Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Σωτήρης Σπηλιώτης, ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΩΔΙΕΣ ΣΤΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ ΤΟ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑ


Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΩΔΙΕΣ ΣΤΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ ΤΟ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑ
17/04/2014

Ανοιξιάτικες ευωδιές
στης πανσέληνου το καθρέφτισμα

Ανοιξιάτικες ευωδιές

μ΄ όλα αυτά τα χρώματα 
τ΄ άστρα 
και τ αρώματα.
Ναι... 
Ιστορίες γεμίζουν παιδικές ψυχές
μ΄ όνειρα ασώματα
παιχνίδια και μαλώματα.
Ναι... 
Λουλουδίσματα στην αυλή
που είναι γεμάτη πράσινο 
κάτω από ένα ήλιο 
χρυσό μα και κολάσιμο.
Ναι...
Μες σε μια φύση 
που Ανθεί ,
έξω ναι μας καλεί .
Ήρθε άνοιξη στην ζωή 
κι εμείς όλοι γέλασα με, 
τα κρύα τα περάσαμε.
Ναι...
Έτσι οι μαύρες συννεφιές
έμειναν πια στις αθέατες 
του κόσμου τις πλευρές . 
Ένα φεγγάρι μας καλεί, 
στους χορούς της άνοιξης
που είδε όλη η γη. 
Αχ, είναι όμορφη η ζωή 
χιλιάδες λουλουδίσματα, 
χρώματα ασπρίσματα. 
Ναι...
Από χέρια παιδικά, 
από της ζωής φεγγίσματα 
μέσα στην καρδιά .
Ανοιξιάτικες ευωδιές
μ όλα αυτά τα χρώματα, 
τα άστρα και τα αρώματα.
Ναι 
Της πανσελήνου καθρεφτίσματα 
της γης μας για την άνοιξη 
χαράς καλωσορίσματα .
Ναι...
Σωτήρης Σπηλιώτης

εργο ΦΩΦΗ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ ιδ συλλογη






Αναρτήθηκε από Sotiris Sp στις 7:10 π.μ. 

Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα θλίψης...)



Μαίρη Γκαζιάνη
18/4/2014

στην ακαμψία που φέρνει ανατριχίλα
δίχως χάδι... δίχως άγγιγμα...
και το μοιρολόι θαμμένο στα έγκατα της καρδιάς
Βουτιά στην ανυπαρξία
η ψυχή αποσύρεται δίχως δάκρυα
στο απόλυτο άχρωμο μαύρο ή άσπρο
δίχως αναλαμπές προσδιορισμού... επανένταξης
Βουτιά στη θλίψη...
που στάζει... στάζει... στο κενό
σωρός μετέωρη στο πουθενά του απείρου
χωρίς αισθήσεις αλλά με αισθήματα
Ανάμεσα στον ενταφιασμό και στην Ανάσταση
εκεί μας εξόρισαν να μείνουμε...
γιατί η αγάπη έχει τίμημα
Ακούς ψυχή μου;;;
Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα θλίψης...)

Αγγελίνα Ρωμανού


Αγγελίνα Ρωμανού


18 Απριλίου


Είναι καιρός που όταν συνομιλώ, ραντίζομαι με τσίπουρο που βγαίνει με το σάλιο. Μυρωδιά μαστούρικη, βλέμμα χαλαρό και ύφος προς μπλαζέ. Φτιασιδωτό. Ανήμπορο. Και χαλασμένο. Από τύπους άλλοτε ορθούς, ίσως ευφυείς, μπορεί και σπουδαγμένους.




Είναι καιρός που όταν παρατηρώ, βλέπω αστάθεια. Βήμα αγοήτευτο, καρδιά μισή, με έρωτα χωρίς. Από μέλη ανήλιαγα, από χείλη σφιχτά, από λέξεις αζήτητες.

Βιώνουμε μια παρακμή μα αν δεν το θέλαμε για ζωντανοί, παραίτηση θα ήταν και η αναπνοή. Γι’ αυτό ας προχωράμε. Με δυνάμεις, με παρότρυνση, με προσμονή. Μ’ έναν σταυρό στο μέσα μέρος του καρπού, με μια γεύση από βιολέτα κι έναν ήχο εκκλησιάς καμπανωτής.

Είμαστε εδώ για να στολίζουμε επιτάφιους μουρμουρώντας το «βοήθα με» μα μένουμε εδώ για να σπάμε και τεχνήματα φωτιάς στον ουρανό. Για να κάνουμε τ’ άστρα να νιώθουν απέθαντα.

Εύχομαι μια καλή Ανάσταση σε όλους.

Γιατί μας χρειάζεται.

.

.
Αγγελίνα Ρωμανού

Βαγγέλης Φίλος Γαλάζιο αστέρι Από την ποιητική συλλογή, Μηδενική Ακολουθία, 1989



Γαλάζιο αστέρι


Φίλοι με πυροβόλησαν,
φίλοι με σταύρωσαν.
Σύντροφοι φυγάδεψαν
το φεγγάρι.
Για ποιον να αναστηθώ
τις κρύες νύχτες;

Βαγγέλης Φίλος 
Από την ποιητική συλλογή, Μηδενική Ακολουθία, 1989

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Διονύσης Μαρίνος τα χέρια σου



Διονύσης Μαρίνος
18/4/2014 ·


τα χέρια σου
μαύροι πεσσοί στο σκάκι
τα χέρια σου 
φίδια με το φαρμάκι ορφανό 
τα χέρια σου 
ένα βαγόνι δίχως θέσεις 
τα χέρια σου
στάχτη που δεν την ζήτησε κανείς


στα χέρια μου
θάνατος φυλάει σκοπιά 
και σε φωνάζει

Αλέξης Σταυράτης Πού πας παιδί μου να κρυφτείς, πού πας να βασιλέψεις… [Απόσπασμα από: ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ].








Πού πας παιδί μου να κρυφτείς, πού πας να βασιλέψεις… [Απόσπασμα από: ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ].

…Καθώς έχει σκύψει το κεφάλι, όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι.


Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου


Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;


Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου


Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;


Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα


για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα


αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…


Το σύννεφο απομακρύνεται, οι σταυροί διακρίνονται και πάλι καθαρά. Στα δεξιά του λόφου, πίσω απ’ τους σταυρούς, ένα δέντρο γυμνό σχεδόν, μόνο στις άκρες ξεμυτίζει λίγο πράσινο. Δυο νεκροπούλια κάθονται υπομονετικά στα κλαδιά και περιμένουν να φύγει ο κόσμος. Κάπου-κάπου κρώζουν και βαραίνει περισσότερο η πένθιμη ατμόσφαιρα. Η Μαρία στρέφει προς αυτά το βλέμμα της.


Μαύρα πουλιά του χάροντα κι αφέντες του θανάτου,


αυτού ψηλά που κάθεστε, πείτε τι καρτεράτε.


Αν είναι σάρκα για φαΐ, να πάω να σας φέρω,


αν είναι αίμα για πιοτί, τρέχω να σας ποτίσω.


Μα αν είναι για το γιόκα μου, τον πιο ’μορφο λεβέντη,


άδικα που προσμένετε, κακό κι αν κατεβείτε.


Εγώ είμαι η μάνα του Θεού και χάρο δε λογιάζω,


ντύνω, στολίζω το παιδί, με μυρωδιές το λούζω,


λίγο να μου ξεκουραστεί και πάλι περπατάει.


Στον απέναντι λόφο μερικά παιδιά κινούνται χορευτικά φορώντας μαγιάτικα στεφάνια στο λαιμό τους. Η γη είναι πράσινη και ο μαύρος ουρανός δε φαίνεται να τα φοβίζει, θα μπορούσαν ακόμα και να τραγουδάνε. Η Μαρία τα βλέπει και τα καλοτυχίζει.


Καλότυχες οι μάνες σας, καλότυχοι οι γονιοί σας


που καρτερούν το λιόγερμα να σας γλυκοφιλήσουν.


Εγώ είμαι μαύρη κι άραχνη, νεκρή κι ας σας μιλάω,


ένα παιδάκι γέννησα, δεν έχω άλλον κανένα.


Σύρτε, φευγάτε σπίτια σας, τι εγώ θα σαβανώσω,


τα λούλουδα, την άνοιξη, τον ήλιο, τον υγιό μου.


Σταματάει να κινείται και στρέφεται ξανά στο σταυρό.


Γιε μου, τούτη η Παρασκευή δεν είναι σαν τις άλλες. Ετούτη η Παρασκευή είναι η πιο μεγάλη μέρα του θανάτου.


Τραβάει απότομα το μαντήλι από το κεφάλι, τα μαλλιά πετάνε στον αγέρα, ανατριχιάζουν. Τραγουδάει σιγανά, χαροκαμένο μοιρολόι οι λέξεις, σέρνει αργά τα βήματά της.


Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα


σήμερα που σταυρώσανε το γιο μου το λεβέντη.


Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι οι οχτροί σου


καρφιά να μπήξουν στο κορμί, στα χέρια, στα ποδάρια.


Κι όσο κοιτούσε η μάνα σου, τόσο βαριοχτυπούσαν


κι ως έβλεπαν τα μάτια μου, τόσο χασκογελούσαν.


Μα τι να κάμω η δόλια εγώ, πώς να τους σταματήσω;


Να σταυρωθώ δε μ’ άφησαν, ούτε να με καρφώσουν,


το αίμα ήθελαν του γιου, του πάντων Βασιλέα.


Να κλάψω άλλο δεν μπορώ, μη πλημμυρίσει ο κόσμος


κι ούτε να σκούξω από ψηλά, μη γκρεμιστούν τα σπίτια.


Να βρω γκρεμό να τσακιστώ, ποτάμι να με πνίξει,


να βρω και μία θάλασσα, φαρμάκι να χορτάσω,


γιατ’ έχω γιο μονογενή, κι εκείνον σταυρωμένο.


Άνθρωπος δεν παρηγορεί χαροκαμένη μάνα


μήτε κι η άνοιξη αν ντυθεί στο χρώμα του θανάτου,


μόν’ το Μεγάλο Σάββατο με κάνει για να ζήσω


αν θα σημάνουν οι εκκλησιές κι αν τα κεριά θ’ αστράψουν


θάχω κι εγώ ανάπαψη, θάχω χαρές μεγάλες.


Πλησιάζει στο σταυρό. Οι άλλες γυναίκες ακολουθούν σιωπηλά με το κεφάλι σκυμμένο και το στήθος τους ν’ αναταράζεται από βουβούς λυγμούς. Μια γυναίκα, με χαρακτηριστική στολή παλαιστίνιας, περνάει ανάμεσα σ’ αυτές και τους σταυρούς, κατευθύνεται οργισμένη στους στρατιώτες. Εκείνοι σηκώνονται όρθιοι σε θέση μάχης. Ο Ιωάννης κοιτάζει κάπου αλλού, σαν κάποιον να περιμένει. Τότε πλησιάζουν άλλοι δυο άντρες και προστίθενται στο χορό των πενθούντων.


Οι άλλες μοιρολογίστρες κουνάν θρηνητικά τα χέρια, χτυπάν μ’ απελπισία το κεφάλι, το πρόσωπό τους. Ακούγεται ομαδικός θρήνος, σαν των μανάδων της Βηθλεέμ όταν έσφαξε ο Ηρώδης τα παιδιά τους. Η Μαρία έχει φτάσει ήδη στο σταυρό. Τον αγκαλιάζει από τη ρίζα και σηκώνεται στηριζόμενη στο αιματοβαμμένο ξύλο...


Μόλις τα χέρια της αγγίζουν τα ματωμένα πέλματα, ξεσπάει σε θρήνο σιγανό, μοιρολογεί σαν όλες τις μανάδες. Το βλέμμα της ικετευτικό προς το πρόσωπο του νεκρού.


Έρμα μου χέρια, πιάστε το νεκρό κι αγαπημένο σώμα,


εσείς που τόσα χάδια δώσατε και τόσες αγκαλιές.


Βοηθείστε με, κυράδες μου, το γιο μου να φροντίσω,


η μια να φέρει το νερό κι η άλλη τα λουλούδια


κι η τρίτη η μικρότερη, στεφάνι να του πλέξει.


Να τον στολίσω για χαρά, γαμπρό να τον κινήσω


και να του λούσω τα μαλλιά μ’ αρώματα περίσσια.


Χρυσό χαλκά στο χέρι του, στολίδια για τη νύφη,


να στρώσω το κρεβάτι του, να κοιμηθούν αντάμα.


Μόν’ πρώτα βγάλτε τα καρφιά, τ’ αγκάθια απ’ το κεφάλι,


σκουπίστε τον ιδρώτα του, απ’ την πλευρά το αίμα


και μη σας νοιάζουν τα φτωχά και λερωμένα ρούχα.


Τι εγώ θα φέρω αλλαξιές καινούργιες να τον ντύσω


μη τον κακοκαρδίσουνε και μου πονέσει πάλι.


Σταματάει το θρήνο και σιγοψιθυρίζει.


Πώς να τ’ αντέξω, γιε μου, πώς να δεχτώ ότι εσένα αγκαλιάζω; Νεκρός εσύ σαν όλους τους νεκρούς;


Γιε μου, ακριβέ μου, σπλάγχνο μου, όλα τα δάκρυα τα ’χυσα


και τώρα που διψάς εσύ, νερό δεν έχω να σου δώσω.



==================================================================



[Απόσπασμα από τον δραματικό μονόλογο ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, σελ. 25-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013]

Αλέξης Σταυράτης

14 Απριλίου

Μεταξία Δρογώση ΘΕΙΟ ΛΑΘΟΣ




Metaxia Drogosi
18/4/2014 ·



Σαν το αίμα μου τρέχεις

φως φιτίλι δεν έχεις

λυχνάρι μου


κάποιος πλένει τα χέρια

σβήσαν όλα τ` αστέρια

φεγγάρι μου.

Δυο αργύρια και κάτι

δρόμος πέτρα κρεββάτι

μ` αρνήθηκαν

τα ιμάτια λίγα

στο παζάρι τα πήγα

πουλήθηκαν.




Η χλαμύδα το στέμμα

το αιώνιο ψέμα

δικάζουνε

παρά μία σαράντα

οι πληγές μου για πάντα

μ` αλλάζουνε.




Ο σταυρός μου στους ώμους

στων ανθρώπων τους νόμους

δεν στάθηκα

Γολγοθάς κι ανεβαίνω

μοναχός να πηγαίνω

κουράστηκα.




Τελευταίο ταξίδι

η χολή και το ξύδι

στα χείλη μου

απ` αγκάθια στεφάνι

στην καρδιά τρύπες κάνει

Απρίλη μου.




Σαν λεκέ σε χιτώνα

δάκρυ αίμα σταγόνα

παγίδεψα

σε μια πέτρα κλεισμένος

για τον κόσμο σας ξένος

ταξίδεψα.




Μες το «θείο» μου λάθος

της ζωής μου το πάθος

παράσταση

μία σκέψη κρατάω

κι αν θα `ρθει δεν ρωτάω

Ανάσταση.