefimerida.gr/news/275790/efyge-apo-ti-zoi-o-spoydaios-gallos-poiitis-yv-mponfoya-eihe-metafrasei-ton-seferi#ixzz4DGz1UMeh
Φωτογραφία: Joumana Haddad/wikimedia



1. Pierre écrite (1965)
Une voix
Nous vieillissions, lui le feuillage et moi la source,
Lui le peu de soleil et moi la profondeur,
Et lui la mort et moi la sagesse de vivre.
J’acceptais que le temps nous présentât dans l’ombre
Son visage de faune au rire non moqueur,
J’aimais que se levât le vent qui porte l’ombre
Et que mourir ne fût en obscure fontaine
Que troubler l’eau sans fond que le lierre buvait.
J’aimais, j’étais debout dans le songe éternel.
`

1. ΠΕΤΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΗ
Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει την σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.
`
***
2. DE NATURA RERUM
Lucrèce le savait :
Ouvre le coffre,
Tu verras, il est plein de neige
Qui tourbillonne.
Et parfois deux flocons
Se rencontrent, s’unissent,
Ou bien l’un se détourne, gracieusement
Dans son peu de mort.
D’où vient qu’il fasse clair
Dans quelques mots
Quand l’un n’est que la nuit,
L’autre, qu’un rêve?
D’où viennent ces deux ombres
Qui vont, riant,
Et l’une emmitouflée
D’une laine rouge?
`

2. DE NATURA RERUM
(ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)
Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο ;
`
* Ο στίχος « που γελώντας βαδίζουν » θα μπορούσε να μεταφραστεί: « που γελούν και βαδίζουν », επειδή η μετοχή είναι τροπική και είναι συνήθως προτιμότερο να μεταφράζεται με κύρια πρόταση.
`
***
3. Planches courbes (2001)
Extrait
« (…) Ô poésie,
Je ne puis m’empêcher de te nommer
Par ton nom que l’on n’aime plus parmi ceux qui errent
Aujourd’hui dans les ruines de la parole.
Je prends le risque de m’adresser à toi, directement,
Comme dans l’éloquence des époques
Où l’on plaçait, la veille des jours de fête,
Au plus haut des colonnes des grandes salles,
Des guirlandes de feuilles et de fruits.
Je le fais, confiant que la mémoire,
Enseignant ses mots simples à ceux qui cherchent
A faire être le sens malgré l’énigme,
Leur fera déchiffrer, sur ses grandes pages,
Ton nom un et multiple, où brûleront
En silence, un feu clair,
Les sarments de leurs doutes et leurs peurs (…) »
`

3. ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΣΑΝΙΔΕΣ (2001)
Απόσπασμα
Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.
`
***
4. LES FLAMBEAUX
Neige
Qui as cessé de donner, qui n’es plus
Celle qui vient mais celle qui attend
En silence, ayant apporté mais sans qu’encore
On ait pris, et pourtant, toute la nuit,
Nous avons aperçu, dans l’embuement
Des vitres parfois même ruisselantes,
Ton étincellement sur la grande table.
Neige, notre chemin,
Immaculé encore, pour aller prendre
Sous les branches courbées et comme attentives
Ces flambeaux, ce qui est, qui ont paru
Un à un, et brûlé, mais semblent s’éteindre
Comme aux yeux du désir quand il accède
Aux biens dont il rêvait (car c’est souvent
Quand tout se dénouerait peut-être, que s’efface
En nous de salle en salle le reflet
Du ciel, dans les miroirs), ô neige, touche
Encore ces flambeaux, renflamme-les
Dans le froid de cette aube
`

4. ΟΙ ΔΑΔΕΣ
Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.
`
***
5. Ce qui fut sans lumière
Extrait (1987)
Psyché devant le château d’Amour
Il rêva qu’il ouvrait les yeux, sur des soleils
Qui approchaient du port, silencieux
Encore, feux éteints ; mais doublés dans l’eau grise
D’une ombre où foisonnait la future couleur.
Puis il se réveilla. Qu’est-ce que la lumière ?
Qu’est-ce que peindre ici, de nuit ? Intensifier
Le bleu d’ici, les ocres, tous les rouges,
N’est-ce pas de la mort plus encore qu’avant ?
Il peignit donc le port mais le fit en ruine,
On entendait l’eau battre au flanc de la beauté
Et crier des enfants dans les chambres closes,
Les étoiles étincelaient parmi les pierres.
Mais son dernier tableau, rien qu’une ébauche,
Il semble que ce soit Psyché qui, revenue,
S’est écroulée en pleurs ou chantonne, dans l’herbe
Qui s’enchevêtre au seuil du château d’Amour.
`

5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Απόσπασμα (1987)
Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.
`
***
6. LA CHARRUE
Cinq heures. La neige encore. J’entends des voix
À l’avant du monde.
Une charrue
Comme une lune au troisième quartier
Brille, mais la recouvre
La nuit d’un pli de la neige.
Et cet enfant
A toute la maison pour lui, désormais. Il va
D’une fenêtre à l’autre. Il presse
Ses doigts contre la vitre. Il voit
Des gouttes se former là où il cesse
D’en pousser la buée vers le ciel qui tombe.
`

6. ΑΛΕΤΡΙ
Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.
`
**********
EΠΙΜΕΤΡΟ
`
Ο Υβ Μπονφουά γεννήθηκε το 1923 στην Τουρ, αλλά κατάγεται από τη νοτιο-δυτική Γαλλία. Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του βορρά και το μεσογειακό. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά. Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες, και μετάφρασε Σαίξπηρ. Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς. Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.

`
*
Η Ανδρονίκη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Θεσσαλονικείς και καταβολές Θρακιώτικες και Μικρασιατικές, απόφοιτος της Ελληνογαλλικής Σχολής «Καλαμαρί», σπούδασε, ως υπότροφος του ΙΚΥ, γαλλική γλώσσα και φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει Γαλλικά και Ελληνική Ιστορία σε δημόσιο γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.



Πηγή : http://www.poiein.gr/archives/24977




Διαβάτη, αυτές είναι λέξεις

Διαβάτη, αυτές είναι λέξεις. Όμως αντί να διαβάσεις
Θέλω ν΄ ακούσεις: αυτή την εύθραυστη
Φωνή την σαν γράμματα φαγωμένα από τη χλόη
Στήσε αυτί, άκουσε πρώτα τη μακάρια μέλισσα
Που βοσκά τα σχεδόν σβησμένα ονόματά μας
Χωράει ανάμεσα σε δυο κλαδάκια
Κουβαλά τον ήχο κλαδιών που είναι αληθινά
Στο χρυσοκέντημα τού ακόμα ανείδωτου

Κατόπιν μάθε έναν ακόμη αχνότερο ήχο κι’ ασε τον να γίνει
Ο ατέρμονος ψίθυρος όλων τών σκιών μας
O ψίθυρός τους υψώνεται κάτω από τις πέτρες
Κι’ ενώνεται σε μια και μόνη θέρμη με κείνο το τυφλό
Φως που είσαι ακόμα, εσύ που ακόμα βλέπεις.

Μακάρι να είναι καλή η ακοή σου. Η σιωπή
Είναι ένα κατώφλι όπου σπάει ένα κλαράκι στο χέρι σου
Ανεπαίσθητα καθώς προσπαθείς να ελευθερώσεις
Ένα όνομα πάνω στην πέτρα:
Κι’ έτσι τα απόντα ονόματά μας απεγκλωβίζουν τους συναγερμούς σας
Και για σας που απομακρύνεστε στοχαστικά
Το εδώ γίνεται εκεί δίχως να σταματά να είναι.



Πηγή : αγάπη νταϊφά 2/7/2016 ·