Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Πόπη Συνοδινού, -Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-



΄΄Oταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη κάτω από ένα σμήνος πουλιών,

μια βροχή που δεν έρχεται, που μπορεί να ακούει, την κατακόρυφη και υπόγεια συνομιλία των πλασμάτων που κατοικούν στην θάλασσα, πες μου τι σκέφτεσαι;

Σκέφτεσαι πως ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται με την ίδια ευκολία που ένα κατσίκι καθισμένο στην άκρη ενός γκρεμού αγναντεύει το Αιγαίο;

Τα κλαδιά των δέντρων μοιάζουν με τις σκέψεις, κάθε φύλλο ενός δέντρου και μια αισθητήρια απόληξη ή ένα οπλισμένο γερά σύστημα σκέψεων που απελευθερώνουν την δύναμη που διαθέτει το κεντρί μιας σφίγγας.

Ο χρόνος είναι η μέτρηση του θάνατου, όσο υπάρχεις μέσα στον χρόνο με τρόπο αποκλειστικό κι απόλυτο, τόσο ο θάνατος είναι μια μετρήσιμη και υπαρκτή δύναμη..

Όταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη έξω στην αμμουδιά, σπασμένη και κατεστραμμένη, πες μου μπορείς να ακούσεις μέσα από τα ξύλα της , μπορείς να ακούσεις τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που κουβαλούσαν κουβαδάκια και παιχνίδια για την θάλασσα, τις ματιές των εραστών που πήγαιναν σε μια άλλη παραλία , πιο καθαρή, πιο διάφανη, τα χάδια τους τα απαλά, τα χέρια τους κλεισμένα σφιχτά το ένα μέσα στο άλλο και το μυρμήγκιασμα της κοιλιάς τους από την διάχυτη ευδαιμονία;

Μπορείς να φανταστείς το τιμόνι στα χέρια ενός νέου άντρα μελαχρινού σαν παξιμάδι, την ματιά του να σκίζει τον ορίζοντα, την θάλασσα να γλείφει τις πλευρές της βάρκας κι αυτός να σκίζει μαζί της ΄΄ολες τις ακρογιαλιές με την βάρκα που σαν γυναίκα φιλόξενη κάνει μικρά ταξίδια σε ένα άγονο νησί, άγουρο, σεμνό, γεμάτο αγριάδα και μια ταπεινοφροσύνη που μόνο στο Αιγαίο κατοικεί από αιώνες;

Στέκομαι τώρα δίπλα σε αυτήν την έρημη βάρκα που μοιάζει σαν μια πικρή ερωμένη που εγκαταλείφθηκε νωρίς, μπορώ να ακούσω τους στεναγμούς της για την αδυναμία της να τρέξει στα γαλαζοπράσινα νερά της μάνας της και αισθάνομαι.

Κι όπως σαν σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σαν να τον σώζεις γιατί τον απομονώνεις από την άβυσσο της μνημης και τον ζωντανεύεις, έτσι νομίζω πως κάνω κι εγώ.
Πως σώζω μια βάρκα, πως κάνω απαλότερο τον πόνο της μιλώντας της και ακούγοντας τους τριγμούς από τα γερασμένα ξύλα της.

Έπειτα σκέφτομαι με πικρία πως προτιμότερο είναι να σώζεις μια βάρκα με την σκέψη σου παρά έναν άνθρωπο.
Ο άνθρωπος έχει την ζωώδη συνήθεια ότι δεν τον εξυπηρετεί να το πετάει και να ξεχνάει την προηγούμενη ζωή του με αυτό...

Γι αυτό πες μου, μπορείς να κλάψεις για μια βάρκα;
Μια βάρκα σε εγκατάλειψη είναι σαν μια καρδιά δίπλα σε ερείπια...

-Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου