Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΔΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΣΤΡΙΠΤΙΖΑΔΙΚΩΝ Ιωακείμ Παπαχρόνης

ΑΝΔΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΣΤΡΙΠΤΙΖΑΔΙΚΩΝ
(για να θυμούνται οι παλιοί, να γνωρίζουνε οι νέοι, να βεβαιωθούνε οι παλιές και να υποψιάζονται οι νεότερες)

Άνδρες πελάτες: Ηomo erect-us με την έξαψη πιθηκανθρώπων μπροστά στην πρώτη τους φωτιά

Ανδροπαρέα: παρέα «Κυνηγών» σε κυνήγι πέρδικας , με άσφαιρα πυρά. Εντοπίζουν, στοχεύουν και βαράνε στον αέρα. Μια απλή επιβεβαίωση των ανδρικών στοιχείων, με παράλληλη επίδειξη της ανδρικής ταυτότητας.

Γυναικεία παρουσία: απλό follow στo τουιτάρισμα ερωτικής διάθεσης του φίλου της, προσποιούμενη ότι τη βρίσκει καταπληκτική, επειδή αυτός, προσποιούμενος τον άνετο και σέξι, προσποιείται ότι η προσποιητή ανταπόκριση της είναι σέξι

Γυναικοπαρέα: η περιστασιακή γένεση όχλου από εκπροσώπους του δυσερμήνευτου φύλου, που, ατιθάσευτες, εξορμούν να τα σπάσουν και προβαίνουν σε παρεκτροπές, «τρομοκρατώντας» τον ανδρικό πληθυσμό με την εκρηκτική συμπεριφορά τους…

Δικαιολογίες στη σύντροφο: πρώτες βοήθειες ψεμάτων σε βαριά πληγωμένη και άμεσα επαπειλούμενη αξιοπιστία …. (παράδειγμα: -Τι γύρευες εκεί;; -κοιτούσα τη δουλειά μου… είμαι συγγραφέας και γράφω για κάποια που εργάζεται σε στριπτιζάδικο και ήθελα να μπω βαθιά στο πετσί της ηρωίδας!!! -Και τι γύρευε το χέρι σου πάνω στο στήθος της;; -΄Ηθελα να έχω από πρώτο χέρι – το δικό μου εν προκειμένω- την αίσθηση της σιλικόνης, για να μπορώ να την περιγράψω εναργέστερα … -Και γιατί πήρες το τηλέφωνο της; -Δεν ήθελα να φανώ αγενής!!!!! Μα, καλά, για ποιον με πέρασες!!!!

Εγκρατείς: σεξομανείς παγιδευμένοι σε σώμα δεσμευμένου

Ελεύθερο πουλί (κι όχι κορόιδο στο κλουβί) : η έξαψη από την παροδική αίσθηση ελευθερίας των ηρώων στην «Μεγάλη απόδραση των 11», που κατάφεραν να δραπετεύσουν βάσει οργανωμένου σχεδίου

Εξάψαλμος: η ανάκρουση χωρίων από το ευαγγέλιο του γάμου, άμα τη εμφανίσει του συζύγου, κατά τις ώρες του όρθρου: «Σοφία, ορθός, θα ακούσεις του αγίου ευαγγελίου μου το κατσάδιασμα…. Τω καιρώ εκείνο, γάμος εγένετο εν Κανά και την προτεραία ετελέστη συνάθροισις εργένηδων... εκληθής κι εσύ ομού των λιγουρίων , ου γαρ οιδασι τι ποιούσατε μετά των ρεμαλίων….» Ακολουθεί παρακλητικός ύμνος: «Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, της συζύγου δεηθώμεν. Αντιλαβού, σώσον , ελέησον και διαφύλαξον ημας, η θεά, τη ση χάριτι. Της συζύγου, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου δεσποίνης ημών, μετά πάντων των αγίων μνημονέυσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών , συζύγω τω θεω παραθώμεθα.. Κυρία ελέησον…
(μετάφραση: για να μας προφυλάξει από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη, ας παρακαλέσουμε τη σύζυγο. Βοήθησε μας και σώσε μας, ελέησε μας και σε όλα διαφύλαξε μας, θεά, με τη χάρη σου. Ας επικαλεστούμε τη σύζυγο, άχραντη, ευλογημένη, ένδοξη κυρία μας, μαζί με όλους τους αγίους, κι ας αφήσουμε ο καθένας μας κι όλοι μαζί τον εαυτό μας κι όλη μας τη ζωή στο θεό τη σύζυγο μας. Κυρία, ελέησε μας…..

«Επιβήτορες» : αρσενικά πράσινα άλογα ελευθέρας βοσκής

Επιστροφή στην συζυγική εστία: διάλυση της πορείας-τσάρκας με ρίψη καπνογόνων από τα αυτιά, γυαλικών κρότου- λάμψης και δακρυγόνων ενοχοποιήσεων, με στόχο τη συμμόρφωση των εξεγερθέντων και την αποτροπή επανάληψης εκτρόπων και εκτροπών

Έρωτες στριπτιζάδικων : η ερωτική χημεία που αναπτύσσεται μεταξύ μιας στριπτιζέζ και των μορίων άνθρακα που ανευρίσκονται στα χαρτονομίσματα ενός εύπιστου κορόιδου

Εσώρουχα: μινιμαλιστικά αριστουργήματα υψηλής ραπτικής (και χαμηλής κοπτικής) . Ως τέτοια, γεννούνε την έκσταση, που προκύπτει από την άμεση ενατένιση του ωραίου

Lap dance: επισκέπτης σε έκθεση σπορ αυτοκινήτων, μου επιτρέπεται ένα άγγιγμα στο σασί και η είσοδος στα ενδότερα -για μία αίσθηση του δέρματος των θερμαινόμενων καθισμάτων- των νέων μοντέλων πολλών κυβικών, με αερόσακους νέας γενιάς και εντυπωσιακές οπίσθιες αεροτομές

Λαχτάρα: ψυχή σε μορφή δίνης σε μια πισίνα πισινούς, μέχρι την αποστράγγιση της στο δίκτυο…

Λογαριασμός: το τέλος της φαντασίωσης, όταν ξυρίζουν τον «γαμπρό»…

Μάτι: ολιγόλεπτος προαυλισμός του βλέμματος στη φυλακή της σάρκας

Μοναχικός πελάτης: βαρυποινίτης με την κρυφή λαχτάρα της απόδρασης στο βλέμμα…

Μπράβος: άτομο επιφορτισμένο με το έργο να απαγορεύει την είσοδο/να επιβάλλει την έξοδο σε άτομα που ο χαρακτήρας τους είναι παρεμφερής με το δικό τους

Ξεσαλώνω: συμπεριφέρομαι ως διαφυγών ταύρος σε βυζοπωλείο

Ουσία, Η: ανευσεβείς κουβέντες για ευσεβείς πόθους…

Πελάτες : άνδρες, με μάτια εκβληθέντα από τις κόγχες τους, στα οποία προσαρμόζονται οι αναρροφητικές αντλίες αρμεκτικής μηχανής

Πίστας, ομίχλη: έξοδος ατμοποιημένων πόθων κατά την εμφάνιση όλων των μωρών στην πίστα, από την ταυτόχρονη διάνοιξη βαλβίδων αποσυμπίεσης πιστονιών, φαντασιόπληκτων σεξομηχανών σε υπερλειτουργία…

Ποτά: κοκτέιλ που ρίπτονται από βομβιστή μπάρμαν και σκάνε στα κεφάλια ανυποψίαστων πελατών

Σιλικόνη: εκπληκτικό υλικό απορρόφησης της υγρασίας από πόθο αντρικών βλεμμάτων, στα οποία , επιπροσθέτως, προσδίδει μια στοχαστική όψη. Στην αφή υπαινίσσεται κρεοσκοπικό έλεγχο σε νωπά κοτόπουλα τυλιγμένα με μεμβράνη.

Στύλος: το φανταστικό alter ego του φαντασιόπληκτου κάτω ανδρικού κεφαλιού

Συζητήσεις με στρίπερ: ερωταποκρίσεις που ονειρεύονται να γίνουν ερωτα-ανταποκρίσεις, ενώ στον ξύπνιο θυμίζουν περισσότερο διαδικασία έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας («πως σε λένε;», «από που είσαι;;»…)

Τηλεφώνημα από τη σύντροφο, κατά τη διάρκεια… : Προειδοποιητική βολή στον αέρα, από αστυνομικό της ομάδας «γαμ@@@κε ο Δίας», κατά τη φάση σύλληψης του παραβάτη

Χαβαλές: Ξεσάλωμα από οικότροφα απωθημένα, κατά τη διάρκεια εκδρομής συναισ

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δεύτερο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δεύτερο)
29 Οκτωβρίου 2013 στις 1:55 π.μ.


Οι κενταύριες αποδείχτηκαν ιδιαίτερα προσοδοφόρες: έγιναν του συρμού, έκαναν δηλαδή το κοινωνικό τους ντεμπούτο, τις ανακάλυπτε κανείς σα μισοξεχασμένη προσευχή θαυματουργίας. Τις φόραγαν οι άντρες μες στα τουρμπάνια σφηνωμένες, χρησιμοποιήθηκαν για να στολίσουν νυφικά κρεβάτια και γαμοπίλαφα, ως και εκείνα τα σιχτίρ πιλάφια των αποχωρισμών - όταν κάποιος υψηλόμισθος έπαιρνε διαταγή μετάθεσης και πάγαινε από τη μία πόλη εις την άλλη από τη Μανισά στο Κόνιαλε και τούμπαλιν, στα γεύματα των αλλαγών του Τούρκου πρέσβη σε όλες τις πρεσβείες παγκοσμίως - η αναβίωσή τους εσυνέπεσε με έναν εξευρωπαϊσμό που έπνεε στα χωρικά εδάφη, αλλά ταυτόχρονα σήμαινε με καμπανιστές χαρές μια φλόγα μεγαλείου: το ταπεινό ανθίδιο υβριδιούσε την ένωση Ανατολής και Δύσης, άλλαζε ο παγκόσμιος ο χάρτης πάσας πραγματικότητας. Και επειδή οι μοίρες των ανθρώπων και των λουλουδιών λίγο απέχουν, θα ήταν δυνατό να ειπωθεί ότι τέτοια παρόμοια μετάλλαξη συνέβαινε και για το Δημητράκη που πλέον είχε καλοβολευτεί στο νέο παρανόμι του και το αναγνώριζε βαφτιστικό δικαίωμά του ως Ντημίτ. Έχοντας από την παλιά ζωή του μάθει να συνταιριάζει τους φθόγγους δύο λαλιών μέσα στο στόμα του κι ήξερε με τη γλώσσα να εκτελεί τα λεπτουργά τα ακροβατικά κάθε ανθρώπου που έχει το προνόμιο διγλωσσίας, είχε μονάχα την ανάγκη να στιλβώσει τους τρόπους του, να ξέρει μια και δυο-τρεις λέξεις της ιδίας έννοιας, ώστε να ξέρει να απευθύνεται ανάλογα με την ανάγκη του συνομιλητή. Οπόταν, κάθε βράδυ πριν απ΄την κατάκλιση άνοιγε το παλιό βιβλίο που του είχε παραχωρημένο (με συνώνυμα) ο Μπέης και έπλεκε τρελά σχεδιογαϊτανάκια, σχεδίαζε τις λέξεις - και εν καιρώ, βρέθηκε να μπορεί να εμφανίζεται κύριος με τον κύριο κι αλάνι με τ' αλάνια - κι έτσι αρματωμένος κέρδισε το ατού της διαπραγμάτευσης και όλων των τιμών:αλλιώς με τους εργάτες κι ετεροτρόπως με τους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού. Και αλλέως με τα ένρινα τα γαλλικά του Οθωμανού κάποιας επιφανείας (αυτό πια - και πού στο λύκο να τα έμαθε εκείνα τα τερτίπια σ΄αυτή τη λάγνα γλώσσα την ανάποδη; Ποτέ κανένας δεν κατέληξε σε πόρισμα επί αυτού ζητήματος, αν και λεγόταν από κάποιους ότι τον είχε δασκαλέψει μια σαντέζα απ΄τα καφέ-σαντάν στη γλώσσα, και στο γαλλικό φιλί μετά αυτής - αυτό βεβαίως, δεν το έχετε ακούσει από μένα). Τέλος των πάντων, του φανήκανε και χρήσιμα όταν έπρεπε να μιλά με κάτι από οίκους της μοδός εκ Παρισίων, που έχοντας ανακαλύψει το ψυχανθές να έχει νηπενθή ανάσα, δως του και κάνανε παραγγελίες επί των παραγγελιών πρώτα για να του σπάσουνε τον κώδικα και πώς να καταφέρουν την απόσταξη - και με το γεγονός τετελεσμένο, για να δημιουργούν παραγωγή να διοχετεύεται εντός των αγορών (εισαγωγές-εξαγωγές λεγόταν το παιχνίδι, και ο Ντημίτ ήτανε παιχνιδιάρης κι ήξερε να γυρνά το ένα σε πολλά). Κι ακόμα, λέγανε πως είχε το μάτι ήρεμο για κάθε λεπτομέρεια και ότι είχε απαιτήσει όπως σχεδιαστεί το φυαλίδιο του κενταυροαρώματος με πρότυπο τα φυαλίδια δακρύων τόσο γνωστά σε μια παρωχημένη εποχή - όπου το πένθος είχε το βάρος του και τη ρομαντική του σπουδαιότητα, και οι ψυχές των τεθλιμμένων είχανε και δοσμένο ένα τράτο, πως δηλαδή είχε ο κάθε άνθρωπος (κυρίως οι γυναίκες που ήταν και είδος πιο ευαίσθητο, μην τις κοιτάτε τώρα), ένα το μέτρο να μετριέται ο πόνος εν τω χρόνω, μια σιγουριά πως η διαδικασία του μαραζιού δεν είχε ξεστρατίσει να πήγαινε κατά διαόλου σαν κακοφόρμισμα, πληγή που έπιασε γάγγραινα:ότι, πως λέγανε, να γέμιζε το μπουκαλάκι το μαύρο δάκρυ - κι ο πόνος να κρατεί ως την εξάτμιση, μα ένα χρόνο, είτε δύο είτε όσα, ανάλογα με τη μάζα της ορισμένης του πυκνότητας - διότι όλοι πια το ξέρανε κι από παλιά παλιότατα - άλλο το κλάμα της μητέρας, άλλο της αδερφής, άλλο της παντρεμένης και της ανύπαντρης, και άλλο της φιλημένης από καλό φιλί, ο χρόνος χόρευε χορούς σ' άλλους ρυθμούς της θλίψης. Και το λανσάρανε το άρωμα με τη μεν αληθή ονομασία Δάκρυ Κενταύρου (που αποδείχτηκε πως ήτο δε πιασάρικη, ήτανε κι όλα σκανδαλώδεις φαίνεται οι Φραντσέζες, τες άρεσαν ετουτες οι προσμίξεις του παράξενου, τ' αρσενικά τα δάκρυα ν' αλείφονται, ποιός ξέρει; Κι εκόβετο μονέδα και μεγαλώνανε τα έχει του Ντημίτ, αυγάταινε και το καλό του Μπέη. Μέχρι που φτάσαμε σε δύσκολα σημεία, που ήρθαν και σταυρώσανε την αδερφή του την ιδία, που να φυλάει ο Θεός το όνομά της. Και που, ειρήσθω εν παρόδω, το άρπαξε η μνήμη και ξεχάστηκε - και έχει μείνει όπως μνημονεύεται για την παρούσα ιστορία ως η Αειπάρθενος - κι ακούστε το γιατί: Η κοπελίτσα, ήτο ακόμη έφηβος και κόρη, ότε ευρέθη με τον κόσμο της κομμένο - με τους γονείς στο χώμα και με τον αδελφό μεγαλεπήβολο. Κι ενδεχομένως να φοβήθηκε με του μικρού του Δημητράκη τα πιασίματα (τον είχε δει κι από παλιά πώς μεγαλοπιανότανε όταν της έλεγε πώς ήξερε - και την εσταύρωνε και κείνη να του πει, να το ομολογήσει - αφού, έπρεπε, και δεν ήταν μεγαλύτερη; ότι δεν ήτανε παιδί εκείνος του πατέρα τους - αφού, δεν το θυμότανε - τί, ήτανε χαζή ή ήταν ξεχασιάρα, ή μήπως τη χαζή ήθελε παρασταίνει; Τότε που ήτανε φερμένος στα μετάξια, που τον είχανε εύρει εις το βουνό και θα τον είχανε φαέσουσι οι λύκοι - εξ ού και αποδεικνύεται πως όχι μόνο ήτανε που σου λέγω από τρανή γενιά, μα ήτανε κι αρχιευλογημένος του Πατριάρχη, ξύπνα μωρέ καλίτσα, να της λέει - και την ταλάνιζε μέσα στο βράδυ-βράδυ - και να την αναγκάζει κάποια στιγμή που έπεφτε στη νύστα και να του σκούζει Εντάξει, Δημητρό μας, το θυμάμαι, κάνε μου τώρα αυγερινούλη μου τη χάρη σου και να 'ναι και μεγάλη - Σύρε να θέσεις, άντε και να χαρείς ό,τι αγαπάς - κι ούτε σκωμό δε θα ΄χω αύριο - σκασμένο, έλεγε εντέλει μες απ΄τα δόντια της, κακό σκασμό δε βγάζεις την ώρα βραδινή, παραξενιάρικο!). Τώρα, φοβήθηκε ή όχι - δεν το ξέρουμε άλλος κανείς από την ίδια την καρδιά της - αλλά το ζήτημα μ΄αυτήν την Αειπάρθενη είναι ότι τα σιγαλά ποτάμια να φοβάσαι. Όχι πως ήταν το κορίτσι μπελαλίδικο, αλλά ήταν δεν ήτανε δυο χρόνια μεγαλύτερη - έμαθε δηλαδή από μωρό ότι εφ΄όσον είχε έρθει πρώτη, ήτανε το γραφτό να καταφτάνει δεύτερη - γνωστή παραδοξολογία μα ορισμενως και αποδεδειγμένα αληθής ως εγκατάσταση ηθών και χαρακτήρος. Ήτοι: μάθε να αγοράζεις, μην τρέχεις να πουλάς. Που, και επεξηγώ, ο που πουλών θα λέει τα πολλά, ο που αγοράζων κρύβει από τα λόγια. Έμεινε το λοιπόν να του κρατάει σπίτι, πρώτα ωσάν μεγάλη αδερφή, μετά σαν οικονόμος, ένα κάτι - ύστερα σαν το βάρος κι εν τέλει σαν το χάρισμα. Μα, στην αρχή, φροκάλιζε το χώμα και το 'βρεχε όπως κατακαθίσει, μαγείρευε, κηπούρευε τις γλάστρες, σιδέρωνε ως τα χαρτονομίσματα τα πιάστρα, για να πληρώνουνε με καθαρά λεφτάκια. Αργότερα, την πήρε από τη συνοικία - που έτσι και αλλιώς είχε και ο αέρας της αρχίσει να μην τους εσηκώνει όταν ανοίξανε τα φελέκια, γιατί εδώ πώς και να μην το πούμε - είχανε κι οι γειτόνοι τους τα δίκια: τον ξέρανε τον άλλον, το μυξάρικο που άλλαξε και όνομα και τρόπους, δεν τον ανεγνωρίζανε δικόν - έχασε και αυτή ό,τι πια κοινωνία και της είχε απομείνει. Μα όμως, είχανε αλλάξει κι οι ανάγκες - είχε αυτός αρχίσει κάποιους σοβαρούς να δεξιώνεται, βρέθηκε και εκείνη να έχει τα δυο της χέρια για αριστερά: για τη μαγειρική του πλέον δεν του έκανε, και τα πατώματα είχανε πλακωθεί πλακάκια τα Ιζμίρικα, τα καθαρίζανε κάτι κοπέλες δούλες. Έπιασε κι η καημένη η Αειπάρθενος να κάνει κάτι τόσα πια εργόχειρα για να περνούν οι ώρες, να με ραψίματα - εκεί ήτανε που εφάνη η αξία της, εκεί ευρέθηκε με δυο χεράκια να δεξεύουνε, με δεξιοτεχνίες: κι αυτό, θα αποδείχνει εν καιρώ και με το χρόνο ότι υπάρχει και η χάρη του Θεού και μας σπλαχνίζεται - όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα ακολουθήσει με το βήμα και την ώρα της. Μόνο να πούμε, πως απομακρυμένη από ανάγκη για δουλειά έμαθε κείνη πώς να ράβει και να ράβεται και να κεντά με ώρες τα προικιά της. Αλλά, ο γάμος που προέκυψε αιφνίδια δεν ήτο ο δικός της, παρά του αδερφού. Κι ας όψονται γι αυτό τρία στοιχεία: ο πλούτος, και το όνομα, κι αυτός ο θεομπαίχτης ο Χατζη-Ρεΐς με το κακό σουσούμι, το Τζουμάρτεσι.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013



Φυαλίδιο από "Δάκρυ Κενταύρου", κατασκευασμένο για το ομώνυμο άρωμα από τον οίκο Floramye, σχεδιασμένο κατόπιν υποδείξεως του ΝτημίτΕφέντη (ακριβής χρονολογία αμφισβητούμενη)

Παρουσίαση του βιβλίου ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ - ΧΑΤΙΣΕ του Νίκου Γούλια εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.


"Το τρένο από τη Σμύρνη, που χειμώνα του 1876 έβγαινε από την πρωινή ομίχλη, δεν έφερνε μόνο τον ξένο. Κουβαλούσε μέρες και νύχτες ενός μοιραίου έρωτα, πολλές αναμνήσεις, μεγάλα πάθη, μια δολοφονία… μαζί και έναν πίνακα με την ημίγυμνη Χατισέ, που όλους και όλα τα κοίταζε κρύβοντας επτασφράγιστα τα μυστικά της.
Ένα μυθιστόρημα που θα σας ταξιδέψει σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά, ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ." Νίκος Γούλιας

“Μην ψάχνεις για το τι θα ζωγραφίσεις, όλα είναι μπροστά σου και έχεις το ταλέντο να τα κάνεις Τέχνη”... “Μην περιμένεις την Τέχνη να σε βρει, η Τέχνη δεν υπάρχει! Τέχνη είναι η ματιά σου...”
“Η Χατισέ στο πάτωμα... Η Χατισέ στον καναπέ... Η Χατισέ όρθια... Η Χατισέ καθισμένη...”
“Στα χρόνια που περάσανε οι πίκρες ξεχάστηκαν. Όλα μαζί αλέστηκαν μέσα στην καθημερινότητα που ξεθωριάζει τα πάντα. Αλλά πιο γρήγορα και άλλα πιο αργά φύγαν τα πώς και τα γιατί, και μείναν οι αναμνήσεις και κάμποσα ερωτηματικά, που γρήγορα διαλύθηκαν κι αυτά έτσι όπως είχαν έρθει”.
"Όλα είχαν ξεκλειδώσει μέσα του” Ελένη Γκίκα

Δείτε το βίντεο :
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ-Χατισέ: Στα χρόνια της ομίχλης 2-Νίκος Γούλιας



Το τρένο από τη Σμύρνη, που χειμώνα του 1876 έβγαινε από την πρωινή ομίχλη, δεν έφερνε μόνο τον ξένο. Ξοπίσω του κουβαλούσε στροβιλίζοντας και το θαλασσινό αγέρι, που πολλά χρόνια πρωτύτερα, από τη μαγευτική πολιτεία των καναλιών είχε φερμένη την οικογένεια του Βενετσιάνου ζωγράφου Πάολο στη Σμύρνη των χρωμάτων και των αρωμάτων.

Κουβαλούσε μέρες και νύχτες ενός μοιραίου έρωτα, πολλές αναμνήσεις, μεγάλα πάθη, μια δολοφονία… μαζί και έναν πίνακα με την ημίγυμνη Χατισέ, που όλους και όλα τα κοίταζε κρύβοντας επτασφράγιστα τα μυστικά της, άλαλη όπως ήτανε όχι μόνο στο κάδρο αλλά και στη ζωή της.

Από τη Σύρο και το Κορδελιό, μέχρι τη Χίο και τα Αλάτσατα, κι από την Πέργαμο ως την Πόλη, πολλών ανθρώπων οι ζωές θα διαγράψουν την τροχιά τους γύρω από τη Χατισέ, ανυποψίαστα τόσο κοντά η μία με την άλλη∙ ο Στέφανος, η Μαριώ, ο Λιωνής. Ο Ζοζέφ και η Πηνελόπη.

Ο Τζοβάνι, η Φραντσέσκα, η Αντζελίνα. Ο Χακάν και η Ακτσού. Και η Χατισέ, παντού… Ένα μυθιστόρημα που, μετά την ΙΑΣΜΗ, εξακολουθεί να ταξιδεύει τον αναγνώστη στη χαραυγή του 19ου αιώνα, σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά, στα χρόνια της ομίχλης.>> http://bit.ly/sta-xronia-tis-omixlis-Xatise




Public
Καραγεώργη Σερβίας 1 - Πλατεία Συντάγματος, 10563 Athens, Greece
Εμφάνιση χάρτη · Λήψη οδηγιών




Βιογραφικό από http://www.biblionet.gr

Γούλιας, Νίκος

Ο Νίκος Γούλιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Το 1980 αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του, ιδιωτικά και δημόσια, μικρά και μεγάλα, βρίσκονται υλοποιημένα σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο. Έχει τιμηθεί με είκοσι πέντε μέχρι σήμερα Πανελλήνια Αρχιτεκτονικά Βραβεία και Διακρίσεις, ενώ έργα του έχουν δημοσιευτεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά και βιβλία. Το βιβλίο "Στα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη" ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2013) Στα χρόνια της ομίχλης: Χατισέ, Ψυχογιός
(2012) Στα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη, Ψυχογιός


Στα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη
Μυθιστόρημα
Νίκος Γούλιας
Ψυχογιός, 2012
517 σελ.
ISBN 978-960-496-912-8
Νεοελληνική πεζογραφία -
Μυθιστόρημα [DDC: 889.3]


Χίος, 1822. Σε χρόνους παλιούς και δύσκολους, η οικογένεια του Ισίδωρου σκορπά και χάνεται μετά την ολοκληρωτική καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους. Στη Σύρο, όπου έχουν καταφύγει αυτός και οι αδερφές του, χάρη στις φροντίδες μιας καθολικής καλόγριας κι ενός Ψαριανού μπουρλοτιέρη καταφέρνουν να επιβιώσουν και να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, σ' ό,τι έχει απομείνει όρθιο, για να ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή.

Χρόνια μετά, στο ίδιο κυκλαδίτικο νησί, ο Νικόλας, ο ανιψιός του Ισίδωρου, θα γνωρίσει την αγάπη στο πρόσωπο της Ιάσμης, μιας κοπέλας που η αύρα του μυστηρίου την αγκαλιάζει ολόκληρη. Οι δυο νέοι θα ζήσουν τον απόλυτο έρωτα, ενάντια στη μοίρα που παραφυλά σκληρή κι αμείλικτη.

Ένα μυθιστόρημα που ταξιδεύει τον αναγνώστη στο πρώτο μισό ενός ταραγμένου 19ου αιώνα, στα χρόνια της ομίχλης, στους θαλασσινούς δρόμους του Αιγαίου και των Κυκλάδων, από τα σοκάκια του Πυργιού, το λιμάνι και το κάστρο της Χώρας, ως την κοσμοπολίτισσα Ερμούπολη και τη μυστηριακή Σμύρνη με τα χρώματα κι αρώματα της Ανατολής.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Ελένη ΓκίκαΣτα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη, www.diavasame.gr, Σεπτέμβριος 2013Τέσυ ΜπάιλαΣτα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη, http://www.culturenow.gr, 19.8.2013Σέσσυ ΣαμόληΤαξίδι εποχής στους θαλασσινούς δρόμους του Αιγαίου, "Book Bar", 19.6.2013Πάνος ΤουρλήςΣτα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη, www.captainbook.gr, 13.12.2012Νίκος ΒατόπουλοςΗ Χίος, η Σύρα και η Σμύρνη, "Η Καθημερινή", 8.12.2012




(2012) Στα χρόνια της ομίχλης: Ιάσμη, Ψυχογιός

Τριστάν Κορμπιέρ ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ


eikona


Τριστάν Κορμπιέρ

ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ

Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Χόρτο στον άνεμο και τα μαλλιά σου.
Φωσφορισμούς θ’ αφήνουν τα βαθιά σου
άδεια μάτια, φωλιές των ερπετών.
Κρίνοι, μυοσωτίδες, άνθη των
τάφων, θα γίνουνε μειδίαμά σου.
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου.
Τον βαρύ πια μην κάνεις. Των ποιητών
τα φέρετρα παιχνιδάκια, στοχάσου,
είναι κι αθύρματα νεκροθαπτών.
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης
(1896-1928)
μυοσωτίδα: το φυτό «μη με λησμόνει».
άθυρμα: αυτό με το οποίο παίζει κανείς· αυτός που άγεται και φέρεται
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής
ΣΧΟΛΙΟ
Συνωθούμενη ανάμεσα στην όψιμη ρομαντική ποίηση (με τις συναισθηματικές της υπερεκχειλίσεις) και στην παρνασσική ποίηση (με τους σφιγμένους κανόνες της στιλιζαρισμένης γλώσσας της), η ποιητική αναζήτηση του Κορμπιέρ επιλέγει μιαν εκφραστική διέξοδο στο αντικομφορμιστικό στοιχείο και στην απλή και ρεαλιστική γλώσσα. Συνθέτοντας τη διαμαρτυρία ενός ανθρώπου που η ζωή δεν φάνηκε πρόθυμη να του δώσει όλα όσα δεν τόλμησε να της ζητήσει, τα ποιήματα της συλλογής στην οποία ανήκει το «Μικρός που πέθανε στ’ αστεία» εκφράζουν την ανικανοποίητη επιθυμία του έρωτα, της γαλήνης και της ελευθερίας – τη λαχτάρα ενός νέου που, όπως γράφει ένας κριτικός του, «γλείφει τα χέρια της Ζωής με την αφοσίωση και την πιστότητα ενός σκύλου».
Από αυτή την έλλειψη ικανοποίησης φαίνεται να προέρχεται και η πόζα του ποιητή στο παραπάνω ποίημα· μια πόζα όχι απέναντι στους άλλους ανθρώπους (όπως τη βλέπουμε σε άλλους στίχους του) αλλά απέναντι στον ίδιο τον ποιητικό του εαυτό. Ελάχιστοι είναι οι ποιητές που είδαν με τόση καυστικότητα τη ματαιότητα της ποιητικής πράξης, όπως ο Κορμπιέρ. Όμως πίσω από την κωμική απεικόνιση (ο ποιητής παρομοιάζεται με αεροβατούντα κομμωτή κομητών) και το μαύρο χιούμορ των νεκροταφικών απεικονίσεων φαίνεται να διακρίνεται η ελπίδα ότι όσα του στέρησε η ζωή θα του τα ισοσταθμίσει (έστω μετά θάνατον) η ποιητική δικαίωση.
Η εικόνα του ποιητή σ’ αυτό το ποίημα μπορεί να συγκριθεί με την εικόνα του στα ποιήματα Α6Α20 και Α24. καθώς και στα «Δικαίωσις» (Παράρτημα, αρ. 9), «Όλοι μαζί...» του Καρυωτάκη και «Ο βασιλιάς της Ασίνης» του Σεφέρη.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
  1. Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου: Σχολιάστε το νόημα του στίχου.
  2. Τι σημαίνει, κατά τη γνώμη σας, ο χαρακτηρισμός κομμωτής κομητών;
  3. Πώς συνδέεται ο τίτλος με το περιεχόμενο του ποιήματος;

TRISTAN CORBIERE (Κωτ-Κονγκάρ, 1845 – Μορλαί 1875). Γάλλος ποιητής. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του ναυτικού και συγγραφέας μυθιστορημάτων με ναυτικά θέματα. Και ο ίδιος θαύμαζε τη θάλασσα και τη ζωή των ναυτικών. Από την εφηβική του ηλικία έπασχε από παραμορφωτική αρθρίτιδα. Γρήγορα εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Παρίσι και αποσύρθηκε στο οικογενειακό του κτήμα στην εξοχή. Μερικές επισκέψεις στο Παρίσι κι ένα ταξίδι στην Ιταλία σημαδεύουν τη σύντομη ζωή του. Το 1873 εξέδωσε τη μοναδική ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Κίτρινοι έρωτες, που πέρασε απαρατήρητη. Αργότερα, το έργο του έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό από τον ποιητή Πωλ Βερλαίν.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4444,19892/index_a_22.html

Mikros pou pethane st' asteia - Thanos Mikroutsikos

ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ' ΑΣΤΕΙΑ - ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ
ΣΤΙΧΟΙ: Tristan Corbiere
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Από το cd 8 (Ανέκδοτα Τραγούδια) της σειράς "Ταξιδεύοντας με την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" (2009)



Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Μπαλάντα Μελίνα Τανάγρη

Μπαλάντα  Μελίνα Τανάγρη

Την ώρα αυτή τα δέντρα αναστενάζουν
άλογα πίνουν κι ύστερα καλπάζουν
Και σε πλαγιές ανήσυχες μ'αφήνουν
εκεί που τα όνειρά μου τρεμοσβήνουν

Άναψες φως με στοργικό φανάρι
κι ημέρωσα με τη δική σου χάρη
Και στης ζωής μου την παράξενη αλχημεία
μαντεύω πια ατίθαση πορεία

Η ομορφιά με τους δικούς της νόμους 
μ'αφήνει πάντοτε φτερά στους ώμους
Κι ένα μικρό, ανάλαφρο τελάρο
με τις χαρές που τόλμησα να πάρω

Με μάτια ορθάνοιχτα καθώς κοιτάζω
πώς έρχεσαι και φεύγεις, μα διστάζω
Ν'αλλάξω έστω και λίγο απ'τον ειρμό σου
το χάσμα, τις αιχμές και το ρυθμό σου

Αύρα, ηχώ, και πέταλο δικό μου
παραμιλώ για σένα στ'όνειρό μου
Αδειάζω τα παλιά μου τα συρτάρια
και σβήνω πίσω μου όλα τα χνάρια

Η ομορφιά με τους δικούς της νόμους 
μ'αφήνει πάντοτε φτερά στους ώμους
Κι ένα μικρό, ανάλαφρο τελάρο
με τις χαρές που τόλμησα να πάρω

Κάστρα οχυρά και κάστρα ερειπωμένα 
σε δρόμους που περπάτησα για σένα
Περάσματα σε άγνωστες επάλξεις
και θαύματα όπου και να κοιτάξεις

Και κάθε μέρα έτσι που περνάει
σα μυστική γιορτή με ξεπερνάει
Κάνει χαρμόσυνα τα γεγονότα
μαζί όλο καμπάνες κι όλο φώτα

Έτσι λοιπόν σε κόσμο μαγεμένο
μ'έφερες σε τοπίο εκτεθειμένο
Ταξίδι, μ'έκανες, αόρατο ν'αρχίσω
και πίσω πια δεν έχει να γυρίσω....

Μουσική: Angelo Branduardi (διασκευή μεσαιωνικής μελωδίας)
Ελληνικοί στίχοι: Μελίνα Τανάγρη
Ερμηνεία: Μελίνα Τανάγρη
Από το δίσκο: "Τεσσαρακοστός Παράλληλος", 1982

Σιωπή Κωστής Παλαμάς


Μιὰ ψεύτρα εἶν᾿ ἡ βοή, τὰ λόγια εἶναι μαχαίρια,
παντοῦ εἶν᾿ ἡ πλάνη. Τραγουδάει σὲ κάθε ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια
καὶ μιὰ Σειρήνα ἕνα τραγούδι ἐπίβουλο θανάτου,
τρομάρα καὶ σπαρτάρισμα κάθε φωνὴ ἀπὸ κάτου,
κάθε ἁρμονία ἀπὸ ψηλά. Σιωπή, Σιωπή, μητέρα,
δός μου νὰ πιῶ στὸν κόρφο σου νέο γάλα, νέον αἰθέρα,
καὶ κάτι ποὺ δὲ λέγεται καὶ κάτι ποὺ ἀνασταίνει.
—Τοῦ κάκου· κάποιος μέσα μου μιλεῖ καὶ δὲ σωπαίνει...
Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 171

Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας Κωστής Παλαμάς

Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας

Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους στὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.
Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη.
«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;
Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων,
στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.
Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»