Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο όγδοο)
5 Νοεμβρίου 2013 στις 1:08 π.μ.
Όσο και να ετοιμαστούν οι φορεσιές (και πες τις γαμπριάτικες), όσο ν' αγοραστούνε τα υφάσματα, να ταιριαστούνε οι χρωστήρες ώστε να είν' οι αποχρώσεις σαν τις συμπληρωματικές - και να διαλέξουνε τ' ατλάζια, ή τα μεταξωτά με τα σειρήτια ή και δίχως - και σε κάθε περίπτωση με τρόπο που να είναι αμοιβαίως οι παλικαροσύνες τους έκπαγλα αναδεικνυόμενες, γιατί δεν πάμε να ζητάμε τέτοιαν Όμορφη την κάθε δεύτερη Τετράδη, έπρεπε όμως και νωρίτερα να περαστούν οι άλλες συμπληγάδες, οι χειρότερες. Ότι θα πρέπει ο Ντημίτ να σκάσει μαυροκανόνι επί αγκαλιάς της αδρεφής - που εν τω μεταξύ να έχει κάμει και ένα σιδηρόδρομο προικέματα. Πόσα σεντούκια με προσόψια, τα πανωσέντονα τα κατωσεντονάκια,όλα με το περκάλι και με βαμπάκι εκ της Αιγύπτου, και τι κοφτά, κι ανεβατά και κοπανέλια, άσε και τα φραντσέζικα με χαρωπά κομπάκια. Και πουκαμίσες νυχτικές με τα ωραία αρχικά της σε άσπρο κέντημα. Και τις πλεχτές κουβέρτες της τις μάλλινες για το χειμώνα, και με το βελονάκι γι' από τις άλλες, της μισοεποχής άνοιξη και χεινόπωρον. Και με τα αντιμακασάρ για τ' ονταδάκια. Και χώρια τις κουρτίνες που είχανε αγγέλους και τα καλαθωτά γεμάτα φρούτα και με το κέρας της Αμάλθειας. Και το τραπεζομάντηλο για είκοσι και βάλε τους καλεσμένους, που μόνο δε στρωνόταν από μόνο του, ένα μεγάλο θάμα της οργιάς.Λοιπόν, φαντάσου τώρα και τη θέση του, χώρια την εδική της, που έπρεπε να πάγει και να της ρίξει τέτοια χαριστική, όχι πως δεν το έβλεπε το πράγμα και πώς που τους ερχότανε κι από τα μακρυά - αλλά και τί ψυχή χαμέρπειας πρέπει να έχει και ένας αδερφός να φέρει το μαντάτο; Διότι, αν θυμάστε, ήτο η Αειπάρθενος κατά τι μεγαλύτερη. Και πού να ακουγότανε ότι να ενυμφεύετο ο νιός και στήλωμα οικίας πριν απ΄την αδερφή, μάλιστα τη μεγάλη του; Και με τί πρόσωπο θα έβγαινε η έρημη στον κόσμο, να τη γελάνε έως και οι πετρίτσες; Βεβαίως, και τα χρόνια αυγατεύανε - κι ότι οι ώρες του προξενιού περνάγανε ως ανεπιστρεπτί, και ουδέ μία προξενήτρα δεν εφένουντο στο ξώθυρο, λες και τις είχαν ξορκισμένες με τον απήγανο. Και ότι νάτανε η Αειπάρθενος, να πούμε, ακαμάτρα; Δγείτε τα έργα της (και κάποτε θα πουληθούν ωσάν αντίκες, κι ειδεμή - κοψοχρονιά), κοιτάτε βελονιά να πείτε θάμασμα: Να λες, πως ήτανε σαν το τσουκάλι μαύρη, ή σα στραβοχυμένη, που δεν την έπιανε ο ήλιος μα ήτο και από φυσικού της σαν το ψωμί τ' αφράτο, ιδίως το σταράτο το χρυσένιο; Ή ότι ήτανε κοντή, μη δε πολύ ψηλή - και ποιός να της βρισκότανε σαν ταίρι και στο ύψος, μην το εβλέπαν το ζευγάρι και γελάγανε με τίποτα απρέπειες ελεεινές, κατέβα να φιλήσεις; Όχι, και όχι, τρεις φορές. Μα τότε, τί συνέβαινε και λες κι η μεγαλοκοπέλα εκόντευε να έμεινε στο ράφι, μάλιστα να κουνάει και τα πόδια; Εδώ ήταν το μέγιστο το ζόρι, κι εδώ που ο ΝτημίτΕφέντης έπρεπε να σταθεί ενώπιος τω ενωπίω, κι αμέ ενώπιος στο αίμα του να πει πώς τα ενόμιζε, να πάρει και συγχώρεση, διότι πώς θα της την κατάφερνε μια μαχαιριά κατάστηθη; Κι έπρεπε να της κάμει μίαν εγχείρηση και δίχως το αναισθητικό, γιατί θα γύρναγε σε γάγγραινα και ήτανε το κρίμα: αλλά το βλέπετε κι εσείς και όλοι μας ότι ο δρόμος ήτανε και το κισμέτ μονόδρομος, κι αυτός είχε ναυλώσει τριζάτον αραμπά και είχε πάρει έτρεχε, οπότε, φευγάτε κοριτσάκια να μη σας πάρει ομπρός, κι εσύ η Αειπάρθενος , άντε, καλώς τα δέχτηκες. Μαρή, της λέει - εδώ βάνετε ό,τι και όνομα γουδέρετε (γιατί μαθέ το πήρε το ποταμάκι και παει καλλιά του), Μαρή, θέλω που να καλέσουμε ένα δικό συμβούλιο, να μεριμνήσωμε το μέλλον μας γιατί δεν πέρνα ο καιρός να πάει τ' ανάποδο. Και συ σου μεγαλώνεις, κι εγώ έχω αρχίσει να σιτεύγω και ας μην έχουμε καλά εσύ τον άντρα, μηδέ εγώ μια θαλπωρή - μόνο δεν έχουμε κι ούτε μισό παιδάκι στο αναμεταξύ μας, και τι θα κάμωμε; Αυτό, εκείνη την εβρήκε απροετοίμαστη, είχε κι έναν καημό ότι την έπαιρναν τα χρόνια, άρχισε το χειλάκι της να τρέμει κι ας ήτανε εν γένει και εγγενώς και με το συγγενή της επί επάλξεων και κράταγε τον πόνο εις τα στήθια (που μάλιστα τώρα σαν κι ανεβοκατέβαιναν σα λαβωμένο ελάφι που νάχε πέσει δίπλα στον ποταμό). Διότι, δε, τις τελευταίες βδομάδες - άντε με τα πεσκέσια τα συμπαρομαρτούμενα που πήγαιναν κι ερχόντουσταν, και το καλπάκι το αστρακάν (είχανε το αρνάκι από την αρνάδα του βγαλμένο με μπουκλωτό γουνάκι πριν, αγέννητο - δύο νεκρά θρηνήσαμε, αλλά τι όμορφο που ήταν το καλπάκι!), πίστεψε κι η κοπέλα ότι ποιός ξέρει τι και θάυματα να γέννοντο, που είχε φοβηθεί μην είχε και τον ανθρωποδιώχτη: και είχε αρχίσει μια μικρή ελπίδα ν΄αναθρέφει ότι ίσως τη θέλησε και βρήκε το κουράγιο να τη ζητήσει ο ΧατζηΡεΐς. Και πού, αν ήταν Τούρκος, αμη και δεν την ένοιαζε! Κι ας είχε το μουσάκι του πωγωνωτό να σκίζει τον αέρα - έ, ας της έσκιζε και αυτηνής το μάγουλο, και να λογιέται και καλά φχαριστημένη! Μάζεψε το λοιπόν εκείνο το κατώχειλο που ετρεμούλιαζε, μαζεύτηκε τις φούστες της κι ένα φευγάτο της τσουλούφι στο λαιμό που την εγαργαλεύονταν. Και ίσιωσε την πλάτη της, ένωσε και τα γόνατά της ως ήτο καθισμένη, κι επερίμενε το τί θα πει τ' αδέρφι της, με τα ματάκια της να λάμπουνε της πίστης. Εκείνος πάλι, ίσως και να μην την καλοπρόσεξε, γιατί θα ήτανε δεμένος με το κρίμα του - ήξερε ίσως, ψυχανεμιζότανε τα αίτια γιατί κανένας δε φαινότανε την ήθελε ζητήσει σε γάμου κοινωνία, τον έιχε φάει για καιρό ένα σαράκι πως την αδίκησε, κι ότι ο φταίχτης κι ο σταυρωτής της μην ήτανε ο ίδιος του αυτός. Και τώρα, ύστατη η ώρα - έπρεπε να καθαριστέι το πύο, να έρθει μια καινούρια μέρα να μερώσει, να δει και το κονάκι μία χάρη - νισάφι πια, να του τα τρώνε οι σαντέζες! Και αν περίμενε άντρας να 'ρθει και να την αναλάβει από τα χέρια του, έπρεπε πλέον να παραδεχτεί πως έσφαλε οικτρά, και όσο κι αν την κοίταγε, δεν έβλεπε κουσούρι να της ψέξει - άρα το πόρισμα έπρεπε ήτο ότι έφταιγε αυτός, και τα μεγαλοπιάσματα. Είπε να της το φέρει μαλακά, να τη γιατροπορέψει την έρημη ψυχούλα της - μα να μη χάσει και το μούτρο και αρχινήσει τις κακές παραδοχές. Κι έτσι, και τί να γίνει, βλέπω πως είναι κάμποσο δυσκόλικο να μας ερθεί γαμπρός με το γινάτι, και με στανιό τον θέλουμε για τώρα, έχεις εσύ την εμορφιά που θα μπορούσε να εκτιμήσει κανένας που να είναι σε αρχοντοχηρεία, είσαι μαι κερά με την πατίναι ωραίου χρόνου (για να μην είπει μαραμένη, κι ακόμα αμύριστη). Αυτή, άρχισε τα χαμόγελα. Επίστευε ότι το πάει αγάλι πως να τη δώσει δέχτηκε στον Τούρκο, και του αφήκενε σκοινί να κρεμαστεί, και τί να λέγει, αμάν εκείνο το μουσάκι κι ας με κόψει; Κι αφού χαμογελούσε, πήρε κι αυτός τα θάρρητα, και της εξεφουρνίζει - Τουλάχιστο, να παντρευτώ πρώτος εγώ, να σιγουρέψουμε το γιο και κληρονόμο - κι ύστερα, έχεις χρόνια και εσύ - γιατί οι άντρες βρίσκουνε το ταίρι εύκολα, μην κλείσουμε το σπίτι μας! Και με τ' ανοίγματα, να λάψει και το μούτρο σου να το ιδεί ο κόσμος, και ποιός να ξέρει - φέρνουν τα ρύζια όρυζα κι ο γάμος άλλο γάμο. Εκεί την άνοιωσε, το λόγο που απόσωσε. Και είχε πια τα μάτια του να δει το πώς εφυλλορρόησε εμπρός απ΄τη σερβάντα, και με στητή την πλάτη. Δεν ήξερε ότι ποτέ την είχε δει πλέον ωραία, με κάτι δάκρυα που κύλαγαν σαν το πηχτό το γάλα, κόμπος στον κόμπο και τα φόρεσε ωσάν γιορντάνι με τριπλόδιπλες τις γύρες. Χωρίς λυγμό, χωρίς καμμία λέξη της κακής κατηγόριας, παρά να κλαίγει στα σιωπηλά με τα ματάκια ανοιχτά σαν τις βρυσούλες της κι αυτή μικρό κορίτσι, κι αυτός εντράπηκε. Κια εγονάτισε μπροστά της, και της εμούσκευε τις πιέτες απ΄το ρούχο της, και της εγύρευε πως να τον συγχωρέσει όλη την ανομία. Κι ότι δε φταίς εσύ, μα που μεγαλοπιάστηκα και έχουμε χωράφια και μπαξέδες και μπαξεβάνους και που με λένε το γιο του Μπέη, και ποιός είναι να φανεί εσού αντάξιος που είναι όλοι οτυς σαν παρακατιανοί και σε ηδρέπονται - και να σε πάρει από τους δικούς κανείς δεν το κοτάει γιατί πώς να σε έχει μέσα στα λούσα όπως σου πρέπουνε, που είναι όλοιφροκαλοκοιμήσηδες και σε ξουλέυουνε και μας κακολοούνε; Κι από τους Τούρκους ποιός να σε τιμήσει, που σ' έχουνε γνωρίσει να είσαι άλλης πάστας - Συχώρα με, της λέει, Ευταξούλα μας - κι αυτή ήτανε η στερνή φορά που της απόδωσε το ίδιο της το όνομα, που έρχονταν γραμμή από τη μάνα του, του πατέρα τους, να ΄ναι θεοσχωρούμενη. Και έπιασε και του' στρωσε και κείνη τα μαλλάκια του μ' ένα μισούλι χάδι - που τον θυμήθηκε μικρό και τον συγχώρεσε. Κι έπειτα τον αρώτησε με ατσαλένια μάτια αν είχε ήδη βρει την καλονύφη, και πώς με το γοργό, πότε την έφερνε. Κι αφού είχανε τις ισορροπίες ταραγμένες, έλαβε στα ξανά τα γκέμια της ως η μεγαλυτέρα και πήρε θέση μάχιμη: Να μην ανησυχούσε, ότι θα τον βοήθαγε να φέρει εις κάθε πέρας και τα αρρεβωνιάσματα, και όλα τα μπαξίσια, τα τραπεζώματα και όλα τα αποδέλοιπα - κι ας ήτανε κι Εβραία, ότι θα τηνε αγαπούσε ωσάν την αδερφή κι ακόμα κι άλλο κι άλλοτε, και θα της επαρέδινε και τα κλειδιά και όλα, ότι θα τη φορούσε στο κεφάλι της όπως χρυσή κορώνα. Όμως, ήθελε μοναχά απ΄το Ντημίτ - όταν θα ήταν όλα γινωμένα - να της χαλάλιζε το άλογο αράβικο, και αφιερωμένο με μπισικό αμούστακο να έχει συνοδεία - για να ξεσκάζει άμα παίρνει τα ρουμάνια χωρίς το φόβο από την κακογλωσσιά του πάσα ένα. Και ο Ντημίτ, μισό στην ανακούφιση, μισό στη συντριβή - της το εσυγκατένευσε.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Αειπάρθενος, όταν θυμόταν πως τη λέγαν Ευταξούλα - κι όπως την έβλεπε μονάχα ο καθρέφτης της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου