Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Έμυ Τζωάννου, Σαν ήλιοι !




Έλαμψαν οι ζωές μας
σαν ήλιοι
στις παραλίες των αστεριών

Σήμαναν τα σήμαντρα
το σμίξιμό μας
στα σεντόνια των κυμάτων

Άστραψαν τα καλοκαίρια μας
σαν ζωγραφιές
στους θριάμβους της χαράς !

© Έμυ Τζωάννου

Δημήτρης Ιατρόπουλος, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ



ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

*Επιτέλους! Ας ανοίξει ο μυστικός δρόμος, Ας περάσουν μπροστά Τα αλλιώτικα μηνύματα Έστω κι αν λυγίσει, -Όμως δεν θα σπάσει- Η ατσάλινη ίνα της διαδρομής μας..

*Θα μας πουν ιδιαίτερους οι φίλοι Ξεχωριστούς οι αγαπημένοι μας Παράδοξους οι επιφυλακτικοί Επικίνδυνους οι κακόβουλοι Ανατρεπτικούς οι εχθροί μας Εξεγερμένους οι ιστορικοί..

*Επιτέλους λοιπόν! Βγάλε Ελλάδα, τα Κλειδιά, Κι άνοιξε τη μεγάλη πόρτα Να ξεχυθούν τα Απροκάλυπτα Όνειρα Να θριαμβεύσουν τα Απόκρυφα Περάσματα Να θεραπεύσουν τις ανωμαλίες Τα Ιερά Προστάγματα Να ξαναγεννήσουν την ένδοξη χαρά Οι Φοβεροί Παιάνες..

*Επιτέλους ανδρωθείτε! Μεσήλικες λυγμοί Κουρασμένα παράπονα, Θλιβερά τοπία, διαγραφείτε, Απ το χάρτη της ανάσας μας

*Ζητάω μια Νεολαία Να φορέσει την ώρα της Ιστορίας Να δικάσει τους κήνσορες της παρακμής Να χαράξει την καινούργια ανάγκη Να οδηγήσει τον λαό μου στο δρόμο του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Βγάλε απ το μυστικό ερμάρι, Τα δοξασμένα σπαθιά Τους χάρτες με των άστρων τα περάσματα Τους Ιερούς Στοχαστές Και τους Άγιους Στρατηλάτες σου, Τους Ποιητές σου και τους Γεωμέτρες..

*Μια φούχτα κρυμμένος ήλιος Ένα δακρυσμένο πεύκο Κι ένα παμπάλαιο τραγούδι Είναι όλο κι όλο το προσφάι μου, Πατρίδα μου, χιλιοπροδομένη Κυρά της Ανθρωπότητας..

*Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω, Λίγα γραμμένα λόγια Κι ακόμη πιο λίγα άγραφτα Είναι η ζωή μου όλη..

* Όμως αν μου βγάλεις μπροστά Ένα πανάξιο τέκνο σου, Να πάρει τον Καιρό στα χέρια του, Να ξέρεις, εγώ θα έρθω δίπλα του, Να προστατέψω τη γλώσσα του, Να ξεσκονίσω το Χρέος του, Να τραγουδήσω τη Μοίρα του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Φέρε μου εδώ, τώρα, αμέσως, Έναν Αληθινό Μπροστάρη..

*Γιατί, Δεν δέχομαι να έρθω στην κηδεία σου, Δεν καταδέχομαι να ζήσω σκλάβος Δεν παραδέχομαι πως όλα τέλειωσαν Μπότζι είναι, θα περάσει, Θα ξανανθίσουν οι πασχαλιές Θα ξαναπαίξουν τα παιδιά στις γειτονιές Θα ξανατραγουδήσουν τα πουλιά..

*Μόνο ν’ ανέβει τα σκαλιά της Ιστορίας, Ένα ένδοξο πρωί, Αυτός, Ο Ένας!

*Θα τον περιμένω, όσο η ανάσα μου Θα λάμπει στα σπλάχνα μου Όσο η ψυχή μου Θα φωτίζει τους δρόμους μου Όσο το μυαλό μου Θα κεντάει μεθοδικά την αλήθεια..

*Κι όσο οι Αγέννητοι Έλληνες Θα μου στέλνουν μηνύματα Όπως ετούτο που μόλις τώρα σου χάραξα Με τη ματωμένη πένα μου, Πατρίδα μου.

*Μεγάλη Κυρά της Ανθρωπότητας..
------------------------------------------

ΙατροπουλοςΑ Δημητρης
27/7/2014

Πόπη Συνοδινού, -Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-



Η ευδαιμονία μου σήμερα, μάλλον μοιάζει με την γλυκύτητα που έχει το μετάξι.
Δεν φυσάει, και αυτήν την ώρα οι ταράτσες είναι σαν μισογερμένες στον ήλιο.
Μια ησυχία απλώνεται στο χωριό που σπάει από τις φωνές των παιδιών και των σκύλων. Και ναι, που και που κάποιο γαιδούρι φωνάζει στο άλλο που βρίσκεται στο απέναντι χωριό.

Καθώς ανέβαινα στο σπίτι γυρίζοντας από μια υπέροχη θάλασσα φαντάστηκα μια γκέισσα να ανοίγει ένα τεράστιο κλουβί σαν δωμάτιο κι από μέσα του να λευτερώνονται και να πετούν στον ουρανό χιλιάδες πουλιά με κόκκινες και μπλε ουρές. Γέμισαν τα μάτια μου χρώμα..
Η ευδαιμονία συνήθως συνοδεύεται από πολλά πυρακτωμένα συναισθήματα και μια απέραντη κοιλάδα υψηλής συγκίνησης. Εγώ σήμερα έχω την σιγουριά της, ξέρω πως την έχω αλλά έχω και μια απέραντη γαλήνη.
Αυτήν πως ξέρω που είμαι και τι είμαι.

Είμαι ένας σπόρος που αντιλαμβάνεται διαφορετικά το δέντρο και την φτιαξιά του, δεν μπορώ να μην δω πως είμαι ίδια με τους άλλους μα και τόσο διαφορετική.
Από παιδί έψαχνα αυτό που δεν φαίνεται με τα μάτια, τούτο το νησί με βοήθησε σε αυτό και με καθοδήγησε με τον τρόπο του.
Αυτόματα μυήθηκα στα μυστήρια και στην ανακάλυψη του κόσμου εδώ..

Αγαπώ τις γυναίκες που μπορούν να πουν αν δεν σε ξαναδώ θα πεθάνω, όχι εκβιαστικά ή με ύπουλα κι υπόγεια αισθήματα, απλά θα πεθάνουν χωρίς την θωριά εκείνου του άντρα στην καρδιά τους.
Αγαπώ τους άντρες που μπορούν να πουν σε μια γυναίκα είσαι όλος ο κόσμος και να εννοούν όλος ο κόσμος, όχι απλά ο δικός τους..
Η ευδαιμονία που έχω σήμερα υπάρχοντας μέσα στο νησί μου είναι η απλή αίσθηση πως θέλω και μπορώ να φτάσω μέχρι το τέλος του κόσμου..
Ανάβω τσιγάρο, τακτοποιώ ένα σι ντι με μπλουζ και χαμογελάω, έτσι αβίαστα.
Σήμερα δεν θέλω να καταλάβω κανέναν και να μην συγχωρήσω κανέναν.
Δεν μου γουστάρουν τα εν βρασμώ ψυχής, γουστάρω τα εγκλήματα που σκοτώνουν μονάχα όλα τα άρρωστα εγώ.

Μαλάκα, τίποτε δεν είσαι, μου λεω απλά, είσαι όμως και τα πάντα.
Όλα αυτά που δεν βλέπουν τα μάτια μου αγαπώ κι από αυτά που βλέπω αγαπώ
τα περισσότερα..
-Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-

Δήμητρα Καββαδία




Ας συνεχίσουμε να πετάμε κι ίσως κάποτε μάθουμε να πατάμε γερά στη γη.

Δ.Κ.

Δήμητρα Καββαδία

27/7/2014




Ζωή Μοναστηριώτη με Δήμητρα Καββαδία.
27/7/2014

Ένα τετράδι() '' ντυμέν() '' μπλε,

μια ετικέτα - τάξη ΣΤ΄-

΄()μ()ρφα γράμματα, στρωτά.

Μ()΄ν() εκείν() τ() -΄()μικρ()ν- ξεχώριζε.

Πάντα αν()ικτ()΄... ακ()΄μη και σήμερα.
Η απ()στρ()φή στ() μηδέν;

Η αντίσταση στ()ν κύκλ() ;

΄

΄()τι και να φταίει αρν()ύμαι να τ() γράψω σωστά.

Αρν()ύμαι να τ() ζήσω !!!


Δ.Κ. 25/07/2014

Δήμητρα Καββαδία25 Ιουλίου

Χθες βράδυ μ ένα όνειρο μιλούσα.
Ένα βιβλίο με ποίηση, ψυχή, με πόνο γραμμένο.
Είχα πιστέψει σ αυτό. Μ΄ έκαναν κι άλλοι να το πιστέψω.
Μα υπήρξαν και κάποιοι που στάθηκαν στο πλάι μου σαρκαστικά γελώντας, με ψεύτικα λόγια, κολακείες γεμάτα και μ ΄ πεισαν πως αξίζει τ΄ όνειρο να κυνηγήσω, να το ζήσω.
Αχ ψυχή μου πάνσοφη εσύ…
Για λίγο τους πίστεψες και ήθελες ανάσες να χαρίσεις σ’ όσους ποτέ δεν έζησαν.
Μα όχι … η ψυχή δεν αποτυπώνεται, ούτε τυπώνεται, ούτε πουλιέται …
Κι εμείς θα συνεχίσουμε να γράφουμε κι ας παίρνει τις λέξεις ο αέρας, για μας, μόνο για μας.
Όταν η ψυχή έχει την ανάγκη να μιλήσει, κανείς μα κανείς, ούτε εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να τη φιμώσεις.
Δ.Κ.·
Δήμητρα Καββαδία
24 Ιουλίου

Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου....Ανθέ μου αγέννητε



Ανθέ μου αγέννητε
Στων στερνών μου λογισμών τα χρόνια 
μια ευχή που χρωστώ θα σου δώσω Παιδί μου: 
Μην ευλογήσεις πόλεμο ποτέ σου 
τίμα τον φτωχό 
και τον αγράμματο σεβάσου 
το χέρι γίνε του τυφλού 
χάρισε ταπεινά λίγη Ελπίδα 
κι ελέησε κι εμένα σιωπηλά 
με της καρδιάς σου την απλότητα 
Αυτά σ’ εμπιστεύομαι καθώς θα φεύγω Γιέ μου 
ένα δαφνόφυλλο 
και χούφτα από λιβάνι να προσεύχεσαι 
έζησα φτωχός, συγχώρα με 
μα όταν το άδικο βιώνεις στη ψυχή 
θα ‘μαι στη σκιά το αναφιλητό σου να μοιράζομαι 
Τούτα σου προικεύω όσο θα γερνάω Κόρη μου 
παρακαλώ, μη μου θυμώσεις 
καμπούρα έκανα να προσκυνώ 
όμως εσύ μην γονατίσεις σε άνθρωπο ποτέ σου 
και σαν κουράζεσαι απ’ του κόσμου το σκοτάδι 
θ’ ανάβω στη καρδιά μου φώς για να κουρνιάσεις 
Όσα περίσωσα με μόχθο, 
σου τα δωρίζω Ανθέ μου αγέννητε 
πέτρα στη γή, καμένη κι άγονη 
ιδρώτα στο μέτωπο και χείλη στεγνά 
λειψά από όμορφα λόγια και χαμόγελα 
μα να ‘ξερες πόσο ντρέπομαι γι’ αυτό… 
Ας λευτερώσουμε τα χέρια των Παιδιών 
να σμιλεύσουν ουρανό 
ν’ αδράξουν σύννεφα 
και στην λιακάδα των ονείρων τους 
αστέρια να γινόμαστε 
πραγματοποιώντας την κάθε ευχή τους 
λυτρωτικά.. 
© Θεόφιλος Γιαννόπουλος 
Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου.... 
2ΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΌΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ 
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΎ ΟΜΊΛΟΥ ΜΕΛΊΚΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΏΡΩΝ 2014 
Τιμητική Διάκριση 
(Φωτογραφία Στράτος Γιαννόπουλος) 

Θεόφιλος Γιαννόπουλος


28/7/2014 ·


http://taxidiidewn.blogspot.gr/2014/07/blog-post_34.html



Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Πόπη Συνοδινού, -Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-



΄΄Oταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη κάτω από ένα σμήνος πουλιών,

μια βροχή που δεν έρχεται, που μπορεί να ακούει, την κατακόρυφη και υπόγεια συνομιλία των πλασμάτων που κατοικούν στην θάλασσα, πες μου τι σκέφτεσαι;

Σκέφτεσαι πως ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται με την ίδια ευκολία που ένα κατσίκι καθισμένο στην άκρη ενός γκρεμού αγναντεύει το Αιγαίο;

Τα κλαδιά των δέντρων μοιάζουν με τις σκέψεις, κάθε φύλλο ενός δέντρου και μια αισθητήρια απόληξη ή ένα οπλισμένο γερά σύστημα σκέψεων που απελευθερώνουν την δύναμη που διαθέτει το κεντρί μιας σφίγγας.

Ο χρόνος είναι η μέτρηση του θάνατου, όσο υπάρχεις μέσα στον χρόνο με τρόπο αποκλειστικό κι απόλυτο, τόσο ο θάνατος είναι μια μετρήσιμη και υπαρκτή δύναμη..

Όταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη έξω στην αμμουδιά, σπασμένη και κατεστραμμένη, πες μου μπορείς να ακούσεις μέσα από τα ξύλα της , μπορείς να ακούσεις τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που κουβαλούσαν κουβαδάκια και παιχνίδια για την θάλασσα, τις ματιές των εραστών που πήγαιναν σε μια άλλη παραλία , πιο καθαρή, πιο διάφανη, τα χάδια τους τα απαλά, τα χέρια τους κλεισμένα σφιχτά το ένα μέσα στο άλλο και το μυρμήγκιασμα της κοιλιάς τους από την διάχυτη ευδαιμονία;

Μπορείς να φανταστείς το τιμόνι στα χέρια ενός νέου άντρα μελαχρινού σαν παξιμάδι, την ματιά του να σκίζει τον ορίζοντα, την θάλασσα να γλείφει τις πλευρές της βάρκας κι αυτός να σκίζει μαζί της ΄΄ολες τις ακρογιαλιές με την βάρκα που σαν γυναίκα φιλόξενη κάνει μικρά ταξίδια σε ένα άγονο νησί, άγουρο, σεμνό, γεμάτο αγριάδα και μια ταπεινοφροσύνη που μόνο στο Αιγαίο κατοικεί από αιώνες;

Στέκομαι τώρα δίπλα σε αυτήν την έρημη βάρκα που μοιάζει σαν μια πικρή ερωμένη που εγκαταλείφθηκε νωρίς, μπορώ να ακούσω τους στεναγμούς της για την αδυναμία της να τρέξει στα γαλαζοπράσινα νερά της μάνας της και αισθάνομαι.

Κι όπως σαν σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σαν να τον σώζεις γιατί τον απομονώνεις από την άβυσσο της μνημης και τον ζωντανεύεις, έτσι νομίζω πως κάνω κι εγώ.
Πως σώζω μια βάρκα, πως κάνω απαλότερο τον πόνο της μιλώντας της και ακούγοντας τους τριγμούς από τα γερασμένα ξύλα της.

Έπειτα σκέφτομαι με πικρία πως προτιμότερο είναι να σώζεις μια βάρκα με την σκέψη σου παρά έναν άνθρωπο.
Ο άνθρωπος έχει την ζωώδη συνήθεια ότι δεν τον εξυπηρετεί να το πετάει και να ξεχνάει την προηγούμενη ζωή του με αυτό...

Γι αυτό πες μου, μπορείς να κλάψεις για μια βάρκα;
Μια βάρκα σε εγκατάλειψη είναι σαν μια καρδιά δίπλα σε ερείπια...

-Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-
 

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, ορίζοντας

26.7.14

ορίζοντας 

πήγαινε πέρα δώθε
στα σύνορα μιας παρενθέσεως
σαν λέξη ξεχασμένη από τη βιασύνη
του σύντομου επιλόγου

αργότερα στάθηκε στο προάστιο μιας σκέψης
και μάζευε τσουκνίδες και περιστατικά
στιγμές και γεγονότα

λίγα μαυροπούλια σηκώθηκαν
από το κλαδί μιας απόφασης
και χάθηκαν στον ορίζοντα της προσμονής
η πίκρα έγραφε με το χνώτο
στο τζάμι του αποχωρισμού 

άγγιξε την αδιαφορία μιας φήμης
πάγωσαν τ’ ακροδάχτυλά του
μελάνιασαν τα νύχια του
τσακίστηκαν οι καρποί του

ο ορίζοντας στένευε σε μάτι βελόνας
κι από κει περνούσε η μεγάλη έρημος
τα ξεκολλημένα οστά 
και οι ανήλιαγες αποφάσεις

κάποια στιγμή σταμάτησε
άνοιξε το πορτόνι της αγκύλης
και χάθηκε στον αμμόλοφο της συνήθειας