Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Αντώνης Περδικάρης, ΤΡΕΜΟΣΑΛΕΜΑ Από την σειρά βιβλίων Ονειρο - Κατασκευαστής

, ΤΡΕΜΟΣΑΛΕΜΑ ,, ,, ,, ,,

7 Μαΐου 2014 στις 1:01 π.μ.


Μάζεψα το γκρίζο της θάλασσας, τα μεγάλα κόκκινα κύματα,
αστέρια αγρύπνιας, θροΐσματα κυμάτων,
και τον ορίζοντα άφησα να με πυρπολήσει.

Κάποιες λευκές, εποχικές νύχτες,
καθώς η απουσία της άδειάζει τον ουρανό,
ψάχνω το ανθισμένο της χάδι.

Πουλιά που βυθίζονται οι στίχοι,
συνωστίζονται στο κατώφλι της.
Σκοτάδι τρυπά τα βλέφαρα.
Τα άστρα απορούν μες τα μάτια της
και το χλωμό της σκληρό μετάξι.

Το σβησμένο πρωί
έχει στα χέρια του το τραγούδι της σιωπής.
Μια κίτρινη ζωγραφιά με χλωμές μπούκλες στην άμμο.
Ξέφτια πρωινά τα δάκρυα
αφήνονται στην πιο μεγάλη θάλασσα,
και μες την αιωνιότητα πικρή, κοφτερή η ανάσα του ήλιου.
       


                           
                             - AntoniS -



                       Από την σειρά βιβλίων 
                    Ονειρο - Κατασκευαστής

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Γιώργης Π. Δρυμωνιάτης το πιο απλό μου ποίημα Από την «ΕΝ ΠΛΩ»





το πιο απλό μου ποίημα



Μπορώ να γράψω ένα ποίημα για τα μάτια σας, της είπα.

Κι εκείνη τ’ ανοιγόκλεισε με τέτοιαν τρυφεράδα,

που κόπηκαν τα άκρα μου
και μόνο ένα -τόσο δα, ...μικρό, πολύ μικρό-
με την καρδιά μου μπόρεσα στα μάτια να της γράψω.
Το πιο μικρό που έγραψα ποτέ.
Το πιο ωραίο δίλεξο κι απλό ποιηματάκι
που όλοι μπορούν με την καρδιά κάποτε να το γράψουν.


γ.π.κ-δρ.

Από την «ΕΝ ΠΛΩ»






Μαίρη Γκαζιάνη


Μαίρη Γκαζιάνη
6/5/2014 ·


Όλες οι σκέψεις μου πλεγμένο γαϊτανάκι που μιλούν για σένα. Η αύρα σου εξακολουθεί να στραγγίζει τις φλέβες μου, τα χνάρια σου παντού στο κορμί μου εξακολουθούν να γυρεύουν το στίγμα σου. Η εύθραυστη μνήμη προκαλεί παλινδρομήσεις σε εικόνες, που άσαρκες πλέον καταλήγουν σε ξηλωμένο τάπητα κοφτερού ιλίγγου, ξαρματωμένης θέλησης.

Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα από κάτι έτοιμο προς έκδοση)

Δημήτρης Νικηφόρου [ Περί πόνου στιχομυθία ]




[ Περί πόνου στιχομυθία ]

Όταν τον έβλεπε να κάθεται στο σκαμπό αντί να στέκει ορθός με τους αγκώνες στον πάγκο ήξερε πως ήταν ρετάλι. Γύρω καβλάντα και ξοδέματα. Σύντομες βυθίσεις σε κενό αέρα και επαναφορά στην πορεία με τον αυτόματο πιλότο. Στριμωγμένος σε μοναξιές που αγόραζαν ψέματα ενώ εκείνος τις είχε τσάμπα. Σε μοναξιές που έπιναν ουίσκι μπόμπα κερνώντας αβέρτα και γυναίκες που σέρβιραν στο γυαλί πόθους à la carte και παραμυθία table d'hôte. Από τη χαραμάδα της σιωπής του' λεγε με θυμό πως ο πόνος είναι φίλος ολονών, να μη το ξεχνά, να ξεκολλήσει. Του απαντούσε με μια γκριμάτσα «όλα καλά» και τσούγκριζαν τα ποτήρια - «Έλα γεια μας και γάμα τα!». Τα κορίτσια στα μαγαζιά τον είχαν υιοθετήσει από κοινού και τον μεγάλωναν μ' αναστεναγμούς. Περνώντας βιαστικά του έβαζαν στο στόμα καναπεδάκια με μπρικ, λεμόνι και βούτυρο ή καρδούλες καπνιστού σολομού με φτηνό χαβιάρι. «Έχω δουλειά μωρό μου, μη φύγεις..» Στο άδειο του σπίτι ο πόνος μπούκαρε με κρεπ σόλες να του αρπάξει ακόμα και το faux χαμόγελο στο συρτάρι που έβρισκε πάντα ανοιχτό με ένα σημείωμα οικειοθελούς προσφοράς. Με θιγμένο τον εγωϊσμό του επιδέξιου κλέφτη το άφηνε στη θέση του. Ο φίλος του συνέχιζε το κήρυγμα από τον άμβωνα της ορμήνιας. «Μη του πηγαίνεις κόντρα, σπας τα μούτρα σου, αυτός δεν πέφτει στο καναβάτσο. Είναι ασήκωτος. Άκρη να τον πιάσεις δεν έχει, ούτε μέση να τον λυγίσεις. Άδικα τον βαράς, δεν πονάει - είναι ο πόνος. Μη τον βρίζεις, δε χαμπαριάζει, πεισμώνει. Αγνόησέ τον αλλά όχι με περιφρόνηση. Μη τον φοβάσαι, βγάλ' τον μια βόλτα α λα μπρατσέτα, κέρνα τον ως το πρωί και σαν μεθύσει, κλείδωσέ τον στο υπόγειο ή χτίσ' τον στο τοίχο όπως χτίζαν παλιά οι άρχοντες τις μοιχαλίδες. Ο πόνος δεν έχει κόκκαλα, μόνο χόνδρους που λιώνουν και δόντια καρφωμένα στο καβούκι του χρόνου, έτσι που αν τον βρει κανείς μετά από καιρό δεν θα υπάρχει habeas corpus να σταθεί κατηγορία..» Ξημερώματα έφευγαν αγκαλιά με τις Κίρκες ενώ πίσω έσβηνε αργά το «ας ήτανε ο πόνος ένα τσιγάρο δρόμος» του Καζαντζίδη._


Δημήτρης Νικηφόρου

( ανέκδοτη συλλογή «τ' αδέσποτα σκυλιά τρώνε ό,τι βρουν»
2003 (εκδοχή 2013 )
Ο 
Δημήτρης Νικηφόρου με ένα ''πεζό ποίημα'' της αλητείας του υποδέχεται το νέο τεύχος του Φαρφουλά

GreatHoundimi Nick
6/5/2014 ·

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Γιώργος Σαραντάρης Ἄλλοτε η θάλασσα...


The Municipal House, Prague Alphonse Mucha


Γιώργος Σαραντάρης

Ἄλλοτε η θάλασσα...


Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Γιώργος Σαραντάρης (1908 -1941)

Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999, Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα.




http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/giwrgos_sarantarhs_poems.htm#ΑΛΛΟΤΕ_Η_ΘΑΛΑΣΣΑ

Κική Κτενοπούλου



Κικη Κτενοπούλου
6/5/2014 ·
Με το που άνοιξα τα μάτια σήμερα...βγήκε από μέσα μου ένα ωχ!
Αναστεναγμός... χωρίς καμιάς λύπης σκιά για συντροφιά.
Μια τεμπέλικη ανακούφιση...ξεδιπλώθηκε στην κάμαρα.
Είχα καιρό να νοιώσω έτσι...να μη κινήσει αμέσως το μυαλό
σε προβλημάτων δαιδάλους ...που μόνο έγνοια φέρνουν.

Μια τρυφερή ανάγκη...να θυμίσω στον εαυτό μου.
Ότι το δώρο της ζωής ... δεν το χαλάλισα στο τίποτα.
Έδωσα και πήρα την χαρά...Χάρισα και μου χαρίστηκε το γέλιο.
Άλλοι με πίκραναν...άλλους άσκεφτα τους πλήγωσα.
Παθιάστηκα, ερωτεύτηκα , αγάπησα...και πήρα τα ίδια.
Έζησα απλόχερα και δεν αλλάζω...την περπατησιά.
Αγνόησα ακόμα και την πείρα...κουράζει τόσο η γνώση.
Θα βγω να αγναντέψω την μέρα...με αφετηρία το μηδέν.
Και ας φέρει ό,τι θέλει...Καλημέρα.

Ζορζ Μπατάιγ Ο νεκρός


«The Parallel Bars», πίνακας του Πιερ Κλοσόφσκι







Georges Bataille
Ο νεκρός
Μετάφραση Αγγελική Πέτρα.
Σχέδια Χριστιάνα Σούλου.
Εκδόσεις Αγρα, 2013,
σελ. 74,
Υπάρχει ένα ανεπικοινώνητο, μη αναγώγιμο θεμέλιο της εμπειρίας που δεν μπορούμε να το εκφράσουμε και για το οποίο δημιουργούμε ισοδύναμα ομοιώματα.
Πιερ Κλοσόφσκι


Τι κοινό έχουν ο έρωτας και ο θάνατος; Πώς είναι δυνατόν στην κυρίαρχη αρχή της ευχαρίστησης, βάσει της οποίας αποφεύγουμε - σύμφωνα με τον Φρόιντ - κάθε τι δυσάρεστο (τον πόνο, τη φρίκη), να υπεισέρχεται η καταστροφική ενόρμηση θανάτου; Μια ευχαρίστηση που έρχεται από το πέραν της ευχαρίστησης;


Ιερή ποίηση
Στο ερώτημα αυτό ο Μπατάιγ (1897-1962) δίνει μια απάντηση που έχει τις καταβολές της τόσο στη διονυσιακή φιλοσοφία του Νίτσε όσο και στις εθνολογικές μελέτες του Μαρσέλ Μος για την οικονομία του Δώρου, αλλά και στις παρατηρήσεις του φίλου του Μισέλ Λεϊρίς για τη συνάφεια ταυρομαχίας και ερωτισμού ως εμπειριών όπου διαφαίνεται η δυνατότητα του αδύνατου: η συντέλεση της «ολοκληρωτικής επικοινωνίας» και ένωσης μέσω της τελετουργικής θυσίας και του θανάτου. Σε αυτές τις εμπειρίες ο Μπατάιγ έρχεται να προσθέσει και την τέχνη της αυθεντικής ποίησης (Σαντ, Μποντλέρ, Προυστ, Ζενέ κ.ά.) ως συμβολικής μορφής αντιπαραγωγικής σπατάλης όπου τόσο η φιγούρα του συγγραφέα όσο και εκείνη του αναγνώστη διαλύονται μέσα σε μια μη διαλεκτική γλώσσα έντασης που έχει εκκενωθεί από κάθε νόημα και σημασία. Υπ' αυτή την έννοια, η ποίηση συνιστά για τον γάλλο συγγραφέα «δημιουργία μέσω της απώλειας» και η λειτουργία της θεωρείται «παραπλήσια με εκείνην της θυσίας», και άρα ιερή. Αντιλαμβανόμαστε πόσο μακρινή και αδιανόητη φαντάζει σήμερα, την εποχή της «βέβηλης» ή ήσσονος διαδικτυακής επικοινωνίας και του ναρκισσισμού του Facebook, αυτή η οριακή εμπειρία της «ιερής» επικοινωνίας που επικαλείται ο Μπατάιγ.


Πρόσ-τυχη κατεύθυνση
Στο σύντομο διήγημα Ο νεκρός (1943) ο Μπατάιγ θεματοποιεί λογοτεχνικά την εσωτερική σχέση μεταξύ του φρενήρους, διονυσιακού ερωτισμού και του θανάτου. Η Μαρία βρίσκεται σε απόγνωση επειδή ο αγαπημένος της Εντουάρ πεθαίνει ξαφνικά, πριν αυτή προλάβει να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία να απογυμνωθεί μπροστά του, δηλαδή να ανοιχτεί άνευ όρων στον σύντροφό της. «Παράφρων και γυμνή», βγαίνει από το σπίτι του νεκρού για να παραδοθεί σε μια ξέφρενη πορεία κατά την οποία αφού πρώτα διασχίζει ένα βροχερό και λασπωμένο δάσος, κατόπιν εισέρχεται σε ένα πανδοχείο, για να επιστρέψει τελικά στο σπίτι του νεκρού, όπου δίνει τέλος στη ζωή της με μια ύστατη χειρονομία που θα την ενώσει μαζί του με τα δεσμά του θανάτου. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού στο βάθος της νύχτας, με βάρκα όχι την ελπίδα αλλά την απροϋπόθετη κατάφαση της «πρόσ-τυχης κατεύθυνσης» (όπως εύστοχα έχει χαρακτηρίσει ο Δ. Δημητριάδης την εμπειρία του ερωτισμού στον Μπατάιγ), η Μαρία παραβιάζει με προκλητικό και άσεμνο τρόπο κάθε κώδικα της κοινωνικής αρχής της πραγματικότητας. Ο Μπατάιγ θεωρεί ότι μόνο μέσα από την εκστατική υπέρβαση των ατομικών ορίων και των κοινωνικών κωδίκων μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη αλλά κατά κανόνα ανέφικτη επικοινωνία μεταξύ των όντων, το πέρασμα από την απομόνωση στην ένωσή τους. Το ότι στο έργο του Μπατάιγ ο ερωτισμός δεσπόζει μεταξύ των μορφών της ιερής επικοινωνίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο θάνατος του χριστιανικού θεού (εγγυητή της ταυτότητας του εγώ και της συνοχής του κόσμου), όπως αυτός ανακοινώθηκε μέσα από τη φιλοσοφία του Νίτσε με την περιώνυμη φράση «Ο θεός είναι νεκρός», ανοίγει τον χώρο για την εμφάνιση ακραίων μορφών σεξουαλικής απόλαυσης, η οποία έχει τελείως «αποφυσικοποιηθεί» και ως εκ τούτου δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον «πρόσχαρα βέβηλο κόσμο των ζώων» (Φουκό). Στον Νεκρό του Μπατάιγ η μοντέρνα αυτή εμπειρία όχι τόσο της επονομαζόμενης «απελευθερωμένης» όσο της πολύμορφα διαστροφικής σεξουαλικότητας, όπου οι ενορμήσεις του έρωτα και του θανάτου δεν αποτελούν πλέον ποιοτικές αντιθέσεις, αποκτά λογοτεχνική μορφή. Με μια γλωσσική τεχνική που θυμίζει εκείνη των γρήγορων κινηματογραφικών σεκάνς, ο Μπατάιγ μάς εισάγει στον χώρο αυτής της εμπειρίας, που ξεκινά με τη λογοτεχνία του Σαντ και όπου ο «ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής».


Η γυμνότητα
Τα σχέδια της Χριστιάνας Σούλου, που κοσμούν την έκδοση και διακόπτουν τη γραμμική δομή του βιβλίου, δεν πρέπει να εκληφθούν ως απλές εικονογραφήσεις της γυμνής Μαρίας ή του νεκρού Εντουάρ. Η Σούλου δεν «μιμείται» τον γυμνό άνθρωπο, αλλά σχεδιάζει ομοιώματα της γυμνότητας σύμφωνα με μια οπτική που δεν παραπέμπει στη φυσική ανατομία αλλά στην ανατομία της εικόνας. Ακολουθώντας τους προσίδιους νόμους της εικόνας, και μια μακρά σειρά καλλιτεχνών (από τον Ενγκρ και τον Κουρμπέ έως τον Κλέε και τον Κλοσόφσκι), αποφυσικοποιεί με τη σειρά της το γυμνό. Σε μια ημερολογιακή σημείωση για το έργο του Ανδρόγυνη φιγούρα (1899), ο Κλέε παρατηρεί ότι η προτίμηση ερωτικών θεμάτων στη ζωγραφική ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη αίσθηση του ζωγράφου για την ανατομία της εικόνας και ότι ο «γυμνός άνθρωπος» ως αισθητικό αντικείμενο θα πρέπει εν τέλει να μορφοποιηθεί με καθαρά εικονο-ανατομικούς όρους. Οπως στο λογοτεχνικό έργο του Μπατάιγ η γυμνότητα (ισοδύναμη της α-λήθειας στον Χάιντεγκερ) αποτελεί το αδιανόητο γεγονός της διάνοιξης του ανθρώπου προς τον άλλο και προς το ετερογενές, έτσι και στα 14 ερωτικά σχέδια της Σούλου η απροκάλυπτη έκθεση της γυμνότητας συγκαλύπτει το μυστήριο της ανέφικτης εσωτερικής εμπειρίας του ερωτικού σώματος. Στην εν λόγω έκδοση η τέχνη κρύβει δείχνοντας (εικόνα) και σιωπά μιλώντας (λογοτεχνία). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως, για να αναδειχθεί η εμπειρία του ζωντανού σώματος, χρειάζεται παραδόξως το θανατηφόρο φάρμακο της υπολειπόμενης σε ζωντάνια γραφής και του παρομοίως υπολειπόμενου σε πληρότητα σχεδίου.
Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (dionysos@panteion.gr).

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/04/2014 05:45
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=587754