Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Vennis Mak Βενετία Μακρυνώρη




Με παίρνει ο έρωτάς σου απ' τις φλέβες
στο στόμα σου και με πίνει.
Σ' ένα δωμάτιο μ' άδειο κρεβάτι Τρίτη βράδυ
και βγαίνω διάφανη,
δική σου 
και μόνη στο στρώμα.

Αφήνω πίσω τους φόβους σου
πατημένους 
με τα ρούχα και τις ημέρες
που έλειπες,
σωρό στο πάτωμα.

Σιωπηλά σ' αποδέχομαι,
σιωπηλά.

Πιότερο να μην σ' έχω
παρά να πουν πως μας νίκησαν.

"Και μία δεύτερη φορά, σαν τον παλιό στρατιώτη,θα πέθαινα αγάπη μου, καλύτερα απ' την πρώτη" Κική Κτενοπούλου



"Και μία δεύτερη φορά, σαν τον παλιό στρατιώτη, 
θα πέθαινα αγάπη μου, καλύτερα απ' την πρώτη"
Και μ αρέσει και συμφωνώ με τους στίχους.
Και είναι σούρουπο κρύο γλυκό...
Και θα'θελα αυτό που λείπει τώρα...
Και νωρίς ακόμα για στοχασμούς...
Και ακούω το τραγούδι. Χριστούγεννα έρχονται...
Και πεισματάρικα,πιστεύω στα θαύματα ακόμα...
Κική Κτενοπούλου


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΣΑΛΩΜΗ ΙΙ (ή ο χορός των επτά πέπλων) Χλόη Κουτσουμπέλη

ΣΑΛΩΜΗ ΙΙ
(ή ο χορός των επτά πέπλων)

Ενώ χορεύω αφαιρώ τα πέπλα
από το αμαρτωλό κορμί
και του Ηρώδη η λαγνεία
έρπει στην γυμνή κοιλιά μου.
Στροβιλίζομαι.
Το πρώτο πέπλο για τα μάτια σου
κερήθρες με άγριες μέλισσες
το δεύτερο για τις λέξεις
πύρινο άρμα που στο διάβα έκαψε τα πάντα
το τρίτο, όχι για την άρνηση
αλλά για τις μπακιρένιες δικαιολογίες
που κουδούνιζαν βραχιόλια
τέταρτο, πέμπτο και έκτο
για το αποκεφαλισμένο όνειρο
κρανίο φωλιά για τα κοράκια.
Το έβδομο πέπλο όμως το κρατώ.
Μαύρο, κατάμαυρο.

Αφού ο έρωτας και ο θάνατος
το ίδιο σάβανο φορούν.
Χλόη Κουτσουμπέλη
Φωτογραφία: ΣΑΛΩΜΗ ΙΙ
(ή ο χορός των επτά πέπλων)

Ενώ χορεύω αφαιρώ τα πέπλα
από το αμαρτωλό κορμί 
και του Ηρώδη η λαγνεία
έρπει στην γυμνή κοιλιά μου.
Στροβιλίζομαι.
Το πρώτο πέπλο για τα μάτια σου
κερήθρες με άγριες μέλισσες
το δεύτερο για τις λέξεις 
πύρινο άρμα που στο διάβα έκαψε τα πάντα
το τρίτο, όχι για την άρνηση
αλλά για τις μπακιρένιες δικαιολογίες
που κουδούνιζαν βραχιόλια
τέταρτο, πέμπτο και έκτο
για το αποκεφαλισμένο όνειρο
κρανίο φωλιά για τα κοράκια.
Το έβδομο πέπλο όμως το κρατώ.
Μαύρο, κατάμαυρο.

Αφού ο έρωτας και ο θάνατος
το ίδιο σάβανο φορούν.

Αγαπημένε μου μαρκόνη Μαρία Τσολιά


Αγαπημένε μου μαρκόνη,
είναι που ακούω το "Καραντί" και σου αφήνω δυο λέξεις για ένα κορίτσι που δεν γνώρισες, ένα κορίτσι που περιμένει πότε θα'ρθουν οι μουσώνες... φοβάται, λέει, την έρημο και την ξηρασία, αν στεγνώσει το δέρμα της θα χαθεί, να, νιώθει να ανοίγει κιόλας εκεί που ακούμπησαν λέξεις και δάχτυλα μαχαίρια και έγραψαν στίγματα αιώνια. Πώς να σου πει για τούτον το φόβο τον αρχαίο, πούθε νά'ρχεται, δεν ξέρει, είναι πολλά εκείνα που δεν ξέρει και δεν μπόρεσε κι αυτόν το στίχο σου αν ακούσει ανατριχιάζει: "σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς...", βραχιόλια δεν φορά ποτέ, να ξέρεις... και φοβάται, όχι, λυπάται για τους ανθρώπους με το χειμώνα στην ψυχή, λυπάται που δεν έσωσε τον βασιλιά Atahualpa, δίπλα του ήταν, αόρατη...
Ξέρει όμως ότι κάποτε ήθελε να γίνει σαν εσένα, να στέλνει παύλες και στιγμές στην πλάτη των αφρών, ιστορίες για της καρδιάς τις ψηλές θάλασσες, τις ανίκητες, να τις ακούει το σύμπαν, ν' αλλάξει ο καιρός.
Η τέχνη σου χάθηκε, μα εκείνη έσωσε το τελευταίο σήμα: τελεία παύλα/ παύλα τελεία/ τελεία/ δύο παύλες/ τρεις παύλες/ τρεις τελείες. 'Οπως άνεμος. Βλέπεις; Φυσάει........_ ΜΤ


Art: Thierry de Cordier


Μαρία Τσολιά

29 Νοεμβρίου 2013

Ο Λύχνος του Αλαδίνου- Νίκος Καββαδίας


Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ’ το λαιμό
μας σπρώχναν προς την θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.


Κόκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε την "φιγούρα" μας στον πειρατή ρεγάλο
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ’ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;


Για το άστρο της ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί στο Κονακρί, 
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.


Του ναύτη δώσ’ του στην στεριά κρεβάτι και να πιει.
όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες.... 
Μες το μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κι έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.


Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω 
Και πήδηξ’ ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς, 
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ’ την Σκύρο


Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν, 
μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά, 
κρατώντας στα χεράκια σου τον λύχνο του Αλαδίνου.


Ο Λύχνος του Αλαδίνου- Νίκος Καββαδίας


Ακούστε την εκπληκτική απαγγελία του από τον Γιώργο Κιμούλη


Aκούστε το επίσης με μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και ερμηνεία των :Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας






Διαβάστε για τα μυστικά του λυχναριού του Αλαντίν εδώ :


http://revealedtheninthwave.blogspot.gr/2012/12/blog-post_2327.html

Φρίντριχ Νίτσε Το Νυχτερινό Τραγούδι



Είναι νύχτα: Τώρα μιλούν πιο δυνατά όλες οι αναβρύζουσες πηγές. Και η ψυχή μου είναι μια αναβρύζουσα ψυχή. Είναι νύχτα: Τώρα μόνο ξυπνούν όλα τα τραγούδια των ερωτευμένων. Και η ψυχή μου είναι το τραγούδι ενός ερωτευμένου. Κάτι ανειρήνευτο και ασώπαστο είναι μέσα μου. Θέλει να ξεσπάσει. Μία λαχτάρα για αγάπη είναι μέσα μου που η ίδια μιλά τη γλώσσα της αγάπης. Είμαι φως: αχ, να ήμουν νύχτα! Μα η μοναξιά μου είναι το ότι είμαι περιζωσμένος από φως. Αχ, να ήμουν σκοτεινός και νυχτερινός! Πόσο θα ήθελα να πιω από τους μαστούς του φωτός! Ακόμα και τα ίδια εσάς θα ήθελα να ευλογήσω, ω μικρά σπιθιριστά αστέρια και φωτεινά σκουλήκια εκεί πάνω! – και θα είμαι μακάριος από το φως που θα μου χαρίζατε. Μα ζω μέσα στο δικό μου φως, καταπίνω πάλι τις φλόγες που ξεπηδούν από μέσα μου. Δε γνωρίζω την ευτυχία εκείνου που παίρνει. Και πολλές φορές ονειρεύτηκα πως η κλεψιά θα πρέπει να είναι ευδαιμονικότερη από το πάρσιμο. Φτώχεια μου είναι το να μην ξεκουράζεται ποτέ το χέρι μου από το να δωρίζει. Φθόνος μου είναι το να βλέπω μάτια γιομάτα αναμονή και τις φωτισμένες νύχτες του πόθου. Ω δυστυχία όλων των δωρητών! Ω σκοτείνιασμα του ήλιου μου! Ω επιθυμία της επιθυμίας: Ω ακόρεστη και μέσα στον κόσμο πείνα! Παίρνουν από εμένα: μα αγγίζω και τις ψυχές τους. Μια άβυσσος είναι ανάμεσα στο Δίδω και στο Παίρνω. Και η πιο μικρή άβυσσος είναι αυτή που δυσκολότερα γεφυρώνεται. Μια πείνα γεννιέται από την Ομορφιά μου. Θα ήθελα να κάνω κακό σε εκείνους που φώτισα, θα ήθελα να ληστέψω εκείνους που τους έκαμα δώρα – έτσι πεινώ την κακία. Να τραβώ πίσω το χέρι μου όταν μου δίνετε το χέρι σας. Να κοντοστέκομαι σαν τον καταρράχτη που κοντοστέκεται και στο πέσιμο του: - έτσι πεινώ την κακία. Τέτοιες εκδικήσεις στοχάζεται η αφθονία μου: τέτοιες δολιότητες αναβρύζουν από τη μοναξιά μου. Η ευτυχία μου να δωρίζω πέθανε από το να δωρίζω, η αρετή μου κουράστηκε και η ίδια από την αφθονία της! Αυτός που δωρίζει πάντα, κινδυνεύει να γίνει ξεδιάντροπος. Αυτός που μοιράζει πάντα κάνει κάλλους στα χέρια και στην καρδιά από το πολύ μοίρασμα. Από τα μάτια μου δεν αναβρύζουν πια δάκρυα μπροστά στη ντροπή αυτών που γυρεύουνε. Το χέρι μου έγινε πολύ σκληρό για το τρεμούλιασμα των γιομάτων χεριών. Τι έγιναν τα δάκρυα των ματιών μου και το χνούδι της καρδιάς μου; Ω μοναξιά όλων των δωρητών! Ω σιωπή κάθε φωτοδότη! Πολλοί ήλιοι κυκλοφέρνουν στο έρημο διάστημα: σε κάθε τι που είναι σκοτεινό μιλούν με το φως τους – σε μένα δε μιλούν! Ω, τούτη δω είναι η εχθρότητα του φωτός προς κάθε τι που δίδει φως: ανήλεα ακολουθεί την τροχιά του. Άδικος ως τα βάθη της καρδιάς του προς κάθε τι που δίδει φως, παγερός προς όλους τους ήλιους – έτσι οδοιπορεί κάθε ήλιος. Θύελλας όμοιοι πετούν οι ήλιοι μέσα στην τροχιά τους, αυτή είναι η πορεία τους. Την ανηλεή θέληση τους ακολουθούν, αυτή είναι η παγερότητα τους. Ω, μόνον εσείς, ω Σκοτεινοί, ω Νυχτερινοί, είστε εκείνοι που δημιουργούν θερμότητα από κάθε τι που δίδει φως! Ω, μόνον εσείς πίνετε γάλα και δροσιά από τους μαστούς του φωτός! Αχ, πάγος είναι γύρω μου, το χέρι μου καίγεται αγγίζοντας στο παγερό! Αχ, μέσα μου είναι μια δίψα που λαχταρά τη δίψα σας! Είναι νύχτα: αχ, και να πρέπει να είμαι φως! Και δίψα για το νυχτερινό! Και μοναξιά! Είναι νύχτα: σαν πηγή αναβρύζει τώρα η επιθυμία μου – και διψά να μιλήσει. Είναι νύχτα: τώρα μιλούν πιο δυνατά όλες μου οι αναβρύζουσες πηγές. Και η ψυχή μου είναι μια αναβρύζουσα πηγή και αυτή. Είναι νύχτα: τώρα μόνο ξυπνούν όλα τα τραγούδια των ερωτευμένων. Και η ψυχή μου είναι το τραγούδι ενός ερωτευμένου.

Έτσι τραγούδησεν ο Ζαρατούστρα. Φ. Νίτσε - Το Νυχτερινό Τραγούδι.


http://forum.kakapaidia.gr/showthread.php?t=3174

Το τρένο... Δήμητρας Καββαδία


Το τρένο


Μια ανέλπιστη κληρονομιά, ένα μικρό σπιτάκι λίγο έξω από την πόλη της

Μακάρι να ταν στο κέντρο, θα τη βόλευε στη δουλειά της, μα οι καιροί δύσκολοι

Δεν ήταν σε θέση να μη το δεχτεί…Το σπίτι ήταν μόλις λίγα μέτρα από τις ράγες του τρένου

Στην αρχή σκέφτηκε το θόρυβο… μα εκεί στη μέση του πουθενά

Ίσως τελικά να ταν μια παρέα

Οι επιβάτες, το πήγαινε έλα των συρμών, η παρουσία ζωής…

Μέρα, ποτέ δε φάνηκε τρένο … αργά το βράδυ μόνο σταματούσε ένα και μοναδικό

Δεν μετέφερε επιβάτες…

Ελπίδες το πρώτο βαγόνι, όνειρα το δεύτερο, έρωτες το τρίτο

Δεν έχασε καμιά του στάση

Εκεί πριν το χάραμα το περίμενε πάντα… κι αυτό πιστό στο δρομολόγιό του...

Γέμιζε τα πνευμόνια της οξυγόνο, τη ψυχή της ενέργεια, ένοιωθε δυνατή, ευλογημένη…

Μα σαν πέρασε λίγος καιρός, ένα βράδυ, ένα αλλιώτικο τρίξιμο ακούστηκε

Όχι …δεν ήταν αυτό το τρένο της

Ρίγος τη διαπέρασε και ένα άσχημο συναίσθημα την κυρίευσε…

Κρυμμένη, κρατώντας την ανάσα της περίμενε…

Το ουρλιαχτό από την άγρια συνουσία των μετάλλων σταμάτησε

Οι πόρτες άνοιξαν

Από το βαγόνι της ελπίδας κατέβηκε ο φόβος …

άσχημος, καμπούρης, μαζεμένος σαν κουβάρι, έτρεξε να κρυφτεί στη σιγουριά της νύχτας…

Από το βαγόνι των ονείρων κατέβηκε η ανεργία,

απειλητική, με δόντια σουβλερά και μάτια που έψαχναν θύματα τριγύρω…

Από το βαγόνι του έρωτα κατέβηκε η μοναξιά,

θλιμμένη, με μάτια υγρά, να ψάχνει μάταια και απελπισμένη…

Η μικρή μας φίλη παγωμένη, σχεδόν χωρίς ανάσα κοιτούσε τους νέους επιβάτες…

Αυτοί θα ταν η παρέα της στο εξής; Αυτούς θα πρόσμενε τα βράδια;

Γύρισε στο μικρό σπιτάκι της κι απ το παράθυρο έμεινε να κοιτά τη σκοτεινή φιγούρα ν απομακρύνεται

και να χάνεται στο σκοτάδι, όπως ακριβώς είχε έρθει…

Δεν ξαναβγήκε νύχτα να το περιμένει

Μόνο σκεφτόταν… σκεφτόταν μέρα νύχτα

Ένα βράδυ, λίγο πριν το χάραμα

Πήρε μια μεγάλη μαύρη πινακίδα

Και με άσπρη μπογιά έγραψε με μεγάλα γράμματα…

ΣΤΑΣΗ ΖΩΗ

Κι έτρεξε και την κάρφωσε στο σταθμό

Αυτό το τρένο δε θα έκανε στάση ποτέ πια εκεί… 
13 Οκτωβρίου 2012 στις 5:31 μ.μ.
Δ. ΚΑΒΒΑΔΙΑ



"
http://youtu.be/CaZlLsFN2vg