Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Χαλάς χατίρι στη ζωή ?......



Το νερό μέχρι το στήθος 
και τα πόδια να χαράζουν στο βυθό… 
Αυτή η ανατριχίλα που ζωγράφιζε στο κορμί της 
- να ‘ταν από τη δροσιά της θάλασσας 
ή από το άγγιγμα μου…? 

Τα μαλλιά της 
- βεντάλια ορθάνοιχτη στο νερό… 
Μας καμάρωνε ο ήλιος 
- με τα πόδια της, δεμένα στη μέση μου 
και το είναι μου στο δικό της… 

Μακριά από βλέμματα δηλητήρια… 
Με τα χείλη σφραγισμένα στο αλάτι… 
Εκεί 
- στην αγκαλιά της… 
Με αλμυρές ανάσες να αλλάζουν πνευμόνια 
και τα κορμιά να ανταλλάσουν ρίγος… 

Καυτή αίσθηση από έρωτα με θαύματα… 
• ‘Είναι τόσο όμορφη η ζωή?’ / σκέφτεσαι
και τότε ψίθυρος στο αυτί 
- «θέλω ξανά» 

Χαλάς χατίρι στη ζωή ?......ⓀⒽ 





Σοφία Στρέζου - Αδιάβατο ξημέρωμα



Αδιάβατο ξημέρωμα - Σοφία Στρέζου

Στη μέσα πλευρά το σώμα σου
στην έξω πλευρά το σημείο απόστασης
με αφυδατωμένη μνήμη
στην άδεια πληρότητα της προσμονής.

Κι όσο κι αν μαζεύεις τις νύχτες
συρρικνώνοντας επιθυμίες
στην αθανασία μιας μόνο στιγμής
στο σκοτάδι
που το φως δεν μπόρεσε να διυλίσει
αδιάβατο παραμένει το ξημέρωμα
στο τεντωμένο όνειρο
του μακάριου ύπνου σου.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Μαρία Μπελαντή Το κόκκινο των αισθήσεων

Vassos Georgas - Βάσος Γεώργας

artwork : Frank Vic

το λέω και το ξαναλέω 
ανάθεμά τα τα βουνά 
με το ζακόνι πόχουν 
σωριασμένος επιμένω 
να ψάχνω ψηλαφιστά 
στα σύννεφα να βρω 
το ζωντανό σου βλέμμα 
με ολόλευκα φτερά 
πλάτη να πετάει 
σημείο ανυπακοής 
σε ένα σύμπαν 
μελαγχολίας 
γαλάζιο βλέπεις; 
όρθιος στη γη 
πουθενά δεν μπορώ 
να στεριώσω 
και η σιωπή μου μοιάζει 
σαν ανορθόγραφο σύνθημα 
πάνω σε τοίχους 
γκρεμισμένους 
που αργά σε συλλαβίζει 
σαν τυφλή επιθυμία 
βάσανο ενός ναυαγού 
στην άβυσσο παραμερίζω
 την υπογλυκαιμία 
και ασκέπαστος σε ζωγραφίζω 
κάτω απ΄τη διχάλα του ουρανού 
που γίνεται θολό ποτάμι 
και βουίζει 
θάματα και οράματα 
γεμάτο δεκαδικούς αριθμούς 
να αγκομαχούν από μηδενικά 
σαν άσκηση δίχως λύση 
που όποιον υπολογισμό 
κι αν κάνω 
με το ζεστό καιρό 
σαν το νεράκι 
εξατμίζεται  


23/8/2014 · 
http://bibliotheque.gr/archives/38481

θυμός χωρίς αιτία
λόγια χωρίς όφελος
χρόνος χωρίς αλλαγές
ερωτήσεις χωρίς αντικείμενο
απαντήσεις χωρίς νόημα



δεν σε ορίζουν πια ανάγκες
παρα μόνο αναμνήσεις
επιτέλους, ενηλικιώθηκες

Ο Μιχάλης Γκανάς αυτοπαρουσιάζεται



Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα.
 Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου.
 Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου.
 Σαν να ξεστράτισα. 
Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα.
Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.
Μιχάλης Γκανάς

ΒΑΡΥ ΥΔΩΡ
 Έπεσε χιόνι 
Μόνον ο ήλιος μπορεί να το σηκώσει

 ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ 
Μάνα, ας είναι Ελαφρύς ο πόνος μας
 Που σε σκεπάζει

 Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ
 Πού θες να βρω Μέσα στον κάμπο 
Ποιά μαργαρίτα διάλεξε 
Για να ντυθεί το μυστικό σου. 

Μιχάλης Γκανάς "Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου"

 Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου. 

 > Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ. 

 > Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

 > Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

 > Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα. Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου. Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου. Σαν να ξεστράτισα. Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα. Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.

 > Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα. 

 > Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο. 

 > Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος λογοτεχνίας. Για μένα είναι το πιο εύκολο. Δεν θέλω να πω ότι γράφω καλά, αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου. Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος. 

 > Δεν είναι διαφορετικό το κουστούμι του στιχουργού, απλώς υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές. Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη.

 > Στα ποιήματά μου δεν είναι ότι χρησιμοποιώ τους ίδιους ήρωες, αλλά έχω φτιάξει έναν κόσμο. Όπως στα πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια, όπου υπάρχουν ρόλοι: υπάρχει ο κεντρικός τραγουδιστής και οι άλλοι βοηθάνε. Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου. Στους γραφιάδες λειτουργεί αυτόματα η παρατήρηση. Πολλές φορές αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις, όταν βάζεις τα σουσούμια ενός ανθρώπου στο χαρτί. Αισθάνεται προδομένος. Είναι περίεργη η θέση αυτού που γράφει. Απ’ τη μια υπάρχει μια θολή αναγνώριση κι απ’ την άλλη μια επιφύλαξη που λέει «δεν ξέρεις μ’ αυτόν τι μπορεί να γίνει».

 Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν και τους "Επτά επί Θήβας" του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του "Παραλογή". Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Τα βιβλία του Μιχάλη Γκανά κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις Μελάνι. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τίτλο "Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα (1978 - 2012)

Φωτό: Σπύρος Στάβερης http://www.lifo.gr/mag/features/2825

Σακελλάρης Καμπούρης, είναι φορές που η νύχτα και η μοναξιά...


είναι φορές που
η νύχτα και η μοναξιά 
στο ίδιο λούζονται αγιάζι... 

αλλού,επικρατεί ένα φως 
ή μιά θλιμμένη ανεμώνη... 
αλλού,κυριαρχεί μιά πέτρα... 

μες στη σκαμμένη απαλάμη μου 
μιά πεταλούδα σπαρταρά 
παλεύοντας να ξαναζωντανέψει... 

σιγοπεθαίνουμε κι οι δυό 
μακρυά ο ένας απ'τον άλλον... 

.....αυτό το ποιήμα, 
ώρες ώρες, 
μπερδεύεται στις ζωές μας 
σαν ένα άστρο ραγισμένο. 


Αγγελική Δρόσου, Σε αγαπώ




"Σε αγαπώ
Όχι με τον τρόπο των ανθρώπων
Αλλά με τον τρόπο των αιώνων
Ειρηνικά...
Ακαταλυτα…
Ευδαιμονικά…
Αχρονα...
Βαθια.....Τοσο, βαθια..!!!

Σε αναγνώρισα
Με τον τρόπο των αλαργινων κυμάτων
Που λιγο,λιγο γιγαντώνονται,
Μερες ταξιδεμενα
Οση δυναμη
Τα καρτερικα δάχτυλα των ποδιών μου στην ακροθαλασσιά
τρυφερα να σβησουν
Οση πιστη
αλ μoiρας
νυφικο κρυσταλλινο
το σωμα μου να κεντησουν

Σε φιλώ
Με τον αυθεντικό τρόπο του έρωτα και τρεμαμενη,σου παραδίδω τον Ιερό Τόπο
-Mε εμπιστοσυνη πως θα πλημμυρίσει, μεχρι την Τελειωση του
Γέλια και Δάκρυα
Έκσταση και Φόβο
Νοσταλγία και Θεια Σιωπή -
Στον Ρόμβο του Φωτός

Με αφιερώνω
Και μεσα απο τη φωτια, δυο φίδια ελίσσονται χορευτικά σε όλοκληρη τη σπονδυλική μου στήλη
Με ζωτικη ορμη ανεβαινουν τα 49 σκαλοπατια για την κορυφη
Εως Εκεινη,
τη Μια Δύναμη, που είναι ισχυρότερη όλων των Δυνάμεων

Σε
Α γαπ Ω
Από το Άλφα ως το Ωμέγα αυτού του κόσμου
Πλήρης
Ημερών Και Νυχτών

Και αυτη η Αγαπη μου δινει δικαιωμα,να αγαπησω
ξανα
ξανα
ξανα
Εως την οριστικη μου συζευξη
με τον Πρωτο Λογο " 'Σαγαπω" Αγγελικη Δροσου 

Aggeliki Drosou- 22 Ιουν 2014