Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο ένατο)
20 Νοεμβρίου 2013 στις 1:32 π.μ.
Της άρεσαν πολύ της Αστερώς τα θέατρα, και τα τραγούδια τα αμανέδικα - κι επίσης οι οπερέττες και αν είχε κουράγιο, θα την πήγαινε ο ΝτημίτΕφέντης και στα καφέ σαντάν, αλλά κάπως μπορείς να πεις πως τη ντρεπότανε: ότι θα έπρεπε να της παραδεχτεί και εντελώς στα ανοιχτά για τις σαντέζες - που τις είχε λουσμένες με τα αρώματα που ήτανε της μόδας, τις κενταύριες - το Δάκρυ του Κενταύρου που του' χε φέρει τόση πια μονέδα και παρά, που να λογιάζεται μες στο Μπουρνόβα κύριος τρανός - και του ανοίγανε τις πόρτες τις διπλές και τις κρυστάλινες να μπαίνει εις την τράπεζαν, μάλιστα εκείνη στην προκυμαία, εις το Κε - και να τονε χαιρετάνε όλοι σαν υποτακτικοί, και να του φέρουνε τ' ωραίο τσα, με τις γεύσεις των φρούτων: να έχει να ευφραίνεται όταν του εμετρούσαν τις καλές του μοίρες - που άνθια εφύτευε και μάζευγε τις λίρες και τα άσπρα. Πίσω μονάχα στις σαντέζες - και θα του είχαν λείψει, ενδεχομένως, και με τον καιρό - αλλά πως για τα τώρατώρα, του άρεζε που ήτο παντρεμένος και που νεμόταν τέτοιας δορκάδος τα καλά - και είχε και τη γλύκα του να την φανερώνει στον κόσμο, να τηνε κρύβει - κατά το κέφι του την είχε όπως την αγαπούσε - και του άρεζε που ήτο άλλοτε ντροπαλή και άλλοτε θεριό ανήμερο και σα βασίλισσα να τον έχει στα πόδια της, και κείνη επί θρόνου. Όλα ήτον όπως τα είχε θέλει ο θεός, έβγαινε ο ήλιος από τας ανατολάς, και έδυε στας δύσεις - ε, πια - και τί να θέλει και ο άντρας μέσα στο σπίτι του, παρά να τον έχουνε ωσάν μωρό και ωσάν δερβέναγα; Και να το πούμε - του άρεζε εκείνου να τρώγει και να πίνει - και δεν της εζητούσε παρά μονάχα αυτό που θα της έκανε κι εκείνης ευχαρίστηση: να του ανάβει ένα ναργιλέ, με τα καπνά άλλοτε τα σέρτικα, και άλλοτε εκείνα που ευωδίαζαν το μήλο, το ρόδι - να τραβάει με τα χειλάκια της ένα - Φύσα-ρούφα-τράβα τονε - μωρέ κι ας τονε πάταγε με τέτοιο ποδαράκι - κι άμα τον άναβε -ποιόνα τώρα, το ναργιλέ; Και πέντε, και δεκαπέντε χρόνια να τον είχε δικάσει ο καδής, και στο Γεντίκουλε κι όπου στο διάτανο! Χωρίς και να το ξέρει, η Εσθερώ μας - τον είχε παρμένο από τις Γαβριέλες, τις Αντριάνες και τις Αντέλες (με, είτε δίχως με τις δαντέλες τους). Βεβαίως, ήτο καινούργιο το κοσκινάκι του, και πού να το εκρέμαε; Καμμιά φορά, αναρωτιόταν και αυτός - αν ήτανε να ζήσει έτσι, μέσα στις δίπλες τις δικές της την όλη τη ζωή - ή να αλλάζουνε άραγε και οι γυναίκες, να τις βαριέσαι, όλο την ίδια - να σε βαριέται ίσως και αυτή; Μα προς το τώρα, ήτανε παντελώς ξεμυαλισμένος: κι έπρεπε να τ' ομολογήσει πως ήτανε ωραία η μυρωδιά απ΄τις κομμένες και τις αιθεραποσταγμένες τις κενταυρίτσες - τί λουλουδάκι ταπεινό - μα τα δικά της λάδια, τα γαρδενόλαδα! Και η γυναίκα που βάζει λάθος μυρωδιά είναι του παρελθόντος - το μέλλον του το ήθελε να είναι μεθυστικό, να μοιάζει σαν τις νύχτες της Σμύρνης, και το Κορδελιό και το Μπουρνάμπασι, ανάθεμά με - γυρνάγαν κεφαλές όποτε την επήγαινε στο θέατρο της προκυμαίας, και γιατί καλέ μου όχι, αφού είχε στο βάδισμα μιαν αρχοντιά, στο μπράτσο της εκείνον και πάνω στα μαλλιά της τα τριαντάφυλλα! Έτσι, κουκλίτσα μου να σ' έχω - και να σε ξεφλουδίζω να τρώγω το πιο μέσα σου καρπό, να ευωχένομαι - κι οι άλλοι ας κοιτούνε, και φάτε μάτια ψάρια και η κοιλιά περίδρομο! Κι άμα μιλούσε για κοιλιά, τον έπιανε και μια χαρά - ή μια ανησυχία - μήπως άμα θα του 'καμνε το γιο, μήπως τον αποέδιωχνε; Γιατί ακούς και τέτοια, πως γίνονται γυναίκες νευρικές που ήτον ωσάν μαξιλαράκια να τις τινάζεις, και γίνοντο - αν αγαπείς - τιτίζες! Και φέρνανε διάφορο αντιρρήσεις, και τους κακοκαρδεύανε τους άντρες τους - κι εκείνοι, τί να κάμνουν - που ήπρεπε και στο δικό τους το ίδιο το κονάκι να γίνουνται σκυλάκια καναπέ να τους βιτσίζουν και να τους στέλουνε στα μαγερειά, κι απέ στον κήπο έξω - μετά στα καφενεία - και να γυρνούνε να κοιμούνται, σε λέγω - νηστικοί! Α, όχι, αυτό δε θα επιτραπότανε - διότι έχει κι υπομονή τα όριά της - εγώ, σε θέλω στο κρεβάτι το δικό μου - κι ας είναι και ο μήνας σου. Αυτά της έλεγε - και κείνη άλλοτε να του αναστενάζει - και άλλοτε να του γελάζει, μάλιστα στα κατάμουτρα, και να του κάνει χαρές και χάδια - ότι κι αυτή χωρίς εκείνον ποιόν θα είχε να της κρατεί το χέρι και να τη ζεσταίνει μέσα στη νύχτα - και ότι δε θα έφευγε καθόλου, μόνο άμα ότι θα την αηδίαζε να είναι έτσι και να τη βλέπει - και θα την έδιωχνε μονάχος του να πάγει να κοιμάται αλλού, σαν ορφανή - και άλλοτε την έπιαναν τα κλάματα - κι ευρίσκουνταν αυτός να την παρηγοράει, που ήτανε ίσα και ίσα του εκείνος που ήθελε να παρηγορηθεί: έτσι τα γύριζε - γιατί ήτο δαιμόνισσα και κάλτσα του διαβόλου και άλλοτε τον είχε να της μιλάει και σαν πατήρ κι αφέντης και άλλοτε σα να ήτο μπακαλόπαιδο, και αυτή μια νταμιζάνα με κρασί του αμπελώνος. Κι αυτό το άλλο - που τον είχε στα σεντόνια της (για πότε έγινε το σπίτι του δικό της, κι αυτός - ανάθεμά την ώρα μου, εγίνηκα ζητιάνος;), τον είχε στα σεντόνια της και του ΄λεγε το ποίημα της - και του το τραγουδούσε - κι αυτός σα να τα ήξερε τα λόγια, και πότε θ' ανασάνει, πότε θα κοπεί, πότε θα τραγουδήσει - και να την αφουγκράζεται σαν το πουλί το αηδόνι - να μη μπορεί να κάνει ένας άντρας τη δουλειά του, παρά να είναι με το κασκέτο εις το χέρι - και να ζητά όπως ελεηθεί - και όπως να δοθεί ο οβολός του στην όμορφη, και κει να πιάσει τόπο. Αυτό, ετούτο πια! Και όταν την επήγαινε στη Σμύρνη, στο θεωρείο του της Κυριακής απογευματινά - κι ύστερα για να πιούνε ένα γλυκαντικό, ή για να παραγγέλουν τις εντράδες στο Χοτέλ - καμμιά φορά, νοίκιαζε το δωμάτιο να κάμουν τις κατλέγιες και τον έρωτα - του άρεζε σε κείνο το Σεσίλ κι ας είχε πάει με τις παρδαλές - δεν τον επείραζε να παίρνει εκεί και το στεφάνι του - βεβαίως, γιατί όχι; Και με το βέλο στολισμένη και την κάπα της - και δεν την ανεγνώριζε κανένας - κι είχε κι η Κυριακή τη χάρη της - και τώρα, που δεν είχε παρά μιαν επίπεδη κοιλίτσα, τώρα να τη χαρεί, πρωτού τον διώξει σαν το μπακαλόγατο. Γιατί την είχανε αρέζει τα θεάματα - και ο Αρρεβωνιαστικός της Βοσκοπούλας, κι ο Εξηνταβελόνης, κι η Γκόλφω, κι η Γενοβέφα, που την είχε μα άδικα κατηγορήσει ο άντρας της πως είχε ξαπλωθεί με κάποιον άλλον και που την έδιωξε στα δάση και έφερε στον κόσμο ένα γιο - τάχα του άλλου - και πώς που δεν τη σκότωσε ότι την είχε πάρει για το ελάφι - και μετά όλοι είχανε βρεθεί, κρεμάστηκε ο συκοφάντης, πήγανε όλοι οι ζωντανοί μαζί εις την ακρογυαλιά κι αγαπηθήκανε, και της εγύρισε το στέμμα, την ξαναπήρε για βασίλισσα. Έτσι θα σ' έχω και ησένανε, της έλεγε εκείνη την εσπέρα - και είχε βάλει να κοιτάζει το λιμανάκι και τη θάλασσα, είχανε καπαρώσει το δωμάτιο για να την απολαύσει - και δε θα ξαναγύριζε ποτέ του στις σαντέζες - αφού πια είχε ονοματίσει εαυτόν υπήκοό της, κύριο κι υπηρέτη της - ποιός πάγει στα ζυθεστιατόρια, ιδίως άμα σπίτι του έχει καλή μπριζόλα - και δεν τον ένοιαζε η Σμύρνη αν εκαίγουνταν, μόνο ότι την είχε και που ήξερε πώς να την απολαύνει.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Το Θέατρο της Σμύρνης, ως ήτο πριν απ΄την καταστροφή - ενδεχομένως την επομένη της μέρας που η Εσθήρ απήλαυσε επί σκηνής να παίζεται η Γενοβέφα της Μπραμπαντίας - κι αργότερα θα είχανε ιδεί από το διπλανό χοτέλ τον κόλπο της Σμύρνης να αντιφέγγει το φεγγαρόφως, ίσως που ήταν Αύγουστος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου