Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Το μονόγραμμα Οδυσσέας Ελύτης









Το μονόγραμμα Οδυσσέας Ελύτης




Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας



Σαμοθράκη φωτογραφία της φίλης μου Κατερίνας Κάλτσου 

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>







http://www.elytis.edicypages.com/526351158870/529978158870>

Ο Πληθυντικός αριθμός Κική Δημουλά -Του έρωτα μέγα κακό Γιώργος Χειμωνάς

Ο Πληθυντικός αριθμός Κική Δημουλά

Ὁ ἔρωτας, 
ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος, 
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη, 
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.


Ἡ νύχτα, 
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



Ἀπὸ τὸ «βιβλίο τῶν ὡρῶν» Ξανατονισμένη μουσική, Κωστής Παλαμάς



Ἀπὸ τὸ «βιβλίο τῶν ὡρῶν»

Rainer Maria Rilke
Σβύσε τὰ μάτια μου· μπορῶ νὰ σὲ κοιτάζω,
τ᾿ αὐτιά μου σφράγισέ τα, νὰ σ᾿ ἀκούω μπορῶ.
Χωρὶς τὰ πόδια μου μπορῶ νὰ ρθῶ σ᾿ ἐσένα,
καὶ δίχως στόμα, θὰ μπορῶ νὰ σὲ παρακαλῶ.
Κόψε τὰ χέρια μου, θὰ σὲ σφιχταγκαλιάζω,
σὰ νὰ εἶταν χέρια, ὅμοια καλά,
μὲ τὴν καρδιά.
Σταμάτησέ μου τὴν καρδιά, καὶ θὰ καρδιοχτυπῶ
μὲ τὸ κεφάλι.
Κι ἂν κάμῃς τὸ κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, ἐγὼ
μέσα στὸ αἷμα μου θὰ σ᾿ ἔχω πάλι.
28.1.24
 1930
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 417





Μετάφραση Κωστής Παλαμάς

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Φωτεινή Δάρρα

Τίτλος Άλμπουμ: Δελτίο Ανέμων
Τίτλος τραγουδιού : Σ'αγαπώ

Κλείσε τα μάτια μου
Μπορώ να σε κοιτάζω
Τ' αυτιά μου σφράγισ' τα
Να σ' ακούσω μπορώ

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα
Και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ

Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι
Και αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια στάχτη
Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι

Χωρίς τα χέρια μου μπορώ να σ'ε σφιχταγκαλιάσω
Σαν να 'χα χέρια όμοια καλά με την καρδιά

Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι
Και αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια στάχτη
Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι

Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι
Και αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια στάχτη
Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο ένατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο ένατο)
20 Νοεμβρίου 2013 στις 1:32 π.μ.


Της άρεσαν πολύ της Αστερώς τα θέατρα, και τα τραγούδια τα αμανέδικα - κι επίσης οι οπερέττες και αν είχε κουράγιο, θα την πήγαινε ο ΝτημίτΕφέντης και στα καφέ σαντάν, αλλά κάπως μπορείς να πεις πως τη ντρεπότανε: ότι θα έπρεπε να της παραδεχτεί και εντελώς στα ανοιχτά για τις σαντέζες - που τις είχε λουσμένες με τα αρώματα που ήτανε της μόδας, τις κενταύριες - το Δάκρυ του Κενταύρου που του' χε φέρει τόση πια μονέδα και παρά, που να λογιάζεται μες στο Μπουρνόβα κύριος τρανός - και του ανοίγανε τις πόρτες τις διπλές και τις κρυστάλινες να μπαίνει εις την τράπεζαν, μάλιστα εκείνη στην προκυμαία, εις το Κε - και να τονε χαιρετάνε όλοι σαν υποτακτικοί, και να του φέρουνε τ' ωραίο τσα, με τις γεύσεις των φρούτων: να έχει να ευφραίνεται όταν του εμετρούσαν τις καλές του μοίρες - που άνθια εφύτευε και μάζευγε τις λίρες και τα άσπρα. Πίσω μονάχα στις σαντέζες - και θα του είχαν λείψει, ενδεχομένως, και με τον καιρό - αλλά πως για τα τώρατώρα, του άρεζε που ήτο παντρεμένος και που νεμόταν τέτοιας δορκάδος τα καλά - και είχε και τη γλύκα του να την φανερώνει στον κόσμο, να τηνε κρύβει - κατά το κέφι του την είχε όπως την αγαπούσε - και του άρεζε που ήτο άλλοτε ντροπαλή και άλλοτε θεριό ανήμερο και σα βασίλισσα να τον έχει στα πόδια της, και κείνη επί θρόνου. Όλα ήτον όπως τα είχε θέλει ο θεός, έβγαινε ο ήλιος από τας ανατολάς, και έδυε στας δύσεις - ε, πια - και τί να θέλει και ο άντρας μέσα στο σπίτι του, παρά να τον έχουνε ωσάν μωρό και ωσάν δερβέναγα; Και να το πούμε - του άρεζε εκείνου να τρώγει και να πίνει - και δεν της εζητούσε παρά μονάχα αυτό που θα της έκανε κι εκείνης ευχαρίστηση: να του ανάβει ένα ναργιλέ, με τα καπνά άλλοτε τα σέρτικα, και άλλοτε εκείνα που ευωδίαζαν το μήλο, το ρόδι - να τραβάει με τα χειλάκια της ένα - Φύσα-ρούφα-τράβα τονε - μωρέ κι ας τονε πάταγε με τέτοιο ποδαράκι - κι άμα τον άναβε -ποιόνα τώρα, το ναργιλέ; Και πέντε, και δεκαπέντε χρόνια να τον είχε δικάσει ο καδής, και στο Γεντίκουλε κι όπου στο διάτανο! Χωρίς και να το ξέρει, η Εσθερώ μας - τον είχε παρμένο από τις Γαβριέλες, τις Αντριάνες και τις Αντέλες (με, είτε δίχως με τις δαντέλες τους). Βεβαίως, ήτο καινούργιο το κοσκινάκι του, και πού να το εκρέμαε; Καμμιά φορά, αναρωτιόταν και αυτός - αν ήτανε να ζήσει έτσι, μέσα στις δίπλες τις δικές της την όλη τη ζωή - ή να αλλάζουνε άραγε και οι γυναίκες, να τις βαριέσαι, όλο την ίδια - να σε βαριέται ίσως και αυτή; Μα προς το τώρα, ήτανε παντελώς ξεμυαλισμένος: κι έπρεπε να τ' ομολογήσει πως ήτανε ωραία η μυρωδιά απ΄τις κομμένες και τις αιθεραποσταγμένες τις κενταυρίτσες - τί λουλουδάκι ταπεινό - μα τα δικά της λάδια, τα γαρδενόλαδα! Και η γυναίκα που βάζει λάθος μυρωδιά είναι του παρελθόντος - το μέλλον του το ήθελε να είναι μεθυστικό, να μοιάζει σαν τις νύχτες της Σμύρνης, και το Κορδελιό και το Μπουρνάμπασι, ανάθεμά με - γυρνάγαν κεφαλές όποτε την επήγαινε στο θέατρο της προκυμαίας, και γιατί καλέ μου όχι, αφού είχε στο βάδισμα μιαν αρχοντιά, στο μπράτσο της εκείνον και πάνω στα μαλλιά της τα τριαντάφυλλα! Έτσι, κουκλίτσα μου να σ' έχω - και να σε ξεφλουδίζω να τρώγω το πιο μέσα σου καρπό, να ευωχένομαι - κι οι άλλοι ας κοιτούνε, και φάτε μάτια ψάρια και η κοιλιά περίδρομο! Κι άμα μιλούσε για κοιλιά, τον έπιανε και μια χαρά - ή μια ανησυχία - μήπως άμα θα του 'καμνε το γιο, μήπως τον αποέδιωχνε; Γιατί ακούς και τέτοια, πως γίνονται γυναίκες νευρικές που ήτον ωσάν μαξιλαράκια να τις τινάζεις, και γίνοντο - αν αγαπείς - τιτίζες! Και φέρνανε διάφορο αντιρρήσεις, και τους κακοκαρδεύανε τους άντρες τους - κι εκείνοι, τί να κάμνουν - που ήπρεπε και στο δικό τους το ίδιο το κονάκι να γίνουνται σκυλάκια καναπέ να τους βιτσίζουν και να τους στέλουνε στα μαγερειά, κι απέ στον κήπο έξω - μετά στα καφενεία - και να γυρνούνε να κοιμούνται, σε λέγω - νηστικοί! Α, όχι, αυτό δε θα επιτραπότανε - διότι έχει κι υπομονή τα όριά της - εγώ, σε θέλω στο κρεβάτι το δικό μου - κι ας είναι και ο μήνας σου. Αυτά της έλεγε - και κείνη άλλοτε να του αναστενάζει - και άλλοτε να του γελάζει, μάλιστα στα κατάμουτρα, και να του κάνει χαρές και χάδια - ότι κι αυτή χωρίς εκείνον ποιόν θα είχε να της κρατεί το χέρι και να τη ζεσταίνει μέσα στη νύχτα - και ότι δε θα έφευγε καθόλου, μόνο άμα ότι θα την αηδίαζε να είναι έτσι και να τη βλέπει - και θα την έδιωχνε μονάχος του να πάγει να κοιμάται αλλού, σαν ορφανή - και άλλοτε την έπιαναν τα κλάματα - κι ευρίσκουνταν αυτός να την παρηγοράει, που ήτανε ίσα και ίσα του εκείνος που ήθελε να παρηγορηθεί: έτσι τα γύριζε - γιατί ήτο δαιμόνισσα και κάλτσα του διαβόλου και άλλοτε τον είχε να της μιλάει και σαν πατήρ κι αφέντης και άλλοτε σα να ήτο μπακαλόπαιδο, και αυτή μια νταμιζάνα με κρασί του αμπελώνος. Κι αυτό το άλλο - που τον είχε στα σεντόνια της (για πότε έγινε το σπίτι του δικό της, κι αυτός - ανάθεμά την ώρα μου, εγίνηκα ζητιάνος;), τον είχε στα σεντόνια της και του ΄λεγε το ποίημα της - και του το τραγουδούσε - κι αυτός σα να τα ήξερε τα λόγια, και πότε θ' ανασάνει, πότε θα κοπεί, πότε θα τραγουδήσει - και να την αφουγκράζεται σαν το πουλί το αηδόνι - να μη μπορεί να κάνει ένας άντρας τη δουλειά του, παρά να είναι με το κασκέτο εις το χέρι - και να ζητά όπως ελεηθεί - και όπως να δοθεί ο οβολός του στην όμορφη, και κει να πιάσει τόπο. Αυτό, ετούτο πια! Και όταν την επήγαινε στη Σμύρνη, στο θεωρείο του της Κυριακής απογευματινά - κι ύστερα για να πιούνε ένα γλυκαντικό, ή για να παραγγέλουν τις εντράδες στο Χοτέλ - καμμιά φορά, νοίκιαζε το δωμάτιο να κάμουν τις κατλέγιες και τον έρωτα - του άρεζε σε κείνο το Σεσίλ κι ας είχε πάει με τις παρδαλές - δεν τον επείραζε να παίρνει εκεί και το στεφάνι του - βεβαίως, γιατί όχι; Και με το βέλο στολισμένη και την κάπα της - και δεν την ανεγνώριζε κανένας - κι είχε κι η Κυριακή τη χάρη της - και τώρα, που δεν είχε παρά μιαν επίπεδη κοιλίτσα, τώρα να τη χαρεί, πρωτού τον διώξει σαν το μπακαλόγατο. Γιατί την είχανε αρέζει τα θεάματα - και ο Αρρεβωνιαστικός της Βοσκοπούλας, κι ο Εξηνταβελόνης, κι η Γκόλφω, κι η Γενοβέφα, που την είχε μα άδικα κατηγορήσει ο άντρας της πως είχε ξαπλωθεί με κάποιον άλλον και που την έδιωξε στα δάση και έφερε στον κόσμο ένα γιο - τάχα του άλλου - και πώς που δεν τη σκότωσε ότι την είχε πάρει για το ελάφι - και μετά όλοι είχανε βρεθεί, κρεμάστηκε ο συκοφάντης, πήγανε όλοι οι ζωντανοί μαζί εις την ακρογυαλιά κι αγαπηθήκανε, και της εγύρισε το στέμμα, την ξαναπήρε για βασίλισσα. Έτσι θα σ' έχω και ησένανε, της έλεγε εκείνη την εσπέρα - και είχε βάλει να κοιτάζει το λιμανάκι και τη θάλασσα, είχανε καπαρώσει το δωμάτιο για να την απολαύσει - και δε θα ξαναγύριζε ποτέ του στις σαντέζες - αφού πια είχε ονοματίσει εαυτόν υπήκοό της, κύριο κι υπηρέτη της - ποιός πάγει στα ζυθεστιατόρια, ιδίως άμα σπίτι του έχει καλή μπριζόλα - και δεν τον ένοιαζε η Σμύρνη αν εκαίγουνταν, μόνο ότι την είχε και που ήξερε πώς να την απολαύνει.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Το Θέατρο της Σμύρνης, ως ήτο πριν απ΄την καταστροφή - ενδεχομένως την επομένη της μέρας που η Εσθήρ απήλαυσε επί σκηνής να παίζεται η Γενοβέφα της Μπραμπαντίας - κι αργότερα θα είχανε ιδεί από το διπλανό χοτέλ τον κόλπο της Σμύρνης να αντιφέγγει το φεγγαρόφως, ίσως που ήταν Αύγουστος.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό)
20 Νοεμβρίου 2013 στις 11:51 μ.μ.


Τώρα, έχουμε πιθανώς βρεθεί σε δρόμο της διχάλας, τρίστρατο και γλώσσα της όχεντρας και της δεντρογαλιάς. Και ότι, δηλαδή - να πάμε σιγά σιγά και με το μαλακό, να βαρεθούνε όσοι συνοδοιπόροι βαρεθούν, άλλοι να μας ακολουθήσουνε λες και πατούν στο μέλι και να σταυρώνουνε την άτιμη την ώρα που πώς και τακιμιάσαμε με τους τρελούς και με την ιστορία; Ή μήπως να κάνουμε ένα μεγάλο ζούμ και να πετάξουμε στα χρόνια τα μελούμενα, να αποφύγουμε τους παραπάνω πόνους σαν υπερχρειαζούμενους κι αχρείαστοί μας να 'ναι; Εδώ, αγαπητοί μου - χρειάζεται το δίδραχμο και να παιχτεί ο μύθος κορώνα είτε γράμματα, και βάζω το χεράκι εις την τζέπη μου, και να το στρίψουμε μαγκιόρικα - και όπως θα μας πέσει: κι ελλείψει δίδραχμου, εστρίψαμε εν πενηντάπεννον, και η Μπριττάνια η θεά που ομοιάζει της Παλλάδος να ψήφιζε υπέρ μακράς μυθιστορίας, η δε η κεφαλή της βασιλίσσης εψήφιζε περί βραχείας αναπαύσεως - κι ενίκησε καρδιά μου η Μπριττάνια, και πρέπει όπως τιμήσωμε το λόγον μας - διότι που μια τιμή την έχωμε, και πώς να μας συνδράμει, εάν συμπεριφέρομαι ως εκκλησίαν κλέπτουσα; Ώστε λοιπόν, της τύχης να γενούμε ξανά στρατιώτες, να πάρουμε τα άτια - να πάμε με την Ευταξία στο βουνό βγαλμένες και αντάρτισσες. Η λευτεριά είναι σχολειό, και ποιός να τη σπουδάσει; Πήγε κι αυτή η Ευταξώ, κι εσπούδασε καβάλες, σήκωσε τις φουστάρες και φανήκανε τα αποκάτω τα παντελονάκια της. Αυτό, το έκαμνε στα μουλωχτά, κι άμα να πέφτει η νύχτα - και ξελύσσαγε να τρέχει τη μανία της κατά τη Μανισά, που είχανε τα κτήματα και τις ανθοφυτείες. Πώς, και αμέ. Και μάλιστα, πήρε και το ντουφέκι να ντουφεκάει τις μπεκάτσες, τους λαγούς, και στον αέρα να βροντεύεται και να μη ρίχνει άσφαιρες - μην τύχαινε και να χτυπούσε τον άγιο Αρχάγγελο, που είχε με την άμωμη αγάπη του και τον ασώματό του έρωτα, τον κρίνο - αυτός είχε βρεθεί να ασπιλώσει μια Παναγιά, αλί από την Αειπάρθενο που ήθελε να, που ήθελε όπως, που ήθελε τουλάχιστο να βρει τα λόγια για να πει αυτό που ήθελε. Στο μεταξύ, ο αδερφός της δεν ήξερε αν ήθελε απόγονο, ή αν ακόμα χρειαζότανε τη γυναικούλα του να την εχαίρειται μόνος αυτός, ή να έπρεπε να αποδεχτεί πως θα ερχότανε δεύτερος στην αγκαλιά της - να της χαρίσει ένα γιό και να σωθεί το όνομά του για την Αιωνιότητα, όση από αυτή θα του αναλογούσε - γιατί το μέλλον είναι και δηλωμένα άδηλον, και πρέπει κανείς να δίνει την πίστη του και κάπου, ας είναι και σ' ένα γιο - μήπως έχει κανείς να μας προτείνει κάτι καλύτερο; Και είχε αρχίσει ο ΝτημίτΕφέντης να νοιώθει πατρικά απέναντι στο όνειρο - κι εδώ, να δούμε που σχεδόν πάλι βρέθηκε μύτη με μύτη με το ΧατζηΡεΐς, που με τις γλύκες του σπιτιού να παρακολουθάει - εξεστράτησε και άρχισε να πούλαγε και την ψυχή στο Σεϊτάν και στον υγιό του, και να του έχει καρφωθεί μια τέτοια αμαρτωλή ιδέα της βλασφημίας: που ότι, ας πούμε - δεν ημπόρει να παντρευτεί τη μία, την Εβραία - μα δεν γινότανε να του χαρίσει κάποιος θεός την κόρη της; Και να την έχει μάλιστα καπαρωμένη από την κοιλιά της μάνας - και θα την αγαπούσε με μία τέτοια αγάπη που να μην έχει όμοιο - που θα του ήτανε των φίλων του παιδί τόσο αγαπημένων, του αδερφού του του λεβέντικου, και της ωραίας νύφης - και να εκάμανε μια κόρη, ένα κορίτσι να της μοιάζει, και πιο όμορφο. Αν ήταν μοναχά με την ψυχή της η Εβραία να τον αποδεχότανε, να του χαρίσει τη μια της κόρη! Κι αυτός, θα τους την άφηνε να του τη μεγαλώσουν μέσα στο μέλι και μέσα εις το γάλα, να του τη δώσουνε σαν το μπουμπούκι μόλις θα έπαιρνε να θέλει στον κόσμο να χαμογελάσει - κι αυτός θα την περίμενε να φτάσει σε μια καλή κι αποδεγμένη ηλικία, ούτε νωρίς ούτε κι αργά - και θα είχε να της προσφέρει πείρα και μια στέγη αντάξια γυναίκας του Ναυάρχου - κι έτσι έφτιαχνε σχέδια και τάιζε τον πόνο του βουκιές παρηγορίας. Έτσι - σαν έχεις τύχει διάβαινε και ριζικό περπάτει - ανομολόγητα είχε αρχίσει να σμιλεύει κι αυτός το όνειρο της κόρης, όπως ο φίλος του το όνειρο του γιού - και η Αειπάρθενος έκοβε ρόδια από τις εξοχές και τα μετόχια, και τα καθάριζε όπως τα τρώγει η Εσθήρ, τους έβγαζε τα υποκαμισάκια και τα ξεσπίριαζε να τα ταΐζει στην Αστέρω, μα τα δικά της, αχ, αυτή η Αειπάρθενος - εκείνη τα δικά της τα έκοβε αλλιώς, όπως καθέτως, ν' ανοίγουν με το σχήμα του ρόδινου αστέρος, και τα έτρωγε όχι σαν οι κυρές, μα σαν να πούμε οι Τσέτες κι οι αντάρτες, βυθίζανε τα δόντια της και τρώγαν το ρόδι όπως τη μεταλαβιά του μυστικού καρπού του απαγορευμένου - και γέλαγε ο αρχάγγελος και να την εκορόιδευε, της ψιθυρούσε πώς δεν είναι η ομορφιά εκείνη για τα δόντια της - κι η Αειπάρθενος του έδειχνε την πόρτα, τον έδιωχνε εκείνη απ΄τον Παράδεισό της, που ήταν τα δώματα εκείνης της Εσθήρ ώραν πρωίας. Και γενικώς, είχε γεμίσει η επιθυμία όλων για να δούνε ανατολή σελήνης ως το γέμισμα της πανσελήνου, και τις φάσεις αλλαγών επί του σώματος - και ίσως να ταν οι δικές τους οι απολωλές επιθυμίες, είτε να ήταν η Εσθήρ που έτρεχε στο μέλλον της, στο πλήρωμα των χρόνων. Που η Εσθήρ - φοβότανε να μη γινόταν μάνα κακή όπως είχε γνωρίσει να είναι η δική της - κι αν ήτανε στο χέρι της ίσως και να εδείλιαζε, αλλά ποτέ δεν ερωτήθηκαν για τούτα οι γυναίκες ούτε η Λίλιθ ούτε κι η Χαβά, όπως εστρώσανε κοιμήθηκαν - κι άμα δεν την αντέχεις την κάψα της φωτιάς, να βγεις απ΄την κουζίνα - κι άμα δε θέλεις να βρεθείς γεμάτη με τα όνειρα των άλλων, να μην κοιμάσαι ούτε και με τον άντρα σου, ούτε κυρίως και με το παραθύρι ανοιχτό να σε φυσά η θάλασσα και με το αεράκι, διότι έχουμε και τα ανεμογγάστρια, και να μην το ξεχνάς και πας να μας προφασιστείς μεγάλη άγνοια. Έτσι λοιπόν, και με τα μάτια της κατεβαστά - πρώτα στην Ευταξώ άνοιξε την καρδιά της η Εσθήρ - με τρόμο φόβου θεού και άλλης πίστεως - και της εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια μυστική αργοπορία - και ότι ηφοβότανε πως την επιάστει το πνεύμα - και πώς βεβαίως όλα την ετρόμαζαν - μα πιο πολύ, μήπως που δε θα γίνει αξίως μητέρα - γιατί ήτον κόρη της αναξίας μάνας και της αναξιόπιστης μητρός που δεν είχε καρδιά να αγαπήσει το αίμα της, παρά να τ΄αποδιώξει. Κι η Ευταξία, που από όλα τα εκείνα του γάμου και της πιο παλιάς ζωής της έφηβης ή της παιδούλας, Θεός φυλάξοι, Αστερώς δεν τα εγνώριζε - και ποιά μητέρα να έβγαλε τέτοιο αστρί στο δρόμο, και σαν την τρίχα από το ζυμάρι για χάρη του αντρός του αχαΐρευτου; Δεν ήθελε πολλά η Ευταξία για να κορώσει φλόγα του θυμού - σιγά πουλάκι μου μη γίνεται η μάνα - βρε αγγελούδι μου, αυτή γεννιέται από τη μήτρα του θεού - απ' την Αγιασοφία! Και εκεί μάλλον την έριξε την Εστερλού που δεν είχε τα έμμηνα - θυμήθηκε τη Σεκινά της, τη θηλυκή τη στόφα Μάνας των μύθων - κι άνοιξε το χειλάκι της να βγει καλό χαμόγελο, ήρθε ο κόσμος από τη φούρλα και μπήκε εις την θέσιν του - θα είχε κι αυτή το μερτικό της στη θηλυκάδα, στη χάρη ν' αναθρέψει ένα γιο, στα σίγουρα - και μια κορούλα, θα την αγάπαγε ωσάν να αγαπούσε μαζί ως και τον εαυτό της - θα γίνονταν μητέρα στην ανάμνηση της κόρης που θα μπόραγε να ήτον - εκείνης της μικρής της Εσθερώς που κάθονταν ολόρθη να μαθαίνει να απαγγέλει τα εδάφια του Ταλμούδ, και με τα χέρια της να πλέκουν αμήχανα τη ζώνη της από μακρύ κορδόνι - για να μην έρθει ο πατέρας και της τα φιλάγει και της γλείφει τα δαχτύλια - καλύτερα να τα κρατάει να φαίνονται σαν απασχολημένα. Ποτέ της να μην φαίνεται πως είναι σαν αργόσχολη, κι ο διάβολος βρίσκει δουλειές για τα χεράκια που είναι σαν ν' αργεύουν. Έχει κατρακυλήσει τότε η Εσθήρ, και τρέμει το χειλάκι της, και κει επάνω νά που την επιάσανε τα κλάματα, και θέλει απ΄την Ευταξία να την κρατήσει αγκαλιά, να της σκουπά τα μάτια, να την κλείσει σε κείνο το μοναστήρι της γυναικείας τους συνομωσίας - που μόνο σχέσεις της στοργής υπάρχουνε, που δεν υπάρχουνε παιδιά να γεννηθούνε. Αλλά, είναι βεβαίως τώρα πια αργά - ο άντρας της πρέπει να κάνει να την ισορροπεί μέσα στις νύχτες φόβου - και η Αειπάρθενος θα είναι εκεί για τις ημέρες της, θα πιάσει να ξηλώνει τα προικιά της, να φτιάχνει ζιπουνάκια, να πλέκει τις πιο μικρές καλτσούλες τις βαφτιστικές, τα καπελάκια για να καλύπτεται το ελαφρύ χνουδάκι το μωρουδιακό - και ο Ντημίτ θα πρέπει να τη μάθει την Αστερώ του να χορεύει τον πιο παλιό χορό περί διευκόλυνσης του τοκετού, με τις κινήσεις όπως το οχτώ, με τη λεκάνη της να λύνεται -με τους καρσιλαμάδες σα για να τον ευχαριστεί, μα πιο πολύ για να την ετοιμάζει - κι η Αειπάρθενος το ξέρει ότι πρέπει η Εστερώ να μη εντρέπεται το ίδιο της το σώμα - και είναι παρευθύς διατεθειμένη να της κρατεί τραγούδι και ρυθμό, να τη μαθαίνει ότι μπόρειε κι αυτή, ως η καλή της η ανδραδέλφη - τα πάντα - κι άλλα τόσα - γιατί αναγνώρισε στα μάτια της Εστερλούς τον φόβο, και τον φοβήθηκε έτσι όπου τον γνώρισε, τον είδε σαν αντίπαλο. Γι΄αυτό, και θα της τραγουδάει αν χρειαστεί, θα τηνε μάθει να τον χορεύει εκείνον του φόβου τον καρσιλαμά, θα της φτιάχνει τα ζιπουνάκια και τα ρούχα να σαραντίσει - και θα βγαίνει τη νύχτα, να της σκοτώνει τους λαγούς και να παραφυλάγει τους εφιάλτες να μη φτάκουνε να μπούνε από την πόρτα της αυλής - να φεύγουνε τ' ανέμου, κατά τις αλυκές.

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Εσθήρ, μαθαίνοντας τις κινήσεις της ελευθερίας της και του καρσιλαμά - άλλοτε με τη βοήθεια της Ευταξώς, άλλοτε προς απόλαυσην του ΝτημίτΕφέντη.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης Κεριά

Ζωγραφική Πετρούλας Σίνη (με βοήθεια... και σπουδή από φωτογρ. του πίνακα του Gerhard Richter)


Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Γ.Π. Σαββίδης, «O Kαβάφης σχολιάζει και αναλύει τα “Kεριά”» (1973)

Tο ποίημα τούτο είναι καλόν, και με φαίνεται ότι υπάγεται εις την κατηγορίαν των ευκολωτέρων προς μετάφρασιν.

Oφείλω όμως να κάμω μερικάς παρατηρήσεις, τας οποίας ίσως όταν έπαιρνες το ποίημα στο χέρι θα με έκαμνες συ, αλλά και αν δεν ήθελες τας κάμει, καλόν είναι να τας εκθέσω ώστε να ήσαι «en connaissance de cause».―

Tο ποίημα έχει όψιν ολίγον αλληγορικήν. Aλλά δεν πρέπει να θεωρηθή αλληγορικόν. Eίναι ποίημα «vision-iste» (οραματικόν).

Eάν το θεωρήσωμεν αλληγορικόν παρουσιάζει δυσκολίας ή μάλλον ατελείας. Έχομεν δύο ειδών «ημέρας», του μέλλοντος και του παρελθόντος. Aμφότεραι αντιπροσωπεύονται υπό κεριών. Aι πρώται είναι κεριά αναμμένα, αι δεύτεραι είναι κεριά σβυσμένα. Στεκόμεθα και βλέπομεν εμπρός μας ταις μέραις του μέλλοντος σαν μια σειρά κεριών αναμμένων. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Kαλά διά ταις πρώταις 2, 3, 4, 6 ημέραις· αλλά η κατοπιναίς; Aν ήναι αναμμένα κεριά από τώρα, ώς που να τα φθάσουμε θα ήναι καμμένα ως το τέλος. Ποιο κερί, ποια λαμπάδα, ποια λαμπάδα επί λαμπάδος, είναι δυνατόν να καίη τόσω καιρό, να καίη για εβδομάδες, για μήνες, για χρόνο για χρόνια (τοιούτο χρονικόν διάστημα πρέπει λογικώς να παραδεχθώμεν ότι θα περάση) έως ότου φθάσωμεν μέχρις αυτού. Kαι το χείριστον ονομάζονται και «κεράκια»1. Mια υπεκφυγή είναι ότι λέγοντες «η αγαπηταίς του μέλλοντός μας ’μέραις» δεν εννοούμεν αναγκαστικώς όλαις ταις ’μέραις του μέλλοντος αλλά αριθμόν τινα, και, φυσικώς, τας πλησιεστέρας. Aλλά λέγομεν «σειρά», και «σειρά» πρέπει να σχηματίζεται τουλάχιστον από δέκα, ή δέκα πέντε, ή τριάντα ’μέραις2. Ξεκάνουμε την δυσκολίαν της επί μήνας και έτη διαρκείας των αναμμένων κεριών, αλλά μένει η δυσκολία της διαρκείας κεριών καιόντων επί δεκαημερίαν ή δεκαπενθημερίαν και πάλιν απαιτούνται λαμπάδες καλοσσιαίαις.

Tώρα ας έλθουμε στα κεριά των ημερών του παρελθόντος. Πριν γίνουν κεριά του παρελθόντος αυτά ήσαν κεριά του μέλλοντος. Ήσαν απ’ εκείνα τα αναμμένα. Θαυμάσια κεριά! Όχι μόνον δεν εξηντλήθησαν καιόμενα επί πολλάς ημέρας (διά να περιορισθώμεν εις την μικροτέραν διορίαν καιρού) αλλά ιδού τα ξαναβρίσκουμε ως μίαν σειράν σβυσμένων κεριών, δηλαδή κεριών «entamés» βεβαίως, αλλά εχόντων ακόμη αρκετήν ύλην.

Aς σημειώσω και μίαν άλλην εναντίωσιν την οποίαν δύναταί τις να κάμη. Όταν η ημέρα αντιπροσωπεύεται υπό ενός κεριού ―δύναταί τις να παρατηρήση―το αρμόζον θα ήτο το κερί της ημέρας να τελειώνη, να καίεται μέχρι τέλους κατά την ημέραν εις ην ανήκει. Aλλά εις την εναντίωσιν ταύτην δεν δίδω, ουδέ έχει, καμμίαν σπουδαιότητα. Eάν χάριν της καλλονής της περιγραφής μας παριστάνωμεν την χθες ως ένα σβυσμένον κερί είμεθα κύριοι να το κάμωμεν. Δεν παραβαίνομεν τους όρους του αλληγορικού ύφους.

Aς δώσωμεν όμως εις το ποίημα τον αληθή του χαρακτήρα ποιήματος οραματικού όχι αλληγορικούκαι τότε ουδέ δυσκολία, ουδέ ατέλεια παρουσιάζεται. Tο οραματικόν ύφος δεν απαιτεί λογικήν εξέλιξιν3 των αντικειμένων διότι δεν μεταχειρίζεται τα αντικείμενα εν ενεργεία (ως εν τω αλληγορικώ ύφει) αλλά εν εικόνι. Όταν λέγομεν ότι η ’μέραις μοιάζουν σαν κεριά αναμμένα και σβυσμένα, τα κεριά είναι «a fleeting image on the mind», το οποίον image περιγράφεται ως έρχεται και το οποίον image επιτρέπεται να μη εκπληροί όλους τους όρους της πιθανότητος, διότι ο νους συχνάκις συλλαμβάνει αδύνατα και απραγματοποίητα images. Eις τα «Tείχη», εις τα «Παράθυρα», εις το «Πιόνι» είχαμεν καθαρώς αλληγορικά ποιήματα. Eννοούσαμεν εις τα δύο πρώτα Περιωρισμένην Zωήν, εις το δεύτερον Πάθος Θυσιάζον Eαυτό, αλλά ουδέ περί του ενός ωμιλούσαμεν, ουδέ περί του άλλου. Ωμιλούσαμεν περί τειχών, παραθύρων, δωματίων, κομματιών του σκακιού, και ως εκ τούτου έπρεπε να χειριζόμεθα τα πράγματα αυτά όσον το δυνατόν (με την ελευθερίαν μεν την επιτρεπομένην ενίοτε εις το αλληγορικόν ύφος, αλλά τηρουμένην εντός στενών ορίων) λογικώς και πιστώς εις την πρώτην των έννοιαν αψύχων ουσιών. Aλλά εις το υπ’ όψιν ποίημα δεν γράφομεν περί κεριών, γράφομεν περί ημερών. Eάν αντιβαίναμεν εις την λογικήν κατά τι σχετιζόμεν[ον] κατ’ ευθείαν με τας ημέρας, θα ήμεθα άξιοι του βαράθρου. Aλλά τα κεριά είναι η εικών μας: η αυτή ορθότης ή ακρίβεια δεν απαιτείται εις την εικόνα. Oυδέν δε αδύνατον λέγομεν, διότι δυνατότατον πράγμα είναι η ύπαρξις μιας σειράς κεριών αναμμένων και μιας σειράς κεριών σβυσμένων. Λέγομεν ότι «σαν» τέτοιαις σειραίς μοιάζουν η ’μέραις. Aυτό το «σαν» δεικνύει αμέσως ότι τα κεριά είναι μία αφομοίωσις [=παρομοίωση], όχι μία αλληγορία.

1. Tο υποκοριστικόν τούτο δεν εμπήκε μόνον διά το μέτρον, αλλά διότι με εφάνη ότι έδιδε περισσοτέραν γραφικότητα (picturesqueness) εις την εικόνα. Συ όμως είναι περιττόν να το ακολουθήσης.

2. Aφίνω κατά μέρος την ανοησίαν του πραγματεύεσθαι περί τριάντα ημερών μόνον.

3. Mε «εξέλιξιν» εδώ εννοώ «development».

ΣΧΟΛΙΟ
Με την ευκαιρία της σημερινής συμπληρώσεως 40 ετών από τον θάνατο και 110 ετών από την γέννηση του Κ. Π. Καβάφη, Το Βήμα δημοσιεύει (κατά ευγενική παραχώρηση της κ. Κυβέλης Α. Σεγκοπούλου) ένα ιδιαίτερα σημαντικό ανέκδοτο κείμενο του ποιητή. Ανυπόγραφο μεν αλλά αυτόγραφο, το πεζό αυτό κείμενο, που προέρχεται από το Αρχείο Καβάφη (F 10), είναι ουσιαστικά η πρώτη αυθεντική ανάλυση καβαφικού ποιήματος, που βλέπει το φως της δημοσιότητας.

H ανάλυση των «Κεριών» προφανώς γραμμένη για την χρήση του αδελφού και πρώτου αγγλόφωνου μεταφραστή του ποιητή, Τζων Καβάφη, πιθανότατα χρονολογείται μεταξύ 1897 και 1899, δηλαδή ανάμεσα στις χρονολογίες της συνθέσεως του ποιήματος «Τα Παράθυρα» και της πρώτης δημοσιεύσεως των «Κεριών» στο Eθνικόν Hμερολόγιον, 1900 του Κ. Σκόκου. Το κείμενο του ποιήματος, που προτάσσεται στο κείμενο της αναλύσεως, είναι ακριβώς το ίδιο με της πρώτης δημοσιεύσεως, ενώ παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά προς το κείμενο της δεύτερης δημοσιεύσεως των «Κεριών» (που έγινε στο Αιγυπτιακόν Hμερολόγιον, 1903).

Σχόλια του Καβάφη σε μεταφράσεις ποιημάτων του καμωμένες από τον αδελφό του, μας είναι βεβαίως γνωστά από το 1963, όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν από τον μακαρίτη Γ. Παπουτσάκη στον τόμο: Καβάφη, Πεζά, σ. 237-248. Κανένα, όμως, από εκείνα τα σχόλια δεν μπορεί να θεωρηθείολοκληρωμένη ανάλυση ποιήματος· όλα τους αποτελούνται από επιμέρους παρατηρήσεις σε συγκεκριμένα σημεία των μεταφράσεων.

Το κείμενο που δημοσιεύεται εδώ είναι αξιοπρόσεκτο και για έναν άλλο λόγο: παρά την φανερή δυσκολία του Καβάφη να εκφραστεί με όσην ακρίβεια θα ήθελε σε ελληνικό πεζό λόγο, η κριτική του σκέψη παρουσιάζεται απόλυτα ώριμη και ικανή να εξετάσει με διαλεκτικήν αντικειμενικότητα το ίδιο του το έργο. Άλλο, εφάμιλλο δείγμα της πρώιμης κριτικής του ωριμότητας δεν μας ήταν έως τώρα γνωστό, εκτός από την λεγομένη «Ποιητική» (αγγλικό κείμενο του 1903) που ο αείμνηστος Μ. Περίδης είχε δημοσιεύσει το 1963 στον τόμο: Κ. Π. Καβάφης, Aνέκδοτα πεζά κείμενα, σ. 36-69.


Eφήμερο Σπέρμα, Eρμής, 1973 και Mικρά καβαφικά, B΄, Eρμής, 1987

http://www.kavafis.gr/kavafology/articles/content.asp?id=13

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Χειρόγραφο του Σολωμού με στοίχους των Ελεύθερων Πολιορκημένων.http://el.wikipedia.org/


Διονύσιος Σολωμός - Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α´

I.

Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου, καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κ᾿ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι ῾ς τὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο ῾ς τὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει᾿ ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό᾿ ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάνω δέηση, καὶ ἰδοὺ μές᾿ ῾ς τὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κ᾿ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνή, ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου, ἄρχισε·
«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη ῾ς τὸν ὦμο,
Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ,
Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»

II.

Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει, καὶ λέει·
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
»Τί κάνεις ἐσύ;
»Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
»Πῶς μοῦ εἶσαι βαρύ.»
Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα,
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι
῾Σ τοῦ πόνου τὴ γῆ,
Καὶ βρίσκει σπειράκι,
Καὶ μάννα φθονεῖ.

III.

Γροικοῦν νὰ ταράζῃ
Τοῦ ἐχθροῦ τὸν ἀέρα
Μίαν ἄλλη, ποὺ μοιάζει
Τ᾿ ἀντίλαλου πέρα·
Καὶ ξάφνου πετειέται
Μὲ τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γροικειέται
Κι᾿ ὁ κόσμος βροντᾶ.

IV.

Ἀμέριμνον ὄντας
Τ᾿ Ἀράπη τὸ στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
῾Σ τοῦ Μάρκου τὸ χῶμα·
Διαβαίνει, κι᾿ ἀγάλι
Ξαπλώνετ᾿ ἐκεῖ,
Ποὺ ἐβγῆκ᾿ ἡ μεγάλη
Τοῦ Μπάϊρον ψυχή.

V.

Προβαίνει καὶ κράζει
Τὰ ἔθνη σκιασμένα.

VI.

Καὶ ὢ πείνα καὶ φρίκη!
Δὲ σκούζει σκυλί!

VII.

Καὶ ἡ μέρα προβαίνει,
Τὰ νέφια συντρίβει·
Νά, ἡ νύχτα ποὺ βγαίνει,
Κι ἀστέρι δὲν κρύβει.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β´

Ι.

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπειρί, κ᾿ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα, καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ᾿ ἔχω ῾γὼ στὸ χέρι;
Ὁποῦ σὺ μοὔγινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»

ΙΙ.

Τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε τὴν ἄνοιξη· ὁ ποιητὴς παρασταίνει τὴν Φύση, εἰς τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ὡραιότερη, ὡς μία δύναμη, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τ᾿ ἄλλα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνάντια, προσπαθεῖ νὰ δειλιάση τοὺς πολιορκημένους· ἰδοὺ οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητῆ:Ἡ ζωὴ ποὺ ἀνασταίνεται μὲ ὅλες της τὲς χαρές, ἀναβρύζοντας ὁλοῦθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εἰς ὅλα τὰ ὄντα· ἡ ζωὴ ἀκέραιη, ἀπ᾿ ὅλα της φύσης τὰ μέρη, θέλει νὰ καταβάλῃ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γῆ, οὐρανός, συγχωνευμένα, ἐπιφάνεια καὶ βάθος συγχωνευμένα, τὰ ὁποῖα πάλι πολιορκοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ἐπιφάνεια καὶ εἰς τὸ βάθος της.
Ἡ ὡραιότης τῆς φύσης, ποὺ τοὺς περιτριγυρίζει, αὐξαίνει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἀνυπομονησία νὰ πάρουν τὴ χαριτωμένη γῆ, καὶ εἰς τοὺς πολιορκημένους τὸν πόνο ὅτι θὰ τὴ χάσουν.
 Ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
κι ὅσ᾿ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ᾿ ἄρματα σὲ κλειοῦνε.Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει
Καὶ μὲς τὴ θάλασσα βαθειὰ ξαναπετειέται πάλι,
Κι᾿ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς τῆς λίμνης τὰ νερά, ὅπ᾿ ἔφθασε μ᾿ ἀσπούδα
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,
Ποὺ εὐωδίασε τὸν ὕπνο της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο·
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ᾿ ὥρα γλυκειὰ κ᾿ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι᾿ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
Ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι·
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κρένει:
Ὅποιος πεθάνῃ σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.
Τρέμ᾿ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχᾶ γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.

III.

Ἐνῷ ἀκούεται τὸ μαγευτικὸ τραγούδι τῆς ἄνοιξης, ὁποῦ κινδυνεύει νὰ ξυπνήση εἰς τοὺς πολιορκημένους τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς τόσον, ὥστε νὰ ὀλιγοστέψῃ ἡ ἀντρεία τους, ἕνας τῶν Ἑλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τοὺς ἄλλους εἰς συμβούλιο, καὶ ἡ σβημένη κλαγγή, ὁποῦ βγαίνει μέσ᾿ ἀπὸ τὸ ἀδυνατισμένο στῆθος του, φθάνοντας εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο παρακινεῖ ἕναν Ἀράπη νὰ κάμῃ ὅ,τι περιγράφουν οἱ στίχοι 4-12.
«Σάλπιγγα, κόψ᾿ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴν κόψουν τὴν ἀντρεία».Χαμένη, ἀλίμονο, κι ὀκνὴ τὴ σάλπιγγα γρικάει·
ἀλλὰ πῶς φθάνει στὸν ἐχθρὸ καὶ κάθ᾿ ἠχὼ ξυπνάει;
Γέλιο στὸ σκόρπιο στράτευμα σφοδρὸ γεννοβολιέται,
κι ἡ περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανὶς πετιέται·
καὶ μὲ χαρούμενη πνοὴ τὸ στῆθος τὸ χορτᾶτο,
τ᾿ ἀράθυμο, τὸ δυνατό, κι ὅλο ψυχὲς γιομᾶτο,
βαρώντας γύρου ὁλόγυρα, ὁλόγυρα καὶ πέρα,
τὸν ὄμορφο τρικύμισε καὶ ξάστερον ἀέρα·
τέλος μακριὰ σέρνει λαλιά, σὰν τὸ πεσούμεν᾿ ἄστρο,
τρανὴ λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητὴ κατὰ τὸ κάστρο.

IV.

Μόλις ἔπαυσε τὸ σάλπισμα ὁ Ἀράπης, μία μυριόφωνη βοὴ ἀκούεται εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο, καὶ ἡ βίγλα τοῦ κάστρου, ἀχνὴ σὰν τὸ Χάρο, λέει τῶν Ἑλλήνων: «Μπαίνει ὁ ἐχθρικὸς στόλος». Τὸ πυκνὸ δάσος ἔμεινε ἀκίνητο εἰς τὰ νερά, ὅπου ἡ ἐλπίδα ἀπάντεχε νὰ ἰδεῖ τὰ φιλικὰ καράβια. Τότε ὁ ἐχθρὸς ἐξανανέωσε τὴν κραυγή, καὶ εἰς αὐτὴν ἀντιβόησαν οἱ νεόφθαστοι μέσ᾿ ἀπὸ τὰ καράβια. Μετὰ ταῦτα μία ἀκατάπαυτη βροντὴ ἔκανε τὸν ἀέρα νὰ τρέμει πολλὴ ὥρα, καὶ εἰς αὐτὴ τὴν τρικυμία
Ἡ μαύρη γῆ σκιρτᾶ ὡς χοχλὸ μὲς τὸ νερὸ ποὺ βράζει.
- Ἕως ἐκείνη τὴ στιγμὴ οἱ πολιορκημένοι εἶχαν ὑπομείνει πολλοὺς ἀγῶνες μὲ κάποιαν ἐλπίδα νὰ φθάσῃ ὁ φιλικὸς στόλος, καὶ νὰ συντρίψῃ ἴσως τὸν σιδερένιο κύκλο ὁποῦ τοὺς περιζώνει· τώρα ὁποῦ ἔχασαν κάθε ἐλπίδα, καὶ ὁ ἐχθρὸς τοὺς τάζει νὰ τοὺς χαρίσῃ τὴ ζωὴ ἂν ἀλλαξοπιστήσουν, ἡ ὑστερινή τους ἀντίσταση τοὺς ἀποδείχνει Μάρτυρες.

V.

. . . . . . . . . . Στὴν πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτοῦν μακριὰ πολὺ τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι,
καὶ τὰ γλυκοχαράματα, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν ἐβγοῦν τ᾿ ἀστέρια.
Φοβοῦνται γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
κι οἱ ξένοι ναύκληροι μακριὰ πικραίνονται καὶ λένε:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, σπαθὶ Τουρκιᾶς, μολύβι,
πέλαγο μέγα βράζ᾿ ὁ ἐχθρὸς πρὸς τὸ φτωχὸ καλύβι.

VI.

Ἕνας πολέμαρχος ξάφνου ἀπομακραίνεται ἀπὸ τὸν κύκλο, ὅπου εἶναι συναγμένοι εἰς συμβούλιο γιὰ τὸ γιουροῦσι, γιατὶ τὸν ἐπλάκωσε ἡ ἐνθύμηση, τρομερὴ εἰς ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς ἄκρας δυστυχίας, ὅτι εἰς ἐκεῖνο τὸ ἴδιο μέρος, εἰς τὲς λαμπρὲς ἡμέρες τῆς νίκης, εἶχε πέσει κοπιασμένος ἀπὸ τὸν πολεμικὸ ἀγῶνα, καὶ αὐτοῦ ἐπρωτάκουσε, ἀπὸ τὰ χείλη τῆς ἀγαπημένης του, τὸν ἀντίλαλο τῆς δόξας του, ὁποία ἕως τότε εἶχε μείνει ἄγνωστη εἰς τὴν ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ ψυχή του.
Μακρυὰ ἀπ᾿ ὅπ᾿ ἦτα᾿ ἀντίστροφος κι᾿ ἀκίνητος ἐστήθη·
Μόνε σφοδρὰ βροντοκοποῦν τ᾿ ἀρματωμένα στήθη·Ἐχαμογέλασε πικρὰ κι ὁλούθενε κοιτάζει·
κι ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν:
-«Ἐκεῖ ῾ρθε τὸ χρυσότερο ἀπὸ τὰ ὀνείρατά μου·
μὲ τ᾿ ἅρματ᾿ ὅλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ῾πε: «Ὁ δρόμος σου γλυκὸς καὶ μοσχοβολισμένος·
στὴν κεφαλή σου κρέμεται ὁ ἥλιος μαγεμένος·
παλληκαρᾶ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Ἄκου, νησιά, στεριὲς τῆς γῆς, ἐμάθαν τ᾿ ὄνομά σου! -
Τοῦτος, ἄχ, ποῦ ῾ν᾿ ὁ δοξαστὸς κι ἡ θεϊκιὰ θωριά του;
Ἡ ἀγκάλη μ᾿ ἔτρεμ᾿ ἀνοιχτὴ κατὰ τὰ γόνατά του».
Ἔρριξε χάμου τὰ χαρτιὰ μὲ τσ᾿ εἴδησες τοῦ κόσμου
ἡ κορασιὰ τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Χαρὰ τῆς ἔσβυε τὴ φωνὴ ποὖν᾿ τώρα ἀποσβυμένη·
ἄμε, χρυσ᾿ ὄνειρο, καὶ σὺ μὲ τὴ σαβανωμένη!
Ἐδῶ ῾ναι χρεία νὰ κατεβῶ, νὰ σφίξω τὸ σπαθί μου,
πρὶν ὅλοι χάσουν τὴ ζωή, κι ἐγ᾿ ὅλη τὴν πνοή μου·
τὰ λίγα ἀπομεινάρια τῆς πείνας καὶ τσ᾿ ἀντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
γκόλφι νὰ τά ῾χω στὸ πλευρὸ καὶ νὰ τὰ βγάλω πέρα,
ποὺ μ᾿ ἔκραξαν μ᾿ ἀπαντοχή, φίλο, ἀδελφό, πατέρα·
Δρόμ᾿ ἀστραφτὰ νὰ σχίσω τοὺς σ᾿ ἐχθροὺς καλὰ θρεμμένους,
σ᾿ ἐχθροὺς πολλούς, πολλ᾿ ἄξιους, πολλὰ φαρμακωμένους·
νὰ μείνῃς, χῶμα πατρικό, γιὰ μισητὸ ποδάρι·
ἡ μαύρη πέτρα σου χρυσῆ καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.»
Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,
ὅμως γιὰ μένα στὴ χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες».
«Θύρες ἀνοίξτ᾿ ὁλόχρυσες γιὰ τὴν γλυκειὰν ἐλπίδα.»

VII.

- «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;».-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.
Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.
Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».
Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο.
Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει».
Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της.
Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ᾿ ὄνειρό της.
Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή».
Καὶ μία δεύτερη εἶπε:
Ἐγώ ῾δα δάφνες. - Κι ἐγὼ φῶς ..............................
- Κι ἐγὼ σ᾿ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π᾿ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.
Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της πού ῾χε ξεψυχήσει.
Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά· αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπό μας· δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα.
Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῷ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος·
Νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ τὄχω ῾γὼ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη.
Ἐχαμογέλασε πικρά, κι᾿ ὁλούθενε κοιτάζει·
Κι᾿ ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν.

VIII.

Παρασταίνεται ὁ Ἰμπραῒμ Πασὰς συλλογιζόμενος τὴ σημαντικότητα τῆς γῆς, τὴν ὁποία θέλει νὰ κυριέψῃ, καὶ τὸν πόνο καὶ τὴν ἐντροπή του ἂν δὲν τὸ κατορθώσῃ.
Καθὼς ἐκεῖ στὴν Ἀραπιά . . . . . . . .
Χύνεται ἀνάερα τὸ σκυλὶ τῆς δίψας λυσσασμένο.Μὲς τὴν ψυχὴ τὴν ἀγροικᾶ σὰ σπίθα στὴ φωτιά της.
Καὶ συχνὰ τοὖ ῾π᾿ ἡ ἀράθυμη καὶ τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνὰ καρπόφορα, καὶ λίμνη ὡραία καὶ πλούσια.»
Σ᾿ τουφέκι ἀλλάξαν καὶ σπαθὶ τὸ δίχτυ καὶ τ᾿ ἀγκίστρι.».
«Μάνα καλὴ παληκαριῶν, καὶ κάμε τη δική σου.»
«Αἰώνια ἤθελ᾿ ἤτανε ὁ πόνος κι ἡ ντροπή μου.»

IX.

Ἐτοῦτ᾿ εἶν᾿ ὕστερη νυχτιά· ὅλα τ᾿ ἀστέρια βγάνει·
ὁλονυχτὶς ἀνέβαινε ἡ δέηση, τὸ λιβάνι.
Ὁ Ἀράπης, τραυηγμένος ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ ποὺ ἐσκορποῦσε τὸ θυμίαμα, περίεργος καὶ ἀνυπόμονος, μὲ βιαστικὰ πατήματα πλησιάζει εἰς τὸ τεῖχος,
Καὶ ἀπάνου, ἀνάγκη φοβερή! σκυλὶ δὲν τοῦ ῾λυχτάει.
Καὶ ἀκροάζεται· ἀλλὰ τὴ νυχτικὴ γαλήνη δὲν ἀντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε ἀναστεναγμός· ἤθελε πεῖς ὅτι εἶχε παύσει ἡ ζωή· οἱ ἥρωες εἶναι ἑνωμένοι καί, μέσα τους λόγια λένε
Γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ μόλις τὰ χωράει·
Στὰ μάτια καὶ στὸ πρόσωπο φαίνονται οἱ στοχασμοί τους·
Τοὺς λέει μεγάλα καὶ πολλὰ ἡ τρίσβαθη ψυχή τους.
Ἀγάπη κι ἔρωτας καλοῦ τὰ σπλάχνα τους τινάζουν.
Τὰ σπλάχνα τους κι ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν·/
Γλυκιὰ κι ἐλεύθερ᾿ ἡ ψυχὴ σὰ νά ῾τανε βγαλμένη,
Κι ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.

Χ.

Ἀφοῦ ἔκαψαν τὰ κρεβάτια, οἱ γυναῖκες παρακαλοῦν τοὺς ἄντρες νὰ τὲς ἀφήσουν νὰ κάμουνε ἀντάμα, εἰς τὸ σπήλαιο, τὴν ὑστερινὴ δέηση. Μι᾿ ἀπ᾿ αὐτές, ἡ γεροντότερη, μιλεῖ γιὰ τὲς ἄλλες: «Ἄκουσε, παιδί μου, καὶ τοῦτο ἀπὸ τὸ στόμα μου,
Ποὖμ᾿ ὅλη κάτου ἀπὸ τὴ γῆ κι᾿ ἕνα μπουτσούνι ἀπ᾿ ἔξω.
Ὁρκίζουν σε στὴ στάχτ᾿ αὐτὴ . . . . . . . . . . . . . . . . .
Καὶ στὰ κρεβάτια τ᾿ ἄτυχα μὲ τὸ σεμνὸ στεφάνι·
N᾿ ἀφῆστε σᾶς παρακαλοῦν νὰ τρέξουμε σ᾿ ἐκεῖνο,
Νὰ κάμουμ᾿ ἅμα τὸ στερνὸ χαιρετισμὸ καὶ θρῆνο.»Κι᾿ ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀργοῦσε ὀλίγο νὰ δώσῃ τὴν ἀπόκριση,
Ὅλες στὴ γῆ τὰ γόνατα ἐχτύπησαν ὀμπρός του,
Κι᾿ ἐβάστααν ὅλες κατ᾿ αὐτὸν τὴ χοῦφτα σηκωμένη,
Καὶ μὲ πικρὸ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη,
Σὰ νἄθελ᾿ ἔσπλαχνα ὁ Θεὸς βρέξῃ ψωμὶ σ᾿ ἐκεῖνες.

 ΧΙ.

Οἱ γυναῖκες, εἰς τὲς ὁποῖες ἕως τότε εἶχε φανῆ ὅμοια μεγαλοψυχία μὲ τοὺς ἄντρες, ὅταν δέονται καὶ αὐτές, δειλιάζουν λιγάκι καὶ κλαῖνε· ὅθεν προχωρεῖ ἡ Πράξη· διότι ὅλα τὰ φερσίματα τῶν γυναικῶν ἀντιχτυποῦν εἰς τὴν καρδιὰ τῶν πολεμιστάδων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑστερινὴ ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς καταπολεμάει, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς ἀπ᾿ ὅλες τες ἄλλες, αὐτοὶ βγαίνουν ἐλεύθεροι.

XII.

Εἶναι προσωποποιημένη ἡ Πατρίδα, ἡ Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὅλα τὰ παθήματα, καὶ καθαρίζοντάς τὰ εἰς τὴ μεγάλη ψυχή της νὰ ἀναπνέῃ τὴν Παράδεισο·
Πολλὲς πληγὲς κι᾿ ἐγλύκαναν γιατ᾿ ἔσταξ᾿ ἁγιομύρος.Μένει ἄγρυπνη μέρα καὶ νύχτα, καρτερώντας τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος· δὲν τὰ φοβᾶται τὰ παιδιά της μὴ δειλιάσουν· εἰς τὰ μάτια της εἶναι φανερὰ τὰ πλέον ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς τους·
Στοῦ τέκνου σύρριζα τὸ νοῦ, Θεοῦ τῆς μάνας μάτι·
Λόγο, ἔργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀπὸ τὸ πρῶτο μίλημα στὸν ἀγγελοκρουμό του.
Γιὰ τοῦτο αὐτὴ εἶναι
Ἥσυχη γιὰ τὴ γνώμη τους, ἀλλ᾿ ὄχι γιὰ τὴ Μοῖρα,
Καὶ μὲς στὴν τρίσβαθη ψυχὴ ὁ πόνος της πλημμύρα,
Ἐπειδὴ βλέπει τὸν ἐχθρὸν ἄσπονδον, ἄπονον ἀπὸ τὸ πολὺ πεῖσμα, καὶ καταλαβαίνει ὅτι ἂν τὸ Ἔλεος ἔχυνε μὲς στὰ σπλάχνα του ὅλους τοὺς θησαυρούς του, τοῦτοι
Τριαντάφυλλά ῾ναι θεϊκὰ στὴν κόλαση πεσμένα.

ΧΙΙΙ.

Μένουν οἱ Μάρτυρες μὲ τὰ μάτια προσηλωμένα εἰς τὴν ἀνατολή, νὰ φέξῃ γιὰ νὰ βγοῦνε στὸ γιουρούσι, καὶ ἡ φοβερὴ αὐγή.
Μνήσθητι, Κύριε, -εἶναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, ἐφάνη!
ἐπάψαν τὰ φιλιὰ στὴ γῆ . . . . . . . .
Στὰ στήθια καὶ στὸ πρόσωπο, στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια.Μιὰ φούχτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ᾿ ἐκεῖνο.
Ἰδού, σεισμὸς καὶ βροντισμός, κι ἐβάστουναν ἀκόμα,
ποὺ ὁ κύκλος φθάνει ὁ φοβερὸς μὲ τὸν ἀφρὸ στὸ στόμα·
κι ἐσκίστη ἀμέσως, κι ἔβαλε στῆς Μάνας τὰ ποδάρια,
τῆς πείνας καὶ τοῦ . . . . . . . τὰ λίγα ἀπομεινάρια·
τ᾿ ἀπομεινάρια ἀνέγγιαγα καὶ κατατρομασμένα,
τὰ γόνατα καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ ῾ματοκυλισμένα.

XIV.

Τὸ μάτι μου ἔτρεχε ρονιά, κι᾿ ὀμπρός του δὲν ἐθώρα,
κι᾿ ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολλὴ ὥρα,
π᾿ ἄστραψε γέλιο ἀθάνατο, παιχνίδι τῆς χαρᾶς του,
στὸ φῶς τῆς καλωσύνης του, στὸ φῶς τῆς ὀμορφιᾶς του.

XV.

Ἔχε ὅσες ἔχ᾿ ἡ Ἀνατολὴ κι᾿ ὅσες εὐχὲς ἡ Δύση.

XVI.

Μ᾿ ὅλον ποὺ τότ᾿ ἀσάλευτος στὸ νοῦ μ᾿ ὁ νιὸς ἐστήθη,
κ᾿ εἶχε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στήθη.

XVII.

Κι᾿ ἄνθιζε μέσα μου ἡ ζωὴ μ᾿ ὅλα τὰ πλούτια πὤχει.

XVIII.

Συχνὰ τὰ στήθια ἐκούρασα, ποτὲ τὴν καλωσύνη.

XIX.

Ὁ υἱός σου κρίνος μὲ δροσιὰ φεγγαροστολισμένος.

XX.

Στὸν ὕπνο της μουρμούριζε τὴν κλάψα τῆς τρυγόνας.

XXI.

Ἀνάξιε δοῦλε τοῦ Χριστοῦ, κάτου τὰ γόνατά σου.

XXII.

Γιά, κοίτα ῾κεῖ χάσμα σεισμοῦ βαθιὰ στὸν τοῖχο πέρα,
καὶ βγαίνουν ἄνθια πλουμιστά, καὶ τρέμουν στὸν ἀέρα.
λούλουδα μύρια, προκαλοῦν χρυσὸ μελισσολόϊ,
ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καὶ κρύβουνε τὴ χλόη.

XXIII.

Χιλιάδες ἦχοι ἀμέτρητοι, πολὺ βαθυὰ στὴ χτίσι.
ἡ Ἀνατολὴ τ᾿ ἀρχίναγε κ᾿ ἐτέλειωνε τὸ ἡ Δύσι.
Κάποι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, κι᾿ ἀπὸ τὴ Δύσι κάποι.
κάθ᾿ ἦχος εἶχε καὶ χαρά, κάθε χαρὰ κι᾿ ἀγάπη.

XXIV.

Κάνε σιμὰ κ᾿ εἶναι ψιλές, κάνε βαρειὲς καὶ πέρα,
σὰν τοῦ Μαϊοῦ τὲς εὐωδιὲς γιομόζαν τὸν ἀέρα.

XXV.

Ἡ ὄψη ὀμπρός μου φαίνεται, καὶ μὲς τὴ θάλασσ᾿ ὄχι,
ὄμορφη ὡς εἶναι τ᾿ ὄνειρο μ᾿ ὅλα τὰ μάγια πὤχει·

XXVI.

Χρυσ᾿ ὄνειρο ἠθέλησε τὸ πέλαγο ν᾿ ἀφήσῃ,
τὸ πέλαγο, ποὺ πάτουνε χωρὶς νὰ τὸ συγχίσῃ.

XXVII.

Κ᾿ ἔφυγε τὸ χρυσ᾿ ὄνειρο ὡς φεύγουν ὅλα τ᾿ ἄλλα.

XXVIII.

Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,
ὅμως γιὰ μένα στὴν χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες.

XXIX.

Ὅλοι σὰν ἕνας, ναί, χτυποῦν, ὅμως ἐσὺ σὰν ὅλους.

XXX.

Τοῦ πόνου ἐστρέψαν οἱ πηγὲς ἀπὸ τὸ σωθικό μου,
ἔστρωσ᾿ ὁ νοῦς, κ᾿ ἀνέβηκα πάλι στὸν ἑαυτό μου.

XXXI.

Τὸ γλυκὸ σπίτι τῆς ζωῆς, ποὖχε χαρὰ καὶ δόξα.

XXXII.

Παράπονο χαμὸς καιροῦ σ᾿ ὅ,τι κανεὶς κι᾿ ἂ χάσῃ.

XXXIII.

Χαρὰ στὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ τὰ πολυαγαπημένα,
ποὺ μὤδειξε σκληρ᾿ ὄνειρο στὸ σάβανο κλεισμένα.

XXXIV.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Καὶ μετὰ βίας
τί μὤστειλες, χρυσοπηγὴ τῆς Παντοδυναμίας;

XXXV.

Ἔστρωσ᾿, ἐδέχθ᾿ ἡ θάλασσα ἄντρες ριψοκινδύνους,
κ᾿ ἐδέχθηκε στὰ βάθη τους τὸν οὐρανὸ κ᾿ ἐκείνους.

XXXVI.

Πάντ᾿ ἀνοιχτά, πάντ᾿ ἄγρυπνα, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.

XXXVII.

Ὁποὖν᾿ ἐρμιὰ καὶ σκοτεινιὰ καὶ τοῦ θανάτου σπίτι.

XXXVIII.

Τὸ πολιορκούμενο Μεσολόγγι ἔχει τριγύρου χάντακα,
Πὤφαγε κόκκαλο πολὺ τοῦ Τούρκου καὶ τ᾿ Ἀράπη.

XXXIX.

Χθὲς πρωτοχάρηκε τὸ φῶς καὶ τὸν γλυκὸν ἀέρα.

XL.

Πάλι μοῦ ξίππασε τ᾿ αὐτὶ γλυκειᾶς φωνῆς ἀγέρας.

XLI.

Ὀλίγο φῶς καὶ μακρυνὸ σὲ μέγα σκότος κ᾿ ἔρμο.

XLII.

Κι᾿ ὅπου ἡ βουλή τους συφορά, κι᾿ ὅπου τὸ πόδι χάρος.

XLIII.

Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθὸ ὡς ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος·
ἐκεῖθ᾿ ἐβγῆκε ἀνίκητος.

XLIV.

Φῶς ποὺ πατεῖ χαρούμενο τὸν Ἅδη καὶ τὸ Χάρο.

XLV.

(Ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἐχθροῦ),
Τόσ᾿ ἄστρα δὲν ἐγνώρισεν ὁ τρίσβαθος αἰθέρας.

XLVI.

(Ἡ Ἐλπίδα περνάει ἀπὸ φριχτὴν ἐρημία μὲ)
Τὰ χρυσοπράσινα φτερὰ γιομᾶτα λουλουδάκια.

XLVII.

Χάνονται τ᾿ ἄνθη τὰ πολλά, ποὖχ᾿ ἄσπρα μὲ τὰ φύλλα.

XLVIII.

Γιὰ νὰ μοῦ ξεμυστηρευθῆ τὰ αἰνίγματα τὰ θεῖα.

XLIX.

Σ᾿ ἐλέγχ᾿ ἡ πέτρα ποὺ κρατεῖς, καὶ κλεῖ φωνὴ κι᾿ αὐτήνη.

L.

Μὲς τ᾿ Ἅγιο Βῆμα τῆς ψυχῆς.

LI.

Ἡ δύναμή σου πέλαγο, κ᾿ ἡ θέλησή μου βράχος.

LII.

Στὸν κόσμο τοῦτον χύνεται καὶ σ᾿ ἄλλους κόσμους φθάνει.

LIII.

Μὲ φουσκωμένα τὰ πανιὰ περήφανα κι᾿ ὡραῖα.

LIV.

Πολλοί ῾ν᾿ οἱ δρόμοι πὤχει ὁ νοῦς.

LV.

(Ἡ βοὴ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατόπεδου παρομοιάζεται μὲ τὸν ἄνεμο),
Ὁποῦ περνάει τὸ πέλαγο καὶ κόβεται στὸ βράχο.

LVI.

Καὶ τὸ τριφύλλι ἐχόρτασε καὶ τὸ περιπλοκάδι,
κ᾿ ἐχόρευε, κ᾿ ἐβέλαζε, στὸ φουντωτὸ λιβάδι.

LVII.

Ὦ γῆ       .      .     .     .      .     .     .      .     .     .
Ὁ Οὐρανὸς σὲ προσκαλεῖ, κ᾿ ἡ κόλασι βρυχίζει.

LVIII.

Καὶ μὲ τὸ ροῦχο ὁλόμαυρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα.

LIX.

Καὶ τὲς ἀτάραχες πνοὲς τὲς πολυαγαπημένες.

LX.

(Οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ φθάσῃ ὁ φιλικὸς στόλος, κοιτάζουν τὸν μακρινὸ ξάστερον ὁρίζοντα κι᾿ εὔχονται)
Νὰ θόλωνε στὰ μάτια τους μὲ κάτι, ποὺ προβαίνει.

LXI.

Κ᾿ ἐπότισέ μου τὴν ψυχὴ ποὺ χόρτασεν ἀμέσως.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ´

I.

Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
κι ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
μὲ λογισμὸ καὶ μ᾿ ὄνειρο, τί χάρ᾿ ἔχουν τὰ μάτια,
τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ᾿ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
ποὺ ξάφνου σοῦ τριγύρισε τ᾿ ἀθάνατα ποδάρια
(κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα·
ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη πὤχει,
ποὺ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ῾ναι κρυμμένα!
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν᾿ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
κι εὐθὺς ἐγὼ τ᾿ ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ῾χ᾿ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
(Ἡ Θεὰ ἀπαντάει εἰς τὸν ποιητὴ καὶ τὸν προστάζει νὰ ψάλῃ τὴν πολιορκία τοῦ Mεσολογγιοῦ).

II.

Ἔργα καὶ λόγια, στοχασμοί, -στέκομαι καὶ κοιτάζω,-
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, ποὺ κρύβουν τὸ χορτάρι,
Κι᾿ ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλοῦν χρυσὸ μελίσσι.
Ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸν Χάρο.
Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἄστρα σὰν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ᾿ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
κι ἀλιά, σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν!
Ἀθάνατή ῾σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;»
Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τοῦτα ῾π᾿ ὁ ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους
ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκκλήσι.
Τὸ μῖσος ὅμως ἔβγαλε καὶ ῾κεῖνο τὴ φωνή του:
«Ψαροῦ, τ᾿ ἀγκίστρι π᾿ ἄφησες, ἀλλοῦ νὰ ρίξῃς ἄμε.»

II δίς. (Παραλλαγή)

Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν πληθύνουν τ᾿ ἄστρα,
ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
Γέρος μακριά, π᾿ ἀπίθωσε στ᾿ ἀγκίστρι τὴ ζωή του,
τὸ πέταξε, τ᾿ ἀστόχησε, καὶ περιτριγυρνώντας:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τοπ᾿ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγ᾿, ἀλίμονο, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
σὲ λίγην ὥρα ξέσκεπα τὰ λίγα στήθη μένουν!
Ἀθάνατή ῾σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;»

III.

Δὲν τοὺς βαραίν᾿ ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . κ᾿ ἐμπόδισμα δὲν εἶναι
στὲς κορασιὲς νὰ τραγουδοῦν, καὶ στὰ παιδιὰ νὰ παίζουν.

IV.

Ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι᾿ ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀλλ᾿ ἥλιος, ἀλλ᾿ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,
ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα
τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ᾿ ἀπάνου τὴ σημαία,
ποὺ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει
παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.
Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε·
κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,
κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:
«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι᾿ ἁγία!»

V.

Ἀπὸ τὴν ἄπειρην ἐρμιὰ τὰ μάτια μαθημένα
Χαμογελάσαν κι᾿ ἄστραψαν, κ᾿ εἶπαν τὰ μαῦρα χείλη:
«Παιδί, στὴν πόρτα χαίρεσαι μὲ τὴ βοή, ποὺ στέρνεις·
Μπροστά, λαγέ, στὸν κυνηγό, κατακαμπῆς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνᾶς, ἀφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Καὶ τώρα δά, τ᾿ ἀράθυμο πάτημ᾿ ἀργοπορώντας,
κατὰ τὸ κάστρο τὸ μικρὸ πάλε κοιτᾶ, καὶ σφίγγει,
σφίγγει στενὰ τὴ σπάθα του στὸ λαβωμένο στῆθος,
ποὺ μέσα ἀγρίκα τὴν ψυχὴ μεγάλη καὶ τὴ θλίψη.

VI.

Ὁ Πειρασμός.

Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

VII.

Ἔρμα ῾ν᾿ τὰ μάτια, ποὺ καλεῖς, χρυσὲ ζωῆς ἀέρα.

VIII.

Εἰς τὸ ποίημα ἕν᾿ ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πρόσωπα ἦταν μία κόρη, ὀρφανή, τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλες πλέον ἡλικιωμένες γυναῖκες εἶχαν ἀναθρέψει καὶ τὴν ἀγαποῦσαν ὅλες ὡς θυγατέρα τους. Πέφτει εἰς τὸν πόλεμον ἕνας τῶν ἐνδοξοτέρων ἀγωνιστάδων, τὸν ὁποῖον αὐτὴ εἶχε ἀγαπήσει εἰς τὸν καιρὸν τῆς εὐτυχίας· ὥστε ἀπὸ τὸ ἄκρο της ἐλπίδας ἡ καρδιά της βυθίζεται εἰς τὴν λύπη· εὑρίσκει ὅμως παρηγορία κοιτάζοντας τ᾿ ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ τὸ ὑψηλὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων γυναικῶν. Αὐτὰ ἀρκοῦν νὰ διαφωτίσουν ὁπωσδήποτε τοῦτο τὸ κομμάτι, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐνθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερῶς πρὸς τὸν Ἄγγελο, τὸν ὁποῖον εἶδε στ᾿ ὄνειρό της νὰ τῆς προσφέρῃ τὰ φτερά του· γυρίζει ἔπειτα πρὸς τὲς γυναῖκες νὰ τοὺς εἰπῇ, ὅτι αὐτὴ τὰ θέλει τὰ φτερὰ πραγματικῶς, ἀλλ᾿ ὄχι γιὰ νὰ φύγῃ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ κρατῇ κλεισμένα ἐκεῖ κοντά τους καὶ νὰ περιμείνῃ μαζί τους τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Μετὰ ταῦτα ἀνατρέχει ἡ φαντασία της εἰς ἄλλα περασμένα· πῶς τὴν ἐπαρηγοροῦσαν, ἐνῷ ἐκείτετο ἄῤῥωστη, «οἱ ἀτάραχες πνοὲς οἱ πολυαγαπημένες» τῶν ἄλλων γυναικῶν ὁποῦ ἐκοιμοῦνταν κοντά της· καὶ τέλος πῶς εἶχε ἰδεῖ τὸν νέον νὰ χορεύῃ, εἰς τὴ χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς νίκης.
«Ἄγγελε, μόνο στ᾿ ὄνειρο μοῦ δίνεις τὰ φτερά σου;
Στ᾿ ὄνομ᾿ Αὐτοῦ ποὺ σ᾿ τά ῾πλασε, τ᾿ ἀγγειὸ τσ᾿ ἐρμιᾶς τὰ θέλει.
Ἰδοὺ ποὺ τὰ σφυροκοπῶ στὸν ἀνοιχτὸν ἀέρα,
χωρὶς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τὰ θέλω γώ, νὰ τά ῾χω γώ, νὰ τὰ κρατῶ κλεισμένα,
ἐδῶ π᾿ ἀγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Κι᾿ ἄκουα πού ῾λέγετε: «Πουλί, γλυκιὰ ποὖν᾿ ἡ φωνή σου!»
Ἀηδονολάλειε στῆθος μου, πρὶν τὸ σπαθὶ σὲ σχίσῃ·
Καλὲς πνοὲς παρηγοριὰ στὴ βαριὰ νύχτα κι᾿ ἔρμη·
Μὲ σᾶς νὰ πέσω στὸ σπαθί, κι᾿ ἄμποτε νἆμαι πρώτη!
Τὸ στραβὸ φέσι στὸ χορὸ τ᾿ ἄνθια στ᾿ αὐτὶ στολίζει,
Τὰ μάτια δείχνουν ἔρωτα γιὰ τὸν ἀπάνου κόσμο,
Καὶ στὴ θωριά του εἶν᾿ ἔμορφο τὸ φῶς καὶ μαγεμένο!

IX.

Τὰ σπλάχνα μου κι᾿ ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν,
Κι᾿ ὅσα ἄνθια θρέφει καὶ καρποὺς τόσ᾿ ἄρματα σὲ κλειοῦνε.

X.

Φεύγω τ᾿ ἀλόγου τὴν ὁρμὴ καὶ τοῦ σπαθιοῦ τὸν τρόμο.
T᾿ ὀνείρου μάταια πιθυμιά, κι᾿ ὄνειρο αὐτὴ ῾ν᾿ ἡ ἴδια!
Ἐγύρισε ἡ παράξενή του κόσμου ταξιδεύτρα,
Μοὖπε μὲ θεῖο χαμόγελο βρεμένο μ᾿ ἕνα δάκρυ:
Κόψ᾿ τὸ νερὸ στὴ μάνα του, μπάσ᾿ τὸ στὸ περιβόλι,
Στὸ περιβόλι τῆς ψυχῆς τὸ μοσχαναθρεμμένο.

XI.

(Μία τῶν γυναικῶν προσφεύγει εἰς τὸ στοχασμὸ τοῦ θανάτου ὡς μόνη σωτηρία της μὲ τὴ χαρὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται τὸ πουλάκι,
Ὁποῦ ῾δε σκιᾶς παράδεισο καὶ τήνε χαιρετάει
Μὲ τοῦ φτεροῦ τὸ σάλαγο καὶ μὲ κανέναν ἦχο,
εἰς τὴ στιγμὴν ὁποῦ εἶναι κοπιασμένο ἀπὸ μακρινὸ ταξίδι, εἰς τὴ φλόγα καλοκαιρινοῦ ἥλιου.)

XII.

Καὶ βλέπω πέρα τὰ παιδιὰ καὶ τὲς ἀντρογυναῖκες
γύρου στὴ φλόγα π᾿ ἄναψαν, καὶ θλιβερὰ τὴ θρέψαν
μ᾿ ἀγαπημένα πράματα καὶ μὲ σεμνὰ κρεβάτια,
ἀκίνητες, ἀστέναχτες, δίχως νὰ ρίξουν δάκρυ·
καὶ γγιζ᾿ ἡ σπίθα τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ λιωμένα ροῦχα.
Γλήγορα, στάχτη, νὰ φανεῖς, οἱ φοῦχτες νὰ γιομίσουν.

XIII.

Εἶν᾿ ἕτοιμα στὴν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων
δρόμο νὰ σχίσουν τὰ σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν
ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο.

XIV.

(Μία γυναῖκα εἰς τὸ γιουρούσι)
Τουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Τὸ ξεροκάλαμο περνᾶ.

XV.

Σὰν ἥλιος, ὁποῦ ξάφνου σκεῖ πυκνὰ καὶ μαῦρα νέφη,
τ᾿ ὄρος βαρεῖ κατάραχα καὶ σπίτια ἰδὲς στὴ χλόη.

ΑΠΟ ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ

Μάρθα:

«Il perchι di tanto guardare, di tanto sommesso parlare del mondo che a me d᾿ innanzi passava, mi fu rivelato dalla grande e soave ricchezza dell᾿ amor vostro. Ed ora non so come tutto questo mi s᾿ affaccia come ombra. Tutti gli oggetti che una volta inafferrabili nella loro altezza mi si mostravano, ora mi si affacciano, come a chi θ piantato sopra alta montagna, s᾿ affaccia nel basso mare 1αΑ sua imagine. Cos¨ non tutto ¨¨ perduto per noΙο ¦©¦Ο ho cessato di guardare in questo frutto del mio grembo un᾿ imagine come quella che fanno sul petto i marinari coll᾿ ago, ho cessato d᾿ invidiare l᾿ uccelletto che trov¨° un granello e canΜava. ¦a co uccello, mentre l᾿ ardore estivo infuoca la natura, trova il suo bene nell᾿ ombra fresca e l᾿ accoglie colla piccola anima e con qualche suono fuggevole, cosμ io dal vortice degli armati che mi cingono numerosi, strepitanti, trionfanti, mi ricovro in luogo dove sono raccolti tutti i troni della terra - Ιο parlo di te, ο benefica Mina dell᾿ alba».

(ΑΕ 478 Β. Ἀνήκει στὸ  Γ´ σχεδίασμα)

(Μετάφραση)

Μάρθα :

«Ἡ αἰτία τόσου κοιτάγματος, τόσης χαμηλόφωνης ὁμιλίας τοῦ κόσμου ποὺ περνοῦσε ἐμπρός μου, μοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν μεγάλο καὶ γλυκὸ πλοῦτο τῆς ἀγάπης σας. Καὶ τώρα ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν μου παρουσιάζονται σὰν σκιές. Ὅλα ὅσα κάποτε μοῦ φαίνονταν ἀσύλληπτα μακριὰ καὶ ψηλά, τώρα μοιάζουν γιὰ μένα ὅπως ὅταν βλέπει κανεὶς ἀπὸ τὴν ψηλὴ ὄχθη τὴν εἰκόνα του κάτω στὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ. Δὲν χάθηκαν λοιπὸν ὅλα γιὰ μᾶς. Ἔπαψα νὰ βλέπω αὐτὸ τὸ ἀδυνατισμένο παιδί μου σὰν μιὰ ζωγραφιὰ ποὺ κάνουν στὸ στῆθος τους οἱ θαλασσινοὶ μὲ τὸ βελόνι. Ἔπαψα νὰ ζηλεύω τὸ πουλάκι ποὺ βρῆκε ἕνα μικρὸ σπόρο καὶ τραγούδησε. Ἀλλὰ ὅπως αὐτὸ τὸ πουλί, ὅταν ἡ καλοκαιρινὴ ζέστη φλογίζει τὴ φύση, βρίσκει τὴν εὐτυχία του στὴ δροσερὴ σκιὰ καὶ τὴ δέχεται μὲ τὴ μικρὴ ψυχή του καὶ μ᾿ ἕνα φευγαλέο κελάϊδημα, ἔτσι κι ἐγώ, ἀπὸ τὴ δίνη τῶν ὁπλισμένων ἐχθρῶν ποὺ μὲ κυκλώνουν, πολυάριθμοι, θορυβώδεις, θριαμβευτικοί, βρίσκω καταφύγιο σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸ χῶρο ὅπου ἔχουν συγκεντρωθεῖ ὅλοι οἱ θρόνοι τῆς γῆς - μιλῶ γιὰ σένα, ὢ εὐεργετικὸ ὄρυγμα ποὺ θὰ ἀνατιναχτεῖς τὰ ξημερώματα».

(Il confessore:)

«E questi implacabili nemici furono uniti nelle mie lagrime. Dolce fiato della notte stellata, un sorriso nelle aque e nelle campagne da per tutto... Il tremuoto fece nella forte pietra profonda spaccatura che si coperse di fiori, che tremolavano all᾿ aura ed al sole...

Se mai fosse qualche cosa di non afferrabile, il martirio, il sangue lo scorterΰ, perchι mi par impossibile come possa passare al di lΰ uno solo di noi...

Come ombra erra το κοπαδάκι μου sotto la stellifera notte fresca dalle preghiere, tranquilla come se il cielo avesse piovuto il pane».

(Μετάφραση)

Ὁ Πνευματικός:

«Κι αὐτοὶ οἱ ἀνελέητοι ἐχθροὶ ἑνώθηκαν στὰ δακρυά μου. Γλυκειὰ πνοὴ τῆς ξάστερης νύχτας, ἕνα χαμόγελο πάνω στὰ νερὰ καὶ παντοῦ στὴν ἐξοχή... Ὁ σεισμὸς ἄνοιξε στὸ σκληρὸ βράχο βαθὺ χάσμα ποὺ σκεπάστηκε μὲ λουλούδια ποὺ ἔτρεμαν στὴν αὔρα καὶ στὸν ἥλιο...

Ἂν τύχει νὰ γίνει κάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ τώρα μοιάζει ἀνέφικτο, θὰ τὸ συνοδέψει τὸ μαρτύριο καὶ τὸ αἷμα. Γιατὶ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ μπορέσει νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ἕνας μόνο ἀπὸ μᾶς.

Σὰν σκιὰ πλανιέται τὸ κοπαδάκι μου μέσα στὴ νύχτα μὲ τ᾿ ἄστρα, νύχτα δροσερὴ ἀπὸ τὶς προσευχές, γαλήνια σὰν νὰ εἶχε βρέξει ψωμὶ ὁ οὐρανός».
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/dionysios_solwmos/eley8eroi_poliorkhmenoi.htm
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι ένα από τα κορυφαία ποιητικά συνθέματα του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού, που φένεται ότι τον «απασχόλησε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του»,[1] καθώς και ένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεότερης ελληνικής ποίησης.[2] Γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, το έργο είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821.

Ο δημιουργός του ασχολήθηκε με τη σύνθεσή του σχεδόν σε ολόκληρη τη διάρκεια της λεγόμενης ώριμης ποιητικής περιόδου της ζωής του 1834-1847, γεγονός που κάνει το έργο «οργανικό» ποίημα, από την άποψη ότι στη μακρά διάρκεια της ανάπτυξής του αποτυπώνει την εξέλιξη των ιδεών του ποιητή.[3] Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, είναι ένα από τα πιο αποσπασματικά έργα του. Παραδόθηκε με τη μορφή τριών σχεδιασμάτων, ύστερα από προσεκτική μελέτη των αρχείων του ποιητή από τον Ιάκωβο Πολυλά, ο οποίος το εξέδωσε για πρώτη φορά.

Θέμα

Πηγή έμπνευσης των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι ο αγώνας των υπερασπιστών του Μεσολογγίου, κατά τη δεύτερη πολιορκία του από τους Οθωμανούς, που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο (1825-1826) και κορυφώθηκε με την απέλπιδα έξοδο της Κυριακής των Βαΐων, 10 Απριλίου 1826. Ο ποιητής στο παρόν έργο επιχειρεί να αναδείξει σε ποιητικό λόγο το ηθικό μεγαλείο των Ελλήνων αγωνιστών που οδηγούνται με πλήρη συνείδηση στη θυσία για την κατάκτηση της πνευματικής ελευθερίας τους.[4]
Περιεχόμενο


Το έργο δεν είναι ένα ενιαίο ποίημα, αλλά αποτελείται από τρία σχεδιάσματα σε αποσπασματική μορφή. Το Α' Σχεδίασμα, έχει λυρικό ύφος. Το Β' Σχεδίασμα, που αποτελείται από τα πιο σημαντικά σε ποιητική σύλληψη κομμάτια, αποτελείται από εξήντα ένα συνολικά αποσπάσματα, γραμμένα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Συντέθηκε κατά την παραμονή του ποιητή στην Κέρκυρα, κατά το διάστημα 1833-1844. Τέλος, το Γ` Σχεδίασμα, περιλαμβάνει 15 ποιητικά αποσπάσματα και συντέθηκε από το 1844 ως το τέλος της ζωής του Διονύσιου Σολωμού.[5]

Στα Β' και Γ' Σχεδίασματα, μεταξύ των ποιητικών αποσπασμάτων παρεμβάλλονται και πεζά τμήματα, που ήταν χειρόγραφα σχέδια του Σολωμού γραμμένα στα Ιταλικά, και τα οποία μεταφράστηκαν και εντάχθηκαν στο σώμα του έργου από τον Ιάκωβο Πολυλά. Υπάρχουν, επίσης, και επιπρόσθετα πεζά τμήματα, τα οποία έγραψε ο Πολυλάς για την περαιτέρω κατανόηση του κάθε αποσπάσματος και τη σύνδεση μεταξύ τους.[5]

Η κεντρική ιδέα του έργου, όπως αναλύεται στα σχέδια του Σολωμού, είναι ο αγώνας των πολιορκημένων ενάντια στις κακουχίες, ενώ γίνονται πραγματικά ελεύθεροι με την πνευματική νίκη ενάντια σε μια σειρά από πειρασμούς. Γίνεται λόγος για την εσωτερική ελευθερία της θέλησης να υπερβούν όλα αυτά που απειλούν τη δυναμικότητα της αντίστασής τους, όχι μόνο την πείνα και τη σωματική εξασθένηση αλλά και κάθε πειρασμού που προσφέρει η ίδια η ομορφιά της φύσης.[5]

Το έργο εξιστορεί τις τελευταίες ημέρες της πολιορκίας, που συνέβη κατά τη διάρκεια της άνοιξης, λίγο πριν το Πάσχα, ενώ δύο τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματά του αναφέρονται στην ομορφιά της φύσης κατά την εποχή αυτή.[5]

Η γλώσσα των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι δημοτική με τους ιδιωματισμούς και τις ιδιοτυπίες που χαρακτηρίζουν τον Σολωμό.[5]
Σημειώσεις παραπομπές
 Γαραντούδης Ε. 2000, 67.
 Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α' Γενικού Λυκείου): σελ. 224
 Μάκριτζ Π. 1995, 31.
Γαραντούδης Ε. 2000, 68.
 to:5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Μάκριτζ, 1996: σελ. 16
Βιβλιογραφία

Γαραντούδης Ε. 2000, «Η Ποίηση του Δ. Σολωμού» στο Α. Αναστασιάδου κ.ά. Νεοελληνική Φιλολογία, ΕΑΠ, Πάτρα.
Μάκριτζ Πήτερ 1995, Διονύσιος Σολωμός, (μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Καστανιώτης, Αθήνα
Μάκριτζ Πήτερ 1996, Ancient Greek myth in modern Greek poetry: essays in memory of C.A. Trypanis, Routledge, 1996, ISBN 9780714647517.
Επτανησιακή Σχολή. Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α' Γενικού Λυκείου – Γενικής Παιδείας). Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Α' Τάξη Γενικού Λυκείου, Α' Τεύχος. Βιβλίο Καθηγητή. σελ. 113-116
Εξωτερικοί σύνδεσμοι[

Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Κατηγορίες:
Ιστορία του Μεσολογγίου
Διονύσιος Σολωμός
Ποιήματα