Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Κωνσταντίνος Κόλιος Γιατί άραγε τα πράγματα να μην αρκούνται στη μία φορά;



Γιατί άραγε τα πράγματα να μην αρκούνται στη μία φορά;

Μία φορά να πλένεις τα πιάτα και να είναι για πάντα καθαρά.
Μία φορά να φιλάς και να κρατάει η γλύκα χρόνια
μία φορά να λες το σ΄αγαπώ κι ο άλλος να το δένει κόμπο.

Να τρως μία μόνο μπουκιά ψωμί και να χορταίνεις 
μία γουλιά νερό και να ξεδιψάς 
να έχεις έναν μόνον εαυτό
που θα χρειάζεται έναν φίλο
το πρωί να βγαίνει λίγος ήλιος 
η μηλιά να βγάζει ένα μήλο
το στάχυ έναν σπόρο 
στη θάλασσα να κολυμπάει ένα ψάρι
και στον ουρανό να πετάει ένα πουλί.

Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα 
για αυτό μη μου μιλάς για οικονομία
μίλα μου για αφθονία. 
Πέφτουν στη γη και σαπίζουν τα φρούτα
που παραμένουν στα δέντρα 
κι υπάρχουν τόσα σκουλήκια χορτασμένα 
και τόσα πουλιά νηστικά.

"Απομυθοποίηση" Μαρίας Ρετάλη από την ποιητική της συλλογή "Λόγου και Πάθους αντιμαχία" DISILLUSIONMENT - Maria Retali Sence and Passion conflict



Το βιβλίο- ποιητική συλλογή της Μαρίας Ρετάλη
 με τίτλο Λόγου και Πάθους αντιμαχία,
μετάφραση στα Αγγλικά από τον Στέφανο Βογαζιανό- Roy,
εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ – ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ.
O πίνακας που κοσμεί το εξώφυλλο είναι της ζωγράφου - ποιήτριας Μαρίας Ρετάλη

Το βίντεο δημιούργησε η Πετρούλα Σίνη . Οι πίνακες και η ποίηση είναι της ζωγράφου - ποιήτριας Μαρίας Ρετάλη

"Απομυθοποίηση" Μαρίας Ρετάλη από την ποιητική της συλλογή "Λόγου και Πάθους αντιμαχία"

DISILLUSIONMENT - Maria Retali Sence and Passion conflict

Δεν είναι η απώλεια η αίσθηση ότι τον Παράδεισο που είχαμε τον χάσαμε...

It is not the loss the feeling that paradise once owned is now gone...

Είναι η γνώση ότι δεν το είχαμε βρει ποτέ... και ότι τελικά Παράδεισος δεν υπάρχει...

It is waking up to paradise never being discovered...

The knowledge that it's nowhere to be found...

Πώς με τρομάζει το μυστικό κομμάτι του εαυτού μου...

So much my own self's secret side scares me...

Τα κρυμμένα για χρόνια άγνωστα ένστικτα, τα ξεχασμένα, καλά κρυμμένα κάτω από συμβατικές συμπεριφορές...

The deftly disguised impulses for so many years lying low, forgotten clothed skillfully in mischievous etiquette...

Φοβάμαι αυτό που είμαι και δεν το ξέρω...

Φοβάμαι αυτό που είσαι και δεν το ξέρεις...

What I am and know not of scares me and so does what you are and you neither know of

Σου έταξα τον Παράδεισο μα πώς να σ'τον δώσω αφού δεν τον έχω και δεν γνωρίζω πως είναι...


I once pledged heavens to offer you yet how can I ever honour my promise having neither gained access to Eden nor even knowing what it looks like

Διαβάστε άρθρο  με την κριτική μου για την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Μαρίας Ρετάλη : http://tehneskaigrammata.blogspot.gr/2013/07/blog-post.html

ALDA MERINI Τα πιο ωραία ποιήματα




Τα πιο ωραία ποιήματα


γράφονται πάνω στις πέτρες με πληγωμένα γόνατα

και σκέψεις αιχμηρές από μυστήρια. 

Τα πιο ωραία ποιήματα 

γράφονται πάνω σ' αδειανή Αγία Τράπεζα, 

κυκλωμένα από τα ιερά σκεύη της θεϊκής παράνοιας. 

Έτσι
, τόσο παράφορα τρελός που είσαι 

υπαγορεύεις στην ανθρωπότητα 

στίχους στασιωτικούς 

και βιβλικές προφητείες 

σαν αδερφός του Ιωνά. 

Μα στη Γη της Επαγγελίας 

εκεί που φυτρώνουν τα χρυσά μήλα 

και το δέντρο της γνώσης 

ο Θεός δεν έχει κατέβει ποτέ ούτε σ' αναθεμάτισε. 

Ομως εσύ ναι, αναθεματίζεις 

στιγμές-στιγμές το τραγούδι σου 

γιατί κατήλθες στον Αδη 

εισπνέοντας το αψέντι 

μιας κακής επιβίωσης. 

ALDA MERINI 1931-2009

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ Λυπιού


Λυπιού


της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ


Προοίμιο


Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…


Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.


Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι... όχι... λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».


Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.


Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας.
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

(Ακούστε το παραπάνω απόσπασμα από την ίδια να το απαγγέλει  : Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ - Λυπιού (απόσπασμα) (2-4-2013))

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ' το μαύρο στο τέλειο.


Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»


Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.


Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

Νικόλας Άσιμος ''Θα'ρθω να σε βρω''




''Θα'ρθω να σε βρω''


Θα'ρθω κανα βράδυ να σε βρω..

και το μυστικό μου να σου πω...

το΄ψαξα πολύ για να το πω σε σένα

κι ας με θεωρήσουν παλαβό




Μέσα απ' τα σκοτάδια κι απ΄το φως

είμαι εγώ ο γιος του καθένος

με τη Λευτεριά μου έχω γίνει ένα

και δεν είμαι πιόνι κανενός.




Στα παιχνίδια όλων σας, έκανα χαλάστρα, 

για κανέναν πούστη δε θυσιάζομαι.

Μ'έχουν και κοροϊδο και χαμένη φάτσα 

μα στην αγκαλιά σου εκστασιάζομαι.

Όσο κι αν θέτε δε θα με πάτε 

κει που πλανάται η βία κι η αποχαύνωση 




Πίστη δεν έχω,

μήτε πατρίδα

με διώξατε Όλοι...

μα 'σένα σε θέλω ζωντανή!!




Δε το λέω για να παινευτώ

ζήταγα πολύ ν'αγαπηθω

έδωσα Τα Πάντα και τα ξαναδίνω

και γι'αυτό Μπορώ να σ'Αγαπώ




Δε θα με γνωρίσεις θα με δεις,

είμαι κυνηγός κι ονειρευτής

μη σε παγιδέψουν σε καμμιά βιτρίνα

και σε ''Παραδείσους''σου χαθείς




Δε ζω με τους νόμους σας

τα χαρτιά και τ'άστρα,

για να τη βολέψω,

εγώ δε νοιάζομαι.




Πόσα μ'αποξενωσαν

ψευτικα ηταν κάστρα

κι εχω βγει απ'εξω

δεν τα χρειάζομαι.




Σε τουτο τον παλιοκοσμο

ενας να εμενε

κι ας θελει η Αρια φυση σου

εκείνος θα διαβρωθει.




Αγάπησέ με βλέμμα μου

βοήθησέ με αίμα μου

δύσκολο να πεθάνουμε

καρδιά μου...

λυπάμαι τη ΖΩΗ.



Στίχοι:

Νικόλας Άσιμος

Μουσική:

Νικόλας Άσιμος


1. Νικόλας Άσιμος














Οι λυπημένες φράσεις Κική Δημουλά



Mε ημέρα αρχίζει η εβδομάδα,
με ημέρα τελειώνει.
Kι η Kυριακή, κόμπος σφιχτός
να μη λυθούν οι εβδομάδες.
Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
Λίγο να σταθείς στ' ανοιχτά παράθυρα
και να κοντοσταθείς σ' αυτά που δεν συμβαίνουν,
περνάει η ώρα.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
σιγά-σιγά η Kυριακή μεσουρανεί
σαν τρομαγμένη απορία.

Στις γειτονιές
περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα, ριζικά.
Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν' αρκουδάκι
δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Mονρόε...
Mη γελάς. Bρέθηκε κάποτε νεκρή η Mονρόε.
Mε πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς.

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές.

Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
Mη γελάς.
Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Aπρίλης.
Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Eμένα μ' εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Mη γελάς.
Έαρ δεν γίνεται
με ρίμες
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
και όλα τ' άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

Tην Kυριακή τραβάει σε μάκρος
των τραγουδιών η αγωνία
ποια γυναί- ποια γυναί-

Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.




(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)


Πηγή : http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=277&author_id=69
.

Δημήτρης Νομικός Εάν αισθάνεσαι το χώρο άδειο...



Εάν αισθάνεσαι το χώρο άδειο, γέμισέ τον από τις σκέψεις σου. Οι σκέψεις είναι που δίνουν περιεχόμενο στο κενό! Εάν αισθάνεσαι τη ζωή άδεια, γέμισέ τη με συναισθήματα. Αυτά δίνουν χρώμα και ουσία και σε κάνουν να βλέπεις γύρω σου. Εάν αισθάνεσαι το μέλλον αβέβαιο, άρχισε τη δράση. Οι δράσεις είναι που κάνουν το μέλλον να είναι κάποιο. Εάν αισθάνεσαι ότι δεν βρίσκεις την άκρη, δεν πειράζει, ζήσε τη στιγμή, ίσως στη μαγεία του μυστηρίου να είναι η απάντηση.

Dimitris Nomikos
12/01/2014