Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τρίτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 12:08 π.μ.
Η μέρα είχε χαράξει με βόλι άδικο. Είχε βρεθεί αποβραδύς σεκλετισμένη η Αειπάρθενος - λίγο όπου την πλάκωναν οι τοίχοι, κι είχε καιρό να καβαλήσει στα ρουμάνια - τη στένευε εκείνη η πραγματικότητα με τις βαρειές κουρτίνες - είπαμε, να τα φτιάξουμε τα ζιπουνάκια, να κόψουμε όλα μας τα προικιά που μας φλομώνουνε ωσά να είν' αχρείαστα - μα δεν ήτον αυτό οπού της είχε φράξει το λαιμό και που την είχε ντερτιλισμένη. Έλα μου, την ανησυχούσε αυτός ο φραγκολεβαντίνος ο γιατρός οπού της είχε γίνει κορσές στενός - και έλεγε ότι υπήρχε μια εύηχη ασθένεια στις μικροπαντρεμένες - με όνομα ουράνιο σα χάρη και λαμπρό, λες και η Εσθερώ της είχε αρχίσει να ανεβαίνει ως προς τους ουρανούς και έβγαζε φτερούδια, μισή αγγελιασμένη και μισή της αναλήψεως. Και την ελέγαν την ασθένεια εκλαμψία - μα είναι όνομα αυτό για μια αρρώστια; Προεκλαμψία, με πιθανότητα να εξελίσονταν κακώς - σε εκλαμψία πλήρη - και τότε - δεν της είπε τί γινότανε - τα είχε ίσως συζητήσει του Δημητράκη, όπως άντρας προς άντρα - κι εκείνη ήθελε βρεθεί απόξω - λες και δεν ήταν το κορίτσι μες στο σπίτι της, λες και οπού δεν είχε και εκείνη δεχτεί το καλό βόλι να την βρει μες στην καρδιά - και τώρα να υποφέρει και να πηγαίνει καβαλώντας στα κυνήγια, μήπως και ξαλεγράρει και της εφύγουν τα ντουζένια. Και τέτοιος ήταν ο βραχνάς που την καπάκωσε με τα εφτά καπάκια - που εκαπίστρωσε με τη λαφριά τη σέλα την όμορφη τη Νάζλη - κι ούτε που πήρε το αμούστακο και το μουγκό αγόρι να τηνε συντροφέψει, παρά εζώστηκε διάφορα φυσεκλίκια σταυρωτά, πήρε και τη ντουφέκα της και άλλη μια για το καλό ή το κακό - και με τις παντελόνες της - ε, άειτε του σιχτίρ, ώρα βραδυάτικη, κι εβγήκε κυνηγιάρα. Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια - μόν' κυνηγούσε την πρώτερη τη λάμψη, τη μαυρομάτα: η Εστερλού της - τον τελευταίο τον καιρό, χανότανε - πρώτα φευγίζανε τα μάτια, μετά σαν που να τρέμιζε το στόμα της - κοκκάλωνε κάποτε το κορμί για δευτερόλεπτα - και έμοιαζε σαν κούκλα που άλλαξε το χρώμα της και γκρίζωνε κάποτε γαλανούτσικα - μα τα καλά της μάτια τα μαύρα της που μοιάζανε γαριφαλλοκαρφούδια - σα να είχανε πάρει το χρώμα του νερού βροχολακούβας, δεν ήτανε αυτό να το αντέχει ο άνθρωπος - και δώστου, γκέμιζε τη Νάζλη και κατέβαινε σαν τη χαροκαμένη απ' τις λοφοπλαγιές - με τη σιωπή την κρύα ενός θυμού φλογάτου και πικρού προς το θεό. Και πού να πήγε - και τί να σκότωσε εκείνο το ξημέρωμα, και μήπως έριχνε στου κουτουρού σε κάθε ίσκιο φαντάσματος - μήπως για να τη φοβηθούν οι βουρκολάκοι που βγαίνουν απ' τους τάφους να επάρουν τις κοπέλες, να τις πάνε στους χορούς ώσπου να λοιώσουν τα γοβάκια τους και να ποθάνουν από την εξάντληση χορεύοντας την πόλκα. Επάνω στο βουνό τη βρήκε το πρωί - και είχε ακόμα σφαίρες - και είχε βγάλει κάτι μπεκάτσες, κάτι μικρούλες πέρδικες - και είδε στο μετερίζι να περνάει μια αστραπή κουνέλικια - και το λιμπίστηκε τσιγαρισμένο και σβησμένο με το κρασί, και με το δεντρολίβανο. Εσένα, θα σε φάγω - του είπε μέσα από τα δόντια της, είχε και το θυμό να την προγκάει, όπλισε, στόχεψε και περίμενε - και είχε τέτοιο ψίχος στις φλέβες, που το άφησε το έρμο το ζωντανό να που χορέψει, να τη χαρεί λιγάκι ακόμα τη σκατοζωή - εδώ καράβια χάνουνται, βαρκούλες ν' αρμενίσκουν. Και μπαμ και μπουμ, και πάρε το κάτω το κονυκλάκι, πήγε μετά να το μαζέψει - και τί να δγει, πως είχ' εσκότωσε μια θηλυκιά, μάλιστα και γεμάτη με τα μωρά της - όταν ξεπέζεψε και πήγε να έπιασκε το θήραμα, το ζύγιασε και το ησθάνθει - και η καρδιά της να έχασε και έναν και δυο χτύπους γιαυτό το άδικο - κι εκάθησε αχάμου, και μην το μάθει και κανείς, αλλά που έβαλε τα κλάματα και τους πικρούς λιγμούς - το είχε δγει σημάδι από κακά μελλούμενα. Εγύρισε στο κονακλί σαν τη δαρμένη - είχε θάψει το κρίμα της με μία προσευχή, πέταξε στο τραπέζι της κουζίνας μια αρμαθιά πουλόπουλα - και πήγε να καθαριστεί, να ξεκινήσει τη μέρα πώς να προσέχει την Εσθερώ που έμενε κληνήρης (της είχε διατάξει ο ντοκτόρ να μένει μέσα εις το κρεβάτι, εις τες ξαπλώστρες - άντε και ίσως και μέχρι το μπαλκονί, να αναπαύεται ανάμεσα εις τα φυλλώματα των δέντρων που ανεβαίνανε από τον κήπο - τις τζανεριές, τις μουσμουλιές και τις κοντούλες). Ώστε άμα και προχωρούσε εκείνη η ουρανοκατέβατη αρρώστεια της λάμψης - να ήτανε τουλάχιστο κομόδικη - να τρέχανε να τον φωνάζανε αμέσως - να διούμε τί θα εμπόραε να κάμει - αλλά να μηνε εστενοχωρούντο και όπως μη ταράσσοντο, υπήρχαν και ακόμα τα χειρότερα. Άρμεγε λαγούς και κούρευγε χελώνες, ήθελε όπως βλαστημήσει η Αειπάρθενος - αλλά έκαμνε την ανάγκη σα φιλοτιμία, και να χαμογελούσε - ως όπως μη τεντώνει τον αέρα που έπαιρνε εντός της η κοπέλα και μη την έπιανε βραχνάς και κακός βρόχος. Κι αρχίσανε με το καλό να αστειεύοντο, αν και κυρίως η ιδία της, η άλλη μήπως και να την άκουε, αλλά φαινότανε αλλού σαλπαρισμένη - μείνε εδώ, είσαι δικιά μου μη μ' αφήνεις - αλλά αυτά δε λέγονται. Και έφερνε κουβέντες από δω - και να τις ταξιδεύει από κει - μήπως της πάρει κάποιο ενδιαφέρο - ένα διάφορο. Στο μεταξύ, ο άλλος ο Ντημίτ - είχε ειδγεί κι αποειδγεί - κι ας ήτο καλημέρα της αναπαύσεως, ημέρα Κυριακάδα - είχε πάρει τους δρόμους για τον όρθρο - έλα Χριστέ και φύλαγε - και ύστερις είχε ειπεί ότι θα πάγαινε έως τον καφενέ της άλλης γειτονίας, στο Κρεμλίν - εκεί που άλλες μέρες πάγαινε τη Ναζλού της η Αειπάρθενος όπως την επιδείξει και να την είχε ταϊσμένη την καφεζάχαρη. Μα είχεν αλλάξει ο αέρας, μύριζε τη βροχή - ανίσως ήθελε να ρίξει το μποξά να τυλιχτεί στους ώμους η Εστερλού; Να σου ηφέρω μάθκια μου το κεντημένο σου των τριαντάφυλλων, μη σε δαγκάσει το κακοαεράκι; Και η Εσθέρ της έπιασε το χέρι, της το εφίλησε - και με το χρώμα των ματιών να της απέλειπε, επαρακάλεσε βραχνά όμως θερμώς την ανδραδέλφη της: Ότι φοβήτο, μήπως και αν το παιδί ήτο κορίτσι, δεν είχανε για όνομα - μηθές και ο ΝτημίτΕφέντης ούτε που να το ηκούσει δεν ηντέχετο - ότι της έλεγε να μην το γρουσουζεύγει, και ότι σους μην είναι ανοιχτοί κατά το λάθος και οι ουρανοί και τους ηβρεί καμμία συφορά, σους που σου λέγω κούκλα μου. Αλλά, κι αν όμως; Έλα μαρή, και πώς να το εβγάλουμε - πήρε να της το χωρατέψει η Αειπάρθενος, και με το αίμα κρύο - γιατί, γιαβρί μας, ετοιμάζεσκαι να φύγεις - και μου τα λες εμού - εσύ πού θέλεις είσαι,μαθές κι αντύχει; Και μόνο αυτό θα είχε να θυμάται η Ευταξία: την πολυτέλεια να της φιλεί το χέρι και να της λέγει το κρυφό όνομα - αλλά το είχε ακουσμένο σαν το λάθος. Γιαρντένα - να είχε είπει η Εσθήρ. Γιαρντένα - αυτή που ρέει προς τα κάτω, και προς τον Ιορδάνη τον ποταμόν. Αλλά την είχε πιάσει ένας σπασμός κι άλλος και άλλος - και άρχισε να βγάζει άσπρους αφρούς μα λαβωμένους, λίγο ακάθαρτους - κι είχε γυρίσει ως κυανή - κι αυτό ήτανε όλο - και μπερδεύτηκε η Αειπάρθενος και άκουσε Γαρδένια - πού να φωνάξουν το γιατρό, πού το ΝτημίτΕφέντη - πώς νακρατεί την Εσθερώ που χόρευε ερήμην το κορμί της, είχανε έρθει να την αρπάξουν να την πάνε κείνοι οι βουρκολάκοι στο χοροστάσι - να μας αφήσετε το έρμο το παιδί μας, παρακαλούσε η Αειπάρθενος ως έπεσε η κορασίς στο κώμα. Και ήρθε πρώτα ο γιατρός και μας την έκοψε - μετά κατεύθασε ως ιδρωμένος ο Δημητράκης - μετά είχε φανεί και ο ΧατζηΡεΐς οπού φρουμάχτηκε, γιατί σαν είχε πάει να δρέψει τα τριαντάφυλλα τα καθιερωμένα από τον κήπο του τον εύκρατο - και τον έρανε λες σα ζωντανή η τριανταφυλλιά - και είχε δει το όνειρο κι ήξερε λέει ότι είχε πάει η Αστερώ στους ουρανός όπως γινεί αστέρι - μα τί να λέγει και ετούτος, λες παλάβωσε; σκέφτηκε στα τυφλά η Ευταξία - κι ακούστηκε κάποτε ένα κλάμα. Και ύστερα και άλλο, κι ένα άλλο - κι ακόμα ίσως να ήταν κι ένα τρίτο, αλλά η Ευταξία δεν είχε άλλα δάκρυα, τα είχε όλα ξοδεμένα το ίδιο το πρωί, στο τάφο της κουνέλας της που σκότωσε. Μετά, όλα γενήκαν γρήγορα, σαν τα ασπρόμαυρα: την έπλυνε, το άδειο σώμα από ανάσα της Εσθήρ, τη μύρωσε - και την απλώσαν με τις ψυχοκόρες στο σαλόνι, ένα κερί στα πόδια, άλλο στην κεφαλή - για να την ξαγρυπνήσουν (στο μεγεριό, ως κι η κουτσοΜαριά, η μαγειρεύτρα - έκλαιγε την Κερά της - Εκομποδέσαν οι κλωστές, μπερδέψανε στο χτένι κι εκόπει η ανυφαντού που έλυνε κι δένει). Και κατά τα ιστάμενα, φωνάξαν το μουσιού Ναζάρ, το φωτογράφο - που ο αδερφός του εφωτογράφιζε τις καλλονές εις Παρισίους - να απομνημονεύσει της Καλής την εμορφάδα, να μην της φάγουσι τη μνήμη τα σκουλήκια. Και παρεγγείλει ο Ντημίτ δύο καρτέλες, μία δια του εαυτού και μιαν για το Ρεΐση - και της Αειπαρθένου δεν της έδωκαν καμμία. Αλλά δεν είχε σημασία - αυτή την είχε πλύνει, το περασμένο σώμα μίας αγάπης, και τη θυμόντανε ως τα ακροδαχτύλια, και πώς να την εξέχναγε ποτέ;
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η νεκρική φωτογραφία (κατά το είθισται) της Εσθήρ Ντημίτ Μπεήνογλου - το σώμα μυρωμένο να έχεις, πονεμένο μου γιαβρί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου