Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 7:16 μ.μ.


Και βρεθήκαμε τώρα να κρατάμε ένα μωρό - και να είναι κοριτσάκι - αλλά προέχουν μέρες σκοτεινές, τελετουργίες μαύρες - ώσπου να μιληθεί ο θρήνος και να ξεσπάσει σαν το χείμαρρο το πένθος κι η ζωή να παίρνει όπως φιδοξετυλίγεται - να πάνε οι καρδιές πάλι στον τόπο τους και να αρχίζουν να ταΐζουν τη Γαρδένια με τη ρούσα την αρχαία τη σκουριά που της χρειάζεται, να έρθει και να ανθίσει με καιρό - και με το χρόνο. Στο μεταξύ, ας δώκουμε ετούτο το χλωμό τσαλακωμένο λουλουδάκι να το τυλίξει η αγαπημένη της μανούλας του της μακαρίτισσας η καμαριέρα, που άμα τη θυμόσαστε, τη λέγαν Κεριμέ - να το φασκιώσει στα στενά-στενά, να μην ακόμα καταλάβει ότι δεν έχει αγκαλιά ζεστή για να το σφίξει και να του μάθει σιγαλά πώς να εχεί περίγραμμα - κι ότι πια λογιάζεται κι αυτό με τους ανθρώπους. Και μεις, να πάρομε τον άχαρο το δρόμο, με την ημέρα - να πάμε κατά τη μεριά του Εβραίικου νεκροταφείου, περνώντας από δω, και απο κεί - πίσω από μία άμαξα νεκρώσιμη με δύο άλογα βεβαίως άσπρα, με μαύρες πλούμες και λοφεία στο κεφάλι. Και να 'ναι και η άμαξα όλη με το γυαλί, και ξαπλωμένη μέσα μια ηλιαχτίδα, να βαστάει τις ματιές και τις καρδιές αυτών που ακολουθούσανε ντυμένοι τα πενθώα: τα μαύρα τα πολύ, και με κοσμήματα της θλίψης - να μην ελείψει τίποτα στην πριγκιπέσσα Αστερώ, μόνο που δεν παράγγελαν της μάνας της να έρθει: η ίδια της και ως ακόμη ζούσε, δε βάστηξε ποτέ να τη φιλιώσει, τώρα να ήταν φάνηκε αργά - και ήτον άγουστο και κακογουστιασμένο - να φέρουνε τη χαλεπή γριέτζω να ήκλαιγε τη φύτρα της - και άλλωστε την εκρατούσε την έχθρητα μονοχερίς πια ο ΝτημίτΕφέντης, ότι δεν τηνε είχε συνδραμέψει τότενες που είχε μεγάλη την ανάγκη - τι δηλαδή να τηνε κλάψει τώρα; Μάνα δεν ήτονα αυτή, ήτο η ύαινα - να μας απέλειπαν τα μούτρα της και που στο γάμο, πόσο πια μάλλον στην κηδεία. Είχαν αποβραδύς τους συνελεύσει: εκείνος, έως σύζυγος - και ο Χατζηρεΐς ως γκαρδιακός του φίλος, κι η αδρεφή του δεσποινίδα Ευταξία - να βρούνε το τί ταίριαζε σε τέτοιαν άκαιρη θανή, ποιό να υπήρχε τυπικό για κατευώδιο. Και πέσανε, μαθές, επάνω στες υφάλους - έτσι το είχε πει ο άλλος, που εμίλαγε όποτε ταραγμένος με όρους ναυτικούς. Γιατί, μαθές - ήτον αυτό μια ανεξιθρησκεία, ένος κουτρούλη γάμος - όλοι μαζί αντάμα και η Εβραία μόνη της μ' όλους τους μακαρίτες - και άλλες οι συνήθειες στα έθιμα του καθενός, και πώς γιαδγιές να γίνει ένα κουμάντο ανθρωπινο, και ούτε να προσβάλλεται η μνήμη της θανούσης, μα και να νοιώσει και κανείς το ειδικόν του πένθος που γίνεται με τρόπους αυστηρώς προσωπικούς ως και κουλτουρικώς αναδειγμένους. Δύσκολο έργο, μα και του σπάνού τα γένεια πες πως γίνονται. Ειδοποιήσαν το ραββίνο - σε τούτο ήτον ολοσώμως σύμφωνοι, επίσης και η Ευταξία. Μάλιστα τον αρχιραββίνο της πάσας Σμύρνης (δεν εμπορέκαμε να τηνε ζήσουμε βασίλισσα, ως να εθάβει όμως να το φροντίκωμε - δε χάσαμε γατίτσα!), ήρθε λοιπόν ο Μπενσενιόρ Γιοζέφ Σμουέλ - τους είπε να ως είθιστε, να κάμουνε κουμάντο. Εμείς, τους λέγει - όλοι οι πένθιμοι φορώντες, αφήνουμε τα γένεια μας αξύριγα. Εσείς είσασθε και οι δυο μουστακωμένοι και γενειοφόροι - τί να ποιηθεί του επί τούτου; Κοιτάχτηκαν κι οι δύο, και ως είχανε μοιραστεί το γάμο τους σε κείνη, βρεθήκαν να μοιράζωσι εν ματαξύ τους και τα κηδευτικά. Εγώ, λέγει ο συντριμμένος ο ΧατζηΡεΐς, να ξυριζόμην, να φανώ μετά αξύριγος - αλλά δεν δύναται αυτό όπως προκύψει, ανήκω στο Σουλτάνο μέχρι τριχός μου τελευταίας, θα με γελούν ως και οι τρίτοι ναύκληροι, να ρεζιλέψω δε δύναμαι προαιρεθώ το σουλτανάτο, ή μη με εσκοτώσουνε κι ημέ. Οπόταν επέφτει ταύτος κλήρος εις το Ντημίτ, που δεν ανήκε ουδέ σε μπέη μήτε σε πασά, μηδέ και σε κανένανε, ούτε καν στη γυναίκα του που πλέον πια δεν είχε. Να ξυριστεί, ώστε να μένει αξούριγος, βεβαίως να το κάνει. Κι ακόμα - ανάβουμε μία μικρή καντέλα - αν ξεστρατίσει ταραγμένο πνεύμα να βρει το δρόμο για το σπίτι του, να έρθει να μας δει ότι πενθούμε - να καλοκαταλάβει ότι έχει πια ποθάνει, να ξαναπάει εν τόπω χλοερό, όσο να γίνεται: είναι τα πνεύματα σε δυσκολία ορισμένως να καταλάβουν ότι ήλθον και παρήλθον, θέλουσι όπως τα τρυφερευτούμε, και ότι να μην κλαίμε το υπερβολικώς, και τα ζορίζουμε στο φεύγειν. Βεβαίως, συμφωνήσανε και ο ΧατζηΡεΐς κι η Ευταξία, να φροντιστούνε τα κεριά να είναι αναμμένα και στα δυο σπίτια, μάλιστα σε κείνο εις το Μπουρνόβα ν' ανάψε και καντήλι, διότι ήτο η κύρια η κατοικία της - στο άλλο μόνο έμενε η της Εσθήρ μεγάλη η λαχταριά, την εκοιμόνταν ο Ρεΐσης στ΄όνειρό του, πάντως ήτον τρόπο τινά δική της κατοικία - πώς να μην ήτον (θα βρίσκανε και όλα τα καλοφυλαγμένα κι αριθμημένα και αποδεγμένα τριαντάφυλλα πόσο τα είχε αγαπήσει η Αστερώ, και έπρεπε βεβαίως να της ανάφτει κι ο Ρεΐσης το κερί της, μην του εστοίχειωνε το σπίτι με το πνεύμα της, και να βαδίζει ως χαμένη και να μην πως αναπαύγειται έως τέλος των χρόνων). Και όπως συνεχίζει ο ραββής, ότι δεν ηφορούν παπούτσια πέτσινα - και τί εδώ να γίνει - λεγ' ο ΧατζηΡεΐς, θα έβαζε άλλα με τσόχα και μπροκάρ και υφασμάτινα - και κει ήτο που θέλησε η τρυφερή καρδία του Ντημίτ όπως δακρύσει - αυτός, να έβγαινε στους δρόμους και με την ξυπολησιά, που έχασε με μια Κερά το βιός του, έχασε και το γιο της και του άφησε την κόρη, μα ψυχραιμώθηκε, εβάσταξε το δάκρυ κι ας ήτο μαύρο και ας ήτο και πικρό, το εκατάπιε σα βουκιά θαρμακωμένη, σα μήλο με σκουλήκι. Και τελευταίοι οι καθρέφτες - να σκεπαγούνε όλοι με το κρέπι, όπως να αναλογιστούν οι ζωντανοί το ζήτημα της ματαιοδοξίας και της εικόνος - και πως ολουνούς και μηδενός εξαιρουμένου, και οι ωραίοι, κι οι μοιραίοι και οι άσκημοι, εκαταλήγουμε σε τόπο βλογημένο, παρά τί θέλατε, να είμαστε αθάναγοι! Εφτά οι μέρες της Σιβάς, το βαρυοπένθος - τριάντα μέρες η Σλοσίμ, της καρτερίας - ένας ο χρόνος της Σανάς - να μπει το φώτο σιγά-σιγά, και ύστερα - ώρα να πάμε γι άλλα, να μην αγκαρευτεί και ο νεκρός μας, συνάνθρωπος που ήτο, το βάρος μιας καρδιάς σακατεμένης. Υπάρχει και ο χρόνος για το πένθος, ο άλλος χρόνος είναι για ζωή, και μη τυχόν και νομιστείτε για ενάρετοι άμα πολυπενθείτε, διότι είν' αυτή μια αμαρτία δη βαριά, και δε σας κάνει τίποτα καλύτερους, παρά φαινόσοαστε το φόβο ότι έχετε και την καρδιά τσουρούτω. Κι εγώ, να έλθω να ταφεί η περιστέρα που κράταγε όπως μου λέτε το Σαμπάτ, καλή γυναίκα ήτανε, το βάρος της χρυσάφι. Λουλούδια μην εστέλετε εις το νεκροταφείον, μη μας χαλνάτε την αισθητική της απουσίας, το μηδέν άγαν μας, αφέτε μας στα έθιμα παλιών κατατρεγμών - αφέτε τις σωσάνες με τους άσωτους πρεσβύτερους, και αναλογιστείτε σε τί σας χρησιμεύγει του άνθεως η σήψις, παρεκτός για να σας ενθυμήσει το χρόνο όπως φεύγει και το πάρωρο της θελκτικής του ευωδιάς και πώς παρήλθε. Με τούτα έφυγε, και εκανόνιζε να στείλει μυνητάδες η αφεντάτη Ευταξία εις τους προσκεκλημένους τεθλημένους, πως να μη παρεγγείλουνε ανθέα, ότι δεν ήτο το πρεπό εις το νεκροταφείον του Σιδή (έτσι το λέγαν, επειδή από τον ευεργέτη βενεφάκτορα Αλέχανδρο - που είχε χαλαλίσει τα λεπτά του ως αγοράσει κτήμα νεκροταφικόν εις την περιοχή), να μη χρειάζειται να φεύγουν οι Εβραίοι του Μπουρναμπάτ με τους νεκρούς τοων, να εθαύγονται αλλού κι αλλού και όπου βγαζ' η άκρη - έφτανε που δεν ανεγνώριζε το κυβερνείο το Τουρκικό τον ίδιον ακριβώς τον Μπενσενιόρ Αρχιραβίνο - δεν τον παραδεχόντανε - κι ας είχε όπως ειδεί η Ευταξία, μιλήσει με τον τρόπο τον πρεπούμενο, και που της είχε αφανεί λιγάκι σαν τον άγιο της πετριάς. Ο εκ Γιαχβέ σαλός, εμονολόγησε. Κι ήρθε η αποφράδα, είχε βαλθεί όλο το υπηρετικό να μάσουνε τα κρέπια, να κεκαλύψουν τους καθρέφτες - και μοναχά αργότερα θα δγιούμε πώς να επιρρέασε η έλλειψη η ενωρίς των κάτοπτρων τον ψυχικό σχηματισμό της Γαρδενίας (σιγά-σιγά μην τρέχωμε, έχωμε και κηδείαν). Και φτάκωμεν, απέξω από του Σιδή, και σταματάγει η αμαξωτή με τα αλόγατα, και ήρθον ούτε έξη φραγκοφόροι, διότι το κιβούρι, ήτανε όσο να πεις, μικρό - ήτανε και η πρώην Εσθερώ κοντούλα, της έλεγε κάποτε η μαμάκα της να μην ανησυχεί, ότι τα πιο βαρβάτα τα αρώματα τα επούλουν σε μικρούλια μπουκαλάκια - τηνε μαζέψανε μα ντηνε πάνε τέσσερις και ήτο ελαφριά, είχε απέλθει αλλιώς εξέλθει εκ κόσμου του ψεύτικου, του μόνου όπως έχομε, αν παρεκτός απ΄την ανάμνηση Εδέμ. Να πούμε, ότι ήλθον εκείνες που ήθελον να γίνουν φιλενάδες της αλλά δεν επροκάμαν. Να πούμε, ότι συμμαζώχτηκαν διάφοροι που θα τη θέλανε στο μέλλον για αγαπητικιά, και οι μεγαλύτεροι οι γιοί καλούτσκων οικογενειών που ίσως να την είχανε ονειρευτεί σε υγρά όνειρα. Να πούμε ότι η μέρα ήτο εν μέρει συννεφιάρα κι είχε στάξει εξ ουρανών μια απαλή ψιχάλα. Και πως πολλά λελούδια στάληκαν στο κονακλί, είχον πια απαυδήσει τα δουλικά να βρίσκουσι τα ανθογυάλια, μα η Κεριμέ κρατούσε το μωρό και τόβρεχε με δάκρυα - γιατί η Κερά της, κάποτε την είχε κοιταγμένη μες στα μάτια και της είχε ειπεί πως θα γενότανε αυτή Κερά μεγάλη, θα της εδίνετο ένα παπόρι βιόλες - και ότι είχε δάχτυλα κρινάτα, σίγουρη ήτο η υπόσχεση πως θάχεν ευτυχίες. Αχ, Κεριμέ - αν ήξερες πόσα ξέρουν να βλέπουνε αυτές που θα πεθάνουν... Κι η Ευταξία, με το μαύρο στην καρδιά της, όταν με τελετή απλή και ούτε που λουσάτη αναλογίζουνταν το βάρος του ανθρώπου εν τη ζωή - είχανε πάρει πλέον να γυρίσουσι στο κονακλί, έπρεπε όπως κανονίσει να σερβιρίσουνε τη σούπα του ψαριού για τους τεταραγμένους, κι απέ τον πιο πικρό καϊφέ παρηγορίας, σχέτο χωρίς τη σεκερίμ τη ζαχαρίτσα, μη λιμπιστεί γλυκό ο χάρος και ξανάρθει - περάσανε με τις βικτώριες, άλλοι πιο παρακατιανοί με αραμπάδες, κάποιοι αργόσχολοι ήρθανε ποδαράτοι να δγιούνε τι γυρεύγανε τόσοι ξενολατρεύτες στο Εβραίικο - πέρασε το λοιπόν η Ευταξία και όλοι οι αποδέλοιποι από ένα κονάκι - που είχε η οικογένεια Γουίταλ την κοπέλα τους με ταραγμένα νεύρα, κι ήτον επί του πιάνου, και τραγούδαγε, σα φόρο της τιμής στην πηγαιμένη με τα αστέρια - το άσμα του πιο τελευταίου ρόδου στο τέλος του καλοκαιριού - και ποίος οφθαλμός δεν έμεινε αδάκρυτος, και θα το επαράγγελνε εν τω καιρώ η Ευταξία για να το παίζει στο γραμμόφωνο - για να τελεί όλο το χρόνο τη Σαννά της - που ούτε είχε να τη δει, το πρώτο της το χτυποκάρδι να σαραντίσει με το μωρό στην αγκαλιά σαν αχλαδίτσα και σα κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια, το στήθος της γεμάτο με το γάλα - παρά σαράντα μέρες ύστερα να σκέβεται ότι θα απεκόπτετο η κεφαλή της από του λαιμού - να έχουν τα μνημόσυνα κι άντε να φτιάχνουν κόλυβα με ρόδι - δεν ήτο να αντέχεται στον άνθρωπο... Κι έλεγε το τραγούδι (ήτανε όλα τα τραγούδια πιο σοφά, μέσα στο μαύρο πένθος) και τραγουδούσε η πιο μικρή απ΄τις Γουίταλ με τα νεύρα της τα πειραγμένα - αν το αγαπάς: When true hearts lie withered - And fond ones are flown- Oh! who would inhabit - This bleak world alone? Και δεν έμεινε κανένας μες στα μάτια του αδάκρυτος, μπόρεσε με πολλά και έκλαψε κι η χαροκαμμένη της Ευταξίας η καρδιά.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η πένθιμη άμαξα που θα πήγαινε τό σώμα της Εσθήρ στον πιο μεγάλο του χορό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου