Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό)
20 Νοεμβρίου 2013 στις 11:51 μ.μ.
Τώρα, έχουμε πιθανώς βρεθεί σε δρόμο της διχάλας, τρίστρατο και γλώσσα της όχεντρας και της δεντρογαλιάς. Και ότι, δηλαδή - να πάμε σιγά σιγά και με το μαλακό, να βαρεθούνε όσοι συνοδοιπόροι βαρεθούν, άλλοι να μας ακολουθήσουνε λες και πατούν στο μέλι και να σταυρώνουνε την άτιμη την ώρα που πώς και τακιμιάσαμε με τους τρελούς και με την ιστορία; Ή μήπως να κάνουμε ένα μεγάλο ζούμ και να πετάξουμε στα χρόνια τα μελούμενα, να αποφύγουμε τους παραπάνω πόνους σαν υπερχρειαζούμενους κι αχρείαστοί μας να 'ναι; Εδώ, αγαπητοί μου - χρειάζεται το δίδραχμο και να παιχτεί ο μύθος κορώνα είτε γράμματα, και βάζω το χεράκι εις την τζέπη μου, και να το στρίψουμε μαγκιόρικα - και όπως θα μας πέσει: κι ελλείψει δίδραχμου, εστρίψαμε εν πενηντάπεννον, και η Μπριττάνια η θεά που ομοιάζει της Παλλάδος να ψήφιζε υπέρ μακράς μυθιστορίας, η δε η κεφαλή της βασιλίσσης εψήφιζε περί βραχείας αναπαύσεως - κι ενίκησε καρδιά μου η Μπριττάνια, και πρέπει όπως τιμήσωμε το λόγον μας - διότι που μια τιμή την έχωμε, και πώς να μας συνδράμει, εάν συμπεριφέρομαι ως εκκλησίαν κλέπτουσα; Ώστε λοιπόν, της τύχης να γενούμε ξανά στρατιώτες, να πάρουμε τα άτια - να πάμε με την Ευταξία στο βουνό βγαλμένες και αντάρτισσες. Η λευτεριά είναι σχολειό, και ποιός να τη σπουδάσει; Πήγε κι αυτή η Ευταξώ, κι εσπούδασε καβάλες, σήκωσε τις φουστάρες και φανήκανε τα αποκάτω τα παντελονάκια της. Αυτό, το έκαμνε στα μουλωχτά, κι άμα να πέφτει η νύχτα - και ξελύσσαγε να τρέχει τη μανία της κατά τη Μανισά, που είχανε τα κτήματα και τις ανθοφυτείες. Πώς, και αμέ. Και μάλιστα, πήρε και το ντουφέκι να ντουφεκάει τις μπεκάτσες, τους λαγούς, και στον αέρα να βροντεύεται και να μη ρίχνει άσφαιρες - μην τύχαινε και να χτυπούσε τον άγιο Αρχάγγελο, που είχε με την άμωμη αγάπη του και τον ασώματό του έρωτα, τον κρίνο - αυτός είχε βρεθεί να ασπιλώσει μια Παναγιά, αλί από την Αειπάρθενο που ήθελε να, που ήθελε όπως, που ήθελε τουλάχιστο να βρει τα λόγια για να πει αυτό που ήθελε. Στο μεταξύ, ο αδερφός της δεν ήξερε αν ήθελε απόγονο, ή αν ακόμα χρειαζότανε τη γυναικούλα του να την εχαίρειται μόνος αυτός, ή να έπρεπε να αποδεχτεί πως θα ερχότανε δεύτερος στην αγκαλιά της - να της χαρίσει ένα γιό και να σωθεί το όνομά του για την Αιωνιότητα, όση από αυτή θα του αναλογούσε - γιατί το μέλλον είναι και δηλωμένα άδηλον, και πρέπει κανείς να δίνει την πίστη του και κάπου, ας είναι και σ' ένα γιο - μήπως έχει κανείς να μας προτείνει κάτι καλύτερο; Και είχε αρχίσει ο ΝτημίτΕφέντης να νοιώθει πατρικά απέναντι στο όνειρο - κι εδώ, να δούμε που σχεδόν πάλι βρέθηκε μύτη με μύτη με το ΧατζηΡεΐς, που με τις γλύκες του σπιτιού να παρακολουθάει - εξεστράτησε και άρχισε να πούλαγε και την ψυχή στο Σεϊτάν και στον υγιό του, και να του έχει καρφωθεί μια τέτοια αμαρτωλή ιδέα της βλασφημίας: που ότι, ας πούμε - δεν ημπόρει να παντρευτεί τη μία, την Εβραία - μα δεν γινότανε να του χαρίσει κάποιος θεός την κόρη της; Και να την έχει μάλιστα καπαρωμένη από την κοιλιά της μάνας - και θα την αγαπούσε με μία τέτοια αγάπη που να μην έχει όμοιο - που θα του ήτανε των φίλων του παιδί τόσο αγαπημένων, του αδερφού του του λεβέντικου, και της ωραίας νύφης - και να εκάμανε μια κόρη, ένα κορίτσι να της μοιάζει, και πιο όμορφο. Αν ήταν μοναχά με την ψυχή της η Εβραία να τον αποδεχότανε, να του χαρίσει τη μια της κόρη! Κι αυτός, θα τους την άφηνε να του τη μεγαλώσουν μέσα στο μέλι και μέσα εις το γάλα, να του τη δώσουνε σαν το μπουμπούκι μόλις θα έπαιρνε να θέλει στον κόσμο να χαμογελάσει - κι αυτός θα την περίμενε να φτάσει σε μια καλή κι αποδεγμένη ηλικία, ούτε νωρίς ούτε κι αργά - και θα είχε να της προσφέρει πείρα και μια στέγη αντάξια γυναίκας του Ναυάρχου - κι έτσι έφτιαχνε σχέδια και τάιζε τον πόνο του βουκιές παρηγορίας. Έτσι - σαν έχεις τύχει διάβαινε και ριζικό περπάτει - ανομολόγητα είχε αρχίσει να σμιλεύει κι αυτός το όνειρο της κόρης, όπως ο φίλος του το όνειρο του γιού - και η Αειπάρθενος έκοβε ρόδια από τις εξοχές και τα μετόχια, και τα καθάριζε όπως τα τρώγει η Εσθήρ, τους έβγαζε τα υποκαμισάκια και τα ξεσπίριαζε να τα ταΐζει στην Αστέρω, μα τα δικά της, αχ, αυτή η Αειπάρθενος - εκείνη τα δικά της τα έκοβε αλλιώς, όπως καθέτως, ν' ανοίγουν με το σχήμα του ρόδινου αστέρος, και τα έτρωγε όχι σαν οι κυρές, μα σαν να πούμε οι Τσέτες κι οι αντάρτες, βυθίζανε τα δόντια της και τρώγαν το ρόδι όπως τη μεταλαβιά του μυστικού καρπού του απαγορευμένου - και γέλαγε ο αρχάγγελος και να την εκορόιδευε, της ψιθυρούσε πώς δεν είναι η ομορφιά εκείνη για τα δόντια της - κι η Αειπάρθενος του έδειχνε την πόρτα, τον έδιωχνε εκείνη απ΄τον Παράδεισό της, που ήταν τα δώματα εκείνης της Εσθήρ ώραν πρωίας. Και γενικώς, είχε γεμίσει η επιθυμία όλων για να δούνε ανατολή σελήνης ως το γέμισμα της πανσελήνου, και τις φάσεις αλλαγών επί του σώματος - και ίσως να ταν οι δικές τους οι απολωλές επιθυμίες, είτε να ήταν η Εσθήρ που έτρεχε στο μέλλον της, στο πλήρωμα των χρόνων. Που η Εσθήρ - φοβότανε να μη γινόταν μάνα κακή όπως είχε γνωρίσει να είναι η δική της - κι αν ήτανε στο χέρι της ίσως και να εδείλιαζε, αλλά ποτέ δεν ερωτήθηκαν για τούτα οι γυναίκες ούτε η Λίλιθ ούτε κι η Χαβά, όπως εστρώσανε κοιμήθηκαν - κι άμα δεν την αντέχεις την κάψα της φωτιάς, να βγεις απ΄την κουζίνα - κι άμα δε θέλεις να βρεθείς γεμάτη με τα όνειρα των άλλων, να μην κοιμάσαι ούτε και με τον άντρα σου, ούτε κυρίως και με το παραθύρι ανοιχτό να σε φυσά η θάλασσα και με το αεράκι, διότι έχουμε και τα ανεμογγάστρια, και να μην το ξεχνάς και πας να μας προφασιστείς μεγάλη άγνοια. Έτσι λοιπόν, και με τα μάτια της κατεβαστά - πρώτα στην Ευταξώ άνοιξε την καρδιά της η Εσθήρ - με τρόμο φόβου θεού και άλλης πίστεως - και της εκμυστηρεύτηκε πως είχε μια μυστική αργοπορία - και ότι ηφοβότανε πως την επιάστει το πνεύμα - και πώς βεβαίως όλα την ετρόμαζαν - μα πιο πολύ, μήπως που δε θα γίνει αξίως μητέρα - γιατί ήτον κόρη της αναξίας μάνας και της αναξιόπιστης μητρός που δεν είχε καρδιά να αγαπήσει το αίμα της, παρά να τ΄αποδιώξει. Κι η Ευταξία, που από όλα τα εκείνα του γάμου και της πιο παλιάς ζωής της έφηβης ή της παιδούλας, Θεός φυλάξοι, Αστερώς δεν τα εγνώριζε - και ποιά μητέρα να έβγαλε τέτοιο αστρί στο δρόμο, και σαν την τρίχα από το ζυμάρι για χάρη του αντρός του αχαΐρευτου; Δεν ήθελε πολλά η Ευταξία για να κορώσει φλόγα του θυμού - σιγά πουλάκι μου μη γίνεται η μάνα - βρε αγγελούδι μου, αυτή γεννιέται από τη μήτρα του θεού - απ' την Αγιασοφία! Και εκεί μάλλον την έριξε την Εστερλού που δεν είχε τα έμμηνα - θυμήθηκε τη Σεκινά της, τη θηλυκή τη στόφα Μάνας των μύθων - κι άνοιξε το χειλάκι της να βγει καλό χαμόγελο, ήρθε ο κόσμος από τη φούρλα και μπήκε εις την θέσιν του - θα είχε κι αυτή το μερτικό της στη θηλυκάδα, στη χάρη ν' αναθρέψει ένα γιο, στα σίγουρα - και μια κορούλα, θα την αγάπαγε ωσάν να αγαπούσε μαζί ως και τον εαυτό της - θα γίνονταν μητέρα στην ανάμνηση της κόρης που θα μπόραγε να ήτον - εκείνης της μικρής της Εσθερώς που κάθονταν ολόρθη να μαθαίνει να απαγγέλει τα εδάφια του Ταλμούδ, και με τα χέρια της να πλέκουν αμήχανα τη ζώνη της από μακρύ κορδόνι - για να μην έρθει ο πατέρας και της τα φιλάγει και της γλείφει τα δαχτύλια - καλύτερα να τα κρατάει να φαίνονται σαν απασχολημένα. Ποτέ της να μην φαίνεται πως είναι σαν αργόσχολη, κι ο διάβολος βρίσκει δουλειές για τα χεράκια που είναι σαν ν' αργεύουν. Έχει κατρακυλήσει τότε η Εσθήρ, και τρέμει το χειλάκι της, και κει επάνω νά που την επιάσανε τα κλάματα, και θέλει απ΄την Ευταξία να την κρατήσει αγκαλιά, να της σκουπά τα μάτια, να την κλείσει σε κείνο το μοναστήρι της γυναικείας τους συνομωσίας - που μόνο σχέσεις της στοργής υπάρχουνε, που δεν υπάρχουνε παιδιά να γεννηθούνε. Αλλά, είναι βεβαίως τώρα πια αργά - ο άντρας της πρέπει να κάνει να την ισορροπεί μέσα στις νύχτες φόβου - και η Αειπάρθενος θα είναι εκεί για τις ημέρες της, θα πιάσει να ξηλώνει τα προικιά της, να φτιάχνει ζιπουνάκια, να πλέκει τις πιο μικρές καλτσούλες τις βαφτιστικές, τα καπελάκια για να καλύπτεται το ελαφρύ χνουδάκι το μωρουδιακό - και ο Ντημίτ θα πρέπει να τη μάθει την Αστερώ του να χορεύει τον πιο παλιό χορό περί διευκόλυνσης του τοκετού, με τις κινήσεις όπως το οχτώ, με τη λεκάνη της να λύνεται -με τους καρσιλαμάδες σα για να τον ευχαριστεί, μα πιο πολύ για να την ετοιμάζει - κι η Αειπάρθενος το ξέρει ότι πρέπει η Εστερώ να μη εντρέπεται το ίδιο της το σώμα - και είναι παρευθύς διατεθειμένη να της κρατεί τραγούδι και ρυθμό, να τη μαθαίνει ότι μπόρειε κι αυτή, ως η καλή της η ανδραδέλφη - τα πάντα - κι άλλα τόσα - γιατί αναγνώρισε στα μάτια της Εστερλούς τον φόβο, και τον φοβήθηκε έτσι όπου τον γνώρισε, τον είδε σαν αντίπαλο. Γι΄αυτό, και θα της τραγουδάει αν χρειαστεί, θα τηνε μάθει να τον χορεύει εκείνον του φόβου τον καρσιλαμά, θα της φτιάχνει τα ζιπουνάκια και τα ρούχα να σαραντίσει - και θα βγαίνει τη νύχτα, να της σκοτώνει τους λαγούς και να παραφυλάγει τους εφιάλτες να μη φτάκουνε να μπούνε από την πόρτα της αυλής - να φεύγουνε τ' ανέμου, κατά τις αλυκές.
(συνεχίζεται)
Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Εσθήρ, μαθαίνοντας τις κινήσεις της ελευθερίας της και του καρσιλαμά - άλλοτε με τη βοήθεια της Ευταξώς, άλλοτε προς απόλαυσην του ΝτημίτΕφέντη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου