Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (απόσπασμα)


Α΄
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου 'ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν' ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ' όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ' εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ' ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν' ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ' ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.
Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ' ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ' ένα άλλο νόημα και μ' έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν' αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ' την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα 'πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».
Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.
Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν' απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ' επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου 'διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ' όλ' αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur, Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν' αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur le jour
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur moi-même.
Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να 'ταν η πόρτα που θ' άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν' ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
[...]
Γ΄
ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ' ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.
Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!
Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.
Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.
Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ' άπειρον.
Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ' το κεφάλι μας.
Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.
Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:
— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ' όνομά τους.
— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.
— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.
— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα 'τανε ορφανά.
— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.
— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα 'σκιζαν τις θάλασσες.
Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ' τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ' ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδένΟ κολπίσκος κι ο παλμός τουΞεκρέμασμα καλοκαιρινής ώραςΟ γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιάΜε τη βοήθεια των ασφοδέλωνΕξοχικό τόξοΣτα ενδότερα του ρίγουςΖεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκας.Αντικατάστασις του πεπρωμένουΚυανή σπατάληΣα φυλλωσιά κοντά τηςΗ δεσποινίς ΑπριλίουΑγγελούσαΕπί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοιΤο ρ της παροιμίαςΤο περιττόν του καθ' ημέραν βίουΕις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ.ΑεροδυναμικόνΟι πέτρες του θορύβουΤα ιστορικά δεκανίκιαΕις το επίνειον των μικρών μας πόθωνΗμερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίαςΤο δίκορφο τεφτέριΠερισυλλογή χρωμάτωνΈξυπνη διέξοδος φτερό της ύληςAlsing.
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!
Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ' έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν' απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν' αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν' αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:

Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ' αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ' από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ' τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση
.
Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ' τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.

(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)
[...]
Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν' αντιγράψω εδώ μερικά.
IV
Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα 'θελα να 'μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ' αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.
[...]
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ' ένα απλό, σ' ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του '35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν' απλώνεται με άνεση ως τ' ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να' ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…
Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ' έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ' έβαλαν να τριγυρίζω μ' ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ' αυτή την ποίηση και σ' αυτή τη γη.
Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν' αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.
Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ' αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ' όλη την έκταση και σ' όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!
1943. —

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3563,14888/extras/activities/index_c/elytis.html

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Η γλώσσα της φυγής» του Χρίστου Παπαδόπουλου, στο σπίτι του Κ. Καβάφη στην Αλεξάνδρεια



Το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, παράρτημα Αλεξάνδρειας και οι Εκδόσεις Μικρή Άρκτος παρουσιάζουν την ποιητική συλλογή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου "Η γλώσσα της φυγής".

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016
20.00 στο Σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια

Το Σπίτι του Καβάφη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863 – 1933) βρίσκεται στον αριθ. 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε πρόσφατα προς τιμήν του ποιητή η πρώην οδός Σαρμ ελ-Σεϊχ.
Είσοδος Ελεύθερη



Θεσσαλονίκη- Αθήνα- Κάιρο. Τρεις πόλεις σταθμοί στη ζωή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου. Η πρώτη, η πόλη που γεννήθηκε κι έζησε δουλεύοντας από κλητήρας ως διαχειριστής αποθήκης χημικών και «η πόλις» που τον ακολουθεί, η δεύτερη, η πόλη που διορίστηκε ως δάσκαλος κι έζησε δέκα χρόνια, και η τελευταία, η πόλη όπου ζει εδώ και μια δεκαετία σχεδόν και θεωρεί καρμικό του προορισμό, εργαζόμενος ως διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου.

«Η γλώσσα της φυγής», η πρώτη ποιητική του συλλογή, γράφτηκε στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δύο φυγές του. Ξεκίνησε να γράφεται το 1997 όταν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη για Αθήνα και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα, λίγο πριν φύγει για το Κάιρο.

Τόποι, άνθρωποι, σχέσεις, νοσταλγία για ό,τι έφυγε, γίνονται δρόμοι που συνθέτουν το ταξίδι του στον χώρο, στο χρόνο, στη μνήμη και στην ελληνική γλώσσα, εν αναμονή του μέλλοντα στην μητρική γλώσσα των ονείρων του, τη γλώσσα της φυγής.

Τα 38 ποιήματα της συλλογής, φυλαγμένα για χρόνια στο συρτάρι του, εμπιστεύτηκε στην Μικρή Άρκτο και κυκλοφορούν με το εξώφυλλο που επέλεξε, το ζωγραφικό έργο του Ανδρέα Γεωργιάδη από την ενότητα Διασχίζοντας τον Νείλο, να επισφραγίζει το ταξίδι του με μια ποιητική απεικόνιση του προορισμού στον ενεστώτα χρόνο.

Η συλλογή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης «Κούρος Ευρωπού» το 2007, με πρόεδρο της επιτροπής βράβευσης την πανεπιστημιακό και ποιήτρια Ζωή Σαμαρά και εισηγητή τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Κόκορη.

Ο Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία ως στιχουργός το 1993 με το τραγούδι “Η Αλεξάνδρεια που χάνεις” (μουσική κι ερμηνεία Γιώργος Καζαντζής) και οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από μια ποιητική ατμόσφαιρα. Καθόλου τυχαία ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1992, ονόμασε έναν κύκλο τραγουδιών του σε μουσική Δ. Μαρκατόπουλου κι ερμηνεία Παντελή Θεοχαρίδη «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» (Σείριος 2001). Ως στιχουργός ξεκίνησε και τη συνεργασία του με τη Μικρή Άρκτο με το βιβλίο –cd «Το φτερό του δράκου» (13 μουσικά παραμύθια) που εκδόθηκε το 2010. Ακολούθησε «Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής», ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, το 2013.



https://www.facebook.com/events/1712775395711597/
https://www.mikri-arktos.gr/product/ylossa-fiyis/#tab-additional_information

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ /Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ''



ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ

Χιλιετίες έξι (μπορεί και δώδεκα), διαβιώ σ’ αυτό το Μέγα Σπήλαιο, ανάμεσα σε φλάμπουρα,
με μαύρα αίματα να αχνίζουν πάνω τους, την ταπεινότητα τηρώντας κατά γράμμα, κι εντός μου - μοναχούλα της η ωραιότης μου, ρέει ανεξερεύνητη, τίποτα δεν πότισε.
Κάποτε, κρυφοκοιτάζοντας (το βλέμμα ίσα να ξεμυτάει απ’ τη μαντίλα), είδα και γνώρισα την Ιστορία. Προσωπίδες άλλαζε ένα σωρό, στην τύχη, κι όλο πιο κάτου μας επήγαινε, όλο πιο μακριά από τα θέσμια. Ίσως και να σιγόνταραν οι άγγελοι, η χάρη τους, κάποτε αξιώθηκα το αληθινό της πρόσωπο (το αρσενικό) να αντικρίσω - ένα πράμα ατσούμπαλο, σα δίκροκο αυγό, διάστικτο και λείο. Μπορεί και να το άγγιξα, να τρίφτηκε στο μάγουλό μου χρεμετίζοντας.
Ήρθαν καιροί - αν τους θυμάμαι, λέει; - που διαφέντεψε τις εξουσίες όλες ο Αυθέντης του Πάγου - το είδανε κι αυτό τα μάτια μας. Εδώ. Κάτω απ’ τον ήλιο που απεχθάνεται τα χιόνια, τα μαδάει, εξόν κι αν είναι από τον Όλυμπο. Άλλοτε, πάλι, οστεώδες στην αρχή, κατόπιν - ριπιδίζοντας, κυριαρχούσε (τι πορφυρό μέσα στη δυσαρθρία του) το Μαστόδοντο του Πυρός. Ως κάτω, ως την παραλία με τα ζεϊμπέκικα. Κι ύστερα, απότομα, με αλαλαγμούς, κάλπαζε επί της θαλάσσης, τις παρευξείνιες αποικίες μου να κάψει. Σπίθες τα οπωρικά μου - αιώνες θ’ ανασύρετε απ’ τον βυθό τις βουλιαγμένες μου τριήρεις με τις στάμνες και, μα τον Κύνα, τα αφρίσματά σας θα 'ναι όλα υποταγμένα.
Να πω και μια κουβέντα πιο βαριά και να ομόσω πάλε: κακό δεν έπραξα ποτέ και σε κανένα. Άθελα μου, ίσως και να ξαστόχησα, αλλά με την καρδιά και το μυαλό - ποτέ.

Όμως, πώς έξαφνα σε εχθρεύονται οι άνθρωποι, ιδίως όταν δεν έχεις αδελφούλη μεγαλύτερο, σε ώρα ανάγκης να σε συνδράμει. Το δάχτυλο απειλητικά υψώνοντας - Ύδρα με ονόμασαν. Με καταράστηκαν να μη γνωρίσω θάνατο καθότι προφητείες παλαιότατες έδεναν γόρδιο δεσμό τη μοίρα τη δικιά τους με τη μοίρα μου. Αλλά το θάνατο πολύ τόνε φοβήθηκα: την αστραπή που φτάνει ως τα κύτταρα, αναλιγώνοντας τη μνήμη (μήλο που μαραγκιάζει), τον είδα τον μονόφθαλμο. Ήταν η Εποχή των Χλωμών Κυνηγών κι αίφνης, καθώς έξω έτριζαν από το βάρος τα λιθάρια - μια δορκάδα
σκοντάφτοντας, ώσπου έπεσε, και κάτι όρνεα από πάνω, κάτι μαύρα, έτοιμα να χιμήξουνε, να της τρυγήσουνε τα μέσα ρόδινα. Έκλαψα τότε, έτσι όπως κλαίει μονάχη της η λύκαινα η καλή, η μερωμένη. Οι φίλοι (όσοι απόμειναν) έχουν να κάνουν πως είμαι ευαίσθητη, αλλά ποιον γιάτρεψε ποτέ το δάκρυ; Εαρινή με φωνάζουνε αυτοί. Σπεύδουν από τα πέρατα του κόσμου, μόνο με κάτι δωρεές, κάτι εράνους τους δεν έχω βγει στη ζητιανιά ακόμα.

Τι άλλο να σας πω…

Περιουσία μου ετούτα τα κουρέλια. Τα στρώνω τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς πάνω στο σαρωμένο χώμα και κάνω πως κοιμάμαι. Πού να με πιάσει ύπνος - περιμένω. Θα παντρευτώ αυτόν που θα με ονομάσει Ελενίτσα.



/Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ'' - τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, λιθουανικά) του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000. Τη μετάφραση στα αγγλικά έκανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στα λιθουανικά η Ντάλια Σταπονκούτε./
Πάνος Σταθόγιαννης
28/10/2016 ·


1985 - 1997.

Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα.

Πάνος Σταθόγιαννης ΕΡΩΜΕΝΗ





ΕΡΩΜΕΝΗ

Έχει μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια, που την πυρώνει από μέσα. Κι αν όντως δεν φοβάσαι μήπως τυφλωθείς και σκύψεις μέσα της, θα δεις κάτι αθώα αναιδές και κατακόκκινο, κάτι σαν παπαρούνα. Απ’ έξω, όπου περνάει, με τα τακούνια στα υγρά πλακόστρωτα, φυσάει αεράκι ζόρικο, με γύρη την τυλίγει, αντανακλούν οι βιτρίνες πώς ωραία λικνίζεται.
Στο ξέφωτο μετά, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αφαιρεί με το δάχτυλο λίγο κραγιόν απ’ τον αριστερό κοπτήρα της, ξαναβάζει το καθρεφτάκι στην τσάντα. Βγάζει μετά το κινητό, λέει ψέματα σε κάποιον, κοιτάει θλιμμένα έξω. Όμως το πύρωμα το μέσα είναι ανεπίδεκτο. Αν και η πόλη γύρω ωρύεται – πίσω απ’ το τζάμι κάποιοι τρέχουν με πλακάτ, κάποιοι τρυπιούνται στις γωνιές και φτύνουν αίμα.
Μα αυτή γνωρίζει ότι ο θάνατος μονάχα πάθη σού ζητάει να τον ταΐσεις, μόνο με πάθη κατευνάζεται η ορμή του. Σπάνια σ’ άλλες περιπτώσεις αφήνει φιλοδώρημα, μα τώρα ναι – έτσι για το ανάθεμα, μην τύχει κάποιο μάτι κακό, μην τύχει κάποιο στόμα φλύαρο κάτω απ’ τον φανοστάτη.
Κλείνει απαλά την πόρτα πίσω της και ενσωματώνεται σε ένα τοπίο διαρκώς αμφιλεγόμενο, με άγρια βράχια στα υψίπεδά του – όπου να ’ναι θα βγει και η σελήνη στο γέμισμά της. Όμως αυτή κινείται σβέλτα πάνω στα μυτερά λιθάρια, στα χιόνια χώνεται, κρύβεται μες στα έλατα, τι τόλμη δείχνει ειδικά στις λαγκαδιές. Κι όλο ανεβαίνει, ανεβαίνει, περνώντας σύριζα απ’ τους δρόμους των σκιέρ, κι ούτε τη νοιάζει ποιοι πίνουν ρούμι στα καταφύγια.
Τώρα τα μάτια της, όπως κοιτάζει προς τα έξω σκαρφαλώνοντας, έχουν μια λάμψη ίδιο κάρβουνο – λίγο να μην προσέξει, μια σπίθα τους να στάξει, θα γίνει το τοπίο παρανάλωμα. Άμα την έβλεπε, ας πούμε, ο Στησίχορος, λύκαινα θα ’λεγε πως είναι, που πάει να φτάσει στο ζενίθ για να ουρλιάξει.
Και πράγματι ουρλιάζει από την κορυφή – φύση με τρίχωμα στιλπνό, δόντια γυμνά, γόοι κι αντίλαλοι. Να κι η πανσέληνος η παγωμένη. Ασημίζει στην άλλη την κορυφή, απέναντι.
Η επιστροφή της στα χαμηλά έχει λαχάνιασμα. Να επανέλθει στα τακούνια της, να βρει άλλο ταξί, να διασχίσει. Γι’ αυτό και φτάνει με καθυστέρηση πολλών λεπτών σε κάθε ραντεβού. Το στήθος της πάλλεται ρυθμικά πίσω απ’ το ντεκολτέ, είναι η ανάσα της σαν το παιδάκι που φουσκώνει ένα μπαλόνι.
Λέει μια ψεύτικη δικαιολογία, ζητάει νόστιμα συγνώμη, αλλάζει θέμα κι απ' το μπράτσο σου κρεμιέται. Στο εστιατόριο αργότερα χαμογελάει πεντάμορφη, καθώς εσύ, ο ανίδεος, εγκρίνεις το κρασί, που αυτή μετά, κάθε φορά, πάντα αυτή, θα κάνει τις πολύσημες προπόσεις.
Ούτε κουβέντα για τα πάνω-κάτω στα βουνά, ούτε κουβέντα για φεγγάρια και για κλάματα.

(Οι ερωμένες είναι πλάσματα εγωιστικά, κλειστά πολύ στον εαυτό τους, σκέτα οστρακόδερμα – τις πιο μεγάλες περιπέτειες δεν τις μοιράζονται ποτέ με τους εραστές τους. Γι’ αυτό, θα σε παραπλανήσουν να τις στροβιλίσεις σ’ ένα βαλς, δαντέλες θα φορούν όταν στο ημίφως θα γλιστρήσουν τα ραντάκια, θα σε ενθρονίσουν μέσα τους κρυφά. Στο κομοδίνο παραδίπλα, το κινητό σοφά απεργοποιημένο. Μετά θα φύγουν με τα μάτια στο ρολόι. Για τα σπουδαία που σου κόβονται τα αίματα, δεν θα σου φανερώσουν τίποτα. Τον Στησίχορο, επί παραδείγματι, που πήρε μια από αυτές στο κατόπι κι άρχισε μετά να διαδίδει διάφορα, λέγεται ότι πέσανε πάνω του όλες τους και τον τύφλωσαν.)

Καρούσος Κώστας, Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής;



Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής ???


Στη δίνη και στο ρόγχο
μιας αλληλέγγυας σιωπής,
διαβαίνουμε μοναχικοί
ξωμάχοι της οδύνης,
βωμός-ακήδευτης-ψυχής !!


Είν΄ο καθένας μια σιωπή

ταριχευμένης υμνωδίας,

-γόνιμη παροχή φωτός-

που καταρρέει στη δίνη

κάποιας τυμβώρυχης φωνής ??


Είναι φεγγρίσματα πένθους

κι΄οξειδωμένης ελεγείας

--που καταρρέει στη δίνη

και δεν ακούγεται ποτέ--

η αναλγησία της εποχής ???....
Κ. Καρούσος--27/10/2016..

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Κανελλόπουλος - Είμαστε εμείς




"Είμαστε εμείς κομμένα λούλουδα κάποιου πικρού Απρίλη,
είμαστε εμείς στο γέρμα σύννεφα στεγνά χωρίς βροχή.
Και με της πίκρας το χαμόγελο στα χείλη
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί.
Είμαστε εμείς ήλιος π’ αρνήθηκε να πάει ξανά στη Δύση,
είμαστε εμείς σαν κάτι πράγματα φτηνά χωρίς ψυχή.
Κι όπου πηγαίνουμε οι πόρτες έχουν κλείσει,
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί......"
Γ.Κανελλόπουλος

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Μπακονίκα Αλεξάνδρα από την ποιητική συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν



Με αδρές γραμμές για τη χαρακιά
που πονάει:
Στις δουλειές που εργάστηκα υπάλληλος
αναλώθηκα από τη ρουτίνα και τη σκληρότητα.
Πήρα μαθήματα από ολέθριους,
μέχρι τελικής εξόντωσης ανταγωνισμούς.
Αναλώθηκα από την παγωνιά της βιοπάλης.
Έσφιξα τα δόντια να αντέξω το τέρας
που λέγεται πραγματικότητα.

Το τέρας στέκεται εκεί έξω ατρόμητο.

( συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν)