Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Δημήτρης Νικηφόρου [ Περί πόνου στιχομυθία ]




[ Περί πόνου στιχομυθία ]

Όταν τον έβλεπε να κάθεται στο σκαμπό αντί να στέκει ορθός με τους αγκώνες στον πάγκο ήξερε πως ήταν ρετάλι. Γύρω καβλάντα και ξοδέματα. Σύντομες βυθίσεις σε κενό αέρα και επαναφορά στην πορεία με τον αυτόματο πιλότο. Στριμωγμένος σε μοναξιές που αγόραζαν ψέματα ενώ εκείνος τις είχε τσάμπα. Σε μοναξιές που έπιναν ουίσκι μπόμπα κερνώντας αβέρτα και γυναίκες που σέρβιραν στο γυαλί πόθους à la carte και παραμυθία table d'hôte. Από τη χαραμάδα της σιωπής του' λεγε με θυμό πως ο πόνος είναι φίλος ολονών, να μη το ξεχνά, να ξεκολλήσει. Του απαντούσε με μια γκριμάτσα «όλα καλά» και τσούγκριζαν τα ποτήρια - «Έλα γεια μας και γάμα τα!». Τα κορίτσια στα μαγαζιά τον είχαν υιοθετήσει από κοινού και τον μεγάλωναν μ' αναστεναγμούς. Περνώντας βιαστικά του έβαζαν στο στόμα καναπεδάκια με μπρικ, λεμόνι και βούτυρο ή καρδούλες καπνιστού σολομού με φτηνό χαβιάρι. «Έχω δουλειά μωρό μου, μη φύγεις..» Στο άδειο του σπίτι ο πόνος μπούκαρε με κρεπ σόλες να του αρπάξει ακόμα και το faux χαμόγελο στο συρτάρι που έβρισκε πάντα ανοιχτό με ένα σημείωμα οικειοθελούς προσφοράς. Με θιγμένο τον εγωϊσμό του επιδέξιου κλέφτη το άφηνε στη θέση του. Ο φίλος του συνέχιζε το κήρυγμα από τον άμβωνα της ορμήνιας. «Μη του πηγαίνεις κόντρα, σπας τα μούτρα σου, αυτός δεν πέφτει στο καναβάτσο. Είναι ασήκωτος. Άκρη να τον πιάσεις δεν έχει, ούτε μέση να τον λυγίσεις. Άδικα τον βαράς, δεν πονάει - είναι ο πόνος. Μη τον βρίζεις, δε χαμπαριάζει, πεισμώνει. Αγνόησέ τον αλλά όχι με περιφρόνηση. Μη τον φοβάσαι, βγάλ' τον μια βόλτα α λα μπρατσέτα, κέρνα τον ως το πρωί και σαν μεθύσει, κλείδωσέ τον στο υπόγειο ή χτίσ' τον στο τοίχο όπως χτίζαν παλιά οι άρχοντες τις μοιχαλίδες. Ο πόνος δεν έχει κόκκαλα, μόνο χόνδρους που λιώνουν και δόντια καρφωμένα στο καβούκι του χρόνου, έτσι που αν τον βρει κανείς μετά από καιρό δεν θα υπάρχει habeas corpus να σταθεί κατηγορία..» Ξημερώματα έφευγαν αγκαλιά με τις Κίρκες ενώ πίσω έσβηνε αργά το «ας ήτανε ο πόνος ένα τσιγάρο δρόμος» του Καζαντζίδη._


Δημήτρης Νικηφόρου

( ανέκδοτη συλλογή «τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν»
2003 (εκδοχή 2013 )
Ο 
Δημήτρης Νικηφόρου με ένα ''πεζό ποίημα'' της αλητείας του υποδέχεται το νέο τεύχος του Φαρφουλά

GreatHoundimi Nick
6/5/2014 ·

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Γιώργος Σαραντάρης Ἄλλοτε η θάλασσα...


The Municipal House, Prague Alphonse Mucha


Γιώργος Σαραντάρης

Ἄλλοτε η θάλασσα...


Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Γιώργος Σαραντάρης (1908 -1941)

Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999, Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα.




http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/giwrgos_sarantarhs_poems.htm#ΑΛΛΟΤΕ_Η_ΘΑΛΑΣΣΑ

Κική Κτενοπούλου



Κικη Κτενοπούλου
6/5/2014 ·
Με το που άνοιξα τα μάτια σήμερα...βγήκε από μέσα μου ένα ωχ!
Αναστεναγμός... χωρίς καμιάς λύπης σκιά για συντροφιά.
Μια τεμπέλικη ανακούφιση...ξεδιπλώθηκε στην κάμαρα.
Είχα καιρό να νοιώσω έτσι...να μη κινήσει αμέσως το μυαλό
σε προβλημάτων δαιδάλους ...που μόνο έγνοια φέρνουν.

Μια τρυφερή ανάγκη...να θυμίσω στον εαυτό μου.
Ότι το δώρο της ζωής ... δεν το χαλάλισα στο τίποτα.
Έδωσα και πήρα την χαρά...Χάρισα και μου χαρίστηκε το γέλιο.
Άλλοι με πίκραναν...άλλους άσκεφτα τους πλήγωσα.
Παθιάστηκα, ερωτεύτηκα , αγάπησα...και πήρα τα ίδια.
Έζησα απλόχερα και δεν αλλάζω...την περπατησιά.
Αγνόησα ακόμα και την πείρα...κουράζει τόσο η γνώση.
Θα βγω να αγναντέψω την μέρα...με αφετηρία το μηδέν.
Και ας φέρει ό,τι θέλει...Καλημέρα.

Ζορζ Μπατάιγ Ο νεκρός


«The Parallel Bars», πίνακας του Πιερ Κλοσόφσκι







Georges Bataille
Ο νεκρός
Μετάφραση Αγγελική Πέτρα.
Σχέδια Χριστιάνα Σούλου.
Εκδόσεις Αγρα, 2013,
σελ. 74,
Υπάρχει ένα ανεπικοινώνητο, μη αναγώγιμο θεμέλιο της εμπειρίας που δεν μπορούμε να το εκφράσουμε και για το οποίο δημιουργούμε ισοδύναμα ομοιώματα.
Πιερ Κλοσόφσκι


Τι κοινό έχουν ο έρωτας και ο θάνατος; Πώς είναι δυνατόν στην κυρίαρχη αρχή της ευχαρίστησης, βάσει της οποίας αποφεύγουμε - σύμφωνα με τον Φρόιντ - κάθε τι δυσάρεστο (τον πόνο, τη φρίκη), να υπεισέρχεται η καταστροφική ενόρμηση θανάτου; Μια ευχαρίστηση που έρχεται από το πέραν της ευχαρίστησης;


Ιερή ποίηση
Στο ερώτημα αυτό ο Μπατάιγ (1897-1962) δίνει μια απάντηση που έχει τις καταβολές της τόσο στη διονυσιακή φιλοσοφία του Νίτσε όσο και στις εθνολογικές μελέτες του Μαρσέλ Μος για την οικονομία του Δώρου, αλλά και στις παρατηρήσεις του φίλου του Μισέλ Λεϊρίς για τη συνάφεια ταυρομαχίας και ερωτισμού ως εμπειριών όπου διαφαίνεται η δυνατότητα του αδύνατου: η συντέλεση της «ολοκληρωτικής επικοινωνίας» και ένωσης μέσω της τελετουργικής θυσίας και του θανάτου. Σε αυτές τις εμπειρίες ο Μπατάιγ έρχεται να προσθέσει και την τέχνη της αυθεντικής ποίησης (Σαντ, Μποντλέρ, Προυστ, Ζενέ κ.ά.) ως συμβολικής μορφής αντιπαραγωγικής σπατάλης όπου τόσο η φιγούρα του συγγραφέα όσο και εκείνη του αναγνώστη διαλύονται μέσα σε μια μη διαλεκτική γλώσσα έντασης που έχει εκκενωθεί από κάθε νόημα και σημασία. Υπ' αυτή την έννοια, η ποίηση συνιστά για τον γάλλο συγγραφέα «δημιουργία μέσω της απώλειας» και η λειτουργία της θεωρείται «παραπλήσια με εκείνην της θυσίας», και άρα ιερή. Αντιλαμβανόμαστε πόσο μακρινή και αδιανόητη φαντάζει σήμερα, την εποχή της «βέβηλης» ή ήσσονος διαδικτυακής επικοινωνίας και του ναρκισσισμού του Facebook, αυτή η οριακή εμπειρία της «ιερής» επικοινωνίας που επικαλείται ο Μπατάιγ.


Πρόσ-τυχη κατεύθυνση
Στο σύντομο διήγημα Ο νεκρός (1943) ο Μπατάιγ θεματοποιεί λογοτεχνικά την εσωτερική σχέση μεταξύ του φρενήρους, διονυσιακού ερωτισμού και του θανάτου. Η Μαρία βρίσκεται σε απόγνωση επειδή ο αγαπημένος της Εντουάρ πεθαίνει ξαφνικά, πριν αυτή προλάβει να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία να απογυμνωθεί μπροστά του, δηλαδή να ανοιχτεί άνευ όρων στον σύντροφό της. «Παράφρων και γυμνή», βγαίνει από το σπίτι του νεκρού για να παραδοθεί σε μια ξέφρενη πορεία κατά την οποία αφού πρώτα διασχίζει ένα βροχερό και λασπωμένο δάσος, κατόπιν εισέρχεται σε ένα πανδοχείο, για να επιστρέψει τελικά στο σπίτι του νεκρού, όπου δίνει τέλος στη ζωή της με μια ύστατη χειρονομία που θα την ενώσει μαζί του με τα δεσμά του θανάτου. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού στο βάθος της νύχτας, με βάρκα όχι την ελπίδα αλλά την απροϋπόθετη κατάφαση της «πρόσ-τυχης κατεύθυνσης» (όπως εύστοχα έχει χαρακτηρίσει ο Δ. Δημητριάδης την εμπειρία του ερωτισμού στον Μπατάιγ), η Μαρία παραβιάζει με προκλητικό και άσεμνο τρόπο κάθε κώδικα της κοινωνικής αρχής της πραγματικότητας. Ο Μπατάιγ θεωρεί ότι μόνο μέσα από την εκστατική υπέρβαση των ατομικών ορίων και των κοινωνικών κωδίκων μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη αλλά κατά κανόνα ανέφικτη επικοινωνία μεταξύ των όντων, το πέρασμα από την απομόνωση στην ένωσή τους. Το ότι στο έργο του Μπατάιγ ο ερωτισμός δεσπόζει μεταξύ των μορφών της ιερής επικοινωνίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο θάνατος του χριστιανικού θεού (εγγυητή της ταυτότητας του εγώ και της συνοχής του κόσμου), όπως αυτός ανακοινώθηκε μέσα από τη φιλοσοφία του Νίτσε με την περιώνυμη φράση «Ο θεός είναι νεκρός», ανοίγει τον χώρο για την εμφάνιση ακραίων μορφών σεξουαλικής απόλαυσης, η οποία έχει τελείως «αποφυσικοποιηθεί» και ως εκ τούτου δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον «πρόσχαρα βέβηλο κόσμο των ζώων» (Φουκό). Στον Νεκρό του Μπατάιγ η μοντέρνα αυτή εμπειρία όχι τόσο της επονομαζόμενης «απελευθερωμένης» όσο της πολύμορφα διαστροφικής σεξουαλικότητας, όπου οι ενορμήσεις του έρωτα και του θανάτου δεν αποτελούν πλέον ποιοτικές αντιθέσεις, αποκτά λογοτεχνική μορφή. Με μια γλωσσική τεχνική που θυμίζει εκείνη των γρήγορων κινηματογραφικών σεκάνς, ο Μπατάιγ μάς εισάγει στον χώρο αυτής της εμπειρίας, που ξεκινά με τη λογοτεχνία του Σαντ και όπου ο «ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής».


Η γυμνότητα
Τα σχέδια της Χριστιάνας Σούλου, που κοσμούν την έκδοση και διακόπτουν τη γραμμική δομή του βιβλίου, δεν πρέπει να εκληφθούν ως απλές εικονογραφήσεις της γυμνής Μαρίας ή του νεκρού Εντουάρ. Η Σούλου δεν «μιμείται» τον γυμνό άνθρωπο, αλλά σχεδιάζει ομοιώματα της γυμνότητας σύμφωνα με μια οπτική που δεν παραπέμπει στη φυσική ανατομία αλλά στην ανατομία της εικόνας. Ακολουθώντας τους προσίδιους νόμους της εικόνας, και μια μακρά σειρά καλλιτεχνών (από τον Ενγκρ και τον Κουρμπέ έως τον Κλέε και τον Κλοσόφσκι), αποφυσικοποιεί με τη σειρά της το γυμνό. Σε μια ημερολογιακή σημείωση για το έργο του Ανδρόγυνη φιγούρα (1899), ο Κλέε παρατηρεί ότι η προτίμηση ερωτικών θεμάτων στη ζωγραφική ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη αίσθηση του ζωγράφου για την ανατομία της εικόνας και ότι ο «γυμνός άνθρωπος» ως αισθητικό αντικείμενο θα πρέπει εν τέλει να μορφοποιηθεί με καθαρά εικονο-ανατομικούς όρους. Οπως στο λογοτεχνικό έργο του Μπατάιγ η γυμνότητα (ισοδύναμη της α-λήθειας στον Χάιντεγκερ) αποτελεί το αδιανόητο γεγονός της διάνοιξης του ανθρώπου προς τον άλλο και προς το ετερογενές, έτσι και στα 14 ερωτικά σχέδια της Σούλου η απροκάλυπτη έκθεση της γυμνότητας συγκαλύπτει το μυστήριο της ανέφικτης εσωτερικής εμπειρίας του ερωτικού σώματος. Στην εν λόγω έκδοση η τέχνη κρύβει δείχνοντας (εικόνα) και σιωπά μιλώντας (λογοτεχνία). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως, για να αναδειχθεί η εμπειρία του ζωντανού σώματος, χρειάζεται παραδόξως το θανατηφόρο φάρμακο της υπολειπόμενης σε ζωντάνια γραφής και του παρομοίως υπολειπόμενου σε πληρότητα σχεδίου.
Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (dionysos@panteion.gr).

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/04/2014 05:45
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=587754

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Τάσος Κουράκης, Γράμμα σε αδαή







Γράμμα σε αδαή

Να γνωρίζεις ότι όλοι είμαστε μέλη ενός θιάσου όπου σε κάθε παράσταση εναλλάσσονται οι ρόλοι.
Σήμερα είσαι το αφεντικό, την άλλη ο μάγειρας, την τρίτη ο ανήμπορος.
Καμιά θέση δεν είναι καπαρωμένη για πάντα.
Είναι τεράστια πλάνη να θεωρείς ότι σου δόθηκε άνωθεν και για πάντα η θέση που βρίσκεσαι τώρα, δηλαδή το κοινωνικό, σωματικό και πνευματικό επίπεδο, και ότι οι “άλλοι” επίσης είναι τοποθετημένοι -κι αυτοί άνωθεν,-κάπου αλλού, αμετακίνητοι, για πάντα.
Το πιο απλό παράδειγμα είναι η νεότητα και η σωματική ρώμη. Δεν την έχεις κατοχυρώσει για όλη σου τη ζωή. Ούτε οι γέροι ή οι αδύναμοι γεννήθηκαν έτσι. Ούτε η αρτιμέλεια είναι εφάπαξ δοσμένη για πάντα. Διαρκώς καραδοκεί ένα ατύχημα το επόμενο λεπτό, για να μεταπέσεις στην κατηγορία των ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ).
Αν δεν δεις το είδωλό σου στον Άλλον, τον μετανάστη, τον άνεργο, τον εξαρτημένο, τον φυλακισμένο, τον άστεγο, τότε δεν βλέπεις τον καθρέπτη αλλά την κορνίζα.
Η αντανάκλαση αυτή δεν καταγράφεται απλά ως ενσυναίσθηση, δηλαδή να θέτεις τον εαυτό σου στη διανοητική κατάσταση ενός άλλου προσώπου κατανοώντας τις συγκινήσεις και τα συναισθήματά του, αλλά ως πλήρη ταύτιση του δικού σου προσώπου με τα άλλα πρόσωπα.
Εσύ δεν είσαι εσύ, αν δεν γίνεις ο Άλλος. Τότε μόνον γίνεσαι Εσύ. Μόνο μέσα από την άρνησή σου ολοκληρώνεσαι. Μόνο μέσα από την ταύτιση και την ενδεχόμενη αλλά αναπόφευκτη εναλλαγή των ρόλων μπορείς να σταθείς ως κοινωνικό άτομο.
-Που δεν εκπλήσσεται αν δεις κάποια στιγμή να σου αλλάζουν τον ρόλο, από νοικοκυραίο λ.χ σε άστεγο και από εξουσιαστή σε εξουσιαζόμενο.
-Που δεν απορείς πώς εσύ που σήκωνες στα ουράνια το μικρό σου γιο, τώρα εξαρτάσαι πλήρως από τη στήριξή του.
-Που δεν το θεωρείς αδιανόητο εσύ ο βολεμένος, μια μέρα να ξενιτευτείς και να αναζητήσεις δουλειά και στέγη σε άλλη ανάδελφη χώρα, ως λευκός μετανάστης.

Και να θυμάσαι
Η εναλλαγή των ρόλων στο θέατρο της ζωής δεν γίνεται κατ’ εντολήν κανενός σκηνοθέτη. Αν εξαιρέσουμε τον αδυσώπητο και ανηλεή χρόνο και την απρόβλεπτη τύχη ή ατυχία, σκηνοθέτης είσαι εσύ ο ίδιος.
Και πρωταγωνιστής, Και κομπάρσος, Και σκηνοθέτης στο μικρό πέρασμά σου από τη ζωή

Τάσος Κουράκης

Foto: Ben Heine


tasos kourakis page

2 Μαΐου 2014 ·

Κώστας Βασιλάκος Σαν χθες


Ο Kostas Vassilakos κοινοποίησε μια φωτογραφία του χρήστη Επάλληλες και παράλληλες αντιδράσεις.
4 Μαΐου

https://www.facebook.com/kostas.vassilakos

Σαν χθες

Σαν χθες, οι ρίζες σου
φώλιασαν μέσα μου , 
κι η φυλλωσιά αγκάλιασε 
ως πάνω τον
ασβεστωμένο τοίχο.

Σαν χθες, ο ουρανός 
άδειαζε μια ποδιά γεμάτη
αστέρια στα σοκάκια,
κι οι ευωδιές σου
μεθούσαν τα φεγγάρια.

Σαν χθες, οι ασπρόμαυρες 
μαντίλες κουβέντιαζαν 
της φτώχειας τα όνειρα ,
κι έλιωναν την ησυχία σου 
στην πέτρινη πεζούλα.

Τώρα, σ' ένα τσιμέντο 
γκρίζο, παλεύεις για να
κρατηθείς , αγιόκλημα μου,
και πονάω σαν κλαδεύω 
τις ξερές αναμνήσεις 
με τα μυστικά μας.
Από την ποιητική συλλογή
" 'Ανω τελεία "
Κώστας Βασιλάκος
23/04/2014 


Νανά Τσόγκα, Σκηνικό: χωρ ισμός








Είπανε να βρεθούν για τον Επίλογο

δεν γίνεται να βάλεις από μακριά τελεία

στα σεντόνια

τσαλακωμένα και νωπά

από ιδρώτες έρωτες που δεν μπορούν να σβήσουν.

Ρούχα χειμώνες πάνω σε κορμιά αδειανά

- αχ, πώς μισούν απόσταση

σε χιλιοστού αναπνοή και μετανιώνουν


(Πετάνε ακόμα πεταλούδες! – είναι σίγουρη

Το χρώμα των ματιών της θα ξεχάσω

- τις υποθήκες του στο χώμα εκείνος.)


με νοτισμένο βλέμμα κοιτάζουνε μαζί

αλλού

ο καθένας μόνος του

από αέρα σιωπηλό καμπύλη η κουρτίνα


- τέλος της επανάληψης, κλείνει η παρένθεση -


λουλούδια μαραμένα έχουν γεμίσει το δωμάτιο

χωρίς παραγγελία αφρός καταργημένος της γιορτής

φυτρώσανε κιόλας στον κήπο ανελέητα

ζιζάνια τυρανικά του πόθου.


Τώρα για χάδι η ψυχή έχει μόνο τον καπνό

τα δαχτυλίδια του ως το ταβάνι-ουρανό.


Βλέπει τον ύπνο άχρωμο

πλάτος τριάντα εκατοστά να πιάνει στο κρεβάτι


όπως μένει στην άσφαλτο σχέδιο με κιμωλία

σε τόπους αυτοψίας

όταν σηκώνουν το νεκρό για να τον μεταφέρουν

στο νεκροτομείο των υποθέσεων


ενώ στον κήπο στήνουνε χορό

οι φωτισμένες απουσίες

τη στιγμή

που δειλινό ηδυπαθές ρίχνει τα πέπλα

οι μουσικές φυλλορροούν των άστρων λυγμικές

και τα παρτέρια γίνονται νησιά

πρόθυμα στο φευγιό τους


εκείνη μαύρο τριαντάφυλλο θ’ αγγίξει για να βγει

αγκάθι-μνήμη αιμάτινο να πεθυμήσει ήλιο

κι όλα τα πέταλα έρωτα

με πάταγο στο πάτωμα θα πέσουν.


Πλησίστιο κατηφορίζοντας στην επικράτεια

της αθωότητας

μικρό πουλί τουφεκισμένο κάθε τόσο

πέφτοντας κόβει γιασεμιά

για τις πληγές του

πορτοκαλί αναπνοή για να ζηλέψει

ο ήλιος φρούτα του Σεζάν

και άλλα υποκατάστατα ονείρων.


Είναι η ζωή που απαιτεί

συνέχεια να τρέφεται

με βουλιμία θέλει

όλο και κάτι παραπάνω

απ’ την πραγματικότητα.





από τα “σημειΟμματα”, εκδόσεις Δωδώνη 2010 (εξαντλημένο)


©Νανά Τσόγκα


Image from ghazzog, used under Creative Commons license

http://books-of-poems.blogspot.gr/

Πηγή :  http://staxtes.com/2003/?p=3438