ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Κι όμως. Το μεσημέρι ήταν εκεί και μας περίμενε.
Χαμογελούσε από ψηλά.
- Το βλέμμα του μόνο να έβλεπες.
Με δυο μάτια ήλιους
και χείλη, φτερά γλάρων που ίπτανται.
Βράχοι στην άκρη του νερού
μ’ έπαιρναν λαχανιασμένοι το κατόπι.
Τι στα αλήθεια έμενε ακίνητο και τι έφευγε.
Ο τόπος ή ο χρόνος;
Στην προκυμαία ένα θαλασσοπούλι
από ώρες καθισμένο στο ΄να του πόδι
βούλιαζε μες στα μάτια του τα πλοία.
Κι αυτά, τίναζαν τους κάβους πάνω κάτω.
Ξεφυσούσαν.
Αφηνιασμένα άλογα, για να σωθούν.
Δεν αρκεί ετούτη η σελίδα.
Αφέσου ένα μεσημέρι στο ουρανό κατακαλόκαιρο.
Μέσα σου θέλω να διαβάσεις
αυτά και τ άλλα, τα ανείπωτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου