Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Τζούλια Φορτούνη “Φυσικό Αντίδοτο”



Αναζητώντας ένα στίχο
κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι



κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι

σε τόπους μέσα στην ομίχλη

όλες οι λέξεις του είν’ αποσκευές

μέσα τους ακονισμένες καλά οι σκέψεις

οι κραυγές και οι σιωπές τους



κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι

ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο

που ξέμεινε στην εξοχή

ή καραβάνι στη μέση της ερήμου

τρένο που μόλις βγαίνει από τούνελ

ή έγκλημα ανεξιχνίαστο σε ποταμόπλοιο



κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι

με συναντήσεις αναπάντεχες

και δεν έχει μονοπάτι να ξεφύγεις

όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις



κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι

προορισμός

η αμφίσημη ενδοχώρα του

Ιωάννα Φραγκιά, PERSONAL BELONGINGS





PERSONAL BELONGINGS

Βιάστηκα να προλάβω τον συρμό, μόνη μέσα στην άμορφη μάζα του κόσμου, που έσπρωχνε στην αποβάθρα. Γέμισε το βαγόνι ασφυκτικά, πού να βάλω τα χέρια, πού να πατήσω, τι ερημιά αβάσταχτη να στριμώχνεσαι στο πλήθος. Άνθρωποι βλοσυροί δεν κοιτούν πουθενά, κρύβουν το βλέμμα να μη φανούν πως έχουν μάτια, γυρνούν το κεφάλι αλλού να μη φανούν πως έχουν αυτιά.

Έκλεισαν αυτόματα οι πόρτες, κούρνιασα ανάμεσα από παλτά, χνώτα και σήματα τηλεφωνικά σε τσέπες και τσάντες. Σφύριξε ο αέρας στη σήραγγα που κατάπινε γοργά τα βαγόνια, το κορίτσι ακούστηκε ευγενικά απ΄το μεγάφωνο "Αγαπητοί επιβάτες, παρακαλείστε όπως προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα" - κι αμέσως η μετάφραση για τους αδαείς "Dear passengers, please mind your personal belongings".
Έσφιξα κι άλλο την τσάντα στο μέρος της καρδιάς, πόσο πιο βαθιά να την αγκαλιάσω; Μάταια, ανόητα έδειξα υπακοή στο κάλεσμα, τι προσωπικά αντικείμενα να προστατέψει μια κενή καρδιά, πώς να γεμίσουν τα αγγεία με αίμα, ποιος παλμός ρυθμικός να στείλει ζωή, κι από πού; Σκεφτόμουν δυνατά, με τράνταζαν τα σφηνωμένα σώματα στο ρυθμό του συρμού. "Καλά τα λες" ούρλιαξε η σήραγγα και συνέχισε να καταπίνει τα βαγόνια.

Ιωάννα


Ioanna Fragkia
· 30/01/2014 ·

Πουθενά χωρίς εσένα - Σοφία Στρέζου


Sofia Strezou
29 Ιανουαρίου
Πουθενά χωρίς εσένα - Σοφία Στρέζου

Πουθενά χωρίς εσένα
κι αν η θλίψη αποσταχθεί
θα μείνουν τα δάκρυα
να αποχαιρετούν τον φόβο
σε ξέθαμπα τοπία υπομονής
που φυλακίζουν νύχτες
στα μάτια σου.

Σκίζεις τα ρούχα
της αναμονής
για να περπατήσεις γυμνός
ως τη συνάντηση
που δεν λέει να φθάσει

Με ακάλυπτη την ψυχή
σε ληθαργικούς ύπνους
σκορπάς 
σαν την στάχτη στον άνεμο
στα σοκάκια της λήθης
τα αποστάγματα της λύπης
το ξέθωρο πια…Πουθενά χωρίς εσένα !


Λόγια ἐπιγράμματα (Δ´-Η´ αἰ.)

Τέταρτος - Όγδοος Αιώνας


ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ αὐτοκράτορα

Τίς; Πόθεν εἷς, Διόνυσε; μὰ γὰρ τὸν ἀληθέα Βάκχον
οὔ σ᾿ ἐπιγιγνώσκω· τὸν Διὸς οἶδα μόνον·
κεῖνος νέκταρ ὄδωδε, σὺ δὲ τράγον· ἦ ῥά σε Κελτοὶ
τῇ πενίῃ βοτρύων τεῦξαν ἀπ᾿ ἀσταύων.
τῷ σε χρὴ καλέσιν Δημήτριον, οὐ Διόνυσον,
πυρογενῆ μᾶλλον καὶ Βρόμον, οὐ Βρόμιον.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΝΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (4ος αι.)

Χθιζὸς ἐμοῖς ἀχέεσι τετρυμένος, οἷος απ᾿ ἄλλων
Ἥμην ἐν σκιερῷ ἄλσει, θυμόν ἔδων.
Καὶ γάρ πως φιλέω τόδε φάρμακον ἐν παθέεσσιν,
Αὐτός ἐμῷ θυμῷ προσλαλέεν ἀκέων.
Αὖραι δ᾿ ἐψιθύριζον ἅμ᾿ ὀρνιθέεσσιν ἀοιδοῖς,
Καλόν ἀπ᾿ ἀκρεμόνων κῶμα χαριζόμεναι,
Καί μάλα περ θυμῷ κεκαφηότι. Οἱ δ᾿ ἀπό δένδρων
Στηθομελεῖς, λιγυροί, ἡελίοιο φίλοι,
Τέττιγες λαλαγεύντες ὅλον κατεφώνεον ἄλσος.
Παρ᾿ δ᾿ ὕδωρ ψυχρὸν ἐγγὺς ἔκλυζε πόδας,
Ἧκα ῥέον δροσεροῖο δι᾿ ἄλσεος. Αὐτάρ ἔγωγε
Τώς ἐχόμην κρατερῶς ἄλγεος, ὡς ἐχόμην
Τῶν μέν ἄρ᾿ οὐκ ἐθέλει τέρψιος ἀντιάειν.
Αὐτός δέ, στροφάλιγξιν ἑλισσομένοιο νόοιο,
Τοίην ἀντιπάλων δῆριν ἔχων ἐπέων·
Τίς γενόμην, τίς δ᾿ εἰμί, τί δ᾿ ἔσσομαι; Οὐ σαφά οἶδα.
Οὐδέ μέν ὅστις ἐμοῦ πλειότερος σοφίην.
..............................................................
Ἵστασο. Πάντα Θεοῦ δεύτερα. Εἶκε λόγῳ.
Οὐ δέ με μαψιδίως τεῦξεν Θεός. Ἔμπαλιν ᾠδῆς
Ἵσταμαι· ἡμετέρης τοῦτ᾿ ὀλιγοφρενίης.
Νῦν ζόφος, αὐτὰρ ἔπειτα λόγος, καὶ πάντα νοήσεις,
Ἤ τόν Θεόν εἰσρόων ἤ πυρί δαπτόμενος.
Ὥς μοι ταῦτ᾿ ἐπάεισε φίλος νόος, ἄλγος ἔπεσσεν.
Ὀψέ δ᾿ ἀπό σκιεροῦ ἄλσεος οἴκαδ᾿ ἔβην.
Ἄλλοτε μέν γελόων ἑτερόφρονα, ἄλλοτε δ᾿ αὖτε
Κῆρ ἄχεϊ σμύχων, μαρναμένοιο νόου.
Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
με την ψυχή μου ν᾿ αναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αύρες ψιθύριζαν μ᾿ αηδόνια καλλικέλαδα
κι απ᾿ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
θαρρείς και σού φευγε η ζωή. Κι από τα δέντρα
τα οξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι του ήλιου,
πλημμύριζαν το δάσος με τις φλύαρες φωνές τους.
Σιμά ρυάκι δροσερό έβρεχε τα πόδια
και μες στο δάσος έτρεχε απαλά.
Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
σ᾿ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος στάθηκα, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω καθαρά.
Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
.............................................................
Στάσου. Μπρος στο θεό όλα δεύτερα. Τόπο στο Λόγο.
Μάταια δε σ᾿ έπλασε ο θεός,
μ᾿ εγώ αντιστέκομαι, μικρόψυχος, στον ύμνο.
Σκοτάδι εδώ κι εκεί του Λόγου το βασίλειο κι όλα ξάστερα,
για το θεό αντικρύζοντας, για στη φωτιά να τυραννιέσαι.
Μόλις με γλύκανε έτσι ο νους, πάει κι ο πόνος.
Κι από το σύσκιο δάσος χτες γυρίζοντας
στο σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα
και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.

Τοῦ ἰδίου

Δίς, οἶδα τοῦτο, φεῦ! Δίς ἐπτερνισμένος·
Εἰ μέν δικαίως, προσδέχθοιθ᾿ ὑμᾶς ὁ Θεός·
Εἰ δ᾿ οὐ δικαίως, προσδέχθοιθ᾿ ὅμως ὁ Θεός·
Οὐδέν γάρ ὑμῶν οὐδέ ὥς καθέξομαι.
Πλήν ἐκλέλοιπα, καί ποθῶ λύσιν κακῶν.
Τῶν μέν παρόντων εἰμί πάντων ἔμπλεως,
Πλούτου, πενίας, χαρμονῶν, οὐ χαρμονῶν,
Δόξης, ἀτιμίας τε, δυσμενῶν, φίλων·
Τῶν δ᾿ οὐ παρόντων εὔχομαι πεῖραν λαβεῖν.
Πέρας λόγου· τολμῶ δέ, καί δέξου λόγον·
Εἰ μηδέν εἰμι, Χριστέ μου, τίς ἡ πλάσις;
Εἰ τίμιός σοι, πῶς τόσοις ἐλαύνομαι;
Το ξέρω, δυο φορες μ᾿ απολακτίσατε.
Αν δίκαια, ο θεός να σας συγχωρέσει·
Αν άδικα, παλι ο θεός να συγχωρέσει.
Κατηγορία βαριά ακόμη κι έτσι δε θα σας προσάψω.
Πλην έχω εξαντληθεί, ποθώ το τέλος των δεινών.
Απ όλα τα παρόντα κορεσμένος,
Πλούτη και φτώχεια, εχθρούς και φίλους.

Τα απόντα εκείνα ευχή μου ν᾿ απολαύσω.

Ακροτελεύτιος λόγος. Τον τολμώ κι άκου τη σκέψη:
Αν είμαι ένα μηδεν, Χριστέ μου, γιατί μ᾿ έπλασες;
Κι αν κάτι αξίζω, γιατί οι τόσες περιπέτειες;

Τοῦ ἰδίου

Τροχός τίς ἐστιν ἀστάτως πεπηγμένος,
ὁ μικρός οὗτος καὶ πολύτροπος βίος.
Ἄνω κινεῖται, καὶ περισπᾶται κάτω·
οὐχ ἵσταται γάρ, κἂν δοκῇ πεπηγέναι,
φεύγων κρατεῖται, καί μένων ἀποτρέχει.
Σκιρτᾷ δὲ πολλά, καὶ τὸ φεύγειν οὐκ ἔχει.
Ἕλκει, καθέλκει τῇ κινήσει τὴν στάσιν.
Ὡς οὐδὲν εἶναι τὸν βίον διαγράφων,
ἢ καπνόν, ἢ ὄνειρον, ἢ ἄνθος χλόης.
Μια ρόδα άτσαλα στημένη,
τούτη η σύντομη και πολυδαίδαλη ζωή.
Προς τα πάνω κινούμενη, κατρακυλά στα χαμηλά·
Κι αν φαίνεται στεριωμένη, δε μένει ωστόσο σταθερή.
Θαρρείς πως φεύγει κι είναι στάσιμη, θαρρείς πως στέκει κι όμως τρέχει.
Κάνει άλματα συχνά, μα δε μπορεί να ξεκολλήσει.
Σέρνει και παρασέρνει αυτοκινούμενη τη στασιμότητα.
Σα να διαγράφει το τίποτα ο βίος.
ή καπνός, ή όνειρο, ή ένα αγριολούλουδο.

Τοῦ ἰδίου

συγκρίνοντας την άσημη επισκοπή που του έλαχε στην Καππαδοκία, συγκριτικά με την επισκοπή Καισάρειας που έλαχε στον συμφοιτητή του στην Αθήνα Μέγα Βασίλειο.
Τοιαῦτ᾿ Ἀθῆναι, καὶ πόνοι κοινοὶ λόγων,
ὁμόστεγός τε καὶ συνέστιος βίος,
Νοῦς εἷς ἐν ἀμφοῖν οὐ δύο, θαῦμ᾿ Ἑλλάδος.
........................................................................
Διεσκέδασται πάντα, ἔρριπται χαμαί.
Αὖραι φέρουσι τὰς παλαιὰς ἐλπίδας.
Ποῦ τις πλανηθῇ; Θῆρες οὐ δέξεσθέ με;
παρ᾿ οἷς τὸ πιστὸν πλεῖον, ὡς γ᾿ ἐμοὶ δοκεῖ.
Έτσι ζούσαμε στην Αθήνα, κοπιάζοντας μαζί για μόρφωση,
κάτω απ την ίδια στέγη και στο ίδιο τραπέζι,
και μια ήταν η έγνοια μας, όχι δύο, το θαύμα της Ελλάδας.
...............
Όλα σκορπίστηκαν, ρίχτηκαν στη γη,
Αύρες φέρνουν τις παλιές ελπίδες.
Πού να πάει κανείς; Θα με δεχτούν τ᾿ αγρίμια,
που, καθώς νομίζω, τα πιο πολλά έχουν πίστη;

Τοῦ ἰδίου

Εις την των ανθρωπίνων ματαιότητα

Οἱ τοὺς ἀραχνῶν ἐμμιμούμενοι μίτους,
καὶ τοῖς ἀφανοῖς ἐντρυφῶντες τοῦ βίου,
ἴστωσαν ὡς εὔληπτα καὶ αὔραις πέλει
τὰ τερπεὰ πάντα τοῦ ἀραχνώδους βίου.
Οἱ τοὺς θρόνους ἔχοντες ὡραϊσμένους,
καὶ ταῖς ῥεούσαις ἐξοχαῖς ἐπηρμένοι,
σκοπεῖτε τὴν ἄφευκτον ἐσχάτως δίκην,
ὡς οὐδὲν αὐτὴν οὐδαμῶς παραδράμοι
Τον αραχνώδη ιστό όσοι μιμούνται
Και με τα αβέβαια της ζωής ευχαριστιώνται
Ας ξέρουν πως και ανάλαφρη αύρα διώχνει
Κάθε τερπνό της ζωής της αραχνένιας.
Όσοι σε θρόνους στολισμένους κάθεστε
Και για διαβατικά καυχιέστε προβαδίσματα
Την αναπόφευκτη στερνή δίκη να σκέφτεστε,
Που τίποτε το δρόμο της να αλλάξει δεν μπορεί ποτέ.

ΠΑΛΛΑΔΑ (4ος –5ος αι.)

Πᾶσαν Ὅμηρος ἔδειξε κακὴν σφαλερήν τε γυναῖκα,
σώφρονα καὶ πόρνην, ἀμφοτέρας ὄλεθρον.
Ἐκ γὰρ τῆς Ἑλένης μοιχευσαμένης φόνος ἀνδρῶν
καὶ διὰ σωφροσύνην Πηνελόπης θάνατοι.
Ἰλιὰς οὖν τὸ πόνημα μιᾶς χάριν ἐστὶ γυναικός,
αὐτὰρ Ὀδυσσείῃ Πηνελόπη πρόφασις.
Ο Όμηρος έδειξε τόσο
τη σώφρονα όσο και την πόρνη γυναίκα, ολέθριες.
Γιατί, γινόμενη η Ελένη μοιχαλίδα έγιναν φόνοι ανδρών,
και λόγω της σωφροσύνης της Πηνελόπης θάνατοι.
Η Ιλιάδα γράφρηκε χάριν της μιάς
και η Οδύσσεια χάριν της άλλης.

ΚΥΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟΠΟΛΙΤΗ

(α´ μισό 5ου αι.), έπαρχου (δημάρχου) της Κωνσταντινούπολης, υπάτου, κτίστη των Θεοδοσιανών τειχών της Πόλης, πατρίκιου
Αἴθε πατὴρ μ᾿ ἐδίδαξε δασύτριχα μῆλα νομεύειν,
ὥς κεν ὑπὸ πτελέῃσι καθήμενος ἢ ὑπὸ πέτρῃς,
συρίσδων καλάμοισιν, ἐμὰς τέρπεσκον ἀνίας.
Πιερίδες, φεύγωμεν ἐϋκτιμένην πόλιν· ἄλλην
πατρίδα μαστεύσωμεν. Ἀπαγγελέω δ᾿ ἄρα πᾶσιν
ὡς ὀλοοὶ κηφῆνες ἐδηλήσαντο μελίσσας.
μῆλα=πρόβατα.
Συρίσδων= συρίζων, παίζοντας την ποιμενική σύριγγα.
Τέρπεσκον=ἔτερπον. ἐϋκτιμένην=καλοκτισμένη.
Πιερίδες=Μούσες
Μαστεύσωμεν=αναζητούμε.
ὀλοοὶ...μέλισσας=οι ολέθριοι κηφήνες κατέστρεψαν τις μέλισσες.

ΣΥΝΕΣΙΟΥ (5ος μ.Χ. αι.), μαθητοῦ τῆς Ὑπατίας· ἐπισκόπου Πτολεμαΐδος

  • Ὕμνος Α´

ΣΥΝΕΣΙΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

1








10










20










30










40










50










60










70










80










90










100










110










120










130



Ἄγε μοι λίγεια φόρμιγξ,
Μετὰ Τηΐαν ἀοιδάν,
Μετὰ Λεσβίαν τε μολπάν,
Γεραρωτέροις ἐφ᾿ ὕμνοις
Κελάδει Δώριον ᾠδάν,
Ἀπαλαῖς οὐκ ἐπὶ νύμφαις,
Ἀφροδίσιον γελώσαις,
Θαλερῶν οὐδ᾿ ἐπὶ κούρων
Πολυηράτοισι ἥβαις.
Θεοκύμονος γὰρ ἁγνὰ
Σοφίας ἄχραντος ὠδὶς
Μέλος ἐς θεῖον ἐπείγει
Κιθάρας μίτους ἐρέσσειν.
Μελιχρὰν δ᾿ ἄνωγεν ἄταν
Χθονίων φυγεῖν ἐρώτων.
Τί γὰρ ἀλκά, τί δὲ κάλλος.
Τί δὲ χρυσός, τί δὲ φάμα,
Βασιλήϊοί τε τιμαὶ
Παρὰ τὰς Θεοῦ μερίμνας;
Ὁ μὲν ἵππον εὖ διώκοι,
ὁ δὲ τόξον εὖ τιταίνοι,
ὁ δὲ θημῶνας φυλάσσοι
κτεάνων, χρύσειον ὄλβον
ἑτέρῳ δ᾿ ἄγαλμα χαίτη
καταειμένη τενόντων
πολύυμνος δέ κεν εἴη
παρὰ κούροις, παρὰ κούραις,
ἀμαρύγμασι προσώπων.
ἐμὲ δ᾿ ἀψόφητον εἴη
βιοτὰν ἄσημον ἕλκειν,
τὰ μὲν ἐς ἄλλους ἄσημον,
τὰ δὲ πρὸς Θεὸν εἰδότα.
Σοφία δέ μοι παρείη
ἀγαθὰ μὲν νεότατα,
ἀγαθὰ δὲ γῆρας ἕλκειν,
ἀγαθὰ δ᾿ ἄνασσα πλούτου
πενίαν δ᾿ ἄμοχθος οἴσει
σοφία γελῶσα, πικραῖς
ἄβατον βίου μερίμναις.
Μόνον εἰ τόσον παρείη,
ὅσον ἄρκιον καλιῆς
ἀπὸ γειτόνων ἐρύκειν·
ἵνα μὴ χρεώ με κάμπτοι
ἐπὶ φροντίδας μελαίνας.
Κλύε καὶ τέττιγος ᾠδάν,
δρόσον ὀρθρίαν πιόντος.
Ἴδε μοι βοῶσι νευραὶ
ἀκέλευστα, καί τις ὀμφὴ
περὶ τ᾿ ἀμφί με ποτᾶται.
Τί ποτ᾿ ἄρα τέξεταί μοι
Μέλος ἁ θέσκελος ὠδίς;
Ὁ μέν, αύτόσσυτος ἀρχά,
ταμίας πατήρ τε ὄντων,
ἀλόχευτος, ὑψιθώκων
ὑπὲρ οὐρανοῦ καρήνων
ἀλύτῳ κύδεῖ γαίων,
Θεὸς ἔμπεδος θαάσσει·
ἑνοτήτων ἑνὰς ἁγνή.
Μονάδων μονάς τε πρώτη,
ἁπλότητας ἀκροτήτων
ἑνώσασα, καὶ τεκοῦσα
ὑπερουσίοις λοχείαις·
ὅθεν αὐτὴ προθοροῦσα
διὰ πρωτόσπορον εἶδος,
μονὰς ἄῤῥητα χυθεῖσα
τρικόρυμβον ἔσχεν ἀλκάν.
Ὑπερούσιος δὲ παγὰ
Στέφεται κάλλει παίδων
ἀπὸ κέντρου τε θορόντων,
περὶ κέντρον τε ῥυέντων.
Μένε μοι, θρασεῖα φόρμιγξ,
μένε, μηδὲ φαῖνε δήμοις
τελετὰς ἀνοργιάστους.
Ἴθι, καὶ τὰ νέρθε φώνει·
τὰ δ᾿ ἄνω σιγὰ καλύπτοι.
Ὁ δὲ νοῦς οἴοισιν ἤδη
μέλεται νόοισι κόσμοις.
Ἀγαθὰ γὰρ ἔνθεν ἤδη
βροτέου πνεύματος ἀρχὰ
ἀμερίστως ἐμερίσθη.
Ὁ καταιβάτας ἐς ὕλαν
νόος ἄφθιτος τοκήων
θεοκοιράνων ἀποῤῥώξ,
ὀλίγα μέν· ἀλλ᾿ ἐκείνων
ὅλος οὗτος εἷς τε πάντη
ὅλος εἰς ὅλον δεδυκὼς
κύτος οὐρανῶν ἐλίσσει·
τὸ δ᾿ ὅλον τοῦτο φυλάσσων
νενεμημέναισι μορφαῖς
μεμερισμένος παρέστη·
ὁ μέν, ἀστέρων διφρείαις,
ὁ δ᾿ ἐς ἀγγέλων χορείας,
ὁ δὲ καὶ ῥέποντι δεσμῷ
χθονίαν εὕρετο μορφάν,
ἀπὸ δ᾿ ἐστάθη τοκήων,
δνοφερὰν ἤρυσε λάθαν,
ἀλαωποῖσι μερίμναις
χθόνα θαυμάσας ἀτερπῆ.
Θεὸς ἐς θνητὰ δεδορκὼς
ἔνι μάν, ἔνι τι φέφφος
κεκαλυμμέναισι γλήναις·
ἔνι καὶ δεῦρο πεσόντων
ἀναγώγιός τις ἀλκά,
ὅτε κυμάτων φυγόντες
βιοτησίων, ἀκηδεῖς
ἁγίας ἔστειλαν οἴμοις
πρὸς ἀνάκτορον Τοκῆος.
Μάκαρ ὅστις βορὸν ὕλας
προφυγὼν ὕλαγμα, καὶ γᾶς
ἀναδύς, ἅλματι κούφῳ
ἴχνος ἐς Θεὸν τιταίνει.
Μάκαρ ὅστις μετὰ μοίρας
μετὰ μόχθους, μετὰ πικρὰς
χθονογηθεῖς μελεδῶνας,
ἐπιβὰς νόου κελεύθων
βυθὸν εἶδεν θεολαμπῆ.
Πόνος εἰς ὅλαν τανῦσαι
καρδίαν ὅλοισι ταρσοῖς
ἀναγωγίων ἐρώτων.
Μόνον ἐμπέδωσον ὁρμὰν
νοερηφόροισιν ὁρμαῖς·
ὁ δὲ τοι πέλας φανεῖται
γενέτας χεῖρας ὀρεγνύς.
προθέοισα γάρ τις ἀκτὶς
καταλάμψει μὲν ἀτραπούς,
πετάσει δέ τοι νοητὸν
πεδίον, κάλλεος ἀρχάν.
Ἄγε μοι, ψυχά, πιοῖσα
ἀγαθορρύτοιο παγᾶς,
ἱκετεύσασα τοκῆα
ἀνάβαινε, μηδὲ μέλλε,
χθονὶ τὰ χθονὸς λιποῖσα·
τάχα δ᾿ ἂν μιγεῖσα πατρὶ
Θεὸς ἐν Θεῷ χορεύσοις.
  • Ὕμνος Β´

ΣΥΝΕΣΙΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

1








10










20










30










40










50










60










70










80










90
Πάλι φέγγος, πάλιν ἀώς,
πάλιν ἁμέρα προλάμπει
μετὰ νυκτίφοιτον ὀρφνάν.
Πάλι μοι λίταινε θυμὲ
Θεὸν ὀρθρίοισιν ὕμνοις,
ὃς ἔδωκε φέγγος ἀοῖ,
ὃς ἔδωκεν ἄστρα νυκτί,
περικοσμίαν χορείαν.
Πολυκύμονος μὲν ὕλας
ἐκάλυψε νῶτον αἰθὴρ
πυρὸς ἐμβεβὰς ἀώτῳ,
ἵνα κυδίμα σελάνα
πυμάταν ἄντυχα τέμνῃ.
Ὑπὲρ ὀγδόαν δὲ δίναν
ἑλίκων ἀστροφορήτων
ῥόος ἀστέρων ἔρημος
ὑποκολπίους ἐλαύνων
πτύχας ἀντίον θεοίσας,
μέγαν ἀμφὶ νοῦν χορεύει,
ὃς ἄνακτος ἄκρα κόσμου
πολιοῖς ἔρεψε ταρσοῖς.
τὰ πρόσω μάκαιρα σιγά,
νοερῶν τε καὶ νοητῶν
ἄτομον τομὰν καλύπτει.
Μία παγά, μία ῥίζα,
Τριφαὴς ἔλαμψε μορφά.
Ἴνα γὰρ βυθὸς Πατρῷος,
τόθι καὶ κύδιμος Υἱός,
κραδιαῖόν τι λόχευμα,
σοφία κοσμοτεχνῆτις
ἑνοτήσιόν τε φέγγος
ἅγιας ἔλαμψε Πνοιᾶς.
Μία παγά, μία ῥίζα
ἀγαθῶν ἀνέσχεν ὄλβον,
ὑπερούσιον τε βλάσταν
γονίμοις ζέοισαν ὁρμαῖς,
τὰ τ᾿ ἐνουσίων προλάμπει
μακάρων ἀγητὰ φέγγη.
Ὅθεν ἐγκόσμιος ἤδη
χορὸς ἀφθίτων ἀνάκτων,
γενετήριόν τε κῦδος,
τό τε πρωτόσπορον εἶδος,
νοεροῖς ἔμελψεν ὕμνοις
πέλας εὐμενῶν τοκήων,
στρατὸς ἀγγέλων ἀγήρως,
τὰ μὲν ἐς νόον δεδορκώς,
δρέπεται κάλλεος ἀρχάν,
τὰ δ᾿ ἐς ἄντυγας δεδορκὼς
διέπει βένθεα κόσμου,
τὸν ὕπερθε κόσμον ἕλκων
νεάτας καὶ μέχρις ὕλας.
Ἴνα δαιμόνων ὅμιλον
φύσις ἰζάνοισα τίκτοι
πολύθρουν καὶ πολυμήταν·
ὅθεν ἥρως, ὅθεν ἤδη
περὶ γᾶν, σπαρεῖσα πνοιά,
χθονὸς ἐζώωσε μοίρας
πολυδαιδάλοισι μορφαῖς.
Γὰ δὲ πάντα σεῖο βουλᾶς
ἔχεται· σὺ δ᾿ ἐσσὶ ῥίζα
παρεόντων, πρὸ τ᾿ ἐόντων,
μετεόντων, ἐνεόντων.
Σὺ πατήρ, σὺ δ᾿ ἐσσὶ μάτηρ.
Σὺ δ᾿ ἄῤῥην, σὺ δὲ θῆλυς·
σὺ δὲ φωνά, σὺ δὲ σιγά·
φύσεως φύσις γονῶσα.
Σὺ δ᾿ Ἄναξ, αἰῶνος αἰών,
τὸ μὲν ᾗ θέμις βοῶσαι,
μέγα χαῖρε ῥίζα κόσμου,
μέγα χαῖρε, κέντρον ὄντων,
μονὰς ἀμβρότων ἀριθμῶν
προανουσίων ἀνάκτων.
Μέγα χαίροις, μέγα χαίροις
ὅτι παρ᾿ Θεῷ τὸ χαίρειν.
Ἐπ᾿ ἐμοῖς ἵλαον οὖας
τάνυσον χοροῖσιν ὕμνων·
σοφίας ἄνοιγε φέγγος,
κατάχει κύδιμον ὄλβον,
κατάχει χάριν λιπῶσαν
βιοτᾶς γαληνιώσας,
πενίαν ἐκτὸς ἐλαύνων,
χθονίαν τε κῆρα πλούτου.
Μελέων ἔρυκε νούσους·
παθέων δ᾿ ἄκοσμον ὁρμάν,
φρενοκηδεὶς τε μερίμνας
ἀπό μοι ζωᾶς ἐρύκοις,
ἵνα μὴ τὸ νοῦ πτέρωμα
ἐπιβρίσῃ χθονὸς ἄτα·
ἀνετὸν δὲ ταρσὸν αἴρων
περὶ σᾶς ὄργια βλάστας
τὰ πανάῤῥητα χορεύσω.
  • Ὕμνος Γ´

ΣΥΝΕΣΙΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

1








10










20










30










40










50










60










70










80










90










100










110










120










130










140










150










160










170










180










190










200










210










220










230










240










250










260










270










280










290










300










310










320










330










340










350










360










370










380










390










400










410










420










430










440










450










460










470










480










490










500










510










520










530










540










550










560










570










580










590










600










610










620










630










640










650










660










670










680










690










700










710










720










730



Ἄγε μοι, ψυχά,
ἱεροῖς ὕμνοις
ἐπιβαλλομένα,
ὑληγενέας
εὔνασον οἴστρους·
θώρησσε δὲ νόου
ζαμενεῖς ὁρμάς.
Βασιλῆϊ θεῶν
πλέκομεν στέφανον,
θῦμ᾿ ἀναίμακτον,
ἐπέων λοιβάς.
Σοὶ μὲν ἐν πελάγει,
σὲ δ᾿ ὑπὲρ νάσων,
σὲ δ᾿ ἐν ἀπείροις,
ἐπί τε πτολίων,
κραναῶν τ᾿ ὀρέων
καὶ κατὰ κλεινῶν
ὁπόταν πεδίων
στάσω διδύμους
γυίων ταρσούς,
σέ, μάκαρ, μέλπω,
κόσμου γενέτα.
Σοὶ νύξ με φέρει
τὸν ἀοιδόν, ἄναξ·
σοὶ δ᾿ ἁμερίους,
σοὶ δ᾿ ἀῴους,
σοὶ δ᾿ ἑσπερίους
ὕμνους ἀνάγω·
ἵστορες αὐγαὶ
πολιῶν ἄστρων
μάνας τε δρόμοι
καὶ μέγας ἵστωρ
ἅλιος, ἁγνῶν
ἄστρων πρύτανις,
ὁσιᾶν ψυχᾶν
ἅγιος ταμίας.
Ἐπὶ σὰς αὐλάς,
ἐπὶ σοὺς κόλπους
τὸν ἀπόστροφον
ταναᾶς ὕλας
ταρσὸν ἐλαφρίζων,
χαίρων ἵνα σου
προμολὰν ἱκόμαν,
νῦν ἐπὶ σεμνᾶς
τελετηφορίας
σηκοὺς ἁγίους
ἱκέτας ἔμολον.
Νῦν ἐπὶ κλεινῶν
κορυφὰν ὀρέων
ἱκέτας ἔμολον.
Νῦν ἐς ἐρήμας
αὐλῶνα μέγαν
λιβύας ἔμολον,
πέζαν νοτίαν·
τὰν οὔτ᾿ ἄθεον
πνεῦμα μολύνει,
οὔτε χαράσσει
ἴχνος ἀνθρώπων
ἀστυμερίμνων.
Ἵνα σοι ψυχὰ
καθαρά παθέων,
λύσασα πόθους,
λήξασα πόνων,
λήξασα γόων,
θυμῶν, ἐρίδων.
(Ὅσα κηριτρεφῆ)
ἀποσεισαμένα,
καθαρᾷ γλώσσᾳ,
γνώμῃ θ᾿ ὁσίᾳ
τὸν ὀφειλόμενον
ὕμνον ἀποίσῃ.
Εὐφαμείτω
αἰθὴρ καὶ γᾶ·
στάτω πόντος,
στάτω δ᾿ ἀήρ·
λήγετε πνοιαὶ
βαλιῶν ἀνέμων·
λήγετε ῥιπὶ
γυρῶν ῥοθίων,
ποταμῶν προχοαί,
κρανααὶ λιβάδες·
ἐχέτω σιγὰ
κόσμου λαγόνας,
ἱερευομένων
ἁγίων ὕμνων.
Δύτω κατὰ γᾶς
ὀφίων συρμός,
δύτω κατὰ γᾶς
καὶ πτανὸς ὄφις,
δαίμων ὕλας,
νεφέλα ψυχᾶς,
ειδωλοχαρής,
εὐχαῖς σκύλακας
ἐπιθωΰσσων.
Σύ, Πάτερ, σύ, μάκαρ,
σὺ ψυχοβόρους
ἀπέρυκε κύνας,
ψυχὰς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
εὐχᾶς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
ζωᾶς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
ἔργων ἀπ᾿ ἐμῶν.
Ἁ δ᾿ ἁμετέρα
πραπίδων λοιβὰ
σοῖς ἐριτίμοις
μελέτω προπόλοις,
πορθμεῦσι σοφοῖς
ἁγίων ὕμνων.
Ἤδη φέρομαι
ἐπὶ βαλβίδας
ἱερῶν ἐπέων.
Ἤδη καναχεῖ
ὀμφὰ περὶ νοῦν·
μάκαρ, ἵλαθί μοι·
Πάτερ, ἵλαθί μοι,
εἰ παρὰ κόσμον,
εἰ παρὰ μοῖραν
τῶν σῶν ἔθιγον.
Τίνος ὄμμα σοφόν,
τίνος ὄμμα πολύ,
ταῖς σαῖς στεροπαῖς
ἀνακοπτόμενον
οὐ καταμύσει;
ἀτενὲς δὲ δρακεῖν
ἐπὶ σοὺς πυρσοὺς
Θέμις οὐδὲ θεοῖς·
πίπτων δὲ νόος
ἀπὸ σᾶς σκοπιᾶς,
τὰ πέλας σαίνει·
ἀκίχητα κιχεῖν
ἐπιβαλλόμενος,
προσιδεῖν αἴγλαν
ἀκάματι βυθῷ
ἀμαρυσσομέναν.
Ἀβάτων δ᾿ ἀποβάς,
ἐπὶ πρωτοφανὲς
εἶδος ἐρείδει
ὄμματος ἀλκάν.
Ὄθεν αἰνύμενος
ἐπὶ σοὺς ὕμνους
ἄνθεα φωτός,
ἀορίστοις ἀνέμοις
ἀναπαύσαι βολάν,
τὰ σὰ σοὶ πάλι δούς.
Τί γὰρ οὐ σόν, Ἄναξ;
Πατέρων πάντων
πάτερ, αὐτοπάτωρ,
προπάτωρ, ἀπάτωρ,
υἱὲ σεαυτοῦ·
ἕν ἑνὸς πρότερον,
ὄντων σπέρμα,
πάντων κέντρον,
προανούσιε νοῦ,
κόσμου ῥίζα,
τῶν ἀρχεγόνων
ἀμφιφαὲς φῶς,
ἀτρέκεια σοφά,
παγὰ σοφίας,
κεκαλυμμένε νοῦ
ἰδίαιας αὐγαῖς,
ὄμμα σεαυτοῦ,
πρηστηροκράτορ,
αἰωνοτόκε,
αἰωνόβιε,
ἐπέκεινα θεῶν,
ἐπέκεινα νόων·
ἐπὶ θάτερα νωμῶν,
νοερητόκε νοῦ,
ὀχετηγὲ θεῶν,
πνευματοεργέ,
καὶ ψυχοτρόφε.
Παγὰ παγῶν,
ἀρχῶν ἀρχά,
ῥιζῶν ῥίζα·
μονὰς εἶ μονάδων,
μονὰς ἠδ᾿ μονάδος
ἀριθμῶν ἀριθμός,
νοῦς καὶ νοερός,
καὶ τὸ νοητόν,
καὶ πρὸ νοητοῦ.
Ἓν καὶ πάντα,
Ἓν δὲ ἁπάντων,
Ἕν τε πρὸ πάντων,
σπέρμα τὸ πάντων,
ῥίζα καὶ ὅρπαξ,
φύσις ἐν νοεροῖς,
θῆλυ καὶ ἄῤῥεν.
Μύστας δὲ νόος
τά τε καὶ τὰ λέγει,
βυθὸν ἄῤῥητον
ἀμφιχορεύων.
Σὺ τὸ τίκτον ἔφυς,
σὺ τὸ τικτόμενον,
σὺ τὸ φωτίζον,
σὺ τὸ λαμπόμενον,
σὺ τὸ φαινόμενον,
σὺ τὸ κρυπτόμενον,
φῶς κρυπτόμενον
ἰδίαις αὐγαῖς,
ἓν καὶ πάντα,
ἓν καθ᾿ ἑαυτὸ
καὶ διὰ πάντων.
Σὺ γὰρ ἐξεχύθης,
ἀῤῥητοτόκε,
ἵνα παῖδα τέκῃς,
κλεινὰν σοφίαν,
δημιοεργόν.
Προχυθεὶς δὲ μένεις
ἀτόμοισι τόμαις
μαιευόμενος.
Ὑμνῶ σε, μονάς.
Ὑμνῶ σε, Τριάς.
Μονὰς εἶ, τριὰς ὤν·
τριὰς εἶ, μονὰς ὤν·
νοερὰ δὲ τομὰ
ἄσχιστον ἔτι
τὸ μερισθὲν ἔχει.
Ἐπὶ παιδὶ χυθεὶς
ἰότατι σοφᾷ.
Αὐτὰ δ᾿ ἰότας
βλάστησε μέσα
φὐσις ἄφθεγκτος,
τὸ προούσιον ὄν.
Οὐ θέμις εἰπεῖν
δεύτερον ἐκ σοῦ·
οὐ θέμις εἰπεῖν
τρίτον ἐκ πρώτου,
ὠδὶς ἱερά,
ἄῤῥητε γονά.
Ὄρος εἶ φυσίων
τὰς τικτοίσας,
καὶ τικτομένας.
Σέβομαι νοερῶν
κρυφίαν τάξιν.
Χωρεῖ τι μέσον
οὐ καταχυθέν.
Ἄφθεγκτε γόνε
πατρὸς ἀφθέγκτου,
ὠδὶς διὰ σέ,
διὰ δ᾿ ὠδῖνος
αὐτὸς ἀφάνθης,
Ἅμα Πατρὶ φανείς,
ἰότατι Πατρός·
ἰότας σὺ ἀεὶ
παρὰ σεῖο Πατρί·
οὐδ᾿ ὁ βαθύῤῥους
χρόνος οἶδε γονὰς
τὰς ἀῤῥήτους·
αἰὼν δὲ γέρων
τὸν ἀμήρυτον
τόκον οὐκ ἐδάη.
Ἅμα Πατρὶ φάνη,
αἰὼν φενόμενος
ὁ γενησόμενος.
Τίς ἐπ᾿ ἀφθέγκτοις
ἐβράβευσε τόλμαν;
Ἀλαῶν μερόπων
δαιδαλογλώσσων
ἄθεοι τόλμαι.
Σύ δὲ φωτοδότας
φωτὸς νοεροῦ·
σκολιᾶς δ᾿ ἀπάτας
ἀνέχεις ὁσίων
πραπίδας μερόπων,
ἐς ζόφον ὕλας
μὴ καταδῦναι.
Σὲ, Πάτερ κόσμων,
Πάτερ αἰώνων,
αὐτουργὲ θεῶν,
εὐαγὲς αἰνεῖν.
σὲ μὲν οἱ νοεροὶ
μὲλπουσιν, Ἄναξ,
σὲ δὲ κοσμαγοὶ
ὀμματολαμπεῖς
νόες ἀστέριοι
ὑμνοῦσι, μάκαρ,
οὓς περὶ κλεινὸν
σῶμα χορεύει.
Πᾶσά σε μέλπει
γενεὰ μακάρων,
οἱ περὶ κόσμον,
οἱ κατὰ κόσμον,
οἱ ζωναῖοι,
οἳ τ᾿ ἄζωνοι
κόσμου μοίρας
ἐφέπουσι σοφοὶ
ἀμφιβατῆρες,
οἱ παρὰ κλεινοὺς
οἰηκοφόρους·
οὓς ἀγγελικὰ
προχέει σειρά·
τό τε κυδῆεν
γένος ἡρώων,
ἔργα τὰ θνητῶν
κρυφίαισιν ὁδοῖς
διανισσόμενον,
ἔργα βρότεια.
Ψυχὰ τ᾿ ἀκλινὴς
καὶ κλινομένα
ἐς μελαναυγεῖς
χθονίους ὄγκους.
Σὲ μάκαιρα φύσις
φύσεώς τε γονὰ
ὑμνέει, μάκαρ,
τὰς ζειδώροις
ἐφέπεις πνοιαῖς,
ἀπὸ σῶν ὀχετῶν
κατασυρομέναις
προκυλινδομέναις.
Σὺ γὰρ ἀχράντων
ἡγέτα κόσμων,
φύσις εἶ φυσίων·
σὺ φύσιν θάλπεις
γένεσιν θνατῶν,
τᾶς ἀενάω
ἰνδάλμονα,
ἵνα καὶ πυμάτα
μερὶ ἐν κόσμῳ
λελάχῃ ζωᾶς
ἐπαμειβομένας.
Οὐ γὰρ θέμις ἦν
τρύγα τὰν κόσμου
κορυφαῖς ἐρίσαι.
Τὸ δὲ ταχθὲν ὅλως
ἐς χορὸν ὄντων,
οὐκέτ᾿ ὀλεῖται·
ἄλλο δ᾿ ἀπ᾿ ἄλλου,
διὰ δ᾿ ἀλλήλων,
πάντ᾿ ἀπολαύει.
Ἐξ ὀλλυμένων.
Κύκλος ἀΐδιος,
ταῖς σαῖς πνοιαῖς
ἀναθαλπόμενος,
σοὶ διὰ πάντων
ἵστησι χορούς.
Μάτειρα φύσις,
ἰδίαις χρόαις,
ἰδίοις ἔργοις,
δαιδαλλομένων.
Ἐκ δὲ ζώων
ἑτεροφθόγγων
μίαν ἁρμονίαν
ὁμόφωνον ἄγει.
Σοὶ πάντα φέρει
αἶνον ἀγήρων.
Ἀὼς καὶ νύξ,
στεροπαί, νιφάδες,
οὐρανός, αἰθήρ,
καὶ γᾶς ῥίζαι,
ὕδωρ, ἀήρ,
σώματα πάντα,
πνεύματα πάντα,
σπέρματα, καρποί,
φυτά, καὶ πόαι,
ῥίζαι, βοτάναι,
βοτὰ καὶ πτηνά,
καὶ νηχομένων
νεπόδων ἀγέλαι.
Ἰδὲ καὶ ψυχὰν
ὀλιγοδρανέα,
ὀλιγηπελέα
ἐπὶ σᾶς Λιβύας,
ἐπὶ σᾶς σεπτᾶς
Ἱερηπολίας
ὁσίαις εὐχαῖς
ἐπιμελομέναν.
Τὰν ἀμφιπολεῖ
νέφος ὑλαῖον·
σὸν δὲ ὄμμα, Πάτερ,
κοπτικὸν ὕλας.
Νῦν μοι κραδία
τοῖς σοῖς ὕμνοις
πιαινομένα
ἐθόωσε νόον
πυρίαις ὁρμαῖς.
Σὺ δὲ λάμψον, Ἄναξ,
ἀνάγωγα φάη.
Νεῦσον δέ, Πάτερ,
σῶμα φυγοῖσαν
μηκέτι δῦναι
ἐς χθονὸς ἄταν.
Ὄφρα δὲ ζωᾶς
ὑλοδιαίτου
δεσμοῖσι μένω
πραεῖα, μάκαρ,
βόσκοι με τύχα·
μηδ᾿ ἐμπόδιον
πνεύσειε, νόου
φροντίσι λυγραῖς
δάπτοισα βίον,
ἵνα μὴ τὰ Θεοῦ
ἄσχολος εἴην
μηδέ τι τοίοις
ἐναλινδοίμαν.
Ὅθεν ἐκπροφυγὼν
δώροισι τεοῖς,
στέφος εὐαγέων
ἀπὸ λειμώνων
σοὶ τοῦτο πλέκω·
σοὶ τόνδε φέρω
αῑνον, ἀχράντων
ἡγέτα κόσμων,
καὶ Παιδὶ σοφῷ,
σὺν αὐτᾷ σοφίᾳ·
τὸν ἀπ᾿ ἀῤῥήτων
ἔχεας κόλπων·
ἐν σοὶ δὲ μένει,
σέθεν ἐκρποθορών,
ἵνα πάντα σοφαῖς
ἐφέπῃ πνοιαῖς,
διέπῃ πολιῶν
βάθος αἰώνων,
διέπῃ ταρσους
κραναοῦ κόσμου,
μέχρι καὶ νεάτου
πυθμένος ὄντων,
χθονίας μοίρας,
ὁσίαις πραπίσιν
ἐλλαμπόμενος·
λύῃ δὲ πόνους,
καὶ μερίμνας
διερῶν μερόπων,
ἀγαθῶν κράντωρ,
ἐλατὴρ ἀχέων.
Τί δὲ θαῦμα, Θεὸν
τὸν κοσμοτέχναν,
ἰδίων ἔργων
κῆρας ἐρύκειν;
τόδε σοι, μεγάλου
κοίρανε κόσμου,
τίσων ἔμολον
χρέος ἐκ Θρῄκης,
ἵνα τὰν τριέτιν
ᾤκησα ἀγυιάν,
παρ᾿ ἀνακτόριον
Γαίας μέλαθρον
ἔτλαν δὲ πόνους
ἔτλαν δ᾿ ὀδύνας
πολυδακρύτους,
ὤμοισι φέρων
ματέρα πάτραν.
Ῥαίνετο μὲν γᾶ
ἱδρῶτι μελῶν
ἀεθλευόντων
ἆμαρ ἐπ᾿ ἆμαρ.
Ῥαίνετο δ᾿ εὐνὰ
κανθῶν λιβάσιν
ὁλοφυρομένων
νύκτ᾿ ἐπὶ νύκτα
νηοὶ δ᾿ ὁπόσοι
δόμηθεν, Ἄναξ;
Ἐπὶ σαῖς ἁγίαις
τελετηφορίαις,
ἐπὶ πάντας ἔβαν·
πρηνὴς ἱκέτας,
δάπεδον βλεφάρων
δεύων νοτίσι,
μή μοι κενεὰν
ὁδὸν ἀντάσαι,
ἱκέτευσα θεούς,
δρηστῆρας ὅσοι
γόνιμον Θρῄκης
κατέχουσι πέδον,
οἵ τ᾿ ἀντιπέρην
Χαλκηδονίας
ἐφέπουσι γυίας,
οὓς ἀγγελικαῖς
ἔστεψας, Ἄναξ,
αὐγαῖσι, τεοὺς
ἱεροὺς προπόλους.
Σύν μοι μάκαρες
ἐλάβοντο λιτᾶν,
σύν μοι πολέων
ἐλάβοντο πόνων.
Οὔ μοι ζωὰ
τᾶμος δὲ φίλα
διὰ γᾶν πατρίαν
στυφελιζομέναν,
τὰν ἐξ ἀχέων
ἔστασας, Ἄναξ,
αὐτὸς ἀγήρως,
κοίρανε κόσμου.
Ἤδη ψυχᾶς
ἀποτρυομένας,
ἤδη μελέων
κατερειπομένων
ὑπέρεισας ἐμὰν
ἄρθρων δύναμιν,
τλάμονι ψυχᾷ
μένος ἐμπνεύσας.
Καμάτων δὲ γλυκὺ
εὕρεο τέκμωρ,
κατὰ θυμὸν ἐμόν,
ἔργοισιν, Ἄναξ,
ὁπάσας δολιχῶν
ἄμπαυμα πόνων·
τὰ σὺ πάντα, μάκαρ,
Λιβύεσσι σάου
ἐς μηκεδανὸν
μήρυμα χρόνους,
διὰ σᾶς μνάμαν
εὐεργεσίας,
διά τε ψυχὰν
αἰνὰ παθοῖσαν.
Ἱκέτα δὲ δίδου
βιοτὰν ἀσινῆ·
λύε με μόχθων,
λύε με νούσων,
λύε μεριμνᾶν
κηριτρεφέων·
νεῦσον νοερὰν
προπόλῳ ζωάν.
Μή μοι χθονίους
ὄμβρους ἀφένου
κρίνειας, Ἄναξ,
ἵνα μὴ τὰ Θεοῦ
ἄσχολος εἴην.
Μηδὲ κατηφὴς
πενία μελάθροις
ἐγχριπτομένα,
περὶ γᾶν ἕλκοι
φροντίδα θυμοῦ.
Ἄμφω ψυχὰν
βρίθει περὶ γᾶν·
ἄμφω δὲ νόου
ἐπίληθα πέλει.
Ὅτε μὴ σύ, μάκαρ,
ὀρέγεις ἀλκάν.
Ναί, Πάτερ, ἁγνᾶς
παγὰ σοφίας·
λάμψον πραπίσιν
ἀπὸ σῶν κόλπων
νοερὸν φέγγος.
Στράψον κραδίαν
ἀπὸ σᾶς ἀλκᾶς
σοφίας αὐγάν·
καὶ τὰν ἐπὶ σοὶ
ἱερὰν ἀτραπόν,
σύνθημα δίδου,
σφραγῖδα τεάν,
κηριτρεφέας
δαίμονος ὕλας
σεύων ζωᾶς,
εὐχᾶς τ᾿ ἀπ᾿ ἐμᾶς·
καὶ σῶμα σάου
ἀρτεμές, ἐχθραῖες
ἄβατον λώβαις·
καὶ πνεῦμα σάου
ἀμόλυντον, Ἄναξ.
Ἦ μὰν ἤδη
δνοφερὰν ὕλας
κηλῖδα φέρω·
ἔχομαι δὲ πόθοις,
χθονίοις δεσμοῖς.
Σὺ δὲ ῥύσιος εἶ,
σὺ καθάρσιος εἶ·
ἀπόλυε κακῶν,
ἀπόλυε νόσων,
ἀπόλυε πέδας.
Σὸν σπέρμα φέρω,
εὐηγενέος
σπινθῆρα νόου,
ἐς βάθος ὕλας
κατακεκλιμένον.
Σὺ γὰρ ἐν κόσμῳ
κατέθου ψυχάν,
διὰ δὲ ψυχᾶς
ἐν σώματι νοῦν
ἔσπειρας, Ἄναξ.
Τὰν σὰν κούραν
ἐλέαιρε, μάκαρ,
κατέβαν ἀπὸ σοῦ
χθονὶ θητεῦσαι.
Ἀντὶ δὲ θήσσας
γενόμαν δούλα·
ὕλα με μάγοις
ἐπέδησε τέχναις.
Ἔτι μὰν ἔνι μοι
βαιόν τι μένος
κρυφίας γλήνας·
οὔπω πᾶσαν
ἔσβεσεν ἀλκάν.
Κέχυται δὲ πολὺς
ἐφύπερθε κλύδων,
ἀλαῶπα τιθεὶς
τὰν θεοδερκῆ.
Ἐλέαιρε, Πάτερ,
κούραν ἱκέτην,
τὰν πολλάκι δὴ
νοεραῖς ἀνόδοις
ἐπιβαλλομέναν,
λαμυρᾶς ὕλας
ἴμερος ἄγχει.
Σὺ δὲ λάμψον, Ἄναξ,
ἀνάγωγα φάη.
Ἄψον δὲ σέλας
καὶ πυρκαϊάν,
σπέρμα τὸ βαιὸν
αὔξων ἐν ἐμῷ
κρατὸς ἀώτῳ.
Θρόνισόν με, Πάτερ,
φωτὸς ἐν ἀλκᾷ
ζωηφορίου,
ἵνα χεῖρα φύσις
οὐκ ἐπιβάλλει,
ὅθεν οὐκέτι γᾶ,
οὐ μοιραία
κλῶσις ἀνάγκας
παλίνορσον ἄγει.
Λιπέτω, φυγέτω
δολερὰ γένεσις
θεράποντα τεόν·
ἐμέθεν δέ, Πάτερ,
χθονίου τε κόνου
πῦρ μέσον εἴη.
Νεῦσον, Γενέτα,
νεῦσον προπόλῳ
ἤδη νοεροὺς
πετάσαι ταρσούς.
Ἤδη φερέτω
Σφραγῖδα Πατρὸς
ἱκέτις ψυχά,
δεῖμα μὲν ἐχθροῖς
δαίμοσιν, οἳ γᾶς
ἀπὸ κευθμώνων
ἀναπαλλόμενοι
πνείουσι βροτοῖς
ἀθέους ὁρμάς·
σύνθημα δὲ σοῖς
ἁγνοῖς προπόλοις,
οἳ κατὰ κλεινοῦ
βένθεα κόσμου
πυρίων ἀνόδων
κληϊδοφόροι·
ἵνα μοι φάεος
πετάσωσι πύλας
ἔτι δ᾿ ἀλεμάτας
ἐπὶ γᾶς ἕρπων,
μὴ χθονὸς εἴην·
πυρίων δ᾿ ἔργων
καὶ τῇδε δίδου
μάρτυρα καρπόν,
ὀμφὰς ἀτρεκεῖς,
ὅσα τ᾿ ἐν ψυχαῖς
τὰν ἀμβροσίαν.
Ἐλπίδα θάλπει.
Μετά μοι μέλεται
χθονίας βιοτᾶς.
Ἔῤῥετε, λῆμαι
ἀθέων μερόπων,
πτολίων τε κράτη·
ἔῤῥετε, πᾶσαι
ἄται γλυκεραί,
ἄχαρίς τε χάρις,
οἷσι ψυχὰν
θωπευομέναν
γᾶ λάτριν ἔχι
ἃ μέγα δειλά,
ἰδίων τ᾿ ἀγαθῶν
ἔπιεν λάθαν,
μέχρις ἐγκύρσῃ
φθονερᾷ μερίδι.
Δοιὰς γὰρ ἔχει
Μαστρωπὸς ὕλα.
Ὃς δὲ τραπέζας
ἐπορεξάμενος
μελιχρῶν ἔθιγεν,
ἦ μέγα κλαύσει
πικρὰν μερίδα,
τῶν ἀντίξων
συνεφελκομένων.
Ὅδε γὰρ χθονίας
θεσμὸς ἀνάγκας
διχόθεν θνατοῖς
βίον οἰνοχοεῖ.
Τὸ δ᾿ ἀκηράσιον
ἀμιγὲς τ᾿ ἀγαθόν,
Θεός, ἢ τὰ Θεοῦ.
Μεθύοισα γλυκεῖ
Κρητῆρι, γυίας
ἔψαυσα κακῶν,
ἐνέκυρσα πάγᾳ,
ἐδάην ἄταν
ἐπιμηθειάδα.
Στυγέω δὲ νόμους
ἀλλοπροσάλλους,
ἐς τὸν ἀκηδῆ
λειμῶνα πατρὸς
σπεύδων, τανύω
φυγάδας ταρσούς,
φυγάδας διδύμων
ὕλας δώρων.
Ἴδε με, ζωᾶς
νοερᾶς ταμία,
ἴδε σὰν ἱκέτιν
ψυχὰν ἐπὶ γᾶς
νοεραῖς ἀνόδοις
ἐπιβαλλομέναν.
Σὺ δὲ λάμψον, ἄναξ,
ἀνάγωγα φάη,
πτερὰ κοῦφα διδούς·
ἅμμα δὲ κόψον,
χάλασον περόναν
διδύμων παθέων,
οἷσι ψυχὰς
δολόεσσα φύσις
κάμπτει κατὰ γᾶς·
δός με φυγοῖσαν
σώματος ἄταν,
θοὸν ἅλμα βαλεῖν
ἐπὶ σὰς αὐλάς.
Ἐπὶ σοὺς κόλπους·
ὅθεν ἁ ψυχᾶς
προρέει παγά.
Λιβὰς οὐρανία
Κέχυμαι κατὰ γᾶς·
παγᾷ με δίδου
ὅθεν ἐξεχύθην
φυγὰς ἀλῆτις.
Νεῦσον προγόνῳ
Φωτὶ μιμῆναι·
Νεῦσον δ᾿ ὑπὸ σοὶ
Πατρὶ ταμιευομένην,
σὺν ἄνακτι χορῷ
ἀνάγειν ὁσίως
νοεροὺς ὕμνους.
Νεῦσον δέ, Πάτερ,
φωτὶ μιγεῖσαν
μηκέτι δῦναι
ἐς χθονὸς ἄταν·
ὄφρα δὲ ζωᾶς
ὑλοδιαίτου
δεσμοῖσι μένω,
πραεῖα, μάκαρ,
βόσκοι με τύχα.
  • Ὕμνος Δ´

ΣΥΝΕΣΙΟΥ
ΥΜΝΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

1








10










20










30










40










50










60










70










80










90










100










110










120










130










140










150










160










170










180










190










200










210










220










230










240










250










260










270










280










290








Σὲ μέν, ἀρχομένας,
σὲ δ᾿, ἐξομένας,
σὲ δέ, μεσοίσας,
σὲ δέ, παυομένας
ἀοῦς ἱερᾶς,
ζαθέας νυκτὸς
μέλπω, γενέτα,
παίων ψυχῶν,
ἐλατὴρ νούσων,
δῶτορ σοφίας
ἐλατὴρ νούσων,
δῶτορ ψυχαῖς
ἀπόνου βιοταῖς,
ἂν μὴ στείβει
χθονία φροντίς,
μάτηρ ἀχέων,
μάτηρ παθέων,
ὦν μοι ζωὰ
καθαρὰ μενέτω,
ἵνα τὰν πάντων
κρυφίαν ῥίζαν
ὑμνοῖσαν λέγω,
μηδ᾿ ἀπαγωγοῖς
ἄτῃσι Θεοῦ
νοσφιζοίμαν.
Σέ, μάκαρ, μέλπω,
κοίρανε κόσμου.
Γᾶ δὲ σιγάτω.
Ἐπὶ σοῖς ὕμνοις,
ἐπὶ σαῖς εὐχαῖς
εὐφαμείτω
ὅσα κόσμος ἔχει·
σὰ γὰρ ἔργ᾿, ὦ Πάτερ
καταπαυέσθω
ἀνέμων ῥοῖζος,
ἦχος δένδρων,
θρόος ὀρνίθων.
Ἥσυχος αἰθήρ,
ἥσυχος ἀὴρ
κλυέτω μολπᾶς·
ὑδάτων δὲ χῦσις
ἄψοφος ἤδη
στήτω κατὰ γᾶς.
Οἱ δ᾿ ἐμπόδιοι
ἁγίων ὕμνων
κευθμωνοχαρεῖς
καὶ τυμβονόμοι
δαίμονες ἤδη
φευγέτωσαν ἐμὰν
ὁσίαν εὐχάν·
ἀγαθοὶ δ᾿ ὁπόσοι
μάκαρες νοεροῦ
πρόπολοι γενέτου
κατέχουσι βάθη.
Ἄκρα τε κόσμου,
ὕμνων ἵλεω
πεύθοιντο Πατρός,
ἵλεω δὲ λιτάς
ἀνάγοιεν ἐμᾶς.
Μονὰς ὦ μονάδων,
Πάτερ ὦ πατέρων,
ἀρχῶν ἀρχά,
παγῶν παγά,
ῥιζῶν ῥίζα,
ἀγαθῶν ἀγαθόν,
ἄστρων ἄστρον,
κόσμων κόσμε,
ἰδεῶν ἰδέα,
βύθιον κάλλος,
κρύφιον σπέρμα,
Πάτερ αἰώνων,
Πάτερ ἀφθέγκτων
νοερῶν κόσμων·
ὅθεν ἀμβροσία
σταλάοισα πνοά,
σώματος ὄγκοις
ἐπινηξαμένα,
δεύτερον ἤδη
κόσμον ἀνάπτει.
Ὑμνῶ σε, μάκαρ,
καὶ διὰ φωνᾶς,
ὑμνῶ σε, μάκαρ,
καὶ διὰ σιγᾶς.
Ὅσα γὰρ φωνᾶς.
τόσα καὶ σιγᾶς
ἀΐεις νοερᾶς.
Ὑμνῶ δὲ γόνον
πρωτόγονον,
καὶ πρωτοφαῆ,
γόνε κύδιστε
Πατρὸς ἀφθέγκτου,
σὲ, μάκαρ, μεγάλῳ
Πατρὶ συνυμνῶ,
καὶ τὰν ἐπὶ σοὶ
ὠδῖνα Πατρός,
γόνιμον βουλάν,
μεσάταν ἀρχάν,
ἁγίαν Πνοιάν,
κέντρον Γενέτου,
κέντρον δὲ κόρου.
Αὐτὰ μάτηρ,
αὐτὰ γνωστά,
αὐτὰ θυγάτηρ,
μαιωσαμένα
κρυφίαν ῥίζαν.
Ἵνα γὰρ προχυθῇ
ἐπὶ Παιδὶ Πατήρ,
αὐτὰ πρόχυσις
εὕρετο βλάσταν.
Ἔστη δὲ μέσα,
Θεὸς ἔκ τε Θεοῦ,
διὰ παῖδά τε ***
καὶ διὰ κλεινὰν
Πατρὸς ἀθανάτου
πρόχυσιν Υἱὸς
εὑρέτο βλάσταν.
Μονὰς εἶ Τριὰς ὢν·
μονὰς ἃ δὴ μένει,
καὶ Τριὰς εἶ δή.
Νοερὰ δὲ τομὰ
ἄσχιστον ἔτι
τὸ μερισθὲν ἔχει·
προσθορὼν δὲ μένει
γόνος ἐς Γενέταν,
καὶ πάλιν ἔξω
τὰ Πατρὸς διέπει,
κόσμοις κατάγων
ὄλβον ζωᾶς,
ὅθεν αὐτὸς ἔχει.
Λόγος, ὃν μεγάλῳ
Πατρὶ συνυμνῶ,
νόος ἀῤῥήτου
τίκτει σε Πατρὸς
καὶ σὺ κυηθεὶς
Λόγος εἶς Γενέτου,
πρῶτος πρώτας
προθορὼν ῥίζας,
ῥίζα δὲ πάντων
τῶν μετὰ κλεινὰν
τὰν σὰν γένναν·
μονὰς ἄῤῥητος,
σπέρμα τὸ πάντων
σπέρμα σε πάντων
ἐσπέρμηνε.
Σὺ γὰρ ἐν πᾶσι.
Διὰ σοῦ δὲ φύσι
ὑπάτα, μεσάτα,
νεάτα τε, Θεοῦ
ἀπέλαυσε Πατρὸς
ἀγαθῶν δώρων
γονίμου ζωᾶς.
Σοὶ μὲν ἀγήρως
ἄπονον τροχιὰν
σφαῖρα κυλίνδει·
ὑπὸ σὰν τάξιν
κύτεος μεγάλου
βριαραῖς δίναις
ἑβδομὰς ἄστρων
ἀντιχορεύει.
Τὰ δὲ πολλὰ μίαν
πτύχα καλλύνει
φέγγεα κόσμου
διὰ σὰν βουλάν,
γόνε κύδιστε.
Σὺ γὰρ ἀμφιθέων
κύτος οὐράνιον,
δρόμον αἰώνων
ἄλυτον συνέχεις.
Ὑπὸ σαῖς δέ, μάκαρ,
ἁγίοις θεσμοῖς
ἐν ἀπειροβαθοῦς
αἴθρας λαγόσι
πολιῶν ἄστρων
ἀγέλα νέμεται.
Σὺ μὲν οὐρανίοιε,
σὺ δ᾿ ἐνηερίοις,
σὺ δ᾿ ἐπιχθονίοις,
σὺ δ᾿ ὑποχθονίοις
ἔργα μερίζεις,
ζωάν τε νέμεις.
Σὺ νόου πρύτανις
ταμίας τε θεοῖς
θνατὼν θ᾿ ὁπόσοι
νοερᾶς μοίρας
ἔσπασαν ὄμβρους.
Σὺ ψυχοδότας,
οἳς ἐκ ψυχᾶς
τέταται ζωά,
καὶ φύσιν ἀκμής.
Ἀλαὸν ψυχᾶς
βλάστημα τεᾶς
κρέμαται σειρᾶς.
Χωπόσα πετάσας
στέρεται πνοιᾶς,
ἀπὸ σῶν κόλπων
δρέπεται συνοχὰν
πορθμευομέναν
διὰ σᾶς ἀλκᾶς
ἐξ ἀῤῥήτων
πατρικῶν κόλπων
κρυφίας μονάδος,
ὅθεν ὁ ζωᾶς
ὀχετὸς προρέων
φέρεται μέχρι γᾶς
διὰ σᾶς ἀλκάς,
δι᾿ ἀτεκμάρτων
νοερῶν κόσμων,
ἔνθεν δέχεται
καταβαίνοισαν
ἀγαθῶν κράναν
νοεροῦ μορφὰ
κόσμος ὁρατός.
Ἅλιον οὗτος
δεύτερον ἔσχεν,
ὑστεροφεγγοῦς
φωτὸς γενέταν,
ὁμματολαμπῆ,
τᾶς γινομένας
καὶ φθειρομένας
ταμίαν ὕλας,
υἱόν, νοεροῦ
τύπον αἰσθητόν,
ἀγαθῶν παροχὰν
ἐγκοσμογενῶν·
διὰ δὰν βουλάν,
γόνε, κύδιστε,
Πάτερ ἄγνωστε,
Πάτερ ἄῤῥητε,
ἄγνωστε νόῳ,
ἄῤῥητε λόγῳ.
Νόος ἐσσὶ νόου,
ψυχᾶν ψυχά,
φύσις εἶ φυσίων.
Γόνυ σοι κάμπτων
ἰδὲ τοῦτο, λάτρις
πίπτω κατὰ γᾶς
ἱκέτας ἀλαός.
Σὺ δε φωτοδότας
φωτὸς νοεροῦ,
ἐλέαιρε, μάκαρ,
ἱκέτιν ψυχάν.
Σεῦε δὲ νούσους,
σεῦε δὲ μερίμνα,
τὰς ψυχοβόρους.
Σεῦε δ᾿ ἀναιδῆ
κύνα τὸν χθόνιον,
δαίμονα γαίας,
ψυχᾶς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
εὐχᾶς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
ζωᾶς ἀπ᾿ ἐμᾶς,
ἔργων ἀπ᾿ ἐμῶν.
Σώματος ἔξω,
πνεύματος ἔξω,
πάντων ἔξω,
τῶν ἁμετέρων
δαίμων μενέτω.
Λιπέτω, φυγέτω
δαίμων, ὕλας
παθέων ἀλκά,
ἀνάγωγον ὁδὸν
διατειχίζων·
τὰς θεοδιφεῖς
βλάπτων ὁρμάς.
Ἕταρον δὲ δίδου
ξυνωνόν, ἄναξ,
ἁγίας ἅγιον
ἄγγελον ἀλκᾶς,
ἅγγελον εὐχᾶς
τᾶς θεολαμποῦς·
φίλον ἐσθλοδόταν,
φύλακα ψυχᾶς,
φύλακα ζωᾶς,
εὐχῶν φρουρόν,
ἔργων φρουρῶν.
Σῶμα δὲ σώζοι
καθαρῶν νούσων·
πνεῦμα δὲ σώζοι
καθαρὸν λώβας
ψυχᾷ δ᾿ ἐπάγοι
παθέων λάθαν.
Ἵνα καὶ ζωὰν
τὰν γαιοτρεφῆ,
τοῖς σοῖς ὕμνοις
πιαίνηται
ταρσὸς ψυχᾶς·
ἵνα καὶ ζωὰν
τὰν μετὰ μοίρας,
τὰν μετὰ δεσμοὺς
τοὺς χθονοβριθεῖς
καθαρὰν ὕλας
ὅσον ἐξανύω,
ἐπὶ σὰς αὐλάς,
ἐπὶ σοὺς κόλπους,
ὅθεν ἁ ψυχᾶς
προρέει παγά.
Σὺ δὲ χεῖρα δίδου,
σὺ κάλει, σύ, μάκαρ,
ὕλας ἄναγε
ἱκέτιν ψυχάν.

ΕΥΔΟΚΙΑΣ Αυτοκράτειρας (α´ μισό 5ου αι.)

Ἥ δε μὲν ἱστορίη θεοτερπέος ἐστὶν ἀοιδῆς.
Πατρίκιος δ᾿ ὃς τήνδε σοφῶς ἀνεγράψατο βίβλον,
ἔστι μὲν ἀενάοιο διαμπερὲς ἄξιος αἴνου,
οὕνεκα δὴ πάμπρωτος ἐμήσατο κύδιμον ἔργον.
Ἀλλ᾿ ἔμπης οὐ πάγχυ ἐτήτυμα πάντ᾿ ἀγόρευεν,
οὐδὲ μὲν ἁρμονίην ἐπέων ἐφύλαξεν ἅπασαν,
οὐδὲ μόνων ἐπέων ἐμνήσατο κεῖνος ἀείδων,
ὁππόσα χάλκεον ἦτορ ἀμεμφέος εἶπεν Ὁμήρου.
Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἡμιτελέστου ἀγακλεὲς ὡς ἴδον ἔργον,
Πατρικίου σελίδας ἱερὰς μετὰ χεῖρας λαβοῦσα,
ὅσσα μὲν ἐν βίβλοισιν ἔπη πέλεν οὐ κατὰ κόσμον,
πάντ᾿ ἄμυδις κείνοιο σοφῆς ἐξείρυσα βίβλον.
Ὅσσα δ᾿ ἐκεῖνος ἔλειπεν, ἐγὼ πάλιν ἐν σελίδεσσι
γράψα καὶ ἁρμονίην ἱεροῖς ἐπέεσσιν ἔδωκα.
Εἰ δὲ τις αἰτιόωτο καὶ ἡμέας ἐς ψόγον ἕλκοι,
δοιάδες οὕνεκα πολλαὶ ἀρίζηλον κατὰ βίβλον,
εἰσὶν Ὁμηρείων τ᾿ ἐπέων πόλλ᾿ οὐ θέμις, ἐστίν,
ἴστω τοῦθ᾿, ὁτι πάντες ὑποδρηστῆρες ἀνάγκης...
.................................................................................
Πατρίκιος δ᾿, ὃς τήνδε σοφὴν ἀνεγράψατο δέλτον,
ἀντὶ μὲν Ἀργείων στρατιῆς γένος εἶπεν Ἐβραίων,
ἀντὶ δὲ δαιμονίης τε καὶ ἀντιθέοιο φάλαγγος,
ἀθανάτους ἤεισε καὶ υἱέα καὶ γενετῆρα.
Ἀλλ᾿ ἔμπης ξυνὸς μὲν ἔφυ πόνος ἀμφοτέρασι,
Πατρικίῳ κἀμοί, καὶ θηλυτέρῃ περ ἐούσῃ.

ΧΡΙΣΤΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΚΟΠΤΙΤΗ

(τέλη 5ου –αρχές 6ου αι.), για τα 80 αγάλματα που στόλιζαν τα δημόσια λουτρά (θέρμες) στον Ζεύξιππο της Κωνσταντινούπολης. Εδώ περιγράφονται 4 αγάλματα, της Ανδρομάχης, του Μενελάου, της Ελένης και της Κασσάνδρας.
Ἔκφρασις τῶν ἀγαλμάτων τῶν εἰς τὸ δημόσιον γυμνάσιον τοῦ ἐπικαλουμένου Ζευξίππου
Ἀνδρομάχη δ᾿ ἔστηκε, ῥοδόσφυρος Ἠετιώνη,
οὔτι γόον σταλάουσα πολύστονον· ὡς γὰρ ὀΐω,
οὔπω ἐνὶ πτολέμῳ κορυθαίολος ἤριπεν Ἕκτωρ,
οὐδὲ φερεσσακέων ὑπερνήνορες υἷες Ἀχαιῶν
Δαρδανίην ξύμπασαν ἐληίσαντο τιθήνην.Ἦν δ᾿ ἐσιδεῖν Μενέλαον ἀρήιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ νίκῃ
γηθόσυνον· σχεδόθεν γὰρ ἐθάλπετο χάρματι πολλῷ
δερκόμενος ῥοδόπηχυν ὁμόφρονα Τυνδαρεώνην.
Ἡγησάμην δ᾿ Ἑλένης ἐρατὸν τύπον, ὅττι καὶ αὐτῷ
χαλκῷ κόσμον ἔδωσε πανίμερον· ἀγλαΐη γὰρ
ἔπνεε θερμὸν ἔρωτα καὶ ἀψύχῳ ἐνὶ τέχνῃ..
Κασάνδρην δ᾿ ἐνόησα θεοπρόπον, ἀλλ᾿ ἐνὶ σιγῇ
μεμφομένη γενετῆρα σοφῆς ἀνεπίμπλατο λύσσης,
οἷά τε θεσπίζουσα πανύστατα πήματα πάτρης.

ΑΓΑΘΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ (6ος αι.)

Τὸν θάνατον τί φοβεῖσθε, τὸν ἡσυχίης γενετῆρα,
τὸν παύοντα νόσους καὶ πενίης ὀδύνας;
μοῦνον ἅπαξ θνητοῖς παραγίνεται, οὐδὶ ποτ᾿ αὐτὸν
εἶδεν τις θνητῶν δεύτερον ἐρχόμενον·
αἱ δὲ νόσοι πολλαὶ καὶ ποικίλαι ἄλλοτ᾿ ἐπ᾿ ἄλλον
ἐρχόμεναι θνητῶν καί μεταβαλλόμεναι.
Γιατί φοβάστε τον θάνατο, τον γενήτορα της ησυχίας,
που παύει νόσους, πόνους, οδύνες;
Μια φορά μόνο έρχεται στους ανθρώπους,
κανείς δεν τον είδε δυό φορές.
Οι αρρώστειες όμως πολλές και ποικίλες
και χτυπούν πότε τον ένα πότε τον άλλο, μεταβαλλόμενες.

Τοῦ ἰδίου

Ἐζόμενος μὲν τῇδε παρ᾿ εὐλάϊγγι τραπέζῃ
παίγνια κινήσεις τερπνὰ βολοκτυπίης.
Μήτε δὲ νικήσας μεγαλίζεο, μήτ᾿ ἀπολειφθεὶς
ἄχνυσο τὴν ὀλίγην μεμφόμενος βολίδα.
καὶ γὰρ ἐπὶ σμικροῖσι νόος διαφαίνεται ἀνδρός,
καὶ κύβος ἀγγέλει βένθος ἐχεφροσύνης.
Καθισμένος σε μαρμάρινο τραπέζι
τους κύβους παίζεις και ευχαριστείσαι.
Μη περηφανεύεσαι όταν νικάς,
ούτε να μεμψιμοιρείς όταν χάνεις.
Στα μικρά πράγματα αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας κάποιου,
κι οι κύβοι δείχνουν πόσο εχέφρων είναι.

Τοῦ ἰδίου

Στῆλαι καὶ γραφίδες καὶ κύρβιες, εὐφροσύνης μὲν
αἴτια τοῖς ταῦτα κτησαμένοις μεγάλης·
ἀλλ᾿ ἐς ὅσον ζώουσι. τὰ γὰρ κενὰ κύδεα φωτῶν
ψυχαῖς οἰχομένων οὐ μάλα συμφέρεται,
ἡ δ᾿ ἀρετὴ σοφίης τε χάρις καὶ κεῖθι συνέρπει,
κἀνθάδε μιμνάζει μνῆστιν ἐφελκομένη.
Οὕτως οὕτω Πλάτων βρενθύεται, οὔτ᾿ ἀρ᾿ Ὅμηρος
χρώμασιν ἢ στήλαις, ἀλλὰ μόνῃ σοφίῃ.
Ὄλβιοι ὧν μνήμη πινυτῶν ἐνὶ τεύχεσι βίβλων,
ἀλλ᾿ οὐκ ἐς κενὰς εἰκόνας ἐνδιάει.
Τα αγάλματα, οι εικόνες, οι πίνακες φέρνουν
μεγάλη χαρά σε όσους τα έχουν·
αλλά όσο ζούνε· γιατί οι χωρίς δόξα άνδρες
δε συμφωνούν πολύ με τις ψυχές όσων φεύγουν
κι η αρετή κι η χάρη της σοφίας τούς ακολουθούν κι εκεί
κι εδώ μένουν χαραγμένες στις μνήμες.
Αυτή είναι η περηφάνεια του Πλάτωνα και του Ομήρου
όχι με εικόνες και στήλες· αλλά για τη σοφία τους μόνο.
Ευτυχισμένοι όσοι από τους φρόνιμους η μνήμη τους
κατοικεί στα βιβλία και όχι σε κενές εικόνες.

ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ (6ος αι.)

Οὐ τό ζῆν χαρίεσσαν ἔχει φύσιν, ἀλλὰ τὸ ῥῖψαι
φροντίδας ἐκ στέρνων τὰς πολιοκροτάφους.
πλοῦτον ἔχειν ἐθέλω τὸ ἐπάρκιον· ἡ δ᾿ περισσὴ
θυμὸν ἀεὶ κατέδει χρυσομανὴς μελέτη.
ἔνθεν ἐν ἀνθρώποισιν ἀρείονα πολλάκι δήεις
καὶ πενίην πλούτου καὶ βιότου θάνατον.
ταῦτα σὺ γινώσκων κραδίης ἴθυνε κελεύθους
εἰς μίαν εἰσρόων ἐλπίδα, τὴν σοφίην.
Η ζωή δεν είναι πρόσχαρη και θελκτική. Εκείνο που έχει
Είναι φροντίδες αμέτρητες, που, με τον καιρό, λευκαίνουν τους κροτάφους.
Πλούτο ας έχω, όσο αρκεί. Η περισσή χρυσομανία
φθείρει και τις δυνάμεις εξαντλεί του ανθρώπου.
Πλήθος φορές ανθρώπους θα γνωρίσεις
που ενάρετοι είναι παρόλο το βάρος της πενίας τους
κι αλλού το θάνατο μες στη χλιδή θα συναντήσεις.
Γνωρίζοντας αυτά τους δρόμους ας ακολουθήσεις,
που στην ελπίδα κατευθύνουν τη μοναδική, τη σοφία.

Του ιδίου

Μήτε βαθυκτεάνοιο τύχης κουφίζετο ῥοίζῳ,
μήτε σέο γνάμψῃ φροντὶς ἐλευθερίην.
πᾶς γὰρ ὑπ᾿ ἀσταθέεσσι βίος πελεμίζεται αὔραις
τῇ καὶ τῇ θαμινῶς ἀντιμεθελκόμενος.
ἡ δ᾿ ἀρετὴ σταθερόν τι καὶ ἄτροπον, ἧς ἔπι μούνης
κύματα θαρσαλέως ποντοπόρει βιότου.
Μην παρασύρεσαι απ τις ευλογίες της τύχης,
και το ελεύθερό σου φρόνημα οι φροντίδες ας μην κάμπτουν.
Ο βίος ασταθής είναι. Άστατες αύρες πνέουν
Κι ένα ρεύμα ακατάστατο σε σέρνει εδώ κι εκεί.
Σταθερή και αμετάτρεπτη είναι η Αρετή· μόνο με αυτήν
στο πέλαγος της ζωής σου πλέε.

ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ (6ος αι.)

Ἠδέα πάντα κέλεθα λάχεν βίος· ἀστεϊ μέσσῳ
εὖχος, ἑταιρεῖας, κρυπταὶ δόμοισιν ἄχη·
ἀγρὸς τέρψιν ἄγει, κέρδος πλόος, ἀλλοδαπὴ χθὼν
γνώσιας· ἐκ δὲ γάμων οἶκος ὁμοφρονέει,
τοῖς δ᾿ ἀγάμοις ἄφροντις ἀεὶ βίος· ἕρκος ἐτύγχθυ
πατρὶ τέκος, φροῦδος τοῖς ἄγονοισι φόβος·
ἠνορέην νεότης, πολιὴ φρένας οἶδεν ὀπάσσαι.
ἔνθεν θάρσον ἔχων ζῶε, φύτευε γένος.
Ευχάριστος κάθε δρόμος στη ζωή. Στην πόλη,
δόξα και φιλία. Τα σπίτια κρύβουν το άγχος.
Ο αγρός τέρπει, η ναυσιπλοΐα κέρδη, ο ξένος τόπος γνώσεις
Ο γάμος φέρνει ομόνοια,
οι άγαμοι ζουν χωρίς φροντίδες, στήριγμα είναι στον πατέρα
τα παιδιά· οι άτεκνοι άφοβα ζουν.
Η νεότητα άφοβη· τα γηρατιά σοφό σε κάνουν
Έχοντας θάρρος ζήσε, και διαιώνιζε το γένος.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΟΥ ΥΠΑΤΟΥ (6ος αι.)

«Αὔριον ἀθρήσκω σε». Το δ᾿ οὔποτε γίνεται ἡμῖν,
ἠθάδος ἀμφιβολίης αἰὲν ἀεξομένης.
Ταῦτά μοι ἱμείροντι χαρίζεαι· ἄλλα δ᾿ ἐς ἄλλους
δῶρα φέρεις, ἐμέθεν πίστιν ἀπειπαμένη.
«ὅψομε ἑσπερίη σε». τί δ᾿ ἕσπερός ἐστι γυναικῶν;
γῆρας ἀμετρήτῳ πληθόμενων ῥυτίδι.
«Αύριο θα σε δώ». Όμως αυτό δε γίνεται ποτέ,
και πάντα με την ίδια αναβολή το μεταθέτεις.
Μ᾿ αυτόν τον τρόπο φέρεσαι σε μένα που σε λαχταρώ.
Όμως σε άλλους δίνεις άλλα δώρα σου
κι αρνείσαι την πιστή μου αγάπη.
«Το βράδυ θα σε δώ!» Μα ποιο είναι των γυναικών το βράδυ;
Γεράματα βαθιά κι αμέτρητο πλήθος ρυτίδων.

Του ιδίου

Κιχλίζεις, χρεμέτισμα γάμου προκέλευθον ἱεῖσα,
ἥσυχά μοι νεύεις· πάντα μάτην ἐρέθεις.
ὤμοσα τὴν δυσέρωτα κόρην, τρισὶν ὥμοσα πέτραις,
μήποτε μειλιχίοις ὄμμασιν εἰσιδέειν.
παῖζε μόνη τὸ φίλημα· μάτην πόππυζε σεαυτῇ
χείλεσιν γυμνοτάτοις, οὔ τινι μισγομένοις.
αὐτὰρ ἐγὼν ἑτέρην ὁδὸν ἔρχομαι· εἰσὶ γὰρ ἄλλαι
κρέσσονες εὐλέκτρον Κυπρίδος ἐργάτιδες.
Χαζογελάς και χλιμιντρίζεις ερεθιστικά
με πρόκληση ερωτική, μού κάνεις τρυφερά νοήματα.
Μα με όλα αυτά μάταια κοπιάζεις.
Εδωσα όρκο σε τρεις πέτρες την κοπέλλα
αυτήν τη δύστροπη γλυκειά ματιά ποτέ να μη της ρίξω.
Μόνη σου παίζε, ότι δίνεις τάχατες φιλιά.
Μάταια ανοιγόκλεινε γυμνά τα χείλια που δε σμίγουν με κανέναν.
Εγώ θα πάρω άλλο δρόμο. Υπάρχουν κι άλλες πιο καλές,
πιστές στην Αφροδίτη και με ζήλο για τον έρωτα εργάτριες.

Του ιδίου

Ἀστὸς ἐμοὶ καὶ ξεῖνος ἀεὶ φίλος· οὐ γὰρ ἐρευνᾶν
«Τίς, πόθεν ἠὲ τίνων», ἐσὶ φιλοξενίης.
Για μένα κάθε συμπολίτης ή και ξένος είναι φίλος πάντοτε.
«Ποιος είσαι, τίνος κι από πού», ποτέ της δε ρωτά η φιλοξενία.

Του ιδίου

Μνήμη καὶ Λήθη, μέγα χαίρετον·
ἡ μὲν ἐπ᾿ ἔργοις μνήμη τοῖς ἀγαθοῖς,
ἡ δ᾿ ἐπὶ λευγαλέοις.
Μνήμη και Λήθη να ῾σαστε καλά.
Η μια που μου θυμίζει τα σπουδαία έργα
κι η άλλη που με κάνει να ξεχνώ τα θλιβερά.

Του ιδίου

Γαῖα καὶ Εἰλείθυια, σὺ μὲν τέκες, ἡ δὲ καλύπτεις·

χαίρετον· ἀμφοτέραις ἤνυσα τὸ στάδιον.

εἶμι δὲ μή νοέων, πόθι νίσομαι· οὐδὲ γὰρ ὑμέας
ἢ τίνος ἢ τίς ἐὼν οἶδα πόθεν μετέβην.
Γαία και Ειλείθυια, θεές της γέννησης και της φθοράς,
Εσύ με γέννησες κι εσύ με χώμα τώρα με σκεπάζεις.
Σας χαιρετώ. Τελείωσα το δρόμο και των δυο σας.
Φεύγω, κι όμως πού πάω δε γνωρίζω.
Δε ξέρω ούτε και Εσάς ούτε ποιος είμαι, τίνος είμαι κι από πού ήρθα.

Του ιδίου

Δίκτυον ἀκρομόλυβδον Ἀμύντιχος ἀμφὶ τριαίνῃ
δῆσε γέρων, ἁλίων παυσάμενος καμάτων.
ἐς δὲ Ποσειδάωνα καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης
εἶπεν ἀποσπένδων δάκρυον ἐκ βλεφάρων·
«Οἶσθα, μάκαρ, κέκμηκα· κακοῦ δ᾿ ἐπὶ γήραος ἡμῖν
ἄλλυτος ἡβάσκει γυιοτάκης πενίῃ.
Θρέψον ἔτι σπαῖρον τὸ γερόντιον, ἀλλ᾿ ἀπὸ γαίης,
ὡς ἐθέλεις μεδέων καὶ χθονὶ καὶ πελάγει».
Παύοντας ο γερό-Αμύντιχος τους κόπους του στη θάλασσα
Τύλιξε στο καμάκι του το μολυβιασμένο δίχτυ του,
και χύνοντας πικρότατο δάκρυ απ᾿ τα βλέφαρα, είπε στον Ποσειδώνα:
«Μακάριε θεέ, το ξέρεις, πως κουράστηκα και πάνω στο κακό των γηρατειών
αχώριστη η φτώχεια έρχεται, που λειώνει το κορμί.
Κυρίαρχε της θάλασσας και της στεριάς,
θρέψε το γεροντάκι το τρεμάμενο, λίγο ακόμη,
αλλά τώρα από τη γή, καθώς το επιθυμεί.

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, Εἰς τὴν ὑψίστην θεόν, 7ος αι.

Χαῖρε κόρη χαρίεσα, χαριτόκε, χάρμα τοκήων,
παρθέν᾿ ἐφημερίοις οὐρανίοις τε φίλη.
Χαῖρε κόρη πάντων, μέγα χάρματι χάρμα λαβοῦσα·
χάρμα μεγασθενέων χάρμα τ᾿ ἀφαυροτέρων.
Χαῖρε πόνων τε λύτειρα, δόμων ῥύτειρα τ᾿ ἀνάκτων,
μῆτερ ἀπημοσύνης, μῆτερ ἐλευθερίης.
Χαῖρε δόσις χθονὸς αἰὲν ἐοῦσα καὶ ὀλβοδότειρα,
κοίρανε δ᾿ ἀτρεκίης, κοίρανε χαρμοσύνης.
Χαῖρε βάσις μερόπων, βροτέης γενεῆς· ἀρετάων
ἔγγονέ τ᾿ ἀφθορίης, ἔγγονέ τ᾿ εὐγαμίης.
Χαῖρε δόσις σοφίης, χαρίτων, μερόπων μέγα χάρμα,
παρθένε καλλιτόκε, μῆτερ ἀνανδροτάτη.
Χαῖρε δὲ καὶ κλῖμαξ ποτὶ οὐρανὸν ἀστερόεντα·
εὐθυδρόμους κατάγεις, εὐθυδρόμους δ᾿ ἀνάγεις.
Χαῖρε φάος μερόπων, πῦρ ἁγνόν, δαίμοσι χαῖρε·
ἐν πυρὶ πῦρ ἐγένου, νῦν δὲ φλεγεῖσα φλέγεις.
Χαῖρε δ᾿ ἀμικτοτάτῃ μίξει θεοῦ αἰὲν ἐόντος,
ἀνδρομέης γενεῆς θεῖον ἔρεισμα φανέν.
Χαῖρε δ᾿ ἀγαλλομένη μὲν ἐν Ἑλλάδι καὶ Σαλαμῖνι,
μᾶλλον ὅτ᾿ εἰς συνόδους ἔδραμες ἠελίοιο,
τηλαυγὲς μερόπων οὐρανίων τε φάος..
Χαριτωμένη κόρη, χαίρε, χαρά των γονιών που γεννάς χάρη,
Παρθένα αγαπημένη στους ουρανούς και στους εφήμερους.
Χαίρε κόρη που όλοι σε χαίρονται για τη χαρά που τους έδωσες
χαρά πολυδύναμη και χαρά δίχως δύναμη.
Χαίρε που λύνεις τους πόνους, που σώζεις σπίτια και βασιλιάδες,
μητέρα της ασφάλειας, μητέρα της ελευθερίας.
Χαίρε δώρο της γης, πάντα υπάρχουσα και που χαρίζεις ευτυχία
Βασίλισσα της δικαιοσύνης, βασίλισσα της ευτυχίας.
Χαίρε η ρίζα των ανθρώπων, του γένους των θνητών·
Εγγονή των αρετών και της αφθαρσίας, εγγονή της ευγαμίας.
Χαίρε δώρο της σοφίας, των χαρίτων, μεγάλη χαρά των ανθρώπων
παρθένα καλλιτόκε, μητέρα που δεν άγγιξε άνδρας.
Χαίρε δώρο της γης, μεγάλη λησμονιά σ᾿ όλες τις λύπες·
μητέρα της δικαιοσύνης, μητέρα της αθανασίας.
Χαίρε η σκάλα προς τον αστροφώτιστο ουρανό·
που γοργά μας οδηγείς, γοργά μας φέρνεις πίσω.
Χαίρε φως των ανθρώπων, φωτιά που εξαγνίζει τους δαίμονες χαίρε·
Φτωχιά γεννημένη στη φωτιά, τώρα φλέγεις, αφού έγινες φλόγα.
Χαίρε η ανέγγιχτη με το άγγιγμα του προϋπάρχοντος θεού,
στήριγμα θεϊκό που φάνηκες στο γένος των ανθρώπων.
Χαίρε που αγάλλεσαι στην Ελλάδα και τη Σαλαμίνα
όταν έλαμπες μαζί με τον ήλιο.
Χαίρε όχημα φωτεινό του ηλίου του μακροβόλου
μακρόλαμπο φέγγος ανθρώπων και ουρανίων..

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΣΙΔΗ (7ος αι.)

Από την Εξαήμερον
Στίχ. 6-17
Ἄφωνον εἶχον ἐξ ἀνάγκης τὸ στόμα,
τῆς τὸ λόγου σάλπιγγος ἐμπεφραγμένης.
οὐδὲν γὰρ οὕτως ὡς ἀθυμίας νέφος
χειμῶνα γεννᾷ καὶ νοημάτων ζάλην,
καὶ συσκιάζει τοῦ λόγου τὸν ἥλιον,
καὶ νύκτα ποιεῖ γνωστικῆς ἀβλεψίας,
καὶ τοῦ λογισμοῦ συνθολοῖ τοὺς ἀστέρας,
ἔσω δὲ πᾶσιν τὴν ἀχλὺν τῶν φροντίδων
καὶ τὴν ὁμίχλην τῶν φρενῶν ἐπιστρέφει,
καὶ τῆς διόπτρας τὴν ὀπὴν ἀντιστρέφει,
δι᾿ ἧς τὰ μικρὰ τοῦ λόγου κινήματα
ὁ νοῦς θεωρεῖ γνωστικῶν ἐξ ὀργάνων.
Στίχ. 135-144
Στολίζεται δὲ τὸν χιτῶνα τὸν μέγαν
τὸν ἀέρα κλωσθέντα κερκίδη ξένη,
χυτὸν διαυγῆ λεπτὸν ἠραιωμένον,
εἰς πᾶσαν εἰσδύνοντα σωματουργίαν.
προέρχεται δὲ νυμφικῶς ἐστεμμένος
λαβὼν διαγεῖς μαργαρίτας ἀστέρας·
ἔχει δὲ πρὸς τὰ στέρνα λυχνίτην ἕνα,
ὡς πῦρ ἀποστίλβοντα πρὸς τὴν ἡμέραν
ἄλλον δὲ λευκόπυρσον ὡς πρὸς δὲ τοὺς πόδας,
δεικνύντα λευκὴν πανταχοῦ τὴν ἑσπέραν.
Στίχ. 150-153
ἐπ᾿ οὐδενὸς δὲ πήγματος πεπηγμένος
τὸ κοσμαγωγὸν ἀντερείδει κεντρίον,
συνδεῖ δὲ τὴν ἄβυσσον ὡς ἐν σπαργάνῳ,
κυκλοῖ δὲ τὴν σύμπασαν ὡς ἐν δικτύῳ.

ΑΝΩΝΥΜΟΥ

Επίγραμμα ΑΝΩΝΥΜΟΥ στην είσοδο του Παλατιού του «Τρικλίνου», που χτίστηκε επί Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β΄ (8ος αι.):
Φαιδρὸν Ἰουστινιανὸς ἄναξ ἐμὲ χῶρον ἐγείρει
ἠελίῳ παρέχων θάμβος ἀνερχομένῳ.
Οὔποτε γὰρ τοιοῦτον ἐπὶ χθονὸς ἔδρακε κάλλος
ὑψόθεν οὐρανίην οἶμον ἀπερχόμενο.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/poetry_of_romania/