Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο έβδομο)
4 Νοεμβρίου 2013 στις 12:55 π.μ.
Στο μεταξύ, οι φίλοι βγήκανε ζεματισμένοι απ' τον τεμπελχανέ: είχε διαμιάς εφέξει τους η πλάση κι απέ σκοτείνιασε και μείνανε του βρόντου, είχανε και χωρίς κουβέντες καταλάβει και τί επαίχτηκε (που να δοξάζουμε τον ίδιο το θεό περί το μέγα έλεός του, ό πού 'χει φίλο γκαρδιακό - έχει μεγάλο μυστικό - κι επίσης δε χρειάζεται να λέει το μυστικάκι του, γιατί ο φίλος πήγε και το διάβασε απ΄του ματιού την κόρη!). Ώστε, δεν πιάσανε τα περιττά, παρά πήγε καθείς εις τη γωνιά του και κάνανε και πόσες μέρες να βρεθούνε. Όμως, έστειλε ο Ντημίτ εις το Ρεΐς ένα καλάθι γόπες φρέσκιες φρεσκότατες και μιαν αγκάλη τσούσκες κοκκινοπιπεριές, ο δε Ρεΐσης έστειλε αντίδωρο ένα πανέρι πέρδικες και τα λιβανωτά με ευωδιά γιασμίνι, έπειτα έστειλ' ο Ντημίτ ένα μεταξωτό γιασμάκι για τη μάνα του Ρεΐση, με τα σέβη του - έστειλε κι ο Ρεΐσης ένα καλπάκι για την αδερφή του, του Ντημίτ (που έμπαινε χειμώνας). Κι έτσι πηγαινοέρχονταν κάθε λογής πεσκέσια περί τις δυο βδομάδες - για να ξεκαθαρίσει και το τοπίο, ότι δεν ήταν όλα περασμένα-ξεχασμένα, πώς άλλωστε γινότανε! Αλλά ότι κανείς δεν κράταε κακό θυμό και άτιμο γινάτι - γιαδές που έτσι τα 'φερε η μοίρα, και τί να κάνουμε δε γίνεται αλλιώς. Αλλά, για μια συνάντηση ουδείς λόγος δε γίνονταν - έπρεπε να βρεθεί η καληώρα, να μην το πάνε με του κουτουρού, να το σηκώσουνε το μεσιανό κατάρτι μα με τ' αγάλι-αγάλι, να μην καθότουνε η βάρκα και φαλήρανε και τη φιλιά και τις πολλές αγάπες, άμα επράτουντο αμείλικτη βιασύνη. Οπότε - να πάγει πήρε ο ένας απ΄τα κτήματα, να διαφεντέψει τι γινόντανε οι φετινές κενταύριες, να πάρει πήγε ο άλλος τα βουνά να κάμει μίαν εσωτερικότητα, ένα διαλογισμό για τί εγένειτο. Και πέρασε και έτσι άλλη και καμμιά-δυο βδομάδα, στο μήνα πάνω είχανε κάπως ξελαμπικάρει, είπαν να βρεθούνε. Εδώ, άλλος ο ύφαλος: στου ενός το γιαλί, ήτανε άπρεπο - να μην έχουνε να δεξιωθούνε, μες στο χάλι τους! Στου αλλουνού το κονακλί, ήτανε άτιμο:γιατί εκέρδιζε όποιος θα έπαιζε στην έδρα του, ή μπας και θα ΄χανε, το ίδιο το αυτό, θα ήταν το παιχνίδι άνισο, τα ζάρια τσιμπημένα. Και για φαγί ο λόγος δε γινότανε, μήπως και τους καθόταν στο στομάχι, ώστε λοιπόν - κατέληξαν στον τσαϊχανέ Η Αλωπεκή, που σέρβιρε και τα τυχαία ορτύκια (άμα είχαν φερμένα τίποτ' από το κυνήγι) και τα μαγείρευαν και κάπως τσιγαρλίδικα, έτσι, για το μεζέ. Ώστε, ζούμ στο τραπέζι και γιούρια εις τον ταβλά με τα κουλούρια, και να ΄ρθωμε στο θέμα μας. Ωραία, τηνε θέλωμε κι οι δύο: Μα ποιός, για έλα μου, τη θέλει το περσότερο; Εδώ βεβαίως, κι οι γνώμες δίσταντες. Γιατί, ανάθεμα το κέρατο το τράγιο: Να λέγει ο Χατζής - εσύ στα σίγουρα τη θέλεις, το είδα στο ματάκι σου πόσο μπιρμπίλισε. Και ν' απαντάει ο άλλος ο Εφέντης - εσύ που έγινες σαν το φαρφούρι και μονάχα που δε μας εδιαφάνεψες να δούμε την καρδίαν σου; Κι έτσι, μπήκανε στις νέες πίστες, ανεβήκανε: Εσύ που είσαι άνθρωπος καλός, και δε θα κακοπάθει - να λέει ο Χατζάκος ο Ρεΐσικος. Και ν' απαντά ο άλλος - άμα φοβήσαι την κατάρα, ή την κακιά την πατρογονική σου τη μοίρα - και για δεν πας να επληθείς και στον Αφράτη, ν΄αλλάξεις όνομα να μη σ΄αναγνωρίσει ούτε και η θανή σου - ή άιντε στον αλευρόμυλο σαράντα μέρες μέσα στ' αλεύρια στα γεννήματα ώσπου το ριζικό ν' αλλάξει; Εδώ, η επανάσταση - πατήθηκε το νεύρο του και του ΧατζηΡεΐς, άκου του λεγει, μην εμπαίζεις ό, τι που δεν καταλαβαίνεις, να χάσω εγώ ό,τι προνόμια έχω στην παράδεισο, μα το ουρί να είναι - μα το ρύζι, αυτό που λες δε γίνεται κι εδώ τραβώ γραμμούλα, και λέγω Ινσαλλάχ όπως κι αν γίνει. Θα πάμε και θα τη ζητήσωμε κι οι δυο: εσύ θα της ζητήσεις το δεξί, για να την πάρεις, κι εγώ θα της ζητήσω τ' αριστερό, όπως στην παραδώσω. Και κοίτα, κακομοίρη μου, μη μ΄ανεβάζεις και το αίμα στο κεφάλι, είμαι κι οξύθυμος και δε μπορεύω τόσες πια μέρες το ότι συγκρατώμαι, κανόνισε και κάμε το κουμάντο σου να πάμε και γοργά, μη μας την πάρει άλλος και την αποχάσω. Ο άλλος, τι να πει, είχε και φίλο που δεν ήθελε να χάσει, έβλεπε κι ότι του τρελλού το χούι ήτανε ανάποδο, σου λέει - μπα και ξέρει αυτός ό,τι εγώ δεν ξέρω - τι πράσινες κατάρες και αλογάτα ριζικά, μα μη να έχει κάποια στροφιδιά και μας ηφάει το φίδι, και την αφήκει με τίποτα τέκνα ανήλικα και τότε ποίος ποταμός να μας ξεπλύνει, μηδέ Αφράτης ουδεμή κι ο Τίγρης. Του ήρχετο βαρύ να του τη δώκανε, δι αυτός θε να την έπαιρνε δια βίου, και δια της βίας άμα το χρειαζότανε - και τώρα δεν του έδωναν αέρα να κάνει μια γυροβολιά να τ΄αφανίσει: ήτανε και οι δυο για πες οξύθυμοι, μην έμενε η περιστέρα και διπλοχήρα! Οπόταν, είπε και αυτός - να κάνει το χουβαρδαλίκι του - και να του πει, πώς για όλα τα επόμενα Τζουμάρτεσα, όπου και θα την είχε εις το κονάκι του σα Βαλιντέ Καντίνα, να ερχόταν ο ΧατζηΡεΐς να τρώγει και να πίνει ό,τι εκείνης τα χεράκια θα μαγείρευαν, έτσι - για να τη χαίρεται με αφιλοκερδείαν. Όλα συμφωνημένα στο ύψος της τιμής και της φιλιάς, εσύρανε τα ποτηράκια κι εβρέξανε τα χείλη τους, πλαταγιστήκανε όλα από τον τόπο - και κανονήσανε να ράψουνε καινούριες φορεσιές και να υπάγουνε με το πολύ γοργό να τη ζητάνε. Κι αφού και δεν ηξεύρανε ποιός ήταν ο πατήρ της, είπανε να ζητησουνε τα χε΄ρια από την ίδια της, διότι ήτανε αυτό και βολικότερο και πλέον μπεσαλίδικο - μην τους επαίρναγε κανένας για λωλούς ούτε και το σκεφτήκαν ολωσδιόλου! Στο αναμεταξύ, και την Αστέρω μας τη ζώνανε τα φίδια και την επερπατάγαν οι σκορπιοί, τα μολυντήρια, όλα τα χαμερπή και τα δλητήρια. Και είχε φτάσει σ' ένα κακό σημάδι μαύρου χαλίου, που αν και ήτο ωρισμένως και συστημένη με τα μαγικά μιας εξαθλείωσης, είχε φτάσει να πίνει ως τον ντελβέ και να μην της γυρίζει το φλυτζανάκι, αλλιώς να χύνεται να πέφτει μεταμιάς το νερομπούλικο. Και δεν υπάρχει εξευτελισμός κοντραχειρότερος, παρά να πάγει η Εβραία στο παζάρι και ναν' η μέρα Σάββατο, μα παρεκτός αυτό που πάθει η Εστέρα μας - να πάγει η Εβραιοπούλα η μαγίστρικη και να ζητάγει τα χαρτιά να της τα πει η Αρμένισσα! Που, την οποίαν Αρμένισσα τη λέγανε θέλεις Αλμάστ, για θέλεις Βαρντανούς - κι έτσι να ΄χεις δυο καημούς, που στη μια οικογένεια τη λέγανε αλλιώς, στην άλλη έτσι - είχαν να μιληθούνε οι γονέοι της εξ' αφορμής ονόματος από βαφτισιμιού της, και μόνο εμιλάγανε σε κείνηνα, και βρέθηκε να έχει δυο ονόματα, άλλο για τη μανούλα και άλλο για τον πάππη της - πώς να μην ομίλει και με τα πνεύματα, το έρμο το διώνυμο; Αλλά, με τα χαρτιά - ήξερε να σου λέει και μοίρα, και το ριζικό, και τι φαγί θα τρώγαν στου Σουλτάνου! Έκαμε το λοιπόν ανάγκη το φιλότιμο της η Εσθήρ, πήρε κι ένα κοκκόρι για αποπληρωμή, πάει στ' Αρμένικα κι εζήτα την: γιατί είχαν δεθεί τα χέρια και το πνεύμα της, και ούτε το νυχτερινό τον ύπνο δε χαιρότανε, είχε και τις φοβέρες του σκατοψύχη του αφεντικού της να λογαριάζει, όπου της έλεγε ότι τον εκατέστρεψε, να πάγει να γαμπρίζει μες στη σάλα - αν έχετε θεό! Μα, έσφιξε και κείνη την καρδιά της, που εφοβόταν μήπως και είχε γίνει το μοιραίο - και ποιός να έχει σκοτωθεί και ποιός σκοτώσει - και πάγωνε το αίμα με τη σκέψη του κακοάδικου - και δε γινότανε να γίνει ωσάν τη στήλη άλατος την ώρα που τους ήβλεπε, που ήταν εδώ τα Σόδομα κι η χώρα των Γομμόρων, κι ας λένε οι γραφές ό,τι κι αν θέλουνε, η ιστορία δεν παρήλθε παρ΄επαναλαμβάνεται μέχρι να την εμάθουμε απ΄έξω κι ας είναι και ανακατωτά. Κι όταν μετά πολλά, και δως του ανηφοριές-κατηφοριές και τα πασούμια της είχανε γίνει φύλλο το φτερό, βρήκε μικρό πορτί και μπήκε στης είτε Αλμάστ είτε της Βαρντανούς το παραπόρτι, εκάθησε με το κοκκόρι αγκαλιά κι ήβγαλε τα χαρτιά η άλλη, και ανακάτεψε της λέγει, και σκέψου τι, και κόψε περί τις τρεις φορές και να σε πούμε όλα σου τα μελλούμενα. Κι όταν εκόπησαν κι απλώθησαν κι αρχίνησε να λέει, μόνο λίγα της είπε. Πώς, που σε λέγω, θα σε ζητήσουνε οι δύο σ' ένα γάμο. Και ότι, θα σου βγει πολύ ζηλιάρης, μα θα σε μάθει το φιλί κι αυτό το ύστατο. Και, ό, τι μην ανησυχεύεσαι, μόνο να πάρεις την κάθε μέρα ωσάν σου έρχεται, και τη δική του ζήλεια δε θα έχει να παιδεύεται εσένα που θα έχει, γιατί εσύ είσαι το μέλι και η ζάχαρη και το μαυροπιπέρι και το λεμόνι επί πληγής, θα κάμετε παιδί και θάνει ωσάν τη μάνα του ωραίο, εσένα λέγω - και βασανιάρικο ίδιο απ΄τον πατέρα του, που είναι ντερτιλής όμως στο χάδι. Άμε, και συ δε θα χορτάσεις δάκρυο, θα έχεις να σε κλαίνε - και έτσι, έφυγε η Εσθήρ και έμεινε ο κόκκορας - και τι εγίνει απ΄εκεί και πέρα, να έχομε καιρό να το μαθαίνομε.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η για τους μεν Αλμάστ (Διαμάντω) και για τους δε Βαρντανούς (Τριανταφυλλέα), ήξευρε όλα πάντα, μα παρεκτός την ώρα της θανής της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου