Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ατίκ Ραχίμι Η Πέτρα της Υπομονής





Η πέτρα της υπομονής
Ατίκ Ραχίμι
μετάφραση: Ασπασία Σιγάλα
Ψυχογιός, 2009
214 σελ.
ISBN 978-960-453-503-3, [Κυκλοφορεί]
 Prix Goncourt [2008]
Γαλλόφωνη πεζογραφία (Αφγανιστάν)

 - Μυθιστόρημα [DDC: 843] 


Σύμφωνα με την περσική μυθολογία, υπάρχει μια μαγική πέτρα που τη βάζεις μπροστά σου και της λες όλα σου τα βάσανα, τους πόνους, τις πίκρες... Της εμπιστεύεσαι ό,τι δεν τολμάς ν' αποκαλύψεις σε κανέναν κι εκείνη ακούει, απορροφά σαν σφουγγάρι όλες σου τις λέξεις και όλα σου τα μυστικά. Μέχρι που μια μέρα σκάει, εκρήγνυται. Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα λυτρώνεσαι. Σε μια βομβαρδισμένη πόλη του, μια νεαρή γυναίκα κάθεται δίπλα στον τραυματισμένο άντρα της που ψυχορραγεί. Του μιλάει για τα όνειρά της, τη ζωή της, τα θέλω της, για τον πόλεμο, τη βία και το φόβο. Καθώς οι στρατιώτες στους γύρω δρόμους σκοτώνουν και λεηλατούν, αυτή εξομολογείται όσα δεν έχει τολμήσει να πει μέχρι τώρα. Και ο άντρας της γίνεται γι' αυτήν η πέτρα της υπομονής... Μετά τη "Χώρα των χρυσών ήλιων", ακόμα ένα διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας από το Αφγανιστάν.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Πασχαλία Τραυλού13 συγγραφείς προτείνουν βιβλία, www.in2life.gr, 23.4.2012Ελένη ΚορόβηλαΟ πολύχρωμος πλανήτης της λογοτεχνίας, "Book Press", τχ. 1, 26.6.2009Γιόλα Αργυροπούλου, Η πέτρα της υπομονής, Περιοδικό "Τηλέραμα", 4.4.2009Ρούλα ΓεωργακοπούλουΚαιόμενη μπούρκα, "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 7.3.2009"Βιτρίνα", Η πέτρα της υπομονής, Περιοδικό "Index", τχ. 29, Μάρτιος 2009Η πέτρα της υπομονής, "Απογευματινή", 21.2.2009Παρή ΣπίνουΣτη σκιά του πολέμου, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 378, 15.2.2009





Rahimi, Atiq

Ο Ατίκ Ραχίμι είναι Αφγανός. Γεννήθηκε το 1962 στην Καμπούλ, τελείωσε το γαλλοαφγανικό λύκειο Εστικλάλ και σπούδασε λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Το 1984, ο πόλεμος τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να καταφύγει στο Πακιστάν. Στη συνέχεια πήγε στη Γαλλία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο. Εκεί, στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης, έκανε το διδακτορικό του στην οπτικοακουστική επικοινωνία. Σήμερα ζει στο Παρίσι και σκηνοθετεί ντοκιμαντέρ. Το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα "Στάχτες και χώμα" έγινε δεκτό με θερμές κριτικές στη Γαλλία, αμέσως μόλις κυκλοφόρησε. Τα δικαιώματά του έχουν πουληθεί σε 23 χώρες. Το 2004 διασκευάστηκε και γυρίστηκε κινηματογραφική ταινία, η οποία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Καννών. Το δεύτερο βιβλίο του, "Η πέτρα της υπομονής", που έχει χαρακτηριστεί ένα μικρό αριστούργημα της τέχνης, τιμήθηκε το 2008 με το Goncourt, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2012) Ανάθεμά σε, Ντοστογιέφσκι, Ψυχογιός
(2012) Ανάθεμά σε, Ντοστογιέφσκι, Ψυχογιός
(2012) Η πέτρα της υπομονής, Ψυχογιός
(2012) Στάχτες και χώμα, Ψυχογιός
(2009) Η πέτρα της υπομονής, Ψυχογιός
(2002) Στάχτες και χώμα, Ψυχογιός
http://www.biblionet.gr/book/138546/Rahimi,_Atiq/%CE%97_%CF%80%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE%CF%82

25.4.2013 Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

The Patience Stone Η Πέτρα της Υπομονής Σκηνοθεσία: Ατίκ Ραχίμι

Πρωταγωνιστούν: Γκολσίφτεχ Φαραχανί, Χαμίντ Τζαβαντάν, Μασί Μροβάτ 

H επίσημη υποψηφιότητα του Αφγανιστάν για το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, είναι μια βραδυφλεγής κινηματογραφική παραβολή για την απάνθρωπη καταπίεση που βιώνουν οι γυναίκες στο μουσουλμανικό κόσμο, η οποία όμως πέρα από το καυτό της θέμα, αποτυγχάνει τελικά να εντυπωσιάσει

Σε μια εμπόλεμη μουσουλμανική χώρα, μια νεαρή μητέρα δύο κοριτσιών βρίσκεται εγκλωβισμένη στο διαμέρισμά της προσπαθώντας να περιθάλψει τον πολεμιστή σύζυγό της που έχει πέσει σε κώμα εξαιτίας μιας σφαίρας που τον έχει πληγώσει στο λαιμό. Ο άνδρας δεν έχει την παραμικρή επαφή με το περιβάλλον και μόνο η ανάσα του προδίδει ότι είναι ζωντανός.

Η νεαρή σύζυγός του, εν μέσω εχθροπραξιών και πολεμικών καταδρομών, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κρατήσει στη ζωή, κατασκευάζοντας αυτοσχέδιους ορούς και κρατώντας το κορμί του καθαρό. Καθώς οι μέρες περνούν, απελπισμένη από τις μάχες που μαίνονται γύρω της και κουρασμένη από τα μηδενικά σημάδια βελτίωσης του άνδρα της, ξεκινά μια άνευ όρων εξομολόγηση προς το ακίνητο σώμα του συζύγου της, κατά τη διάρκεια της οποίας αποκαλύπτονται σταδιακά τα πιο βαθιά της μυστικά. Ο κόσμος της όμως, αλλάζει εντελώς όταν ένας νεαρός στρατιώτης εισβάλει στο σπίτι προκαλώντας αναταράξεις στη ζωή της.

Στην περσική μυθολογία, η πέτρα της υπομονής είναι μια μαγική πέτρα που τοποθετείς μπροστά σου και καθώς της μιλάς, αυτή απορροφά όλα τα βάσανα και τις δυστυχίες που σε ταλαιπωρούν. Η στιγμή που η πέτρα σπάει είναι και η στιγμή της λύτρωσης. Στο φιλμ, η νεαρή μουσουλμάνα προβάλλει στο ακινητοποιημένο σώμα του άνδρα της τη δικιά της πέτρα της υπομονής. Ο άνδρας της, αν και ευρισκόμενος σε κατάσταση καταστολής εξελίσσεται στον προσωπικό της εξομολογητή, πάντα με την ασφάλεια που της παρέχει η σιωπή του. Σε έναν ακραία καταπιεστικό για τις γυναίκες περιβάλλον, η νεαρή βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για πρώτη φορά με ειλικρίνεια στον σύντροφό της, να ξεστομίσει λόγια που υπό άλλες συνθήκες θα παρέμεναν σκέψεις.

Η εξόριστη απ' το Ιράν, Γκολσίφτεχ Φαραχανί (
«Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα») ερμηνεύει έναν ρόλο που συνοψίζεται στην απεγνωσμένη κραυγή αγωνίας μιας γυναίκας που νιώθει προδομένη από ότι μέχρι πρότινος θεωρούσε ιερό, και τελικά αποφασίζει να κάνει την εσωτερική της επανάσταση ενάντια σε προκαταλήψεις, αιώνια ριζωμένες στον πυρήνα της ισλαμικής κοινωνίας.


Ο πολιτικός πρόσφυγας απ' το Αφγανιστάν και κάτοικος Γαλλίας πλέον, Ατίκ Ραχίμι, μεταφέρει το επιτυχημένο ομότιτλο μυθιστόρημά του στη μεγάλη οθόνη, αλλά οι λογοτεχνικές συμβάσεις του βιβλίου του αποτυγχάνουν να βρουν πρακτικά σημεία εφαρμογής στην ταινία. Ο Ραχίμι βασίζεται στους εσωτερικούς και εξωτερικούς μονολόγους της ηρωίδας του για να μεταφέρει στον θεατή τις απαραίτητες πληροφορίες της ιστορίας αλλά η συγκεκριμένη επιλογή στερεί από την αφήγηση τις μυθοπλαστικές δυνατότητες της εικόνας και του ήχου και επικαλείται μια στείρα κινηματογραφική γλώσσα που δεν συγκινεί.


Στον αντίποδα όμως, ο Αφγανός σκηνοθέτης με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, επιτυγχάνει να εγκλωβίσει στα κάδρα του την ωμότητα και την καθημερινή αγριότητα ενός πολέμου καταγράφοντας με επιτυχία στο σελιλόιντ όχι μόνο την φρίκη της βίας αλλά και το τρομακτικό αδιέξοδο μιας κοινωνίας που βασισμένη σε απαρχαιωμένα θρησκευτικά και φυλετικά στερεότυπα έχει εγκλωβιστεί στην απαξίωση του γυναικείου φύλου και κατά συνέπεια στην υποτίμηση της ίδιας της ανθρώπινης ζωής.




Αναδημοσίευση από http://www.e-go.gr/timeout/article.asp?catid=18205&subid=2&pubid=129346562
Η κριτική του Θοδωρή Κουτσογιανόπουλου

Σύμφωνα με την περσική μυθολογία, υπάρχει μια μαγική πέτρα που τη βάζεις μπροστά σου και της λες όλα σου τα βάσανα, τους πόνους, όλα σου τα μυστικά... Μέχρι που μια μέρα η πέτρα σκάει, εκρήγνυται. Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα λυτρώνεσαι. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια μουσουλμανική χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο. Μια νεαρή γυναίκα μιλά στον άντρα της που είναι σε κώμα για τη σχέση τους, τα όνειρά της, τη ζωή της, τα θέλω της, τον πόλεμο, τη βία, τη θρησκεία, τον φόβο, τον έρωτα... Του εξομολογείται για πρώτη φορά αλήθειες που ίσως κάθε γυναίκα σε αυτόν τον κόσμο θέλει να πει στο σύντροφό της, αλλά δεν το τολμά... Και μάλλον κρύβει μέσα της αλήθειες γυναικών από κάθε γωνιά της γης. Σε αυτό το παραλήρημα αποφασίζει να του φανερώσει και τα πιο μεγάλα μυστικά της... Έτσι, ο άντρας της γίνεται γι’ αυτήν η πέτρα της υπομονής... Ο Ατίκ Ραχίμι μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα που του χάρισε το σημαντικό βραβείο Γκονκούρ, σε συνεργασία με πασίγνωστους συντελεστές (Καριέρ, Αρμπογκάστ, Ντε Λιζ) και με τη διάθεση να πάρει μια απόσταση από τους άξονες της αφήγησης του βιβλίου, εμπλουτίζοντας τη γυναικεία οπτική και διαφοροποιώντας τον ρόλο του κεντρικού αφηγητή. Η κάμερα βγαίνει έξω από τους τοίχους του δωματίου, που μοιάζει με νεκροτομείο, και περιγράφει ελλειπτικά μια εμπόλεμη, ζοφερή κατάσταση πολιορκίας. Ο πραγματικός διωγμός, ωστόσο, βρίσκεται στα σωθικά της γυναίκας, μιας πολιτικά και κοινωνικά καταπιεσμένης συζύγου από τον πόλεμο, τον εκ της θρησκείας επιβεβλημένο σεξισμό, την υπαρξιακή της κατάρρευση και τον πόνο της επικείμενης απώλειας, που ξεδιπλώνει τη ζωή της με εξομολογήσεις, εκρήξεις και τρυφερότητα. Όλο το έργο είναι η εκφραστικότητα και η ομορφιά της Φαραχανί, που έχουμε θαυμάσει και στο Τι απέγινε η Έλι του Φαραντί, σε μια ερμηνεία που αποτυπώνει μεταπτώσεις και αγωνία. Η ποιητικότητα της πρωτότυπης γραφής μεταφράζεται με ευπρόσδεκτη αφαίρεση και μια αίσθηση συγκρατημένης ελπίδας. Η διακριτική μυθολογική διάσταση που φέρνει ο Ραχίμι στο δράμα (με τη συμβολική Πέτρα της Υπομονής) βοηθάει στη διαφυγή της ιστορίας μακριά από το ασφυκτικό αδιέξοδο του κλοιού των στρατιωτών που απειλούν με σύληση, βιασμό και εξόντωση, μέσα από μεταφυσικά μονοπάτια. Πηγή: www.lifo.gr

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο μου Εφημερ-είδηση τέχνες και γράμματα 

Διονύσιος Σολωμός Ὁ Λάμπρος

Διονύσιος Σολωμός

Ὁ Λάμπρος

Ἀπὸ τὸ «Ποιήματα καὶ Πεζά».
Ἐπιμέλεια-Εἰσαγωγὲς Στυλιανὸς Ἀλεξίου. Ἔκδ. στιγμή, Ἀθήνα 1994.


Τὸ Ὄνειρο τῆς Μαρίας

Μοῦ φαίνεται πὼς πάω καὶ ταξιδεύω
στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ' ὄνειρο μου•
μὲ τὸ κύμα, μὲ τσ' ἀνέμους παλεύω
μοναχή, καὶ δὲν εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου.
Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι όσο γυρεύω
πάρεξ τὸν οὐρανὸ στὸν κίνδυνο μου•
τονὲ τηράω, «βόηθα», τοῦ λέω, «δὲν ἔχω
πανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω».

Κι ὅτι τέτοια τοῦ λέω, μέσα μὲ θάρρος
νὰ σου τὰ τρία τ' ἀρσενικὰ πετιοῦνται•
τοῦ καραβιοῦ τὰ ξύλα ἀπὸ τὸ βάρος
τρίζουν τόσο ποὺ φαίνεται καὶ σκιοῦνται.
Τότε προβαίνει ἀφεύγατος ὁ Χάρος,
καὶ στριμωμένα αὐτὰ κρυφομιλιοῦνται,
κι ἀφοῦ ἔχουν τὰ κρυφὰ λόγια πωμένα,
λάμνουν μὲ κάτι κουπιὰ τσακισμένα.

Μ' ἕνα πικρὸ χαμόγελο στὸ στόμα
ἔρχεται ἡ κόρη ἐκεῖ καὶ μὲ σιμώνει•
τῆς τυλίζει ἕνα σάβανο τὸ σῶμα,
ποὺ στὸν ἀέρα ὁλόασπρο φουσκώνει•
ἀλλὰ πλιὰ χλωμιασμένο εἶναι τὸ χρῶμα
τοῦ χεριοῦ ποὺ ὀμπροστά μου ἀντισηκώνει,
καὶ τῆς τρέμει, ὅπως τρέμει τὸ καλάμι,
δείχνοντας τὸ σταυρὸ στὴν ἀπαλάμη.

Καὶ βλέπω ἀπ' τὸ σταυρὸ καὶ βγαίνει, αἷμα
μαῦρο μαΰρο, καὶ τρέχει ὡσὰν τὴ βρύση•
μοῦ δείχνει, ἡ κόρη ἀνήσυχο τὸ βλέμμα,
τάχα πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει.
Ὅσο ἐκειὰ τὰ κουπιὰ σχίζουν τὸ ρέμα,
τόσο τὸ κάνουν γύρω μου ν' αὐξήσει•
συχνοφέγγει ἀστραπή, σχίζει τὸ σκότος,
καὶ τῆς βροντῆς πολυβουΐζει ὁ κρότος.

Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,
ποὺ στὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νὰ 'σαι,
καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,
ποὺ μὴν ἀνοίξει ἡ Κόλαση φοβᾶσαι.
Οἱ κουπηλάτες κατὰ μὲ γυρίζουν,
βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε: «Ἀνάθεμά σε!.
Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,
καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει.

Μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια ἐνῶ σ' ἐκείνη
τὴν τρικυμιὰ ποὺ μ' ἄνοιξε τὸ μνῆμα,
τινάζομαι μὲ βία καὶ δὲ μ' ἀφήνει
νὰ βγάλω τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κύμα,
βρίσκομαι ἡ ἔρμη ἀνάποδα στὴν κλίνη
ποὺ ἄλλες φορὲς τὴ ζέσταινε τὸ κρῖμα,
καὶ πικρότατα κλαίω πὼς εἶναι δίχως
τὸ στεφάνι ποὺ μὄταξες ὁ τοῖχος.


Ακούστε το : Απαγγέλλει η Όλια Λαζαρίδου.
Σολωμός - Το όνειρο της Μαρίας

Ἡ Ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς

Καθαρότατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ὕστερο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ' οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη•
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο αργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ' ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα
«Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα».

Χριστὸς ἀνέστη ! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστεῖτε•
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτεΐτε•
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθεῖτε•
φιληθεῖτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε «Χριστὸς Ἀνέστη» ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες•
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφισμένες
εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες•
λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες•
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ' τ' ἁγιοκέρι
ὁποὺ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.


Ἡ δέηση τῆς Μαρίας καὶ τὸ ὅραμα τοῦ Λάμπρου

Τὸ ἑσπέρας τῆς Λαμπρῆς

Καὶ προβαίνει ἡ Μαρία λίγη νὰ πάρει
δροσιὰ στὰ σωθικὰ τὰ μαραμένα•
εἶναι νύχτα γλυκειὰ, καὶ τὸ φεγγάρι
δὲ βγαίνει νὰ σκεπάσει ἄστρο κανένα•
περίσσια, μύρια, σ' ὅλη τους τὴ χάρη,
λάμπουν ἄλλα μονάχα, ἄλλα δεμένα•
κάνουν καὶ κεῖνα Ἀνάσταση ποὺ πέφτει
τοῦ ὁλόστρωτου πελάου μὲς στὸν καθρέφτη.

«Τὰ μαλλιὰ σέρνω στὰ λιγνά μου στήθη•
δένω σταυρὸ τὰ χέρια• Οὐράνια, θεῖα!
Πέστε Ἐκεινοῦ ποὺ σήμερα ἀναστήθη
νὰ ἐλεηθεῖ τὴ μαύρη τὴ Μαρία.
Μέρα εἶναι Ἀγάπης• Ἅδης ἐνικήθη•
καίονται τὰ σπλάχνα, καίονται τὰ στοιχεῖα•
καὶ ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Κόσμου ἀναγαλλιάζει
καὶ κατ' Αὐτὸν τὴ σπίθα της τινάζει.

Ὁ Οὐρανὸς Ἀλληλούια ἠχολογάει•
κατὰ τὴ γῆν ἐρωτεμένος κλίνει•
ζεῖ τοῦ νεροῦ καὶ ἡ στάλα ὁποὺ κολλάει
στὸ ποτήρι• Ἀλληλούια ἐγὼ κι ἐκείνη.
Ὅταν ἡ Πύλη ἀκούστηκε νὰ σπάει,
τί χλαλοὴ στὸν κάτου κόσμο ἐγίνη!
Χαίρεται μέσα ἡ ἄβυσσο καὶ ἀσπρίζει•
ὁ περασμὸς τοῦ Λυτρωτῆ σφυρίζει».

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,
ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγρικιέται.
Ἀπ' ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει•
εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποὺ χαλιέται.
Μεσ' ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,
καὶ ὀχ τὴν ψυχὴ του ὁ στεναγμὸς πετιέται•
μόνον οἱ σκόρπιες δάφνες ποὺ ἐμυρίζαν
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.

Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη
καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:
«Κουφοί, ἀκίνητ' οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι•
εἶπα κι ἔκραξα ὥς τ' ἄγριο μεσανύχτι:
Ἄντρας (κι ἡ μοίρα ὅ,τι κι ἄ θέλει ἂς γράφει)
τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι θεός, καὶ δείχτει
στὴν ἄκρα δυστυχία• μὲς στὴν ψυχή μου
κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου!».

Πάει γιὰ νὰ 'βγει στὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει•
λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγη
καὶ παρόμοια, τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγει
καὶ μία τρίτα τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Αὐτοκίνητες πάντα ἀνοιγοκλειοῦνε
οἱ τρεῖς θύρες καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.

Καὶ ἰδοὺ τρία. σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,
ποὺ ἕν' ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,
ὅπου στρίψει, ὅπου πάει, τ' ἀπελπισμένα
γοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.
Λιγδερὰ καὶ πλατιὰ κι ὅλα σχισμένα
τὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
Στὰ μπροστινά, στὰ πισινὰ στασίδια,
ὅλο σιμὰ του σειοῦνται τὰ ξεσκλίδια.

Ποτὲ δὲν τά 'χει εἰς τὴ φυγὴ του ἀνάρια•
ἐδῶ ἐκεῖ, μπρὸς ὀπίσω, ἀπάνου κάτου,
βαροῦν ὅμοια τὴν πλάκα ὀχτὼ ποδάρια,
τρέχουν ἴσια, κι ἀκούονται τὰ δικά του.
Νὰ φύγει μία στιγμὴ τ' Ἅδη τὰ χνάρια
σπρώχνει μάταια μακριὸ τὸ πήδημά του,
σὰν τ' ἄστρο ποὺ γοργὰ τὸ καλοκαίρι
χύνεται πέντε δέκα ὀργιὲς ἀστέρι.

Ἔτσι ἑνωμένοι ἐκάμανε τριάντα
φορὲς τὴν ἐκκλησιὰ ποὺ βοὴ στέρνει.
Σὰ νὰ 'χε μέσα θυμιατὰ σαράντα,
μυρωδιὰ λιβανιοΰ τὴ συνεπαίρνει.
Πάντα μὲ βία τὸ τρέξιμο, καὶ πάντα
ὁ ζωντανὸς τ' ἀραχνιασμένα σέρνει•
σκύφτουν, πολὺ κρυφομιλοῦν, καὶ σειέται
τὸ βαμπάκι, ποὺ λὲς καὶ ξεκολλιέται.

Ἄχ, ποῖος εἶδε τὰ χέρια νὰ σηκώνει
ἡ Παναγία, τὰ μάτια της νὰ κλείσει;
Ἄχ, ποῖος εἶδε τὸ Πάσχα αἷμα νὰ ἱδρώνει
ὁ Χριστός, καὶ παντοῦ νὰ κοκκινίσει;
Τί συφορὰ τὴν ἐκκλησιὰ πλακώνει,
ὁποὺ τὴν ἴδια μέρα εἶχε βροντήσει
ἀπὸ τόσες χαρὲς καὶ ψαλμῳδίες,
πού 'χε ἀντιλάμψει ἀπὸ φωτοχυσίες!

Βρίσκεται στ' Ἅγιο Βῆμα, ἀνατριχιάζει,
καὶ πέφτει ὀμπρὸς τοὺς γονατιστὸς χάμου.
Μὲ τρομάρα κοιτάει καὶ τοὺς φωνάζει:
«Σᾶς γνωρίζω' τί θέλτε; Εἶστε δικά μου.
Τοῦ καθενὸς τὸ πρόσωπό μοῦ μοιάζει•
ἀλλὰ πέστε τί θέλτε ἔτσι κοντά μου;
Συχωρᾶτε καὶ πάψτε. Ἀμέτε πέρα•
δὲν εἶναι ἀκόμα Παρουσία Δευτέρα!

Ὢ κολασμένα, ἀφεῖτε μου τὰ χέρια!».
Χείλη μὲ χείλη τότε ἐκολληθῆκαν.
Ὅσα εδῶσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
στοῦ δυστυχῆ τὰ φυλλοκάρδια ἐμπῆκαν.
Ἄφοῦ στὸν κόσμο ἐλάμψανε τ' ἀστέρια,
τέτοιου τρόμου φιλιὰ δὲν ἐδόθηκαν.
Φτυοΰνε τὰ χείλη σὰν ἀπὸ φαρμάκι•
μέσα τοῦ επῆε τὸ νεκρικὸ βαμπάκι.

Στέκει σὰ μάρμαρο ὥσπου ξημερώνει,
κι εἶναι φευγάτοι οἱ πεθαμένοι νέοι.
Τὴν τρομασμένη κεφαλὴ ψηλώνει
καὶ βαριὰ νεκρολίβανα ἀναπνέει.
Τέλος πάντων τὰ μάτια ἄγρια καρφώνει
στὲς δάφνες, καὶ πολληώρα ἔπειτα λέει:
«Σύρε, σημεῖο χαρᾶς!» καὶ φουχτωμένο
μὲ τὰ δυό, τὸ χτυπάει στὸ Σταυρωμένο.

«Κόλαση; τὴν πιστεύω• εἶναι τή• αὐξάνει,
κι ὅλη φλογοβολάει στὰ σωθικά μου.
Ἀπόψε Κάποιος ποὺ ὅ,τι θέλει κάνει
μὄστειλε ἀπὸ τὸ μνῆμα τὰ παιδιά μου.
Χωρὶς νὰ τὴ γνωρίζω, ἐχθές μου βάνει
τὴ θυγατέρα αἰσχρὰ στὴν ἀγκαλιά μου.
Δὲ λείπει τώρα πάρεξ νὰ χαλάσει
τὸν Ἑαυτό του, γιατί μ' ἔχει πλάσει!».

Σηκώνεται καὶ παίρνει τὴν πεδιάδα,
σχίζει κάμπους καὶ δάση, ὄρη, λαγκάδια•
στὰ μάτια του εἶναι μαύρη ἡ πρασινάδα,
τὰ νερὰ καὶ τὰ δέντρα εἶναι μαυράδια•
χύνεται μὲ μεγάλη, ογληγοράδα,
καὶ γύρου ἂς εἶναι, ὅ,τι θωρεῖ, σκοτάδια.
Κι ἀκόμη λέει πὼς κυνηγιέται, ἀκόμα
τὰ βαμπάκια τοῦ Χάρου ἀκούει στὸ στόμα.

Ἔτσι ὁ φονιὰς ποὺ κρίματα ἔχει πλήθια,
ἐὰν φθάσει καὶ τοῦ κλείσει ὕπνος τὸ μάτι,
βγαίνουν μαζὶ καὶ τοῦ πατοῦν τὰ στήθια
οἱ κρυφὰ σκοτωμένοι, αἷμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνὸς πετιέται ὀχ τὸ ζεστὸ κρεβάτι,
κι ἔχει τόση μαυρίλα ὁ λογισμός του,
ποὺ μὲ μάτια ἀνοιχτὰ τοὺς βλέπει ὀμπρός του.


Ἡ τρέλα τῆς Μαρίας

Ὁ παπὰς γιὰ τὸ γάμο ὅλα ἑτοιμάζει,
κι εἶναι ἀναμμένα τὰ κεριὰ τοῦ γάμου•
ὁ Λάμπρος τρομασμένος τηνὲ κράζει:
«Σήκω, δυστυχισμένη, ἔλα κοντά μου».
Εἰς τὴ φωνὴ τοῦ Λάμπρου ἀνατριχιάζει
καὶ παρευθὺς σηκώνεται ἀπὸ χάμου
καὶ τραγουδάει καὶ τραγουδώντας κλαίει•
καὶ αὐτός: «Μὴν κλαῖς, μὴν τραγουδᾶς», τῆς λέει.


Ἡ ἀναδυομένη

Στὴν κορυφὴ τῆς θάλασσας πατώντας
στέκει, καὶ δὲ συγχύζει τὰ νερά της,
ποὺ στὰ βάθη τοὺς μέσα ὁλόστρωτα ὄντας
δὲν ἔδειχναν τὸ θεῖον ἀνάστημά της.
Δίχως αὔρα νὰ πνέει, φεγγοβολώντας
ἡ ἀναλαμπὴ τοῦ φεγγαριοῦ κοντά της
συχνότρεμε, σὰ νά 'χε ἐπιθυμήσει
τὰ ποδάρια τὰ θεῖα νὰ τῆς φιλήσει.
http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/solomos_lampros.html



Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Λάμπρος (ἀποσπάσματα)

από http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/dionysios_solwmos/o_lampros.htm
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
I.

«Ἐκειός, ποὺ ἀκούει καὶ τὴ δροσιὰ ποὺ στάει,
» Βλέπει τὰ βάσανά μου, καὶ βογγάει.»
II.

«Βλέπεις τούτους τοὺς τάφους; Καμιὰ μέρα
» Ἐδῶ μέσα καὶ σὺ θὲ νὰ κοιμᾶσαι,
» Ἕως ὅπου ἀπὸ ψηλὰ θέλει βουΐσῃ
» Ἡ σάλπιγγα ἡ στερνὴ νὰ σὲ ξυπνήσῃ.»
III.

«Καὶ δὲ σ᾿ εἶδα ποτὲ δάκρυα νὰ χύσῃς,
» Παρὰ λίγη στιγμὴ πρὶν μ᾿ ἀτιμήσῃς.»
IV.

«Τρέχω καὶ κάνω στὸ δεξί της χέρι
» Αἱματώδη σταυρὸ μ᾿ ἕνα μαχαίρι.»
V.

«Κι᾿ ὅταν ἀκούω ξένο παιδὶ κοντά μου,
» Μάννα, νὰ λέῃ, μοῦ σχίζεται ἡ καρδιά μου.»
VI.

«Νὰ γελᾷ, καὶ νὰ κλαίῃ, καὶ νὰ κοιμᾶται.»
VII.

«Ἀλλὰ πάντα στὴν ἔρημη τὴν κλίνη,
» Πάντα θανάτοι, δυστυχιὲς καὶ θρῆνοι.»
VIII.

«Τραυάω συλλογισμένη ὅλη τὴ μέρα,
» Κ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπ᾿ τὸ φαρμακισμένο δεῖπνο,
» Γιομᾶτο μαῦρα ὀνείρατα τὸν ὕπνο.»
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
IX.
Μοῦ φαίνεται πὼς πάω καὶ ταξιδεύω
Στὴν ἐρμιὰ τοῦ πελάγου εἰς τ᾿ ὄνειρό μου
Μὲ τὸ κῦμα, μὲ τσ᾿ ἄνεμους, παλεύω
Μοναχή, καὶ δὲ εἶσαι εἰς τὸ πλευρό μου·
Δὲ βλέπω μὲ τὸ μάτι ὅσο γυρεύω
Πάρεξ τὸν οὐρανὸ στὸν κίνδυνό μου·
Τόνε τηράω, βόηθα, τοῦ λέω, δὲν ἔχω
Πανί, τιμόνι, καὶ τὸ πέλαο τρέχω.

Κι᾿ ὅτι τέτοια τοῦ λέω, μέσα μὲ θάρρος
Νά σου τὰ τρία τ᾿ ἀρσενικὰ πετιοῦνται·
Τοῦ καραβιοῦ τὰ ξύλα ἀπ᾿ τὸ βάρος
Τρίζουν τόσο, ποὺ φαίνεται καὶ σκιοῦνται·
Τότε προβαίνει ἀφεύγατος ὁ χάρος,
Καὶ στρυμωμένα αὐτὰ κρυφομιλιοῦνται,
Κι᾿ ἀφοῦ ἔχουν τὰ κρυφὰ λόγια ᾿πωμένα,
Λάμνουν μὲ κάτι κουπιὰ τσακισμένα.

Μ᾿ ἕνα πικρὸ χαμόγελο στὸ στόμα
Ἔρχεται ἡ κόρη ἐκεῖ καὶ μὲ σιμώνει·
Τῆς τυλίζει ἕνα σάβανο τὸ σῶμα,
Ποὺ στὸν ἀέρα ὁλόασπρο φουσκώνει·
Ἀλλὰ πλιὰ χλωμιασμένο εἶναι τὸ χρῶμα
Τοῦ χεριοῦ ποὺ ὀμπροστά μου ἀντισηκώνει,
Καὶ τῆς τρέμει, ὅπως τρέμει τὸ καλάμι,
Δείχνοντας τὸ σταυρὸ στὴν ἀπαλάμη.

Καὶ βλέπω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ καὶ βγαίνει αἷμα
Μαῦρο μαῦρο, καὶ τρέχει ὡσὰν τὴ βρύση
Μοῦ δείχνει ἡ κόρη ἀνήσυχο τὸ βλέμμα,
Τάχα πὼς δὲ μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσῃ.
Ὅσο ἐκειὰ τὰ κουπιὰ σχίζουν τὸ ῥέμα,
Τόσο τὸ κάνουν γύρω μου ν᾿ αὐξήσῃ·
Συχνοφέγγει ἀστραπή, σχίζει τὸ σκότος,
Καὶ τῆς βροντῆς πολυβουΐζει ὁ κρότος.

Καὶ τὰ κύματα πότε μᾶς πηδίζουν,
Ποὺ στὰ νέφη σοῦ φαίνεται πὼς νἆσαι,
Καὶ πότε τόσο ἀνέλπιστα βυθίζουν,
Ποὺ νὰ μὴν ἀνοίξῃ ἡ κόλαση φοβᾶσαι·
Οἱ κουπηλάτες κατὰ μὲ γυρίζουν.
Βλασφημοῦν, καὶ μοῦ λένε: Ἀνάθεμά σε.
Ἡ θάλασσα ἀποπάνου μας πηδάει,
Καὶ τὸ καράβι σύψυχο βουλιάει.

Μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια ἐνῷ σ᾿ ἐκείνη
Τὴν τρικυμιά, ποὺ μ᾿ ἄνοιξε τὸ μνῆμα,
Τινάζομαι μὲ βία, καὶ δὲ μ᾿ ἀφίνει
Νὰ βγάλω τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ κῦμα,
Βρίσκομαι ἡ ἔρμη ἀνάποδα στὴν κλίνη,
Ποὺ ἄλλες φορὲς τὴ ζέσταινε τὸ κρῖμα,
Καὶ πικρότατα κλαίω πὼς εἶναι δίχως
Τὸ στεφάνι, ποὺ μὤταξες, ὁ τοῖχος.
Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ
X.

Ἔψεναν τὸν ἱερέα, καὶ ὁ Ἀλῆς ἐφώναζε τῶν δούλων του:

Τὰ κάρβουνα τοῦ σκύλου ἀνάρια ἀνάρια.

...
*
* *

...

Σταθῆτ᾿ ἐκεῖ· δὲ σᾶς ξυπνάει στὸν λάκκον
Ἡ κραυγὴ τῶν σκυλιῶν καὶ τῶν κοράκων.
Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ

...
ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΑ
ΟΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Η ΜΑΡΙΑ

...
XVIII.
ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ

...
Η ΤΡΕΛΛΗ ΜΑΝΑ (α)
Η ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ

...
ΤΟ ΞΕΜΥΣΤΗΡΕΥΜΑ

...
Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
XXI.
1.

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπενοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».
2.

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
3.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.
XXII.

Βγαίνει, γιατὶ στὰ σωθικά του ἀνάφτει,
καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾶ τὸν νεκροθάφτη.
XXIII.

Κανεὶς δὲν τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲν τοῦ δίνει
τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποὺ φέρνει εἰρήνη.
XXIV.

Πάντα, χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
ν᾿ ἀγροικηθεῖ στῆς κόλασης τὸν πάτο.
Η ΔΕΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ
Τὸ ἑσπέρας τῆς Λαμπρῆς
XXV.
1.

Καὶ προβαίνει ἡ Μαρία λίγη νὰ πάρει
δροσιὰ στὰ σωθικὰ τὰ μαραμένα·
εἶναι νύχτα γλυκειὰ, καὶ τὸ φεγγάρι
δὲ βγαίνει νὰ σκεπάσει ἄστρο κανένα·
περίσσια, μύρια, σ᾿ ὅλη τους τὴ χάρη,
λάμπουν ἄλλα μονάχα, ἄλλα δεμένα·
κάνουν καὶ κεῖνα Ἀνάσταση ποὺ πέφτει
τοῦ ὁλόστρωτου πελάου μὲς στὸν καθρέφτη.
2.

«Τὰ μαλλιὰ σέρνω στὰ λιγνά μου στήθη·
δένω σταυρὸ τὰ χέρια· Οὐράνια, θεῖα!
Πέστε Ἐκεινοῦ ποὺ σήμερα ἀναστήθη
νὰ ἐλεηθεῖ τὴ μαύρη τὴ Μαρία.
Μέρα εἶναι Ἀγάπης· Ἅδης ἐνικήθη·
καίονται τὰ σπλάχνα, καίονται τὰ στοιχεῖα·
καὶ ἡ πυρκαϊὰ τοῦ Κόσμου ἀναγαλλιάζει
καὶ κατ᾿ Αὐτὸν τὴ σπίθα της τινάζει.
3.

Ὁ Οὐρανὸς Ἀλληλούϊα ἠχολογάει·
κατὰ τὴ γῆν ἐρωτεμένος κλίνει·
ζεῖ τοῦ νεροῦ καὶ ἡ στάλα ὁποὺ κολλάει
στὸ ποτήρι· Ἀλληλούϊα ἐγὼ κι ἐκείνη.
Ὅταν ἡ Πύλη ἀκούστηκε νὰ σπάει,
τί χλαλοὴ στὸν κάτου κόσμο ἐγίνη!
Χαίρεται μέσα ἡ ἄβυσσο καὶ ἀσπρίζει·
ὁ περασμὸς τοῦ Λυτρωτῆ σφυρίζει».
4.

Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,
ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγρικιέται.
Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·
εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποὺ χαλιέται.
Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,
καὶ ὀχ τὴν ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετιέται·
μόνον οἱ σκόρπιες δάφνες ποὺ ἐμυρίζαν
ἐκεῖ ποὺ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.
5.

Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη
καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:
«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·
εἶπα κι ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:
Ἄντρας (κι ἡ μοίρα ὅ,τι κι ἄ θέλει ἂς γράφει)
τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι θεός, καὶ δείχτει
στὴν ἄκρα δυστυχία· μὲς στὴν ψυχή μου
κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου!».
6.

Πάει γιὰ νά ῾βγει στὴ θύρα ἀργὰ καὶ ἀνοίγει·
λεπτὴ φωνὴ τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Εἰς τὴν ἄλλη πηδάει, καὶ φωνὴ ὀλίγη
καὶ παρόμοια, τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Ἀπὸ τὴν τρίτα πολεμάει νὰ φύγει
καὶ μία τρίτα τοῦ λέει «Χριστὸς ἀνέστη».
Αὐτοκίνητες πάντα ἀνοιγοκλειοῦνε
οἱ τρεῖς θύρες καὶ ἀχὸ δὲν προξενοῦνε.
7.

Καὶ ἰδοὺ τρία σὰν ἀδέλφια ἔρμα καὶ ξένα,
ποὺ ἕν᾿ ἁγιοκέρι σβημένο βαστοῦσαν,
ὅπου στρίψει, ὅπου πάει, τ᾿ ἀπελπισμένα
γοργὰ πατήματά του ἀκολουθοῦσαν.
Λιγδερὰ καὶ πλατιὰ κι ὅλα σχισμένα
τὰ λαμπριάτικα ροῦχα ὁπού φοροῦσαν.
Στὰ μπροστινά, στὰ πισινὰ στασίδια,
ὅλο σιμά του σειοῦνται τὰ ξεσκλίδια.
8.

Ποτὲ δὲν τά ῾χει εἰς τὴ φυγή του ἀνάρια·
ἐδῶ ἐκεῖ, μπρὸς ὀπίσω, ἀπάνου κάτου,
βαροῦν ὅμοια τὴν πλάκα ὀχτὼ ποδάρια,
τρέχουν ἴσια, κι ἀκούονται τὰ δικά του.
Νὰ φύγει μία στιγμὴ τ᾿ Ἅδη τὰ χνάρια
σπρώχνει μάταια μακριὸ τὸ πήδημά του,
σὰν τ᾿ ἄστρο ποὺ γοργὰ τὸ καλοκαίρι
χύνεται πέντε δέκα ὀργιὲς ἀστέρι.
9.

Ἔτσι ἑνωμένοι ἐκάμανε τριάντα
φορὲς τὴν ἐκκλησιὰ ποὺ βοὴ στέρνει.
Σὰ νά ῾χε μέσα θυμιατὰ σαράντα,
μυρωδιὰ λιβανιοῦ τὴ συνεπαίρνει.
Πάντα μὲ βία τὸ τρέξιμο, καὶ πάντα
ὁ ζωντανὸς τ᾿ ἀραχνιασμένα σέρνει·
σκύφτουν, πολὺ κρυφομιλοῦν, καὶ σειέται
τὸ βαμπάκι, ποὺ λὲς καὶ ξεκολλιέται.
10.

Ἄχ, ποῖος εἶδε τὰ χέρια νὰ σηκώνει
ἡ Παναγία, τὰ μάτια της νὰ κλείσει;
Ἄχ, ποῖος εἶδε τὸ Πάσχα αἷμα νὰ ἱδρώνει
ὁ Χριστός, καὶ παντοῦ νὰ κοκκινίσει;
Τί συφορὰ τὴν ἐκκλησιὰ πλακώνει,
ὁποὺ τὴν ἴδια μέρα εἶχε βροντήσει
ἀπὸ τόσες χαρὲς καὶ ψαλμῳδίες,
πού ῾χε ἀντιλάμψει ἀπὸ φωτοχυσίες!
11.

Βρίσκεται στ᾿ Ἅγιο Βῆμα, ἀνατριχιάζει,
καὶ πέφτει ὀμπρός τους γονατιστὸς χάμου.
Μὲ τρομάρα κοιτάει καὶ τοὺς φωνάζει:
«Σᾶς γνωρίζω· τί θέλτε; Εἶστε δικά μου.
Τοῦ καθενὸς τὸ πρόσωπο μοῦ μοιάζει·
ἀλλὰ πέστε τί θέλτε ἔτσι κοντά μου;
Συχωρᾶτε καὶ πάψτε. Ἀμέτε πέρα·
δὲν εἶναι ἀκόμα Παρουσία Δευτέρα!
12.

Ὦ κολασμένα, ἀφεῖτε μου τὰ χέρια!».
Χείλη μὲ χείλη τότε ἐκολληθῆκαν.
Ὅσα ἐδῶσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
στοῦ δυστυχῆ τὰ φυλλοκάρδια ἐμπῆκαν.
Ἀφοῦ στὸν κόσμο ἐλάμψανε τ᾿ ἀστέρια,
τέτοιου τρόμου φιλιὰ δὲν ἐδόθηκαν.
Φτυοῦνε τὰ χείλη σὰν ἀπὸ φαρμάκι·
μέσα του ἐπῆε τὸ νεκρικὸ βαμπάκι.
13.

Στέκει σὰ μάρμαρο ὥσπου ξημερώνει,
κι εἶναι φευγάτοι οἱ πεθαμένοι νέοι.
Τὴν τρομασμένη κεφαλὴ ψηλώνει
καὶ βαριὰ νεκρολίβανα ἀναπνέει.
Τέλος πάντων τὰ μάτια ἄγρια καρφώνει
στὲς δάφνες, καὶ πολληώρα ἔπειτα λέει:
«Σύρε, σημεῖο χαρᾶς!» καὶ φουχτωμένο
μὲ τὰ δυό, τὸ χτυπάει στὸ Σταυρωμένο.
14.

«Κόλαση; τὴν πιστεύω· εἶναι τή· αὐξάνει,
κι ὅλη φλογοβολάει στὰ σωθικά μου.
Ἀπόψε Κάποιος ποὺ ὅ,τι θέλει κάνει
μὄστειλε ἀπὸ τὸ μνῆμα τὰ παιδιά μου.
Χωρὶς νὰ τὴ γνωρίζω, ἐχθὲς μοῦ βάνει
τὴ θυγατέρα αἰσχρὰ στὴν ἀγκαλιά μου.
Δὲ λείπει τώρα πάρεξ νὰ χαλάσει
τὸν Ἑαυτό του, γιατὶ μ᾿ ἔχει πλάσει!».
15.

Σηκώνεται καὶ παίρνει τὴν πεδιάδα,
σχίζει κάμπους καὶ δάση, ὄρη, λαγκάδια·
στὰ μάτια του εἶναι μαύρη ἡ πρασινάδα,
τὰ νερὰ καὶ τὰ δέντρα εἶναι μαυράδια·
χύνεται μὲ μεγάλη, ὀγληγοράδα,
καὶ γύρου ἂς εἶναι, ὅ,τι θωρεῖ, σκοτάδια.
Κι ἀκόμη λέει πὼς κυνηγιέται, ἀκόμα
τὰ βαμπάκια τοῦ Χάρου ἀκούει στὸ στόμα.
16.

Ἔτσι ὁ φονιᾶς ποὺ κρίματα ἔχει πλήθια,
ἐὰν φθάσει καὶ τοῦ κλείσει ὕπνος τὸ μάτι,
βγαίνουν μαζὶ καὶ τοῦ πατοῦν τὰ στήθια
οἱ κρυφὰ σκοτωμένοι, αἷμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
γυμνὸς πετιέται ὀχ τὸ ζεστὸ κρεβάτι,
κι ἔχει τόση μαυρίλα ὁ λογισμός του,
ποὺ μὲ μάτια ἀνοιχτὰ τοὺς βλέπει ὀμπρός του.
Η ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
XXVI.

Ὁ παπᾶς γιὰ τὸ γάμο ὅλα ἑτοιμάζει,
κι εἶναι ἀναμμένα τὰ κεριὰ τοῦ γάμου·
ὁ Λάμπρος τρομασμένος τήνε κράζει:
«Σήκω, δυστυχισμένη, ἔλα κοντά μου».
Εἰς τὴ φωνὴ τοῦ Λάμπρου ἀνατριχιάζει
καὶ παρευθὺς σηκώνεται ἀπὸ χάμου
καὶ τραγουδάει καὶ τραγουδώντας κλαίει·
καὶ αὐτός: «Μὴν κλαῖς, μὴν τραγουδᾶς», τῆς λέει.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
XXVII.

...

Καὶ εἰς τὸ κῦμα, ποὺ βλέπει ὡς τὸν καθρέφτη,
Ξανακοιτάει, χαμογελάει, καὶ πέφτει.
XXVIII.

Καὶ βλέπει μέσα στὰ νερὰ καθάρια,
Ἄλλος λάμπει οὐρανός, ἄλλα κλωνάρια.
XXIX.

«Σκύφτω ἐδῶ μέσα, καὶ ξανοίγω ὀμπρός μου
Ἀναπάντεχα μέρη ἀλλουνοῦ κόσμου.»
XXX.

...
XXXI.

...

Καὶ δὲν ἔμεινε μήτε ἕνα κλωνάρι,
Φιλέρημο πουλάκι νὰ καθίσῃ,
Τὸ βράδυ, τὴν αὐγή, νὰ κελαϊδήσῃ.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ
(Ἀναδυομένη Ἀφροδίτη)
XXXII.

Στὴν κορυφὴ τῆς θάλασσας πατώντας
στέκει, καὶ δὲ συγχύζει τὰ νερά της,
ποὺ στὰ βάθη τοὺς μέσα ὁλόστρωτα ὄντας
δὲν ἔδειχναν τὸ θεῖον ἀνάστημά της.
Δίχως αὔρα νὰ πνέει, φεγγοβολώντας
ἡ ἀναλαμπὴ τοῦ φεγγαριοῦ κοντά της
συχνότρεμε, σὰ νά ῾χε ἐπιθυμήσει
τὰ ποδάρια τὰ θεῖα νὰ τῆς φιλήσει.
XXXIII.

Κείθενε μὲ τὸ μάτι ὅποιος γυρεύει
Γιὰ νὰ ἰδῇ τὴ θωριὰ τὴ μακρυσμένῃ,
Τῆς Ἀφρικῆς τὴ θάλασσα ἀγναντεύει
Πάντα ἀφράτη καὶ πάντα ἀγριωμένη.
XXXIV.

Θανάτου ἐτιά, ποὺ τὰ κλωνάρια γέρνεις
Στὴν κατοικιὰ τὴν ὕστερη τ᾿ ἀνθρώπου.
XXXV.

Ἐὰν τὴν ἄκρην του ὁ ζέφυρος δὲ ῾γγίζει
Στέλνει ἀκίνητον ἴσκιο ὁποῦ μαυρίζει.
XXXVI.

Εἰς τὴν ἅρπα γλυκὰ γέρνει τὸ στῆθος.
XXXVII.

Καὶ φωνάζει· «Ὦ Παρθένα, ὦ Ψυχοσώστρα!»
XXXVIII.

(Ἡ λίμνη)

Εἶναι γλαυκὴ κι᾿ ἀτάραχη στὴ μέση.

Ἔρχομ᾿ Ἐγώ... Κωστής Παλαμάς

Ἔρχομ᾿ Ἐγώ...

Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!
K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!
Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!

Το Κοράκι The Raven Edgar Allan Poe


"Το κοράκι" περιγράφει τη βραδινή επίσκεψη
που δέχεται ένας ερωτευμένος
που πενθεί από ένα κοράκι,
απεικόνιση του John Tenniel (1858).



Το Κοράκι The Raven E. Α. Πόε

ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ (Μετάφραση ποιήματος: Κώστας Ουράνης) 

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος 
κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.» 
Κανένας ξένος «σκέφτηκα» οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα. Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: «Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι». Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, «Κύριε» είπα, «ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα «κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο. Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι «Ελεονόρα» μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο. Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. «Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.' Άνοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο. Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.» Χωρίς λοφίο, ρώτησα, «κι αν είν' η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!» Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από 'δω και πια». Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: «Ποτέ πια». Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του από τις λέξεις: «Ποτέ πια», γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: «Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να 'ρθει το πρωί κι εσύ θε να μου φύγεις». Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια». Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. «Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξανα λέει θα είναι ό, τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει λυπητερά το «Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα». Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: «Ποτέ Πια!». Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει πια! Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. «Ναυαγισμένε» φώναξα, «αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε «. Και το Κοράκι είπε: «Ποτέ από δω και πια!». Είπα: «Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!», μα κείνο απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!». «Προφήτη», είπα, «δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα»; Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!». » Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις», εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. «Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!» Και το Κοράκι απάντησε: «Ποτέ από δω και πια!». Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκιά στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια! 
     



THE RAVEN.
Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore —
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“ ’Tis some visiter,” I muttered, “tapping at my chamber door —
Only this and nothing more.”

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; — vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow — sorrow for the lost Lenore —
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore —
Nameless here for evermore.

And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me — filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
“ ’Tis some visiter entreating entrance at my chamber door —
Some late visiter entreating entrance at my chamber door; —
This it is and nothing more.”

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
“Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you” — here I opened wide the door; ——
Darkness there and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!” —
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
“Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore —
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
‘Tis the wind and nothing more!”

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door —
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door —
Perched, and sat, and nothing more. [column 5:]

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore —
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning — little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door —
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as “Nevermore.”

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered — not a feather then he fluttered —
Till I scarcely more than muttered “Other friends have flown before —
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
Then the bird said “Nevermore.”

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore —
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of ‘Never — nevermore’.”

But the Raven still beguiling my sad fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore —
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking “Nevermore.”

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
“Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee — by these angels he hath sent thee
Respite — respite and nepenthe, from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Prophet!” said I, “thing of evil! — prophet still, if bird or devil! —
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted —
On this home by Horror haunted — tell me truly, I implore —
Is there — is there balm in Gilead? — tell me — tell me, I implore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Prophet!” said I, “thing of evil! — prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us — by that God we both adore —
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore —
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
Quoth the Raven “Nevermore.”

“Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting —
“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! — quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted — nevermore!



Γιάννης Ρίτσος ΕΣΥ Ο ...

Γιάννης Ρίτσος

ΕΣΥ Ο ...

Θα γυρίσουμε πίσω στα πρόσωπα, στα τοπία,
στα πράγματα,
φιλικά χρωματισμένα απ' την ωραία συνύπαρξή
μας,
με τον έρωτα πάντα που μαρτυρεί τα πάντα -
ο μυθικός γιαλός, ο βράχος, το γυμνό σώμα
ιδρωμένο ως τις κρυφότερες στιγμές του,
ειπωμένο ως την ακραία σιωπή του. Εσύ
ο υποκριτής, ο ανέραστος, ο ευνούχος, εσύ
μην πλησιάζεις. Δεν δαγκώνει το φως. Δαγκώνει
η βαθιά ομολογία. Δεν την αντέχεις.
Στην Αγορά πουλάνε ψόφια ψάρια.

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ, 1987

...οι ευαίσθητοι άνθρωποι συνήθως είναι και ενοχικοί

"...οι ευαίσθητοι άνθρωποι συνήθως είναι και ενοχικοί.
Σηκώνουν τις αμαρτίες όλου του κόσμου.
Και τις δικές τους και των άλλων.
Και μάλιστα χωρίς να τους το ζητήσει κανείς."

Ευγενία Φακίνου

μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος ... Τόλης Νικηφόρου


μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος ...
Ο επόμενος Δεκέμβριος ήταν μήνας γεγονότων και εξελίξεων. Πρώτα μας έδωσε ελπίδες το


αδέξιο βασιλικό αντιπραξικόπημα που οι βρετανικές εφημερίδες ανήγγειλαν με πηχυαίουςτίτλους. Ύστερα, τα γραφεία μας μεταφέρθηκαν στους δίδυμους πύργους ενός πολυτελέστατου κτιρίου, πλάι στον σταθμό του Νάιτσμπριτζ, δυο βήματα από το Χάιντ Παρκ και τα πανάκριβα καταστήματα του Δυτικού Λονδίνου. Κι εμείς γνωρίσαμε τυχαία τον Παύλο και τη Μόλυ που μας βρήκαν μια σχετικά φτηνή σοφίτα στο Ρέιβενσκορτ Παρκ, σε ανάμικτα μικροαστική και λαϊκή γειτονιά και σπίτι ιρλανδέζικο οικογενειακό. Ήταν πιο μακριά από την εταιρία αλλά πιο κοντά στους καινούριους φίλους μας και, επιπλέον, πιο άνετη και καθαρή.

Τέλος, μετά ένα τρίμηνο κοινής ζωής στη Θεσσαλονίκη, ένα χρόνο στην Αθήνα κι άλλους δυο μήνες στο Λονδίνο, η ανάγκη μας έπεισε να παντρευτούμε. Εγώ είχα άδεια εργασίας και παραμονής που θα την ανανέωνε η εταιρία, ενώ η Σοφία μια απλή τουριστική βίζα που είχαμε ήδη δυσκολευτεί να παρατείνουμε.

Ένα πρωί λοιπόν, μπροστά στον ψηλό, ξερακιανό και ξανθουλό έως ασπρομάλλη ληξίαρχο του Κένζινγκτον, άψογα ενδεδυμένο και με το λευκό γαρύφαλλο στο πέτο, εκεί που παντρεύονται αριστοκράτες και μεγιστάνες, διάσημοι ηθοποιοί και τραγουδιστές,εμφανιστήκαμε με τα καθημερινά μας ρούχα κι εμείς οι ασήμαντοι κι εκπατρισμένοι με μάρτυρες τον Μύρωνα και τη Ντίνα. Μετρήσαμε τα προβλεπόμενα δεκατέσσερα σελίνια και τρεις πένες, στηθήκαμε σοβαροί απέναντι στο γεμάτο συγκαταβατική κατανόηση και απειροελάχιστη τρυφερότητα βλέμμα του και, πρώτος εγώ, επανέλαβα τις φράσεις που έλεγε.Ήταν τα πανηγυρικά ρήματα, απαραίτητο μέρος της όλης τελετής, που έπρεπε να απαγγείλει ο καθένας για τον εαυτό του.

Όταν ο ληξίαρχος στράφηκε στη Σοφία, εκείνη ήδη με τραβούσε απ’ το μανίκι και μου ψιθύριζε απεγνωσμένα, τι θα κάνω, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Λέγε ό, τι ακούς, της είπα. Κι εκείνη συγκεντρώθηκε σε σημείο να την πονάει αργότερα το κεφάλι της και προσπάθησε να μιμηθεί τους ήχους που έβγαζα ο μακρινός απόγονος των γερμανικών φύλων απ’ το λαρύγγι του και ολίγον από το στόμα του.

Μετά το πέρας της τελετής και ενώ δεχόμασταν τα καθιερωμένα συγχαρητήρια, η Ντίνα ρώτησε με απορία, γιατί έλεγες, καλέ, ότι δεν ξέρεις αγγλικά. Κι εκείνη μάταια επέμενε ότι πράγματι δεν ήξερε. Δέχτηκε όμως πρόθυμα ότι ίσχυαν για την υπόλοιπη ζωή μας οι όρκοι και οι υποσχέσεις που με επαγγελματική επάρκεια σε λίγο της μετέφρασα.

Ήταν όμως ώρα να αναχωρήσουμε για το προγραμματισμένο γαμήλιο ταξίδι μας. Αγοράσαμε σάντουιτς και κατευθυνθήκαμε στο Χάιντ Παρκ και τον Σέρπεντάιν λίγο παρακάτω, όπου οι πάπιες βεβαίως έλαβαν αμέσως το μερίδιό τους και έβγαλαν οξύτερες και ελαφρά πιοακατάληπτες κραυγές ευχαριστίας. Η Σοφία φόρεσε για αρκετά χρόνια το νυφικό της φόρεμα, μπορντό με εκρού ρίγες, που είχε αγοράσει μιάμιση λίρα από τις εκπτώσεις της Όξφορντ Στρητ.

(από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Η γοητεία των δευτερολέπτων, 2001)