Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Νανά Τσόγκα, Σκηνικό: χωρ ισμός








Είπανε να βρεθούν για τον Επίλογο

δεν γίνεται να βάλεις από μακριά τελεία

στα σεντόνια

τσαλακωμένα και νωπά

από ιδρώτες έρωτες που δεν μπορούν να σβήσουν.

Ρούχα χειμώνες πάνω σε κορμιά αδειανά

- αχ, πώς μισούν απόσταση

σε χιλιοστού αναπνοή και μετανιώνουν


(Πετάνε ακόμα πεταλούδες! – είναι σίγουρη

Το χρώμα των ματιών της θα ξεχάσω

- τις υποθήκες του στο χώμα εκείνος.)


με νοτισμένο βλέμμα κοιτάζουνε μαζί

αλλού

ο καθένας μόνος του

από αέρα σιωπηλό καμπύλη η κουρτίνα


- τέλος της επανάληψης, κλείνει η παρένθεση -


λουλούδια μαραμένα έχουν γεμίσει το δωμάτιο

χωρίς παραγγελία αφρός καταργημένος της γιορτής

φυτρώσανε κιόλας στον κήπο ανελέητα

ζιζάνια τυρανικά του πόθου.


Τώρα για χάδι η ψυχή έχει μόνο τον καπνό

τα δαχτυλίδια του ως το ταβάνι-ουρανό.


Βλέπει τον ύπνο άχρωμο

πλάτος τριάντα εκατοστά να πιάνει στο κρεβάτι


όπως μένει στην άσφαλτο σχέδιο με κιμωλία

σε τόπους αυτοψίας

όταν σηκώνουν το νεκρό για να τον μεταφέρουν

στο νεκροτομείο των υποθέσεων


ενώ στον κήπο στήνουνε χορό

οι φωτισμένες απουσίες

τη στιγμή

που δειλινό ηδυπαθές ρίχνει τα πέπλα

οι μουσικές φυλλορροούν των άστρων λυγμικές

και τα παρτέρια γίνονται νησιά

πρόθυμα στο φευγιό τους


εκείνη μαύρο τριαντάφυλλο θ’ αγγίξει για να βγει

αγκάθι-μνήμη αιμάτινο να πεθυμήσει ήλιο

κι όλα τα πέταλα έρωτα

με πάταγο στο πάτωμα θα πέσουν.


Πλησίστιο κατηφορίζοντας στην επικράτεια

της αθωότητας

μικρό πουλί τουφεκισμένο κάθε τόσο

πέφτοντας κόβει γιασεμιά

για τις πληγές του

πορτοκαλί αναπνοή για να ζηλέψει

ο ήλιος φρούτα του Σεζάν

και άλλα υποκατάστατα ονείρων.


Είναι η ζωή που απαιτεί

συνέχεια να τρέφεται

με βουλιμία θέλει

όλο και κάτι παραπάνω

απ’ την πραγματικότητα.





από τα “σημειΟμματα”, εκδόσεις Δωδώνη 2010 (εξαντλημένο)


©Νανά Τσόγκα


Image from ghazzog, used under Creative Commons license

http://books-of-poems.blogspot.gr/

Πηγή :  http://staxtes.com/2003/?p=3438

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Κώστας Καρυωτάκης Ολα τα πράγματά μου




Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.

Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται
μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,
σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.
Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί
στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,
αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.

Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,
σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,
κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
http://karyotakis.awardspace.com/poems/elegeia/pragmata.htm

Κώστας Βασιλάκος Το χρώμα της ελπίδας


Kostas Vassilakos
3 Μαΐου
Το χρώμα της ελπίδας

Επιμένει το ψιχάλισμα των ματιών
και το γαλάζιο χρώμα φαντάζει
ξεπλυμένο.
Εγώ σε σύγχυση, τη μια βουτάω
στ' άπατα της θάλασσας , 
την άλλη βυθίζομαι 
απ' το κενό τ' ουρανού.
Θέλω τώρα , στα δύσκολα ,
να κρατήσω το χρώμα της ελπίδας,
να βάψω το μέλλον με ζωή.

Από την ποιητική συλλογή
" Άνω τελεία "
Κώστας Βασιλάκος
03/05/2014


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, απορίες




απορίες 

οι μυρωδιές από μια παλιά 
μισοφορεμένη ήττα 
μάζευαν στην ανηφόρα ότι απόμεινε 
από τα ξέφτια του φθινοπώρου

η σκέψη καθόταν οκλαδόν 
πάνω στα σύννεφα μιας αδέσποτης επιθυμίας 

μέσα στα σαγόνια της αγωνίας 
βούλιαζε η μέρα του
μαζί και το κορμί του
βγήκε δεμένος στην κορδέλα
μιας λυπημένης φράσης 
κι αγκάλιασε το πρωινό 
και με τις δυο του δαγκάνες 
μέχρι που έτρεξαν από τις πλάτες του
απορίες και άφθονοι ξεχασμένοι φόνοι

στην απέναντι πλαγιά
πίσω από τα πυκνά σκοτάδια της αδιαφορίας 
έπλεε η πόλη βρεγμένη ως το κόκκαλο

κατέβηκε από το στενό καλντερίμι του αποχωρισμού 
και χάθηκε πίσω από τη σιδερένια πόρτα του αναπάντεχου
ερχόταν η νύχτα με το μονότονο τρίξιμο
κι έκοβε την αναμονή σε μικρούς κύβους παραίτησης 

πάτησε στο παλατύσκαλο των φόβων του 
κι έλαμψε γύρω του η θάλασσα
με τις γυμνόστηθες αναπολήσεις
και φάνηκαν στον ορίζοντα έτοιμα
τα τάγματα για τις αμέτρητες εφόδους

πισωπάτησε 
γιατί είναι επικίνδυνο 
στις πλαγιές της άγνοιας 
να φυτεύεις ήττες
και κρύφτηκε στα σκοτάδια
κάποιας παράκλησης 
3.5.14

Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο (μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)





Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο

(μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)




Απ’ την άνοιξι, που εγύρισε,




ουρανος και γης ευφράνθη,




με το χόρτο και με τ’ άνθι




παίζει ο ζέφυρος τερπνά.




[…]




Και το χόρτο πρασινίζει,




μόν’ ‘ς εμένα δε γυρίζει




της καρδιάς η σιγαλιά.




Ήλιου ακτίνα καθαρώτατη




του βουνού τα χιόνια λυώνει,




που το νέο του ξεφυτρώνει




πράσιν’ έντυμα λαμπρό.




Το σιγό το κυματάκι




εις τες άκρες του φλοισβίζει,




και το ανθοδροσοστολίζει




με τ’ ακοίμητα νερά.




Το ίσχυρό το δέντρο, που είδανε




σταθερό καιροί και χρόνοι,




τα κλωνάρια ξαλαφρωνει




απ’ τα χιόνια τα οκνηρά.




Παντού, ισού, ξυπνούν και τρέμουν




άνθια χίλια από το χώμα,




που είν’ απείραχτα εις το χρώμα




απ’ τ’ αλέτρια τα σκληρά.




Να, το χελιδόνι εγύρισε,




που το πέλαο περνάει,




κ’ εδώ πάλι οικοδομάει




τη γλυκειά του τη φωλιά•




κι’ εκεί που με τη φτερούγα




τρέχει ογλήγορα και λάμνει,




προσοχή καμμιά δεν κάμνει




εις οποίον τον κυνηγά.




Η βοσκούλα ερωτεμένη




πάει στο ρεύμα να κοιτάξη,




για να βάλη ωραία σε τάξι




τα ξανθά της τα μαλλιά.




Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα•




τωρα λέον δε μνέσκουν άλλοι,




η ψαράδες στ’ ακρογιάλι,




η διαβάτες στην οικιά.




Ως και ναύτης, που γυμνότατος




στην πατρίδα του εσυνάχθη,




γιατί ο μαύρος εταράχθη,




από φουσκοθαλασσιά,




βλέποντας σιγό το κύμα,




λύει το πλοίον, και δε φοβάται




και ουδέ πλέον ξαναθυμάται




πως εφούσκωσε φρικτά.

















Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Σύγνεφο με Παντελόνια (1915, απόσπασμα) (Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)




Σύννεφα με Παντελόνια - Τίποτα δεν κρύβεται
Σύγνεφο με Παντελόνια (1915, απόσπασμα)


Αλό, Αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
Ο γιός σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς
Πέστε στις στις αδελφές,τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πιά που ν' απαγγιάσει
Κάθε λέξη,
Ακόμα κ' ένα αστείο
Που φτύνει απ' το καψαλισμένο στόμα του,
Πετάγεται όξω σαν πόρνη γδυτή
Απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά

Εμείς
Οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών
Όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίναν τη λέπρα.

Εμείς
Είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βεν
ετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δεν βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας
βλογικομμένοι απ' την καπνιά

Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/17#ixzz30ed21l6b

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο Άνθρωπος (1917, απόσπασμα) (Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)




Ο Άνθρωπος (1917, απόσπασμα)


Πώς να μη δοξάζω τον εαυτό μου
μιά και ολάκερος
είμαι ένα απίστευτο θαύμα
μια και κάθε μου κίνηση
είναι ένα πελώριο
ανεξήγητο θαύμα;

Ανοίχτε το κιβώτιο του κρανίου μου
θα δείτε να σπιθοβολά εκεί μέσα
το πιο πολύτιμο πνεύμα.
Υπάρχει κάτι
Που νάναι ακατόρθωτο για μένα;

Απεραντοσύνη
δέξου και πάλι
μες στον κόρφο σου
τον πλάνητα!
Όμως τώρα σε ποιόν ουρανό
σε ποιό άστρο να οδεύσω;
Κάτω μου
ο κόσμος
κ' οι χιλιάδες εκκλησίες του
έχουν αρχίσει
την νεκρώσιμο ακολουθία.

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)




ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/16#ixzz30edWPWCm