Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης - Τελευταίος Σταθμός


Τελευταῖος Σταθμός

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χα-
ράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.

Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη
τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ
Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητο-
ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου
τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν
τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δεί-
χνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44
Από την συλλογή "Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄".

Σεφέρης - Τελευταίος Σταθμός

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο όγδοο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο όγδοο)
5 Νοεμβρίου 2013 στις 1:08 π.μ.


Όσο και να ετοιμαστούν οι φορεσιές (και πες τις γαμπριάτικες), όσο ν' αγοραστούνε τα υφάσματα, να ταιριαστούνε οι χρωστήρες ώστε να είν' οι αποχρώσεις σαν τις συμπληρωματικές - και να διαλέξουνε τ' ατλάζια, ή τα μεταξωτά με τα σειρήτια ή και δίχως - και σε κάθε περίπτωση με τρόπο που να είναι αμοιβαίως οι παλικαροσύνες τους έκπαγλα αναδεικνυόμενες, γιατί δεν πάμε να ζητάμε τέτοιαν Όμορφη την κάθε δεύτερη Τετράδη, έπρεπε όμως και νωρίτερα να περαστούν οι άλλες συμπληγάδες, οι χειρότερες. Ότι θα πρέπει ο Ντημίτ να σκάσει μαυροκανόνι επί αγκαλιάς της αδρεφής - που εν τω μεταξύ να έχει κάμει και ένα σιδηρόδρομο προικέματα. Πόσα σεντούκια με προσόψια, τα πανωσέντονα τα κατωσεντονάκια,όλα με το περκάλι και με βαμπάκι εκ της Αιγύπτου, και τι κοφτά, κι ανεβατά και κοπανέλια, άσε και τα φραντσέζικα με χαρωπά κομπάκια. Και πουκαμίσες νυχτικές με τα ωραία αρχικά της σε άσπρο κέντημα. Και τις πλεχτές κουβέρτες της τις μάλλινες για το χειμώνα, και με το βελονάκι γι' από τις άλλες, της μισοεποχής άνοιξη και χεινόπωρον. Και με τα αντιμακασάρ για τ' ονταδάκια. Και χώρια τις κουρτίνες που είχανε αγγέλους και τα καλαθωτά γεμάτα φρούτα και με το κέρας της Αμάλθειας. Και το τραπεζομάντηλο για είκοσι και βάλε τους καλεσμένους, που μόνο δε στρωνόταν από μόνο του, ένα μεγάλο θάμα της οργιάς.Λοιπόν, φαντάσου τώρα και τη θέση του, χώρια την εδική της, που έπρεπε να πάγει και να της ρίξει τέτοια χαριστική, όχι πως δεν το έβλεπε το πράγμα και πώς που τους ερχότανε κι από τα μακρυά - αλλά και τί ψυχή χαμέρπειας πρέπει να έχει και ένας αδερφός να φέρει το μαντάτο; Διότι, αν θυμάστε, ήτο η Αειπάρθενος κατά τι μεγαλύτερη. Και πού να ακουγότανε ότι να ενυμφεύετο ο νιός και στήλωμα οικίας πριν απ΄την αδερφή, μάλιστα τη μεγάλη του; Και με τί πρόσωπο θα έβγαινε η έρημη στον κόσμο, να τη γελάνε έως και οι πετρίτσες; Βεβαίως, και τα χρόνια αυγατεύανε - κι ότι οι ώρες του προξενιού περνάγανε ως ανεπιστρεπτί, και ουδέ μία προξενήτρα δεν εφένουντο στο ξώθυρο, λες και τις είχαν ξορκισμένες με τον απήγανο. Και ότι νάτανε η Αειπάρθενος, να πούμε, ακαμάτρα; Δγείτε τα έργα της (και κάποτε θα πουληθούν ωσάν αντίκες, κι ειδεμή - κοψοχρονιά), κοιτάτε βελονιά να πείτε θάμασμα: Να λες, πως ήτανε σαν το τσουκάλι μαύρη, ή σα στραβοχυμένη, που δεν την έπιανε ο ήλιος μα ήτο και από φυσικού της σαν το ψωμί τ' αφράτο, ιδίως το σταράτο το χρυσένιο; Ή ότι ήτανε κοντή, μη δε πολύ ψηλή - και ποιός να της βρισκότανε σαν ταίρι και στο ύψος, μην το εβλέπαν το ζευγάρι και γελάγανε με τίποτα απρέπειες ελεεινές, κατέβα να φιλήσεις; Όχι, και όχι, τρεις φορές. Μα τότε, τί συνέβαινε και λες κι η μεγαλοκοπέλα εκόντευε να έμεινε στο ράφι, μάλιστα να κουνάει και τα πόδια; Εδώ ήταν το μέγιστο το ζόρι, κι εδώ που ο ΝτημίτΕφέντης έπρεπε να σταθεί ενώπιος τω ενωπίω, κι αμέ ενώπιος στο αίμα του να πει πώς τα ενόμιζε, να πάρει και συγχώρεση, διότι πώς θα της την κατάφερνε μια μαχαιριά κατάστηθη; Κι έπρεπε να της κάμει μίαν εγχείρηση και δίχως το αναισθητικό, γιατί θα γύρναγε σε γάγγραινα και ήτανε το κρίμα: αλλά το βλέπετε κι εσείς και όλοι μας ότι ο δρόμος ήτανε και το κισμέτ μονόδρομος, κι αυτός είχε ναυλώσει τριζάτον αραμπά και είχε πάρει έτρεχε, οπότε, φευγάτε κοριτσάκια να μη σας πάρει ομπρός, κι εσύ η Αειπάρθενος , άντε, καλώς τα δέχτηκες. Μαρή, της λέει - εδώ βάνετε ό,τι και όνομα γουδέρετε (γιατί μαθέ το πήρε το ποταμάκι και παει καλλιά του), Μαρή, θέλω που να καλέσουμε ένα δικό συμβούλιο, να μεριμνήσωμε το μέλλον μας γιατί δεν πέρνα ο καιρός να πάει τ' ανάποδο. Και συ σου μεγαλώνεις, κι εγώ έχω αρχίσει να σιτεύγω και ας μην έχουμε καλά εσύ τον άντρα, μηδέ εγώ μια θαλπωρή - μόνο δεν έχουμε κι ούτε μισό παιδάκι στο αναμεταξύ μας, και τι θα κάμωμε; Αυτό, εκείνη την εβρήκε απροετοίμαστη, είχε κι έναν καημό ότι την έπαιρναν τα χρόνια, άρχισε το χειλάκι της να τρέμει κι ας ήτανε εν γένει και εγγενώς και με το συγγενή της επί επάλξεων και κράταγε τον πόνο εις τα στήθια (που μάλιστα τώρα σαν κι ανεβοκατέβαιναν σα λαβωμένο ελάφι που νάχε πέσει δίπλα στον ποταμό). Διότι, δε, τις τελευταίες βδομάδες - άντε με τα πεσκέσια τα συμπαρομαρτούμενα που πήγαιναν κι ερχόντουσταν, και το καλπάκι το αστρακάν (είχανε το αρνάκι από την αρνάδα του βγαλμένο με μπουκλωτό γουνάκι πριν, αγέννητο - δύο νεκρά θρηνήσαμε, αλλά τι όμορφο που ήταν το καλπάκι!), πίστεψε κι η κοπέλα ότι ποιός ξέρει τι και θάυματα να γέννοντο, που είχε φοβηθεί μην είχε και τον ανθρωποδιώχτη: και είχε αρχίσει μια μικρή ελπίδα ν΄αναθρέφει ότι ίσως τη θέλησε και βρήκε το κουράγιο να τη ζητήσει ο ΧατζηΡεΐς. Και πού, αν ήταν Τούρκος, αμη και δεν την ένοιαζε! Κι ας είχε το μουσάκι του πωγωνωτό να σκίζει τον αέρα - έ, ας της έσκιζε και αυτηνής το μάγουλο, και να λογιέται και καλά φχαριστημένη! Μάζεψε το λοιπόν εκείνο το κατώχειλο που ετρεμούλιαζε, μαζεύτηκε τις φούστες της κι ένα φευγάτο της τσουλούφι στο λαιμό που την εγαργαλεύονταν. Και ίσιωσε την πλάτη της, ένωσε και τα γόνατά της ως ήτο καθισμένη, κι επερίμενε το τί θα πει τ' αδέρφι της, με τα ματάκια της να λάμπουνε της πίστης. Εκείνος πάλι, ίσως και να μην την καλοπρόσεξε, γιατί θα ήτανε δεμένος με το κρίμα του - ήξερε ίσως, ψυχανεμιζότανε τα αίτια γιατί κανένας δε φαινότανε την ήθελε ζητήσει σε γάμου κοινωνία, τον έιχε φάει για καιρό ένα σαράκι πως την αδίκησε, κι ότι ο φταίχτης κι ο σταυρωτής της μην ήτανε ο ίδιος του αυτός. Και τώρα, ύστατη η ώρα - έπρεπε να καθαριστέι το πύο, να έρθει μια καινούρια μέρα να μερώσει, να δει και το κονάκι μία χάρη - νισάφι πια, να του τα τρώνε οι σαντέζες! Και αν περίμενε άντρας να 'ρθει και να την αναλάβει από τα χέρια του, έπρεπε πλέον να παραδεχτεί πως έσφαλε οικτρά, και όσο κι αν την κοίταγε, δεν έβλεπε κουσούρι να της ψέξει - άρα το πόρισμα έπρεπε ήτο ότι έφταιγε αυτός, και τα μεγαλοπιάσματα. Είπε να της το φέρει μαλακά, να τη γιατροπορέψει την έρημη ψυχούλα της - μα να μη χάσει και το μούτρο και αρχινήσει τις κακές παραδοχές. Κι έτσι, και τί να γίνει, βλέπω πως είναι κάμποσο δυσκόλικο να μας ερθεί γαμπρός με το γινάτι, και με στανιό τον θέλουμε για τώρα, έχεις εσύ την εμορφιά που θα μπορούσε να εκτιμήσει κανένας που να είναι σε αρχοντοχηρεία, είσαι μαι κερά με την πατίναι ωραίου χρόνου (για να μην είπει μαραμένη, κι ακόμα αμύριστη). Αυτή, άρχισε τα χαμόγελα. Επίστευε ότι το πάει αγάλι πως να τη δώσει δέχτηκε στον Τούρκο, και του αφήκενε σκοινί να κρεμαστεί, και τί να λέγει, αμάν εκείνο το μουσάκι κι ας με κόψει; Κι αφού χαμογελούσε, πήρε κι αυτός τα θάρρητα, και της εξεφουρνίζει - Τουλάχιστο, να παντρευτώ πρώτος εγώ, να σιγουρέψουμε το γιο και κληρονόμο - κι ύστερα, έχεις χρόνια και εσύ - γιατί οι άντρες βρίσκουνε το ταίρι εύκολα, μην κλείσουμε το σπίτι μας! Και με τ' ανοίγματα, να λάψει και το μούτρο σου να το ιδεί ο κόσμος, και ποιός να ξέρει - φέρνουν τα ρύζια όρυζα κι ο γάμος άλλο γάμο. Εκεί την άνοιωσε, το λόγο που απόσωσε. Και είχε πια τα μάτια του να δει το πώς εφυλλορρόησε εμπρός απ΄τη σερβάντα, και με στητή την πλάτη. Δεν ήξερε ότι ποτέ την είχε δει πλέον ωραία, με κάτι δάκρυα που κύλαγαν σαν το πηχτό το γάλα, κόμπος στον κόμπο και τα φόρεσε ωσάν γιορντάνι με τριπλόδιπλες τις γύρες. Χωρίς λυγμό, χωρίς καμμία λέξη της κακής κατηγόριας, παρά να κλαίγει στα σιωπηλά με τα ματάκια ανοιχτά σαν τις βρυσούλες της κι αυτή μικρό κορίτσι, κι αυτός εντράπηκε. Κια εγονάτισε μπροστά της, και της εμούσκευε τις πιέτες απ΄το ρούχο της, και της εγύρευε πως να τον συγχωρέσει όλη την ανομία. Κι ότι δε φταίς εσύ, μα που μεγαλοπιάστηκα και έχουμε χωράφια και μπαξέδες και μπαξεβάνους και που με λένε το γιο του Μπέη, και ποιός είναι να φανεί εσού αντάξιος που είναι όλοι οτυς σαν παρακατιανοί και σε ηδρέπονται - και να σε πάρει από τους δικούς κανείς δεν το κοτάει γιατί πώς να σε έχει μέσα στα λούσα όπως σου πρέπουνε, που είναι όλοιφροκαλοκοιμήσηδες και σε ξουλέυουνε και μας κακολοούνε; Κι από τους Τούρκους ποιός να σε τιμήσει, που σ' έχουνε γνωρίσει να είσαι άλλης πάστας - Συχώρα με, της λέει, Ευταξούλα μας - κι αυτή ήτανε η στερνή φορά που της απόδωσε το ίδιο της το όνομα, που έρχονταν γραμμή από τη μάνα του, του πατέρα τους, να ΄ναι θεοσχωρούμενη. Και έπιασε και του' στρωσε και κείνη τα μαλλάκια του μ' ένα μισούλι χάδι - που τον θυμήθηκε μικρό και τον συγχώρεσε. Κι έπειτα τον αρώτησε με ατσαλένια μάτια αν είχε ήδη βρει την καλονύφη, και πώς με το γοργό, πότε την έφερνε. Κι αφού είχανε τις ισορροπίες ταραγμένες, έλαβε στα ξανά τα γκέμια της ως η μεγαλυτέρα και πήρε θέση μάχιμη: Να μην ανησυχούσε, ότι θα τον βοήθαγε να φέρει εις κάθε πέρας και τα αρρεβωνιάσματα, και όλα τα μπαξίσια, τα τραπεζώματα και όλα τα αποδέλοιπα - κι ας ήτανε κι Εβραία, ότι θα τηνε αγαπούσε ωσάν την αδερφή κι ακόμα κι άλλο κι άλλοτε, και θα της επαρέδινε και τα κλειδιά και όλα, ότι θα τη φορούσε στο κεφάλι της όπως χρυσή κορώνα. Όμως, ήθελε μοναχά απ΄το Ντημίτ - όταν θα ήταν όλα γινωμένα - να της χαλάλιζε το άλογο αράβικο, και αφιερωμένο με μπισικό αμούστακο να έχει συνοδεία - για να ξεσκάζει άμα παίρνει τα ρουμάνια χωρίς το φόβο από την κακογλωσσιά του πάσα ένα. Και ο Ντημίτ, μισό στην ανακούφιση, μισό στη συντριβή - της το εσυγκατένευσε.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Η Αειπάρθενος, όταν θυμόταν πως τη λέγαν Ευταξούλα - κι όπως την έβλεπε μονάχα ο καθρέφτης της.

Μίλτος Σαχτούρης Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ ...

Κεφάλι κεραμικό ψημένο άβαφο Πετρούλας Σίνη
Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

Μίλτος Σαχτούρης

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Δημήτρης Ελ.Παπαδόπουλος Άκουσες τον ήχο του κεραυνού...





Άκουσες τον ήχο του κεραυνού...
Την αστραπή όμως δεν την είδες.
Δεν κατέβηκε ποτέ η βροχή
να μουσκέψει
της ψυχής σου το πουκάμισο.

Επειδή δεν με ξέρεις.

δεν πάει να πει

ότι δεν υπάρχω...έ;


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο έβδομο)
4 Νοεμβρίου 2013 στις 12:55 π.μ.


Στο μεταξύ, οι φίλοι βγήκανε ζεματισμένοι απ' τον τεμπελχανέ: είχε διαμιάς εφέξει τους η πλάση κι απέ σκοτείνιασε και μείνανε του βρόντου, είχανε και χωρίς κουβέντες καταλάβει και τί επαίχτηκε (που να δοξάζουμε τον ίδιο το θεό περί το μέγα έλεός του, ό πού 'χει φίλο γκαρδιακό - έχει μεγάλο μυστικό - κι επίσης δε χρειάζεται να λέει το μυστικάκι του, γιατί ο φίλος πήγε και το διάβασε απ΄του ματιού την κόρη!). Ώστε, δεν πιάσανε τα περιττά, παρά πήγε καθείς εις τη γωνιά του και κάνανε και πόσες μέρες να βρεθούνε. Όμως, έστειλε ο Ντημίτ εις το Ρεΐς ένα καλάθι γόπες φρέσκιες φρεσκότατες και μιαν αγκάλη τσούσκες κοκκινοπιπεριές, ο δε Ρεΐσης έστειλε αντίδωρο ένα πανέρι πέρδικες και τα λιβανωτά με ευωδιά γιασμίνι, έπειτα έστειλ' ο Ντημίτ ένα μεταξωτό γιασμάκι για τη μάνα του Ρεΐση, με τα σέβη του - έστειλε κι ο Ρεΐσης ένα καλπάκι για την αδερφή του, του Ντημίτ (που έμπαινε χειμώνας). Κι έτσι πηγαινοέρχονταν κάθε λογής πεσκέσια περί τις δυο βδομάδες - για να ξεκαθαρίσει και το τοπίο, ότι δεν ήταν όλα περασμένα-ξεχασμένα, πώς άλλωστε γινότανε! Αλλά ότι κανείς δεν κράταε κακό θυμό και άτιμο γινάτι - γιαδές που έτσι τα 'φερε η μοίρα, και τί να κάνουμε δε γίνεται αλλιώς. Αλλά, για μια συνάντηση ουδείς λόγος δε γίνονταν - έπρεπε να βρεθεί η καληώρα, να μην το πάνε με του κουτουρού, να το σηκώσουνε το μεσιανό κατάρτι μα με τ' αγάλι-αγάλι, να μην καθότουνε η βάρκα και φαλήρανε και τη φιλιά και τις πολλές αγάπες, άμα επράτουντο αμείλικτη βιασύνη. Οπότε - να πάγει πήρε ο ένας απ΄τα κτήματα, να διαφεντέψει τι γινόντανε οι φετινές κενταύριες, να πάρει πήγε ο άλλος τα βουνά να κάμει μίαν εσωτερικότητα, ένα διαλογισμό για τί εγένειτο. Και πέρασε και έτσι άλλη και καμμιά-δυο βδομάδα, στο μήνα πάνω είχανε κάπως ξελαμπικάρει, είπαν να βρεθούνε. Εδώ, άλλος ο ύφαλος: στου ενός το γιαλί, ήτανε άπρεπο - να μην έχουνε να δεξιωθούνε, μες στο χάλι τους! Στου αλλουνού το κονακλί, ήτανε άτιμο:γιατί εκέρδιζε όποιος θα έπαιζε στην έδρα του, ή μπας και θα ΄χανε, το ίδιο το αυτό, θα ήταν το παιχνίδι άνισο, τα ζάρια τσιμπημένα. Και για φαγί ο λόγος δε γινότανε, μήπως και τους καθόταν στο στομάχι, ώστε λοιπόν - κατέληξαν στον τσαϊχανέ Η Αλωπεκή, που σέρβιρε και τα τυχαία ορτύκια (άμα είχαν φερμένα τίποτ' από το κυνήγι) και τα μαγείρευαν και κάπως τσιγαρλίδικα, έτσι, για το μεζέ. Ώστε, ζούμ στο τραπέζι και γιούρια εις τον ταβλά με τα κουλούρια, και να ΄ρθωμε στο θέμα μας. Ωραία, τηνε θέλωμε κι οι δύο: Μα ποιός, για έλα μου, τη θέλει το περσότερο; Εδώ βεβαίως, κι οι γνώμες δίσταντες. Γιατί, ανάθεμα το κέρατο το τράγιο: Να λέγει ο Χατζής - εσύ στα σίγουρα τη θέλεις, το είδα στο ματάκι σου πόσο μπιρμπίλισε. Και ν' απαντάει ο άλλος ο Εφέντης - εσύ που έγινες σαν το φαρφούρι και μονάχα που δε μας εδιαφάνεψες να δούμε την καρδίαν σου; Κι έτσι, μπήκανε στις νέες πίστες, ανεβήκανε: Εσύ που είσαι άνθρωπος καλός, και δε θα κακοπάθει - να λέει ο Χατζάκος ο Ρεΐσικος. Και ν' απαντά ο άλλος - άμα φοβήσαι την κατάρα, ή την κακιά την πατρογονική σου τη μοίρα - και για δεν πας να επληθείς και στον Αφράτη, ν΄αλλάξεις όνομα να μη σ΄αναγνωρίσει ούτε και η θανή σου - ή άιντε στον αλευρόμυλο σαράντα μέρες μέσα στ' αλεύρια στα γεννήματα ώσπου το ριζικό ν' αλλάξει; Εδώ, η επανάσταση - πατήθηκε το νεύρο του και του ΧατζηΡεΐς, άκου του λεγει, μην εμπαίζεις ό, τι που δεν καταλαβαίνεις, να χάσω εγώ ό,τι προνόμια έχω στην παράδεισο, μα το ουρί να είναι - μα το ρύζι, αυτό που λες δε γίνεται κι εδώ τραβώ γραμμούλα, και λέγω Ινσαλλάχ όπως κι αν γίνει. Θα πάμε και θα τη ζητήσωμε κι οι δυο: εσύ θα της ζητήσεις το δεξί, για να την πάρεις, κι εγώ θα της ζητήσω τ' αριστερό, όπως στην παραδώσω. Και κοίτα, κακομοίρη μου, μη μ΄ανεβάζεις και το αίμα στο κεφάλι, είμαι κι οξύθυμος και δε μπορεύω τόσες πια μέρες το ότι συγκρατώμαι, κανόνισε και κάμε το κουμάντο σου να πάμε και γοργά, μη μας την πάρει άλλος και την αποχάσω. Ο άλλος, τι να πει, είχε και φίλο που δεν ήθελε να χάσει, έβλεπε κι ότι του τρελλού το χούι ήτανε ανάποδο, σου λέει - μπα και ξέρει αυτός ό,τι εγώ δεν ξέρω - τι πράσινες κατάρες και αλογάτα ριζικά, μα μη να έχει κάποια στροφιδιά και μας ηφάει το φίδι, και την αφήκει με τίποτα τέκνα ανήλικα και τότε ποίος ποταμός να μας ξεπλύνει, μηδέ Αφράτης ουδεμή κι ο Τίγρης. Του ήρχετο βαρύ να του τη δώκανε, δι αυτός θε να την έπαιρνε δια βίου, και δια της βίας άμα το χρειαζότανε - και τώρα δεν του έδωναν αέρα να κάνει μια γυροβολιά να τ΄αφανίσει: ήτανε και οι δυο για πες οξύθυμοι, μην έμενε η περιστέρα και διπλοχήρα! Οπόταν, είπε και αυτός - να κάνει το χουβαρδαλίκι του - και να του πει, πώς για όλα τα επόμενα Τζουμάρτεσα, όπου και θα την είχε εις το κονάκι του σα Βαλιντέ Καντίνα, να ερχόταν ο ΧατζηΡεΐς να τρώγει και να πίνει ό,τι εκείνης τα χεράκια θα μαγείρευαν, έτσι - για να τη χαίρεται με αφιλοκερδείαν. Όλα συμφωνημένα στο ύψος της τιμής και της φιλιάς, εσύρανε τα ποτηράκια κι εβρέξανε τα χείλη τους, πλαταγιστήκανε όλα από τον τόπο - και κανονήσανε να ράψουνε καινούριες φορεσιές και να υπάγουνε με το πολύ γοργό να τη ζητάνε. Κι αφού και δεν ηξεύρανε ποιός ήταν ο πατήρ της, είπανε να ζητησουνε τα χε΄ρια από την ίδια της, διότι ήτανε αυτό και βολικότερο και πλέον μπεσαλίδικο - μην τους επαίρναγε κανένας για λωλούς ούτε και το σκεφτήκαν ολωσδιόλου! Στο αναμεταξύ, και την Αστέρω μας τη ζώνανε τα φίδια και την επερπατάγαν οι σκορπιοί, τα μολυντήρια, όλα τα χαμερπή και τα δλητήρια. Και είχε φτάσει σ' ένα κακό σημάδι μαύρου χαλίου, που αν και ήτο ωρισμένως και συστημένη με τα μαγικά μιας εξαθλείωσης, είχε φτάσει να πίνει ως τον ντελβέ και να μην της γυρίζει το φλυτζανάκι, αλλιώς να χύνεται να πέφτει μεταμιάς το νερομπούλικο. Και δεν υπάρχει εξευτελισμός κοντραχειρότερος, παρά να πάγει η Εβραία στο παζάρι και ναν' η μέρα Σάββατο, μα παρεκτός αυτό που πάθει η Εστέρα μας - να πάγει η Εβραιοπούλα η μαγίστρικη και να ζητάγει τα χαρτιά να της τα πει η Αρμένισσα! Που, την οποίαν Αρμένισσα τη λέγανε θέλεις Αλμάστ, για θέλεις Βαρντανούς - κι έτσι να ΄χεις δυο καημούς, που στη μια οικογένεια τη λέγανε αλλιώς, στην άλλη έτσι - είχαν να μιληθούνε οι γονέοι της εξ' αφορμής ονόματος από βαφτισιμιού της, και μόνο εμιλάγανε σε κείνηνα, και βρέθηκε να έχει δυο ονόματα, άλλο για τη μανούλα και άλλο για τον πάππη της - πώς να μην ομίλει και με τα πνεύματα, το έρμο το διώνυμο; Αλλά, με τα χαρτιά - ήξερε να σου λέει και μοίρα, και το ριζικό, και τι φαγί θα τρώγαν στου Σουλτάνου! Έκαμε το λοιπόν ανάγκη το φιλότιμο της η Εσθήρ, πήρε κι ένα κοκκόρι για αποπληρωμή, πάει στ' Αρμένικα κι εζήτα την: γιατί είχαν δεθεί τα χέρια και το πνεύμα της, και ούτε το νυχτερινό τον ύπνο δε χαιρότανε, είχε και τις φοβέρες του σκατοψύχη του αφεντικού της να λογαριάζει, όπου της έλεγε ότι τον εκατέστρεψε, να πάγει να γαμπρίζει μες στη σάλα - αν έχετε θεό! Μα, έσφιξε και κείνη την καρδιά της, που εφοβόταν μήπως και είχε γίνει το μοιραίο - και ποιός να έχει σκοτωθεί και ποιός σκοτώσει - και πάγωνε το αίμα με τη σκέψη του κακοάδικου - και δε γινότανε να γίνει ωσάν τη στήλη άλατος την ώρα που τους ήβλεπε, που ήταν εδώ τα Σόδομα κι η χώρα των Γομμόρων, κι ας λένε οι γραφές ό,τι κι αν θέλουνε, η ιστορία δεν παρήλθε παρ΄επαναλαμβάνεται μέχρι να την εμάθουμε απ΄έξω κι ας είναι και ανακατωτά. Κι όταν μετά πολλά, και δως του ανηφοριές-κατηφοριές και τα πασούμια της είχανε γίνει φύλλο το φτερό, βρήκε μικρό πορτί και μπήκε στης είτε Αλμάστ είτε της Βαρντανούς το παραπόρτι, εκάθησε με το κοκκόρι αγκαλιά κι ήβγαλε τα χαρτιά η άλλη, και ανακάτεψε της λέγει, και σκέψου τι, και κόψε περί τις τρεις φορές και να σε πούμε όλα σου τα μελλούμενα. Κι όταν εκόπησαν κι απλώθησαν κι αρχίνησε να λέει, μόνο λίγα της είπε. Πώς, που σε λέγω, θα σε ζητήσουνε οι δύο σ' ένα γάμο. Και ότι, θα σου βγει πολύ ζηλιάρης, μα θα σε μάθει το φιλί κι αυτό το ύστατο. Και, ό, τι μην ανησυχεύεσαι, μόνο να πάρεις την κάθε μέρα ωσάν σου έρχεται, και τη δική του ζήλεια δε θα έχει να παιδεύεται εσένα που θα έχει, γιατί εσύ είσαι το μέλι και η ζάχαρη και το μαυροπιπέρι και το λεμόνι επί πληγής, θα κάμετε παιδί και θάνει ωσάν τη μάνα του ωραίο, εσένα λέγω - και βασανιάρικο ίδιο απ΄τον πατέρα του, που είναι ντερτιλής όμως στο χάδι. Άμε, και συ δε θα χορτάσεις δάκρυο, θα έχεις να σε κλαίνε - και έτσι, έφυγε η Εσθήρ και έμεινε ο κόκκορας - και τι εγίνει απ΄εκεί και πέρα, να έχομε καιρό να το μαθαίνομε.




(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Η για τους μεν Αλμάστ (Διαμάντω) και για τους δε Βαρντανούς (Τριανταφυλλέα), ήξευρε όλα πάντα, μα παρεκτός την ώρα της θανής της.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Μια ιστορία πανικού είμαστε κατά βάθος όλοι Γιώργος Βέης

Μια ιστορία πανικού είμαστε κατά βάθος όλοι
Γιώργος Βέης



Από παλαιότερα φύλλα ημερών:

«Όσα έχουμε σήμερα: ξερά φύκια
πατημένα σπλάχνα ζώων στις δανεικές λεωφόρους
πεταμένα λάστιχα αυτοκινήτων στη σκοτεινή εξοχή
αναποδογυρισμένες, ιερές χελώνες
μεταχειρισμένα ονόματα της αθανασίας.»

Όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων

ταξιδεύουμε ή μήπως ονειρευόμαστε τον κόσμο
κάθε φορά που η αναχώρηση μάς τάζει τα πάντα
παίρνοντας τη μοίρα από το χέρι
να περπατήσουμε στο φως των θαυμάτων
αλλά και στις νύχτες των πέντε ηπείρων

Όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων

Σοφοί γέρασαν μα δεν τα διάβασαν ποτέ σωστά
Τι άραγε περιμένεις από μένα
Μια ιστορία πανικού είμαστε κατά βάθος όλοι
δυο χούφτες ζυμάρι που κάηκε κατά λάθος
ήδη από τον γαλαξία ξεγραμμένοι
αστρική σκόνη άντε με το ζόρι.

Από παλαιότερα φύλλα ημερών:

«Τρύπια πλευρά της κιβωτού
που δεν έσωσε στο τέλος κανέναν
κι άραξε εδώ, στην κώχη της μαύρης πέτρας
κουφάρι που το κοιμούνται οι τρελοί
Όσα έχουμε σήμερα: πίσσες
τ’ ακοίμητα μάτια των τεράτων»

Στο κύμα βυθίζεται το σώμα
ώρα φαγητού ή πνιγμού από λύπη
σαν κούκλα που ξέχασαν παιδιά στην άκρη του δρόμου
Ωκεανός ή κρεβάτι άδειο από νόημα
η δυσκολία των εφήμερων ερώτων
ένα καλοκαίρι που δεν ήρθε ποτέ παρά μόνον λόγια
να γίνει όμως μάθημα μεταπτυχιακό
το φιλί που φέρνει τα πάνω κάτω

Όχι λόγια.Πόλεμος ανεξαρτησίας των κυττάρων
όπως τα κρυπτικά αρχικά γράμματα κάποιων ιερών βιβλίων
που άλλα θέλουν να μηνύσουν
κι άλλα δέντρα ιδεογράμματα όλο εκδίκηση και ανήμερα
ξεφυτρώνουν στη στροφή απότομα
να κρύψουν τους θησαυρούς της γης
να μην τους μολύνει η αδικία των διπόδων

Μόνο το απόγευμα φτάνει για να δει κανείς αλήθειες
του καιρού το πλήρες φορτίο
το νόημα που γλιστράει σε λάθος
Γιατί η νοσταλγία είναι υπόθεση ορατή
από την κλείδα στο αυτί περνάει πάντα,
να βρει να ριζώσει να γίνει άγιο εσύ-
κι άλλοτε και τώρα:

«Ένας τρύπιος ουρανός
Ούτε μια σταγόνα δεν κρατάει
Από παντού χρυσάφι χύνεται και πέφτει στα μαλλιά μας:
εμείς, βέβαιοι πως είναι όνειρο, φιλοσοφούμε.»
Εκτός βέβαια κι αν δείξουμε επιτέλους
την ταπεινότητα που μας έμαθε το βρύο
ή έστω λίγη από τη σοφία του Γκαίτε
«Ο κόσμος ανήκει σε όσους ξέρουν να περιμένουν»

Από παλαιότερα φύλλα ημερών ψαλιδίσματα
τεμάχη, ψίχουλα, στην ανάγκη τα πάντα
που θέλει το κορμί για να ξεπεράσει με δόξα
κι αυτή τη νύχτα γενναίο, αλλά με προδοσία ραγισμένο.


Γιώργος Βέης,Εμπειρία,συλλογή Ν όπως Νοσταλγία,Ύψιλον/βιβλία,2008

[Artwork:Gabriel Pacheco,(1973-),Painter,Illustrator,Mexico]

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι Γιάννης Καλαμίτσης

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα...

Στίχοι: Γιάννης ΚαλαμίτσηςΜουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Άλλες ερμηνείες: Λίτσα Διαμάντη || Χαρούλα Αλεξίου