ΔΡΥΜΟΣ "ULLA HAU"
Αναιμικό πρωί, αν και ο ήλιος κατακόκκινος, γιατί εδώ τον τρέφουν με βατόμουρα. Είμαι καινούργιος κι άπειρος σ’ αυτή την εξορία, από τους κώδικές της μονάχα την ομίχλη συλλαβίζω - κι αυτή σπαστά, σαν γάβγισμα. Κάθισα κάπου απόμερα, ως να μυρίσει τον καπνό η ψυχή μου και να κατηφορίσει.
Μα έκανε ‘‘τσακ’’ η ερημιά και τσάκισε: μια ποδηλάτισσα από το πουθενά ή μέσα από τον εαυτό της. Πάτησε μόνο το δεξί στο υγρό χορτάρι και αιχμαλώτισε τα μάτια μου στους ίσκιους των δικών της.
«Βρίσκομαι ακόμα μες στα όρια του δρυμού;» ρώτησε, ψεύτικα λαχανιασμένη. Κι αμέσως ύστερα: «Μα, όπως βλέπω από το μαύρο μπροστά και πίσω από τα μάτια σας, εσείς θα πρέπει να είστε εδώ πιο ξένος κι από μένα…»
Είδα το σάκο του εκδρομέα στη ράχη της.
«Εκεί θα κρύβει τα φτερά της», συλλογίστηκα, γιατί είχε κόκκινα μαλλιά, όπως εκείνοι που αναλήπτονται. Μα, καθώς έσκυψε μπροστά, ένα παιδί σφαγμένο κι ολοζώντανο μου χαμογέλασε, βγάζοντας το κεφάλι έξω απ’ το σακίδιο. Κι εκεί, κάτω απ’ τα πόδια ακριβώς της ποδηλάτισσας, ανάμεσα στις ρόδες, μια λίμνη από κόκκινο μαζεύτηκε σταλάζοντας. «Μπορεί και να ’ναι από αυτή το αίμα», παρηγορήθηκα, γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη οι μάγισσες αιμορραγούν ακαταπαύστως.
«Σωστά το σκέφτηκες», με καθησύχασε, και για να μαραθούν οι φόβοι μου - σηκώθηκε ένα αεράκι αβανταδόρικο να δω κάτω απ’ τη φούστα της ότι πράγματι.
«Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου θα γίνει μεγαλώνοντας ο άγιος των δασών, κι εγώ το βγάζω βόλτα κάθε μέρα, του δείχνω τι είναι κέδρος και τι έλατο, να συνηθίσει».
Είδε πως δεν την πίστεψα κι άλλαξε ύφος: «Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου είναι μια κούκλα που τη λένε Ροβεσπιέρο. Μου είπαν να το θάψω κάπου, μα το λυπήθηκα και πήρα την απόφαση να το υιοθετήσω».
Τέλος, ύστερα από μια σιωπή που κράτησε όσο κρατάει μια λίμνη μες στον ύπνο μας, «Καλά», κατέληξε, «έχεις το ένστικτο του λύκου και δεν ξεγελιέσαι. Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου είναι ένας Ρώσος εμιγκρές και εραστής μου. Ταρκόφσκι, το όνομά του. Τον βαρέθηκα. Είναι δυστυχισμένος κι απροσάρμοστος. Μεθάει, δέρνει τη μάνα μου, παρενοχλεί την πιο μικρή μου αδερφή… Λοιπόν, έτσι μόνος που είσαι εδώ, όλο και θα θέλεις κάποιον για παρέα».
Και λέγοντας αυτά, έβγαλε το μωρό από το σάκο και το απίθωσε στα γόνατά μου.
***
Ξέρω, θα βρω τον τρόπο κάποτε να δραπετεύσω απ’ αυτό το δάσος. Αλλά ένας άλλος εαυτός μου θα μείνει εδώ για πάντα. Μ’ ένα κλαψιάρικο μωρό στα χέρια, που όλο θα πίνει από το αρσενικό μου στήθος, όλο θα πίνει, το άτιμο, χωρίς ποτέ του να χορτάσει.
Gotland, Σουηδία, Αύγουστος του 2001
Πάνος Σταθόγιαννης
22 Αυγούστου