Εδώ και μια ώρα ο κύριος Αριστομένης παλεύει με το καπάκι, αλλά αυτό αντιστέκεται. Πότε ένα χέρι ξεφεύγει από τα πλάγια, πότε μια μύτη εμποδίζει την κλειδαριά - σωρός τα γόνατα που τον σπρώχνουν. Και είναι και κάτι πεταλούδες στα μαλλιά ενός κοριτσιού, ίσως να είναι η γυναίκα του, αλλά δεν θυμάται, μετά ένα πεύκο που κάποιος άγνωστος έχει ξαπλώσει στη σκιά του και διαβάζει ένα βιβλίο (να είναι αυτός;) και παιδιά, πολλά παιδιά που παίζουν και πάλι αυτή η γυναίκα να τον χαιρετάει από μια βάρκα πριν γυρίσει ανάποδα και την καταπιεί το νερό.
Το άτιμο δεν κλείνει, σαν να έχει γκαστρωθεί. Τώρα έχει ανέβει στο μπαούλο και χοροπηδάει με όλο το βάρος του. Μα, τίποτα τίποτα δεν γίνεται. Δεν κλείνει.Άλλο δεν του μένει από το να αφαιρέσει κάποιες μνήμες. Μια φωτογραφία που ήταν πέντε χρονών και άλλη μια την ημέρα του γάμου του και μια ακόμη που ήταν φαντάρος στο Βόλο.
Τις αφήνει στην άκρη – ούτε καν τις κοιτάζει. Κλείνει το μπαούλο, το κλειδώνει. Ξέρει ότι πολύ σύντομα θα ξεχάσει πού έχει βάλει το κλειδί. Και γιατί δεν έκλεινε το μπαούλο.
Διονύσης Μαρίνος
23/06/2015
Διονύσης Μαρίνος
23/06/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου