Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δεύτερο)
29 Οκτωβρίου 2013 στις 1:55 π.μ.
Οι κενταύριες αποδείχτηκαν ιδιαίτερα προσοδοφόρες: έγιναν του συρμού, έκαναν δηλαδή το κοινωνικό τους ντεμπούτο, τις ανακάλυπτε κανείς σα μισοξεχασμένη προσευχή θαυματουργίας. Τις φόραγαν οι άντρες μες στα τουρμπάνια σφηνωμένες, χρησιμοποιήθηκαν για να στολίσουν νυφικά κρεβάτια και γαμοπίλαφα, ως και εκείνα τα σιχτίρ πιλάφια των αποχωρισμών - όταν κάποιος υψηλόμισθος έπαιρνε διαταγή μετάθεσης και πάγαινε από τη μία πόλη εις την άλλη από τη Μανισά στο Κόνιαλε και τούμπαλιν, στα γεύματα των αλλαγών του Τούρκου πρέσβη σε όλες τις πρεσβείες παγκοσμίως - η αναβίωσή τους εσυνέπεσε με έναν εξευρωπαϊσμό που έπνεε στα χωρικά εδάφη, αλλά ταυτόχρονα σήμαινε με καμπανιστές χαρές μια φλόγα μεγαλείου: το ταπεινό ανθίδιο υβριδιούσε την ένωση Ανατολής και Δύσης, άλλαζε ο παγκόσμιος ο χάρτης πάσας πραγματικότητας. Και επειδή οι μοίρες των ανθρώπων και των λουλουδιών λίγο απέχουν, θα ήταν δυνατό να ειπωθεί ότι τέτοια παρόμοια μετάλλαξη συνέβαινε και για το Δημητράκη που πλέον είχε καλοβολευτεί στο νέο παρανόμι του και το αναγνώριζε βαφτιστικό δικαίωμά του ως Ντημίτ. Έχοντας από την παλιά ζωή του μάθει να συνταιριάζει τους φθόγγους δύο λαλιών μέσα στο στόμα του κι ήξερε με τη γλώσσα να εκτελεί τα λεπτουργά τα ακροβατικά κάθε ανθρώπου που έχει το προνόμιο διγλωσσίας, είχε μονάχα την ανάγκη να στιλβώσει τους τρόπους του, να ξέρει μια και δυο-τρεις λέξεις της ιδίας έννοιας, ώστε να ξέρει να απευθύνεται ανάλογα με την ανάγκη του συνομιλητή. Οπόταν, κάθε βράδυ πριν απ΄την κατάκλιση άνοιγε το παλιό βιβλίο που του είχε παραχωρημένο (με συνώνυμα) ο Μπέης και έπλεκε τρελά σχεδιογαϊτανάκια, σχεδίαζε τις λέξεις - και εν καιρώ, βρέθηκε να μπορεί να εμφανίζεται κύριος με τον κύριο κι αλάνι με τ' αλάνια - κι έτσι αρματωμένος κέρδισε το ατού της διαπραγμάτευσης και όλων των τιμών:αλλιώς με τους εργάτες κι ετεροτρόπως με τους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού. Και αλλέως με τα ένρινα τα γαλλικά του Οθωμανού κάποιας επιφανείας (αυτό πια - και πού στο λύκο να τα έμαθε εκείνα τα τερτίπια σ΄αυτή τη λάγνα γλώσσα την ανάποδη; Ποτέ κανένας δεν κατέληξε σε πόρισμα επί αυτού ζητήματος, αν και λεγόταν από κάποιους ότι τον είχε δασκαλέψει μια σαντέζα απ΄τα καφέ-σαντάν στη γλώσσα, και στο γαλλικό φιλί μετά αυτής - αυτό βεβαίως, δεν το έχετε ακούσει από μένα). Τέλος των πάντων, του φανήκανε και χρήσιμα όταν έπρεπε να μιλά με κάτι από οίκους της μοδός εκ Παρισίων, που έχοντας ανακαλύψει το ψυχανθές να έχει νηπενθή ανάσα, δως του και κάνανε παραγγελίες επί των παραγγελιών πρώτα για να του σπάσουνε τον κώδικα και πώς να καταφέρουν την απόσταξη - και με το γεγονός τετελεσμένο, για να δημιουργούν παραγωγή να διοχετεύεται εντός των αγορών (εισαγωγές-εξαγωγές λεγόταν το παιχνίδι, και ο Ντημίτ ήτανε παιχνιδιάρης κι ήξερε να γυρνά το ένα σε πολλά). Κι ακόμα, λέγανε πως είχε το μάτι ήρεμο για κάθε λεπτομέρεια και ότι είχε απαιτήσει όπως σχεδιαστεί το φυαλίδιο του κενταυροαρώματος με πρότυπο τα φυαλίδια δακρύων τόσο γνωστά σε μια παρωχημένη εποχή - όπου το πένθος είχε το βάρος του και τη ρομαντική του σπουδαιότητα, και οι ψυχές των τεθλιμμένων είχανε και δοσμένο ένα τράτο, πως δηλαδή είχε ο κάθε άνθρωπος (κυρίως οι γυναίκες που ήταν και είδος πιο ευαίσθητο, μην τις κοιτάτε τώρα), ένα το μέτρο να μετριέται ο πόνος εν τω χρόνω, μια σιγουριά πως η διαδικασία του μαραζιού δεν είχε ξεστρατίσει να πήγαινε κατά διαόλου σαν κακοφόρμισμα, πληγή που έπιασε γάγγραινα:ότι, πως λέγανε, να γέμιζε το μπουκαλάκι το μαύρο δάκρυ - κι ο πόνος να κρατεί ως την εξάτμιση, μα ένα χρόνο, είτε δύο είτε όσα, ανάλογα με τη μάζα της ορισμένης του πυκνότητας - διότι όλοι πια το ξέρανε κι από παλιά παλιότατα - άλλο το κλάμα της μητέρας, άλλο της αδερφής, άλλο της παντρεμένης και της ανύπαντρης, και άλλο της φιλημένης από καλό φιλί, ο χρόνος χόρευε χορούς σ' άλλους ρυθμούς της θλίψης. Και το λανσάρανε το άρωμα με τη μεν αληθή ονομασία Δάκρυ Κενταύρου (που αποδείχτηκε πως ήτο δε πιασάρικη, ήτανε κι όλα σκανδαλώδεις φαίνεται οι Φραντσέζες, τες άρεσαν ετουτες οι προσμίξεις του παράξενου, τ' αρσενικά τα δάκρυα ν' αλείφονται, ποιός ξέρει; Κι εκόβετο μονέδα και μεγαλώνανε τα έχει του Ντημίτ, αυγάταινε και το καλό του Μπέη. Μέχρι που φτάσαμε σε δύσκολα σημεία, που ήρθαν και σταυρώσανε την αδερφή του την ιδία, που να φυλάει ο Θεός το όνομά της. Και που, ειρήσθω εν παρόδω, το άρπαξε η μνήμη και ξεχάστηκε - και έχει μείνει όπως μνημονεύεται για την παρούσα ιστορία ως η Αειπάρθενος - κι ακούστε το γιατί: Η κοπελίτσα, ήτο ακόμη έφηβος και κόρη, ότε ευρέθη με τον κόσμο της κομμένο - με τους γονείς στο χώμα και με τον αδελφό μεγαλεπήβολο. Κι ενδεχομένως να φοβήθηκε με του μικρού του Δημητράκη τα πιασίματα (τον είχε δει κι από παλιά πώς μεγαλοπιανότανε όταν της έλεγε πώς ήξερε - και την εσταύρωνε και κείνη να του πει, να το ομολογήσει - αφού, έπρεπε, και δεν ήταν μεγαλύτερη; ότι δεν ήτανε παιδί εκείνος του πατέρα τους - αφού, δεν το θυμότανε - τί, ήτανε χαζή ή ήταν ξεχασιάρα, ή μήπως τη χαζή ήθελε παρασταίνει; Τότε που ήτανε φερμένος στα μετάξια, που τον είχανε εύρει εις το βουνό και θα τον είχανε φαέσουσι οι λύκοι - εξ ού και αποδεικνύεται πως όχι μόνο ήτανε που σου λέγω από τρανή γενιά, μα ήτανε κι αρχιευλογημένος του Πατριάρχη, ξύπνα μωρέ καλίτσα, να της λέει - και την ταλάνιζε μέσα στο βράδυ-βράδυ - και να την αναγκάζει κάποια στιγμή που έπεφτε στη νύστα και να του σκούζει Εντάξει, Δημητρό μας, το θυμάμαι, κάνε μου τώρα αυγερινούλη μου τη χάρη σου και να 'ναι και μεγάλη - Σύρε να θέσεις, άντε και να χαρείς ό,τι αγαπάς - κι ούτε σκωμό δε θα ΄χω αύριο - σκασμένο, έλεγε εντέλει μες απ΄τα δόντια της, κακό σκασμό δε βγάζεις την ώρα βραδινή, παραξενιάρικο!). Τώρα, φοβήθηκε ή όχι - δεν το ξέρουμε άλλος κανείς από την ίδια την καρδιά της - αλλά το ζήτημα μ΄αυτήν την Αειπάρθενη είναι ότι τα σιγαλά ποτάμια να φοβάσαι. Όχι πως ήταν το κορίτσι μπελαλίδικο, αλλά ήταν δεν ήτανε δυο χρόνια μεγαλύτερη - έμαθε δηλαδή από μωρό ότι εφ΄όσον είχε έρθει πρώτη, ήτανε το γραφτό να καταφτάνει δεύτερη - γνωστή παραδοξολογία μα ορισμενως και αποδεδειγμένα αληθής ως εγκατάσταση ηθών και χαρακτήρος. Ήτοι: μάθε να αγοράζεις, μην τρέχεις να πουλάς. Που, και επεξηγώ, ο που πουλών θα λέει τα πολλά, ο που αγοράζων κρύβει από τα λόγια. Έμεινε το λοιπόν να του κρατάει σπίτι, πρώτα ωσάν μεγάλη αδερφή, μετά σαν οικονόμος, ένα κάτι - ύστερα σαν το βάρος κι εν τέλει σαν το χάρισμα. Μα, στην αρχή, φροκάλιζε το χώμα και το 'βρεχε όπως κατακαθίσει, μαγείρευε, κηπούρευε τις γλάστρες, σιδέρωνε ως τα χαρτονομίσματα τα πιάστρα, για να πληρώνουνε με καθαρά λεφτάκια. Αργότερα, την πήρε από τη συνοικία - που έτσι και αλλιώς είχε και ο αέρας της αρχίσει να μην τους εσηκώνει όταν ανοίξανε τα φελέκια, γιατί εδώ πώς και να μην το πούμε - είχανε κι οι γειτόνοι τους τα δίκια: τον ξέρανε τον άλλον, το μυξάρικο που άλλαξε και όνομα και τρόπους, δεν τον ανεγνωρίζανε δικόν - έχασε και αυτή ό,τι πια κοινωνία και της είχε απομείνει. Μα όμως, είχανε αλλάξει κι οι ανάγκες - είχε αυτός αρχίσει κάποιους σοβαρούς να δεξιώνεται, βρέθηκε και εκείνη να έχει τα δυο της χέρια για αριστερά: για τη μαγειρική του πλέον δεν του έκανε, και τα πατώματα είχανε πλακωθεί πλακάκια τα Ιζμίρικα, τα καθαρίζανε κάτι κοπέλες δούλες. Έπιασε κι η καημένη η Αειπάρθενος να κάνει κάτι τόσα πια εργόχειρα για να περνούν οι ώρες, να με ραψίματα - εκεί ήτανε που εφάνη η αξία της, εκεί ευρέθηκε με δυο χεράκια να δεξεύουνε, με δεξιοτεχνίες: κι αυτό, θα αποδείχνει εν καιρώ και με το χρόνο ότι υπάρχει και η χάρη του Θεού και μας σπλαχνίζεται - όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία και θα ακολουθήσει με το βήμα και την ώρα της. Μόνο να πούμε, πως απομακρυμένη από ανάγκη για δουλειά έμαθε κείνη πώς να ράβει και να ράβεται και να κεντά με ώρες τα προικιά της. Αλλά, ο γάμος που προέκυψε αιφνίδια δεν ήτο ο δικός της, παρά του αδερφού. Κι ας όψονται γι αυτό τρία στοιχεία: ο πλούτος, και το όνομα, κι αυτός ο θεομπαίχτης ο Χατζη-Ρεΐς με το κακό σουσούμι, το Τζουμάρτεσι.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Φυαλίδιο από "Δάκρυ Κενταύρου", κατασκευασμένο για το ομώνυμο άρωμα από τον οίκο Floramye, σχεδιασμένο κατόπιν υποδείξεως του ΝτημίτΕφέντη (ακριβής χρονολογία αμφισβητούμενη)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου