Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Σάρα Κέην, Λαχταρώ (Δίψα)

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου...
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.

Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,

Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου,
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,

Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,

Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ τη ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,

Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα,
Τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Σάρα Κέην, Λαχταρώ (Δίψα)

Δεν παίΖω με Ψαράδες Κάκια Παυλίδου

-.Έναν Ουρανό Θέλω, να με Εξατμίσει, είπε η Θάλασσα...

Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Μάρτης του '75 ''Τα ερωτικά''.

ΕΡΩΤΙΚΟ 

Ω πόσο μιλήσαμε εκείνη τη μέρα, αγάπη;...
Για τους Έρωτες που ταξιδεύουνε,
τους προδομένους που ''τρυπιούνται'',
τα βόλια που δεν ''τελειώνουνε'' τον πρόεδρο τον κράχτη...

Για τα γυμνά αγάλματα π' αμέριμνα καμαρώνουνε,
για ψίθυρους που γίνονται καρδιάς ανεμοστρόβιλοι,
για 'κείνη την ελπίδα που τόσο αργοπορεί, 
για τις Ανατολές που ακόμα δεν λένε να φανούν...

Για κάλπικες απαντοχές, για το παράπονο μιας Άνοιξης,
που ''σκάλωσε'' στις άθλιες, κενές ψευτοειδήσεις,
για το αλάτι της ζωής και για σβησμένους ήλιους,
για τους ζωντανούς νεκρούς της νέας Ουτοπίας...

Για ανυπόταχτες ψυχές πίσω απ' το συρματόπλεγμα,
για 'κείνο το άγγιγμα που έμοιαζε άλικο ροδοπέταλο,
π' ακούμπησε τον χαμό κι έγινε ηλιαχτίδα,
που έφερε στη ζωή μας χιλιάδες νέους ποιητές...

Ω πόσο μιλήσαμε εκείνη τη μέρα, αγάπη;...
Ο κόσμος όλος ...μέσα σε δυο ανάσες...
Δικός μας κόσμος... Δικές μας ανάσες... Εμείς!...

Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Μάρτης του '75 ''Τα ερωτικά''.

Εκεί ο θεός κοιμόταν (απόσμασμα) - Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί


Νύχτα Santina konstantinidou

Νύχτα .

Αναμονές .

Ανατροπές .

Μυστικοί , υπόγειοι προσανατολισμοί .

Φεγγάρια μακιγιαρισμένα .

Αγάπες απεγνωσμένες .

Λυγμοί .

Σιωπές .

Ελπίδες τραυματισμένες .

Ονειρα με αντιπαροχή .

Το καλοκαίρι εξορισμένο , κρύβεται μέσα σ ' ενα μοναχικό κοχύλι .

Το πάθος σπονδή στα κύματα .

Και ένα πιάνο ...

ακροβατεί στα σύννεφα επώδυνα και μυστικιστικά

με μια παράφωνη και αόρατη απελπισία στα πλήκτρα ...
© Santina konstantinidou

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Το καραντί Ν.Καββαδίας




Μπάσσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
Ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα

Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα
Που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίσει τροπικές

Παντιέρα κίτρινη σινιάλο του νερού
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο
Τα δυο φανάρια της νυκτός και ο Pissanello
Ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού

Το καραντί... Το καραντί θα μας μπατάρει
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
Κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

Όρτινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
Όπως και τότε απ' του Κολόμβου την κουκέτα
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις τη μπαρκέτα
Χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
Κι άχος μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανα τους

Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
Στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά στο στόμα φύκια
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά

κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά
Διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια

Το καραντί... Το καραντί θα μας μπατάρει
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά

Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
Κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει


Το καραντί
Στίχοι:Ν.Καββαδίας
Μουσική:Θ.Μικρούτσικος

Η ΓΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ Πόπη Συνοδινού

Η ΓΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ
22 Φεβρουαρίου 2011 στις 7:10 μ.μ.
Πλησιαζε πια εναν αιωνα στο κατωφλι της,
μα τα χε τετρακοσια οπως συνηθιζουμε να λεμε.
Ειχε μυρισει τον θανατο διπλα της οταν μυρισε θανατιλα το διπλανο διαμερισμα.
Ειχε πεθανει μια φιλη της που συνηθιζαν να πινουν μαζι λιγο καφε και να κοιταζουν το φλυτζανι..συνηθεια της νιοτης.
Οταν ειδοποιησε τους γειτονες ειδε την παλια της φιλη να φευγει στηριγμενη πανω σε δυο αντρες.
Δεν φυσηξε τον κορφο της.
Συνεχισε να κανει τις δουλειες του σπιτιου της οπως καθε ημερα.
Ομως της μπηκε πια η ιδεα της φυγης.
Ηταν σιγουρη πως θα φευγε, γι αυτο εκανε μια προσπαθεια να θυμηθει που θα μπορουσε να εμπιστευτει το κουφαρι της.
Και βεβαιωθηκε αυτο που καιρο ηξερε.
Αν θα πεθαινε δεν θα υπηρχε κανεις να της χαρισει εναν αξιοπρεπη θανατο.
Ετσι εκανε τα κουμαντα της και πηγε σε μιαν εταιρεια που φροντιζαν αυτες τις περιπτωσεις.
Ανοιξε το συρταρι της και πηγε στην τραπεζα με το φθαρμενο βιβλιαριο και σηκωσε ολα της τα χρηματα.
Επειτα με ολη της την αξιοπρεπεια εκλεισε την συμφωνια.
Κοιμοταν πιο ησυχα τα βραδια...
Η γατα της σαν να καταλαβε την γαληνη της και δεν εκανε πια φασαριες.
Απλωνοταν στα ποδια της και χουρχουριζε.
Η μοναξια απλωνε τα νυχια της πανω της σαν της γατας...ομως εκεινη πια δεν ανησυχουσε...
Κοιμοταν με την μοναξια της κι ετσι ξυπναγε..
Τουλαχιστον να φευγα ορθια, ελεγε μεσα της και ενα τσοφλι θλιψης τσουλαγε αργα.
Μια ημερα γκριζα οπως ειναι οι μερες στην πρωτευουσα εμαθε πως η εταιρεια επεσε εξω.
(τι παει να πει παιδι μου αυτο); ρωτησε την υπαλληλο με χερια που ετρεμαν καθως κρατουσε το ακουστικο. (και ποιος θα φροντισει τωρα τον θανατο μου);
(ηρεμειστε κυρια μου, θα φροντισω να σας φερουμε τουλαχιστον το φερετρο).
Και πραγματι, την αλλη μερα δυο κατσουφηδες αντρες της εφεραν το φερετρο, ενα απλο και οικονομικο οπως τους ειχε τονισει..
Τους εδωσε οδηγιες και το τοποθετησαν διπλα στο κρεβατι της.
Κι εφυγαν οπως ηρθαν, ετσι, βαρεις κι αμιλητοι...
Η γατα συνηθιζε να μπαινει μεσα στο φερετρο.
Εκει τωρα πια χουρχουριζε..
Βρε που φτασαμε, μουρμουρισε η γυναικα να πεσει εξω η εταιρεια...
(τ ακους Τιτικα μου); ρωτησε την γατα λες κι αυτη θα καταλαβαινε..
Κι αυτη ξαναμπηκε μες στο φερετρο και νιαουρισε με ευχαριστηση.
(τι παραξενος τουτος ο κοσμος)..ειπε η γρια στον εαυτο της και κοιταξε εξω απ το παραθυρο.
Κι ηταν σαν να μην εβλεπε τιποτε, αφου την αξιοπρεπεια που ηθελε για να πεθανει οπως ηθελε την αγορασε μιση..
Κι ας εδωσε ολα της τα χρηματα...