Ἔρχομ᾿ Ἐγώ...
Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!
K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!
Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου