Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τρίτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 12:08 π.μ.


Η μέρα είχε χαράξει με βόλι άδικο. Είχε βρεθεί αποβραδύς σεκλετισμένη η Αειπάρθενος - λίγο όπου την πλάκωναν οι τοίχοι, κι είχε καιρό να καβαλήσει στα ρουμάνια - τη στένευε εκείνη η πραγματικότητα με τις βαρειές κουρτίνες - είπαμε, να τα φτιάξουμε τα ζιπουνάκια, να κόψουμε όλα μας τα προικιά που μας φλομώνουνε ωσά να είν' αχρείαστα - μα δεν ήτον αυτό οπού της είχε φράξει το λαιμό και που την είχε ντερτιλισμένη. Έλα μου, την ανησυχούσε αυτός ο φραγκολεβαντίνος ο γιατρός οπού της είχε γίνει κορσές στενός - και έλεγε ότι υπήρχε μια εύηχη ασθένεια στις μικροπαντρεμένες - με όνομα ουράνιο σα χάρη και λαμπρό, λες και η Εσθερώ της είχε αρχίσει να ανεβαίνει ως προς τους ουρανούς και έβγαζε φτερούδια, μισή αγγελιασμένη και μισή της αναλήψεως. Και την ελέγαν την ασθένεια εκλαμψία - μα είναι όνομα αυτό για μια αρρώστια; Προεκλαμψία, με πιθανότητα να εξελίσονταν κακώς - σε εκλαμψία πλήρη - και τότε - δεν της είπε τί γινότανε - τα είχε ίσως συζητήσει του Δημητράκη, όπως άντρας προς άντρα - κι εκείνη ήθελε βρεθεί απόξω - λες και δεν ήταν το κορίτσι μες στο σπίτι της, λες και οπού δεν είχε και εκείνη δεχτεί το καλό βόλι να την βρει μες στην καρδιά - και τώρα να υποφέρει και να πηγαίνει καβαλώντας στα κυνήγια, μήπως και ξαλεγράρει και της εφύγουν τα ντουζένια. Και τέτοιος ήταν ο βραχνάς που την καπάκωσε με τα εφτά καπάκια - που εκαπίστρωσε με τη λαφριά τη σέλα την όμορφη τη Νάζλη - κι ούτε που πήρε το αμούστακο και το μουγκό αγόρι να τηνε συντροφέψει, παρά εζώστηκε διάφορα φυσεκλίκια σταυρωτά, πήρε και τη ντουφέκα της και άλλη μια για το καλό ή το κακό - και με τις παντελόνες της - ε, άειτε του σιχτίρ, ώρα βραδυάτικη, κι εβγήκε κυνηγιάρα. Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια - μόν' κυνηγούσε την πρώτερη τη λάμψη, τη μαυρομάτα: η Εστερλού της - τον τελευταίο τον καιρό, χανότανε - πρώτα φευγίζανε τα μάτια, μετά σαν που να τρέμιζε το στόμα της - κοκκάλωνε κάποτε το κορμί για δευτερόλεπτα - και έμοιαζε σαν κούκλα που άλλαξε το χρώμα της και γκρίζωνε κάποτε γαλανούτσικα - μα τα καλά της μάτια τα μαύρα της που μοιάζανε γαριφαλλοκαρφούδια - σα να είχανε πάρει το χρώμα του νερού βροχολακούβας, δεν ήτανε αυτό να το αντέχει ο άνθρωπος - και δώστου, γκέμιζε τη Νάζλη και κατέβαινε σαν τη χαροκαμένη απ' τις λοφοπλαγιές - με τη σιωπή την κρύα ενός θυμού φλογάτου και πικρού προς το θεό. Και πού να πήγε - και τί να σκότωσε εκείνο το ξημέρωμα, και μήπως έριχνε στου κουτουρού σε κάθε ίσκιο φαντάσματος - μήπως για να τη φοβηθούν οι βουρκολάκοι που βγαίνουν απ' τους τάφους να επάρουν τις κοπέλες, να τις πάνε στους χορούς ώσπου να λοιώσουν τα γοβάκια τους και να ποθάνουν από την εξάντληση χορεύοντας την πόλκα. Επάνω στο βουνό τη βρήκε το πρωί - και είχε ακόμα σφαίρες - και είχε βγάλει κάτι μπεκάτσες, κάτι μικρούλες πέρδικες - και είδε στο μετερίζι να περνάει μια αστραπή κουνέλικια - και το λιμπίστηκε τσιγαρισμένο και σβησμένο με το κρασί, και με το δεντρολίβανο. Εσένα, θα σε φάγω - του είπε μέσα από τα δόντια της, είχε και το θυμό να την προγκάει, όπλισε, στόχεψε και περίμενε - και είχε τέτοιο ψίχος στις φλέβες, που το άφησε το έρμο το ζωντανό να που χορέψει, να τη χαρεί λιγάκι ακόμα τη σκατοζωή - εδώ καράβια χάνουνται, βαρκούλες ν' αρμενίσκουν. Και μπαμ και μπουμ, και πάρε το κάτω το κονυκλάκι, πήγε μετά να το μαζέψει - και τί να δγει, πως είχ' εσκότωσε μια θηλυκιά, μάλιστα και γεμάτη με τα μωρά της - όταν ξεπέζεψε και πήγε να έπιασκε το θήραμα, το ζύγιασε και το ησθάνθει - και η καρδιά της να έχασε και έναν και δυο χτύπους γιαυτό το άδικο - κι εκάθησε αχάμου, και μην το μάθει και κανείς, αλλά που έβαλε τα κλάματα και τους πικρούς λιγμούς - το είχε δγει σημάδι από κακά μελλούμενα. Εγύρισε στο κονακλί σαν τη δαρμένη - είχε θάψει το κρίμα της με μία προσευχή, πέταξε στο τραπέζι της κουζίνας μια αρμαθιά πουλόπουλα - και πήγε να καθαριστεί, να ξεκινήσει τη μέρα πώς να προσέχει την Εσθερώ που έμενε κληνήρης (της είχε διατάξει ο ντοκτόρ να μένει μέσα εις το κρεβάτι, εις τες ξαπλώστρες - άντε και ίσως και μέχρι το μπαλκονί, να αναπαύεται ανάμεσα εις τα φυλλώματα των δέντρων που ανεβαίνανε από τον κήπο - τις τζανεριές, τις μουσμουλιές και τις κοντούλες). Ώστε άμα και προχωρούσε εκείνη η ουρανοκατέβατη αρρώστεια της λάμψης - να ήτανε τουλάχιστο κομόδικη - να τρέχανε να τον φωνάζανε αμέσως - να διούμε τί θα εμπόραε να κάμει - αλλά να μηνε εστενοχωρούντο και όπως μη ταράσσοντο, υπήρχαν και ακόμα τα χειρότερα. Άρμεγε λαγούς και κούρευγε χελώνες, ήθελε όπως βλαστημήσει η Αειπάρθενος - αλλά έκαμνε την ανάγκη σα φιλοτιμία, και να χαμογελούσε - ως όπως μη τεντώνει τον αέρα που έπαιρνε εντός της η κοπέλα και μη την έπιανε βραχνάς και κακός βρόχος. Κι αρχίσανε με το καλό να αστειεύοντο, αν και κυρίως η ιδία της, η άλλη μήπως και να την άκουε, αλλά φαινότανε αλλού σαλπαρισμένη - μείνε εδώ, είσαι δικιά μου μη μ' αφήνεις - αλλά αυτά δε λέγονται. Και έφερνε κουβέντες από δω - και να τις ταξιδεύει από κει - μήπως της πάρει κάποιο ενδιαφέρο - ένα διάφορο. Στο μεταξύ, ο άλλος ο Ντημίτ - είχε ειδγεί κι αποειδγεί - κι ας ήτο καλημέρα της αναπαύσεως, ημέρα Κυριακάδα - είχε πάρει τους δρόμους για τον όρθρο - έλα Χριστέ και φύλαγε - και ύστερις είχε ειπεί ότι θα πάγαινε έως τον καφενέ της άλλης γειτονίας, στο Κρεμλίν - εκεί που άλλες μέρες πάγαινε τη Ναζλού της η Αειπάρθενος όπως την επιδείξει και να την είχε ταϊσμένη την καφεζάχαρη. Μα είχεν αλλάξει ο αέρας, μύριζε τη βροχή - ανίσως ήθελε να ρίξει το μποξά να τυλιχτεί στους ώμους η Εστερλού; Να σου ηφέρω μάθκια μου το κεντημένο σου των τριαντάφυλλων, μη σε δαγκάσει το κακοαεράκι; Και η Εσθέρ της έπιασε το χέρι, της το εφίλησε - και με το χρώμα των ματιών να της απέλειπε, επαρακάλεσε βραχνά όμως θερμώς την ανδραδέλφη της: Ότι φοβήτο, μήπως και αν το παιδί ήτο κορίτσι, δεν είχανε για όνομα - μηθές και ο ΝτημίτΕφέντης ούτε που να το ηκούσει δεν ηντέχετο - ότι της έλεγε να μην το γρουσουζεύγει, και ότι σους μην είναι ανοιχτοί κατά το λάθος και οι ουρανοί και τους ηβρεί καμμία συφορά, σους που σου λέγω κούκλα μου. Αλλά, κι αν όμως; Έλα μαρή, και πώς να το εβγάλουμε - πήρε να της το χωρατέψει η Αειπάρθενος, και με το αίμα κρύο - γιατί, γιαβρί μας, ετοιμάζεσκαι να φύγεις - και μου τα λες εμού - εσύ πού θέλεις είσαι,μαθές κι αντύχει; Και μόνο αυτό θα είχε να θυμάται η Ευταξία: την πολυτέλεια να της φιλεί το χέρι και να της λέγει το κρυφό όνομα - αλλά το είχε ακουσμένο σαν το λάθος. Γιαρντένα - να είχε είπει η Εσθήρ. Γιαρντένα - αυτή που ρέει προς τα κάτω, και προς τον Ιορδάνη τον ποταμόν. Αλλά την είχε πιάσει ένας σπασμός κι άλλος και άλλος - και άρχισε να βγάζει άσπρους αφρούς μα λαβωμένους, λίγο ακάθαρτους - κι είχε γυρίσει ως κυανή - κι αυτό ήτανε όλο - και μπερδεύτηκε η Αειπάρθενος και άκουσε Γαρδένια - πού να φωνάξουν το γιατρό, πού το ΝτημίτΕφέντη - πώς νακρατεί την Εσθερώ που χόρευε ερήμην το κορμί της, είχανε έρθει να την αρπάξουν να την πάνε κείνοι οι βουρκολάκοι στο χοροστάσι - να μας αφήσετε το έρμο το παιδί μας, παρακαλούσε η Αειπάρθενος ως έπεσε η κορασίς στο κώμα. Και ήρθε πρώτα ο γιατρός και μας την έκοψε - μετά κατεύθασε ως ιδρωμένος ο Δημητράκης - μετά είχε φανεί και ο ΧατζηΡεΐς οπού φρουμάχτηκε, γιατί σαν είχε πάει να δρέψει τα τριαντάφυλλα τα καθιερωμένα από τον κήπο του τον εύκρατο - και τον έρανε λες σα ζωντανή η τριανταφυλλιά - και είχε δει το όνειρο κι ήξερε λέει ότι είχε πάει η Αστερώ στους ουρανός όπως γινεί αστέρι - μα τί να λέγει και ετούτος, λες παλάβωσε; σκέφτηκε στα τυφλά η Ευταξία - κι ακούστηκε κάποτε ένα κλάμα. Και ύστερα και άλλο, κι ένα άλλο - κι ακόμα ίσως να ήταν κι ένα τρίτο, αλλά η Ευταξία δεν είχε άλλα δάκρυα, τα είχε όλα ξοδεμένα το ίδιο το πρωί, στο τάφο της κουνέλας της που σκότωσε. Μετά, όλα γενήκαν γρήγορα, σαν τα ασπρόμαυρα: την έπλυνε, το άδειο σώμα από ανάσα της Εσθήρ, τη μύρωσε - και την απλώσαν με τις ψυχοκόρες στο σαλόνι, ένα κερί στα πόδια, άλλο στην κεφαλή - για να την ξαγρυπνήσουν (στο μεγεριό, ως κι η κουτσοΜαριά, η μαγειρεύτρα - έκλαιγε την Κερά της - Εκομποδέσαν οι κλωστές, μπερδέψανε στο χτένι κι εκόπει η ανυφαντού που έλυνε κι δένει). Και κατά τα ιστάμενα, φωνάξαν το μουσιού Ναζάρ, το φωτογράφο - που ο αδερφός του εφωτογράφιζε τις καλλονές εις Παρισίους - να απομνημονεύσει της Καλής την εμορφάδα, να μην της φάγουσι τη μνήμη τα σκουλήκια. Και παρεγγείλει ο Ντημίτ δύο καρτέλες, μία δια του εαυτού και μιαν για το Ρεΐση - και της Αειπαρθένου δεν της έδωκαν καμμία. Αλλά δεν είχε σημασία - αυτή την είχε πλύνει, το περασμένο σώμα μίας αγάπης, και τη θυμόντανε ως τα ακροδαχτύλια, και πώς να την εξέχναγε ποτέ;

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η νεκρική φωτογραφία (κατά το είθισται) της Εσθήρ Ντημίτ Μπεήνογλου - το σώμα μυρωμένο να έχεις, πονεμένο μου γιαβρί.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 7:16 μ.μ.


Και βρεθήκαμε τώρα να κρατάμε ένα μωρό - και να είναι κοριτσάκι - αλλά προέχουν μέρες σκοτεινές, τελετουργίες μαύρες - ώσπου να μιληθεί ο θρήνος και να ξεσπάσει σαν το χείμαρρο το πένθος κι η ζωή να παίρνει όπως φιδοξετυλίγεται - να πάνε οι καρδιές πάλι στον τόπο τους και να αρχίζουν να ταΐζουν τη Γαρδένια με τη ρούσα την αρχαία τη σκουριά που της χρειάζεται, να έρθει και να ανθίσει με καιρό - και με το χρόνο. Στο μεταξύ, ας δώκουμε ετούτο το χλωμό τσαλακωμένο λουλουδάκι να το τυλίξει η αγαπημένη της μανούλας του της μακαρίτισσας η καμαριέρα, που άμα τη θυμόσαστε, τη λέγαν Κεριμέ - να το φασκιώσει στα στενά-στενά, να μην ακόμα καταλάβει ότι δεν έχει αγκαλιά ζεστή για να το σφίξει και να του μάθει σιγαλά πώς να εχεί περίγραμμα - κι ότι πια λογιάζεται κι αυτό με τους ανθρώπους. Και μεις, να πάρομε τον άχαρο το δρόμο, με την ημέρα - να πάμε κατά τη μεριά του Εβραίικου νεκροταφείου, περνώντας από δω, και απο κεί - πίσω από μία άμαξα νεκρώσιμη με δύο άλογα βεβαίως άσπρα, με μαύρες πλούμες και λοφεία στο κεφάλι. Και να 'ναι και η άμαξα όλη με το γυαλί, και ξαπλωμένη μέσα μια ηλιαχτίδα, να βαστάει τις ματιές και τις καρδιές αυτών που ακολουθούσανε ντυμένοι τα πενθώα: τα μαύρα τα πολύ, και με κοσμήματα της θλίψης - να μην ελείψει τίποτα στην πριγκιπέσσα Αστερώ, μόνο που δεν παράγγελαν της μάνας της να έρθει: η ίδια της και ως ακόμη ζούσε, δε βάστηξε ποτέ να τη φιλιώσει, τώρα να ήταν φάνηκε αργά - και ήτον άγουστο και κακογουστιασμένο - να φέρουνε τη χαλεπή γριέτζω να ήκλαιγε τη φύτρα της - και άλλωστε την εκρατούσε την έχθρητα μονοχερίς πια ο ΝτημίτΕφέντης, ότι δεν τηνε είχε συνδραμέψει τότενες που είχε μεγάλη την ανάγκη - τι δηλαδή να τηνε κλάψει τώρα; Μάνα δεν ήτονα αυτή, ήτο η ύαινα - να μας απέλειπαν τα μούτρα της και που στο γάμο, πόσο πια μάλλον στην κηδεία. Είχαν αποβραδύς τους συνελεύσει: εκείνος, έως σύζυγος - και ο Χατζηρεΐς ως γκαρδιακός του φίλος, κι η αδρεφή του δεσποινίδα Ευταξία - να βρούνε το τί ταίριαζε σε τέτοιαν άκαιρη θανή, ποιό να υπήρχε τυπικό για κατευώδιο. Και πέσανε, μαθές, επάνω στες υφάλους - έτσι το είχε πει ο άλλος, που εμίλαγε όποτε ταραγμένος με όρους ναυτικούς. Γιατί, μαθές - ήτον αυτό μια ανεξιθρησκεία, ένος κουτρούλη γάμος - όλοι μαζί αντάμα και η Εβραία μόνη της μ' όλους τους μακαρίτες - και άλλες οι συνήθειες στα έθιμα του καθενός, και πώς γιαδγιές να γίνει ένα κουμάντο ανθρωπινο, και ούτε να προσβάλλεται η μνήμη της θανούσης, μα και να νοιώσει και κανείς το ειδικόν του πένθος που γίνεται με τρόπους αυστηρώς προσωπικούς ως και κουλτουρικώς αναδειγμένους. Δύσκολο έργο, μα και του σπάνού τα γένεια πες πως γίνονται. Ειδοποιήσαν το ραββίνο - σε τούτο ήτον ολοσώμως σύμφωνοι, επίσης και η Ευταξία. Μάλιστα τον αρχιραββίνο της πάσας Σμύρνης (δεν εμπορέκαμε να τηνε ζήσουμε βασίλισσα, ως να εθάβει όμως να το φροντίκωμε - δε χάσαμε γατίτσα!), ήρθε λοιπόν ο Μπενσενιόρ Γιοζέφ Σμουέλ - τους είπε να ως είθιστε, να κάμουνε κουμάντο. Εμείς, τους λέγει - όλοι οι πένθιμοι φορώντες, αφήνουμε τα γένεια μας αξύριγα. Εσείς είσασθε και οι δυο μουστακωμένοι και γενειοφόροι - τί να ποιηθεί του επί τούτου; Κοιτάχτηκαν κι οι δύο, και ως είχανε μοιραστεί το γάμο τους σε κείνη, βρεθήκαν να μοιράζωσι εν ματαξύ τους και τα κηδευτικά. Εγώ, λέγει ο συντριμμένος ο ΧατζηΡεΐς, να ξυριζόμην, να φανώ μετά αξύριγος - αλλά δεν δύναται αυτό όπως προκύψει, ανήκω στο Σουλτάνο μέχρι τριχός μου τελευταίας, θα με γελούν ως και οι τρίτοι ναύκληροι, να ρεζιλέψω δε δύναμαι προαιρεθώ το σουλτανάτο, ή μη με εσκοτώσουνε κι ημέ. Οπόταν επέφτει ταύτος κλήρος εις το Ντημίτ, που δεν ανήκε ουδέ σε μπέη μήτε σε πασά, μηδέ και σε κανένανε, ούτε καν στη γυναίκα του που πλέον πια δεν είχε. Να ξυριστεί, ώστε να μένει αξούριγος, βεβαίως να το κάνει. Κι ακόμα - ανάβουμε μία μικρή καντέλα - αν ξεστρατίσει ταραγμένο πνεύμα να βρει το δρόμο για το σπίτι του, να έρθει να μας δει ότι πενθούμε - να καλοκαταλάβει ότι έχει πια ποθάνει, να ξαναπάει εν τόπω χλοερό, όσο να γίνεται: είναι τα πνεύματα σε δυσκολία ορισμένως να καταλάβουν ότι ήλθον και παρήλθον, θέλουσι όπως τα τρυφερευτούμε, και ότι να μην κλαίμε το υπερβολικώς, και τα ζορίζουμε στο φεύγειν. Βεβαίως, συμφωνήσανε και ο ΧατζηΡεΐς κι η Ευταξία, να φροντιστούνε τα κεριά να είναι αναμμένα και στα δυο σπίτια, μάλιστα σε κείνο εις το Μπουρνόβα ν' ανάψε και καντήλι, διότι ήτο η κύρια η κατοικία της - στο άλλο μόνο έμενε η της Εσθήρ μεγάλη η λαχταριά, την εκοιμόνταν ο Ρεΐσης στ΄όνειρό του, πάντως ήτον τρόπο τινά δική της κατοικία - πώς να μην ήτον (θα βρίσκανε και όλα τα καλοφυλαγμένα κι αριθμημένα και αποδεγμένα τριαντάφυλλα πόσο τα είχε αγαπήσει η Αστερώ, και έπρεπε βεβαίως να της ανάφτει κι ο Ρεΐσης το κερί της, μην του εστοίχειωνε το σπίτι με το πνεύμα της, και να βαδίζει ως χαμένη και να μην πως αναπαύγειται έως τέλος των χρόνων). Και όπως συνεχίζει ο ραββής, ότι δεν ηφορούν παπούτσια πέτσινα - και τί εδώ να γίνει - λεγ' ο ΧατζηΡεΐς, θα έβαζε άλλα με τσόχα και μπροκάρ και υφασμάτινα - και κει ήτο που θέλησε η τρυφερή καρδία του Ντημίτ όπως δακρύσει - αυτός, να έβγαινε στους δρόμους και με την ξυπολησιά, που έχασε με μια Κερά το βιός του, έχασε και το γιο της και του άφησε την κόρη, μα ψυχραιμώθηκε, εβάσταξε το δάκρυ κι ας ήτο μαύρο και ας ήτο και πικρό, το εκατάπιε σα βουκιά θαρμακωμένη, σα μήλο με σκουλήκι. Και τελευταίοι οι καθρέφτες - να σκεπαγούνε όλοι με το κρέπι, όπως να αναλογιστούν οι ζωντανοί το ζήτημα της ματαιοδοξίας και της εικόνος - και πως ολουνούς και μηδενός εξαιρουμένου, και οι ωραίοι, κι οι μοιραίοι και οι άσκημοι, εκαταλήγουμε σε τόπο βλογημένο, παρά τί θέλατε, να είμαστε αθάναγοι! Εφτά οι μέρες της Σιβάς, το βαρυοπένθος - τριάντα μέρες η Σλοσίμ, της καρτερίας - ένας ο χρόνος της Σανάς - να μπει το φώτο σιγά-σιγά, και ύστερα - ώρα να πάμε γι άλλα, να μην αγκαρευτεί και ο νεκρός μας, συνάνθρωπος που ήτο, το βάρος μιας καρδιάς σακατεμένης. Υπάρχει και ο χρόνος για το πένθος, ο άλλος χρόνος είναι για ζωή, και μη τυχόν και νομιστείτε για ενάρετοι άμα πολυπενθείτε, διότι είν' αυτή μια αμαρτία δη βαριά, και δε σας κάνει τίποτα καλύτερους, παρά φαινόσοαστε το φόβο ότι έχετε και την καρδιά τσουρούτω. Κι εγώ, να έλθω να ταφεί η περιστέρα που κράταγε όπως μου λέτε το Σαμπάτ, καλή γυναίκα ήτανε, το βάρος της χρυσάφι. Λουλούδια μην εστέλετε εις το νεκροταφείον, μη μας χαλνάτε την αισθητική της απουσίας, το μηδέν άγαν μας, αφέτε μας στα έθιμα παλιών κατατρεγμών - αφέτε τις σωσάνες με τους άσωτους πρεσβύτερους, και αναλογιστείτε σε τί σας χρησιμεύγει του άνθεως η σήψις, παρεκτός για να σας ενθυμήσει το χρόνο όπως φεύγει και το πάρωρο της θελκτικής του ευωδιάς και πώς παρήλθε. Με τούτα έφυγε, και εκανόνιζε να στείλει μυνητάδες η αφεντάτη Ευταξία εις τους προσκεκλημένους τεθλημένους, πως να μη παρεγγείλουνε ανθέα, ότι δεν ήτο το πρεπό εις το νεκροταφείον του Σιδή (έτσι το λέγαν, επειδή από τον ευεργέτη βενεφάκτορα Αλέχανδρο - που είχε χαλαλίσει τα λεπτά του ως αγοράσει κτήμα νεκροταφικόν εις την περιοχή), να μη χρειάζειται να φεύγουν οι Εβραίοι του Μπουρναμπάτ με τους νεκρούς τοων, να εθαύγονται αλλού κι αλλού και όπου βγαζ' η άκρη - έφτανε που δεν ανεγνώριζε το κυβερνείο το Τουρκικό τον ίδιον ακριβώς τον Μπενσενιόρ Αρχιραβίνο - δεν τον παραδεχόντανε - κι ας είχε όπως ειδεί η Ευταξία, μιλήσει με τον τρόπο τον πρεπούμενο, και που της είχε αφανεί λιγάκι σαν τον άγιο της πετριάς. Ο εκ Γιαχβέ σαλός, εμονολόγησε. Κι ήρθε η αποφράδα, είχε βαλθεί όλο το υπηρετικό να μάσουνε τα κρέπια, να κεκαλύψουν τους καθρέφτες - και μοναχά αργότερα θα δγιούμε πώς να επιρρέασε η έλλειψη η ενωρίς των κάτοπτρων τον ψυχικό σχηματισμό της Γαρδενίας (σιγά-σιγά μην τρέχωμε, έχωμε και κηδείαν). Και φτάκωμεν, απέξω από του Σιδή, και σταματάγει η αμαξωτή με τα αλόγατα, και ήρθον ούτε έξη φραγκοφόροι, διότι το κιβούρι, ήτανε όσο να πεις, μικρό - ήτανε και η πρώην Εσθερώ κοντούλα, της έλεγε κάποτε η μαμάκα της να μην ανησυχεί, ότι τα πιο βαρβάτα τα αρώματα τα επούλουν σε μικρούλια μπουκαλάκια - τηνε μαζέψανε μα ντηνε πάνε τέσσερις και ήτο ελαφριά, είχε απέλθει αλλιώς εξέλθει εκ κόσμου του ψεύτικου, του μόνου όπως έχομε, αν παρεκτός απ΄την ανάμνηση Εδέμ. Να πούμε, ότι ήλθον εκείνες που ήθελον να γίνουν φιλενάδες της αλλά δεν επροκάμαν. Να πούμε, ότι συμμαζώχτηκαν διάφοροι που θα τη θέλανε στο μέλλον για αγαπητικιά, και οι μεγαλύτεροι οι γιοί καλούτσκων οικογενειών που ίσως να την είχανε ονειρευτεί σε υγρά όνειρα. Να πούμε ότι η μέρα ήτο εν μέρει συννεφιάρα κι είχε στάξει εξ ουρανών μια απαλή ψιχάλα. Και πως πολλά λελούδια στάληκαν στο κονακλί, είχον πια απαυδήσει τα δουλικά να βρίσκουσι τα ανθογυάλια, μα η Κεριμέ κρατούσε το μωρό και τόβρεχε με δάκρυα - γιατί η Κερά της, κάποτε την είχε κοιταγμένη μες στα μάτια και της είχε ειπεί πως θα γενότανε αυτή Κερά μεγάλη, θα της εδίνετο ένα παπόρι βιόλες - και ότι είχε δάχτυλα κρινάτα, σίγουρη ήτο η υπόσχεση πως θάχεν ευτυχίες. Αχ, Κεριμέ - αν ήξερες πόσα ξέρουν να βλέπουνε αυτές που θα πεθάνουν... Κι η Ευταξία, με το μαύρο στην καρδιά της, όταν με τελετή απλή και ούτε που λουσάτη αναλογίζουνταν το βάρος του ανθρώπου εν τη ζωή - είχανε πάρει πλέον να γυρίσουσι στο κονακλί, έπρεπε όπως κανονίσει να σερβιρίσουνε τη σούπα του ψαριού για τους τεταραγμένους, κι απέ τον πιο πικρό καϊφέ παρηγορίας, σχέτο χωρίς τη σεκερίμ τη ζαχαρίτσα, μη λιμπιστεί γλυκό ο χάρος και ξανάρθει - περάσανε με τις βικτώριες, άλλοι πιο παρακατιανοί με αραμπάδες, κάποιοι αργόσχολοι ήρθανε ποδαράτοι να δγιούνε τι γυρεύγανε τόσοι ξενολατρεύτες στο Εβραίικο - πέρασε το λοιπόν η Ευταξία και όλοι οι αποδέλοιποι από ένα κονάκι - που είχε η οικογένεια Γουίταλ την κοπέλα τους με ταραγμένα νεύρα, κι ήτον επί του πιάνου, και τραγούδαγε, σα φόρο της τιμής στην πηγαιμένη με τα αστέρια - το άσμα του πιο τελευταίου ρόδου στο τέλος του καλοκαιριού - και ποίος οφθαλμός δεν έμεινε αδάκρυτος, και θα το επαράγγελνε εν τω καιρώ η Ευταξία για να το παίζει στο γραμμόφωνο - για να τελεί όλο το χρόνο τη Σαννά της - που ούτε είχε να τη δει, το πρώτο της το χτυποκάρδι να σαραντίσει με το μωρό στην αγκαλιά σαν αχλαδίτσα και σα κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια, το στήθος της γεμάτο με το γάλα - παρά σαράντα μέρες ύστερα να σκέβεται ότι θα απεκόπτετο η κεφαλή της από του λαιμού - να έχουν τα μνημόσυνα κι άντε να φτιάχνουν κόλυβα με ρόδι - δεν ήτο να αντέχεται στον άνθρωπο... Κι έλεγε το τραγούδι (ήτανε όλα τα τραγούδια πιο σοφά, μέσα στο μαύρο πένθος) και τραγουδούσε η πιο μικρή απ΄τις Γουίταλ με τα νεύρα της τα πειραγμένα - αν το αγαπάς: When true hearts lie withered - And fond ones are flown- Oh! who would inhabit - This bleak world alone? Και δεν έμεινε κανένας μες στα μάτια του αδάκρυτος, μπόρεσε με πολλά και έκλαψε κι η χαροκαμμένη της Ευταξίας η καρδιά.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η πένθιμη άμαξα που θα πήγαινε τό σώμα της Εσθήρ στον πιο μεγάλο του χορό.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ο βαρκάρης των κεραυνών Μίλτος Σαχτούρης

"Ο βαρκάρης των κεραυνών γυρίζει από ακτή σε ακτή 


δεν θέλει ν'αράξει πουθενά, 



μόνο στη βάρκα ψιθυρίζει...



φύγαν, φύγαν τα νερά" 



(ποίηση Μίλτου Σαχτούρη) 

δρόμος Ελισσαίος Βγενόπουλος



δρόμος 

ντύθηκε κατάσαρκα
ένα όνειρο 
από τον τελευταίο του ύπνο 
φόρεσε δυο ασφαλτοστρωμένους δρόμους
για παπούτσια
έσιαξε τη γραβάτα της σκέψης
στο στήθος μιας επισφαλούς απόφασης 
έριξε τα χέρια στις τσέπες
σαν δυο ρόπτρα σκουριασμένα

και πήρε την ανηφόρα της μέρας

καθ’ οδόν προσπάθησε 
να εφαρμόσει στην παλάμη
της πραγματικότητας 
κάτι μισοτελειωμένες
ανεφάρμοστες ιδέες
και κείνες λιώνανε
χωνεμένα κάρβουνα

στους δρόμους αριστερά και δεξιά
κάπνιζαν αποκαΐδια
από των άλλων τα όνειρα

έτσι πεταγόταν από τον ύπνο του 
μέσα στη νύχτα
με μισοφορεμένο κάποιον εφιάλτη
κι ένα δρόμο γεμάτο αδιέξοδα 
αντί για παπούτσια

23.11.13


Δίχως πανί Νικηφόρος Βρεττάκος


Δίχως πανί

Δίχως πανί, δίχως κουπί, ἂν μᾶς σέρνει
ὁ γιαλός μας,
δίχως ἄστρο ἂν μᾶς θέλει ἡ νύχτα,
δίχως ἥλιο ἂν μᾶς καλεῖ ἡ ημέρα,
ποῦ εἶναι ο κόσμος;

Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη



Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε 
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει 
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει, 
μην τους κλαίς, ο καημός σου όσος και να'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχὲς διψούν και πάνε 
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση· 
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει, 
α στάξει γι᾿ αυτὲς δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολὸ νερὸ ξαναθυμούνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια απὸ ασφοδύλι, 
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι, 
τους ζωντανοὺς τα μάτια σου ας θρηνήσουν : 
Θέλουν μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε Νικηφόρος Βρεττάκος


Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.